Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

ΚΡΕΜΕΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΚΛΩΣΤΗ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΜΑΣ ΩΡΙΜΟ ΓΙΑ ΕΘΕΛΟΥΣΙΑ ΕΞΟΔΟ:

Όταν μου χάρισαν ένα σπαθί των σαμουράι σε τι χρειάζονται στα σάλωνα οι νυχτοφύλακες, προς τι ο βόγγος τ’ αναπλιού και η ιθάκη, είπα, αρκεί ο μύθος ότι κάποτε αγνόησα το δέρας των σκυθών στην τρυφηλή κολχίδα και τη μανία μας της θαλασσοπορίας, ύστερα σε αίμα δίσεκτο εμβαπτισμένη πήρα τη στράτα μου της θύελλας σαν γιος πικρός ο πιο μικρός απ’ τους εφτά ο πικροκωνσταντίνος… Πελιδνό στα σκέλια μου έσφιγγα το σαββατόβραδο να διαλαλεί την έχθρα του στους πετεινούς και στους σηματοδότες ώσπου ζητούσε έλεος μέχρι που πίστεψε στον ανδρισμό μου κι ευχιόταν τη συντέλεια του κόσμου αυτοστιγμεί… Πρόφταινε δεν πρόφταινε η οργή μου η στρίγγλα σαν μπαρμπερίνικη σπαθιά σε εικόνισμα στα δυο να κόψει σπίτια αρραβωνιάσματα να ξεχυθούνε τα κορίτσια με τα νυχτικά τους μπροστά η φωνή θέλουμε να γεννήσουμε κι εσύ όρθια στα νερά σαν άγιο λείψανο μόλις που πρόφτασες να φυλαχθείς όπως η ξέρα ξεφεύγει τη βιτσιά του οίακα ίσια καταπάνω σου ως ερχόμουν σαν το τριήραρχο σε πέρση, μ’ άλλα λόγια πριν σ’ ερωτευθώ… Ξάφνου λαμπάδιασε σε ξερολίθια το καταμεσήμερο η σαύρα κένταγε το γυάλινο μαγνάδι στο φαντό της μέρας πράσινο το φαντό και κρεμεζί κι η σαύρα κίτρινη ο ήλιος μαύρος η φωνή σου απέναντι αρμένιζε η τρεχαντήρα μέσα σε κίνηση από τον ουρανό κατρακυλούσε αστραπιαία ένα αυτοκίνητο ίδιο με τα θανάσιμα μαλλιά σου απέραντη επικράτεια τα μάτια σου, επιτέλους με τους καίσαρες γίνομαι κατακτητής να σε τι μου χρειάζεται το σπαθί των σαμουράι (παράξενο στ’ αλήθεια προορισμό που ’χουνε κάποτε τα πράγματα) λοιπόν αρχίζω: πρώτα εσύ επτάκερε δαβίδ ή έστω ένας νυχτοφύλακας από τα σάλωνα απόγονος του πτολεμαίου φιλοπάτορα από την κω αν μπορεί ποτέ να γίνει αυτό θεέ μου… Το σαββατόβραδο η πιο αγαπημένη ώρα του κυρίου άφηνε στα σκέλια μου την τελευταία πνοή του. [ΑΓΑΠΗ ΙΙ από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972 κι άλλη ΑΓΑΠΗ από την ίδια συλλογή μαζί με ΕΠΟΧΗ ΑΡΧΑΙΟΥ ΘΥΜΟΥ πίσω απ’ την εικόνα – ART by Knezovich Stephen)



ΑΓΑΠΗ I (από τη συλλογή ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972)
Περίεργο που τα ζυγωματικά σου
παίζουνε τέτοιο ρόλο στην αναψηλάφηση
των μυστηρίων:
απ’ τους ιππείς ας πούμε δεν έμεινε ούτε ένας ξέρεις
ακόμη κι ο γιος του λυσικράτη ακάλυπτος στα φάρσαλα
ακόμη και ο σμινίας φράνσις μόρισσον
τιμωρημένος στο ελ κεμπίρ
κι ο φεντερίκο γκαρθία εκτός νόμου
κι ο πρεσβευτής σερ άνταμς που απήχθη
ανοίχτε λοιπόν το φράγμα.

Τα δυο υψώματα τα ζυγωματικά σου
τα κρατούσαν παρτιζάνοι
μικρά κατσίκια βόσκανε στα ζυγωματικά σου
ο πόλεμος θα ’φευγε απ’ το λόχο του
με δεκαπέντε μέρες άδεια
κι ήσουν στο φράχτη σαν απλωμένο
σεγκούνι από τα τρίκαλα,
αχ τρυφερή ανωμαλία στο αίμα μου
ψωμάκι ζύμωνες απ’ το χωράφι μας
απ’ τα βότσαλα του γέλιου σου
σταράκι της αναπνοής μου
και πάλι με ρωτούσες όπως αιματηρό δυστύχημα
που αν αγαπούμε μας ρωτά
το σκούρο σίδερο και τις βραδινές εφημερίδες.

Η ιστορία των δυο μας όπως ξέρεις
είναι σαν άδειος κάλυκας οβίδας
γεμάτος από θάνατο κωφάλαλο
κι όμως οι κύριοι δικαστές
ακόμη δεν κατάλαβαν το ρόλο
που τα ζυγωματικά σου παίζουνε
στις αναψηλαφήσεις
όταν πικρίζει το χορτάρι πάνω τους
και φεύγουν τα μικρά κατσίκια˙
έτσι μπορεί να δικαστούνε πάλι
οι αθηναίοι στρατηγοί
για το ατύχημα στις αργινούσες
δηλαδή να δικαστώ εγώ
ακόμη και για την πατρίδα που έχασα
στην πρέφα
και για την άπρεπη χειρονομία μου στα σκέλη σου,
ώς εκεί ω αγαπημένη των καιρών.
Είσαι για μένα μια παράβαση
ίσως ανεπανόρθωτη˙
θα πάρω ακόμα μια φορά το θάρρος
για την απαλλαγή των δικαστών
απ' την ευθύνη που συντρίβει,
θα υποβάλω ένα σχέδιο για τη στρογγυλότητα
των περιπτώσεων, ας πούμε της κοιλιάς σου
γλυκό μου πρόστιμο,
τιμάριθμέ μου.

Εγώ λέω πως θα γλιτώσω σαν
αστυνόμος της τροχαίας σ’ επισφαλή διάβαση
έχεις μια βαριά ευθύνη
να εκκολάψεις τα αυγά μου σε κρύπτες μυστικές
συντροφιά με κώδικες απόκρυφους και μύθους
θα το κάνεις γιατί είσαι θαρραλέα
όπως ουρά κατσίκας σε ράχη κυκλαδίτισσα
ας πούμε της αντίπαρος,
ή όπως λάθος της πρόσθεσης
που μασά τα νεύρα μου ρουφά τη λέμφο
και ρίχνει στα σκυλιά τα υπόλοιπα
έτσι έγινε και με το γιο του λυσικράτη στα φάρσαλα
έτσι και με το σμινία φράνσις μόρρισον
στο ελ κεμπίρ
τα ίδια και με το φρεντερίκο γκαρθία
στη γουιπούθκοα,
ο σερ άνταμς
μάλλον σκηνοθέτησε την περιπέτεια του, ας τον
να ’σαι λοιπόν περήφανη όπως το δηλητήριο
που πιάνει αιχμάλωτες τις χειρονομίες μας
να ’σαι γενναία όπως η διακοπή του ρεύματος
που στριμώχνει τη λύσσα μας
τη βιάζει κι ύστερα
ανάβουνε τα φώτα και νιώθουμε το ζεστό
το καυτερό της σπέρμα ν’ ανεβαίνει
την αορτή σαν πέστροφα ως το κεφάλι
ν’ αυτοσχεδιάζει ευθύς την ανατίναξη
(στο διάολο ύστερα η αφλογιστία φαρμάκι)
κι παρθενιά μας ξεπορτίζει πια ξεφτέρι
της γεύσης της πίκρας της κατάνευσης
έτσι θα εκπληρώσεις την αποστολή σου
αγαπημένη των καιρών
κι εγώ ικανοποιημένος θα φωνάξω
σε νίκησα ιουστινιανέ
διακοσμητή.

ΕΠΟΧΗ (από τη συλλογή ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972)
Γνωρίζω το βρυχηθμό σας
όμοιο με σκέλια σαραντάπηχου
κατεβαίνει από τη ράχη του βατοπεδιού
βγάζει λόγους μες στα καφενεία
παίρνει το σαρωνικό ένα χερόβολο τον τσαλακώνει
κι αγωνιά κι αγωνιά όπως ναυτολογικό γραφείο
για τα σκάφη όταν βράζουν τα μπουγάζια.

Πρόκειται για το μισό σου χέρι που έμεινε
κρεμασμένο στο λαιμό μου
να ωρύεται μανιακό να κουδουνίζει
ν’ ανοίγουνε οι πόρτες τρελές απ’ τη λαχτάρα
να κόβεται το τελευταίο βαγκόνι
παίρνοντας τον κατήφορο του σκοτωμού
να κρέμεται σε μια κλωστή το πάθος μας
κι ο πράκτοράς του που ειδικεύτηκε
στο δράμα του θεανθρώπου.
Αυτός δεν είναι ο βρυχηθμός σας,
ένας κοινός τόπος;
τι να περιμένω λοιπόν από αυτόν;
μήπως δεν είναι ένας ισόθερμος
ένας ισοβαρής ένας εξοφλημένος,
ένας ώριμος για εθελουσία έξοδο;
Να γιατί στον τράχηλό μου το μισό σου χέρι
φύεται κάτασπρο όπως η λέξη βοήθεια
κόβει την αγωνία μας σε κέρματα μικρά
πληρώνει σύνταξη στις χήρες
εξαγοράζει προϋσταμένους
κρεμάει απ’ τα πολύ ψηλά παράθυρα
σεντόνια άσπρα της υποταγής
και παίρνουμε μιαν απόφαση άψογα ευθύγραμμη
όπως στενεύει ο δρόμος σε πρωινή βροχή
γκαστρώνεται γεννά νεφρά πελώρια
τα τσακίζει τρέφεται επιζεί.
πέστε μου δεν αρχίζουν έτσι όλοι
οι βρυχηθμοί σας οι ύμνοι σας
για το μεγαλείο τόσων προγόνων
και τη νομοθεσία τάχα για
χρήζοντα βοηθείας πρόσωπα και τα λοιπά;

Τέλος ο άλλοτε γενναίος ήχος ατόνισε
χαμήλωσε ως το γελαδίσιο μουκανητό
ίσα μ’ έναν αριθμό τριψήφιο εξωμότη
που μόνη ζωντάνια του έμεινε
να βλέπει απ’ τις γρίλιες τις γυναίκες
να γδύνονται
φοβούμαι πως αυτή ήταν όλη όλη
η ιστορία του γένους των ανθρώπων
με τους γενναίους της παραφοράς, της παρακμής
έχει γεια λοιπόν αγάπη μου σε παρθεναγωγείο
αλέστα τώρα όλοι στο κατάστρωμα
με τα τσεκούρια όρθια της οργής
θα την σπάσουμε την πόρτα που πάει στο υπόγειο
εκεί το αίμα μας κλωστή κουβάρι
δώστε το στο θησέα
να κλείσει πια η εποχή ετούτη
του μίνωα.

ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΘΥΜΟΥ (από τη συλλογή ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972)
Άκουσε κύριε την προσευχή των αρχαίων προγόνων μου
σε ειδική διασκευή για σένα
χρόνια τώρα επιπλέει στο αίμα όπως η γλίνα
ή όπως δοχείο άδειο από λευκοσίδερο
που κλωτσάει στο δρόμο το αλάνι
βασανίζοντας τη γειτονιά και σένα κύριε
δε θέλουμε λοιπόν να κάνεις τίποτα για μας
ούτε παρεμβατισμοί ούτε πρεσβείες
φτάνουν τα χρέη μας και οι τοκογλύφοι
γερά κρατάει η ράτσα από το πετροκάμινο
τ’ αρχαίο πείσμα
απ’ τα υπόλοιπα θα φτιάχνουμε βαπόρια
μερικά ντουφέκια για τις αναπαραστάσεις
και πιο πολύ φωνές πολλές φωνές
να τις κρεμάμε στα σύννεφα
με τα ρόδια και τα κιτροκύδωνα
ώσπου να ωριμάσουν να τις παντρευτούμε
(Μας αρέσει ο κύκλος έστω κι αριστοκράτης
φτάνει να μη διστάσει αν χρειαστεί
να γίνει πολεμίστρα να φάει τις σάρκες του
κανόνι να γίνει να βροντά νυχτοήμερα
για λευτεριά σαν χρειαστεί)
Κύριε
είσαι μέσα στα πόδια μας όπως μικρό παιδί
δεν το πατάμε μην νευριάσουμε απ’ το κλάμα του
δεν, λέω, πολέμησες καλά στην καπαδοκία
στην τίρυνθα και στον τελευταίο πόλεμο
έφεδρος λοχίας σιτιστής.
Για τον σταυρό της πολεμικής αξίας μην επιμένεις
δεν τον παίρνεις
μάθαμε που έκανες του κεφαλιού σου
σου φτάνει ένα σπιτάκι σε συνοικισμό
θα σου φέρουμε και ινδικό λιβάνι που σ’ αρέσει
να το μασάς αφού είσαι οπιομανής και λάγνος
ούτε που παίρνει το κεφάλι σου από πειθαρχία,
μην δεν πουλήθηκες στη βιρμανία;
μη δεν παζάρεψες με τους ερυθρόδερμους
σαστισμένος από την περηφάνια τους;
τάχα δεν λύγισες μπροστά
στους αγέρωχους σουηδούς;
πόσες φορές σε πιάσαμε ξαναμμένο να
τηράς τα γυμνά πόδια της χήρας του ψωμά
ώσπου τραβήχτηκες στην καλαμπάκα
νηστεύοντας του θανατά,
φυσικά ξανάρθες, μα ήσουν αλλιώτικος:
απ’ τη φλογερή μας γλώσσα θυμόσουν μόνο
την πιο φθαρμένη λέξη
πάνω σ’ αυτήν απαίτησες να ορκιστούμε
με τα ξεφτίδια του αρχαίου θυμού
ώσπου οι οπαδοί σου λύγισαν
χύμηξαν οι λεβαντίνοι οι βενετσάνοι οι οσμανλήδες
βιάσανε τον ερωτόκριτο κοτζάμ παλικάρι
έκοβε τις φλέβες του ο αχελώος
σε καταριόταν η φθιώτιδα κι η αλικαρνασσός
τα θυμάσαι κύριε;
ένα βραδάκι πράο όπως γιαούρτι στον κεσέ
ήρθες δειλός και συντριμμένος σαν πρωτομηνιά
μα πάλι απ’ την αρχή συνωμοτούσες
έπειθες τις μανάδες μας
με βοτάνια ξόρκια και μ’ αγιωτικά
να φύγει από τον παρνασσό η μάγισσα
πώς έγινε πάλι και σε λυπηθήκαμε;

Ξαφνικά το κεφάλι σου μετασχηματίστηκε
σε αρχαίο ρολόγι
διάταξε να φύγουνε τα τρένα
να σαλπάρουνε τα πλοία
οι φαντάροι να πάνε στα σπίτια τους,
οι δρόμοι να τυλιχθούν ρολά
να μπούνε στις αποθήκες
κι άλλα τέτοια του χαμού παράταιρα
πέντε και μισή ακριβώς έσπασε εκείνο το σπυρί σου
κι έβγαλες φωνή όπως η σκεβρωμένη πόρτα
ανοίγει μόνη της ύστερα από τόσα χρόνια
να περάσει ο αόρατος
ο τελευταίος αυτοκράτορας
ένα αερικό ή ο γάτος
ζήτησες μια γυναίκα μ’ ένα μάτι στη μήτρα της
πλάγιασες μαζί της μας ξαναγέννησες
έτσι πάλι σ’ έχουμε στην οικογένεια
μα τη φορά ετούτη ξέρε το
είσαι από δεύτερο χέρι, ένα πετσί.

[Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Αρχέγονο εργαλείο πλειστόκαινο μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου, απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο… Πού θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα; Εντός μου η νύχτα ταξιδεύει στα ύφαλα του ονείρου – τέτοιες επιλογές στίχων από τις συλλογές Έκτορα Κακναβάτου για σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό σου γήινο αίμα… και μόνο ένα βήμα θα μένει πάντα, ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω!.. Σου φωνάζω: σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως κι ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου]

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ ΔΙΑΦΑΝΕΣ ΑΥΛΑΙΕΣ: ΟΤΑΝ Τ’ ΑΝΟΙΓΕΙΣ ΒΛΕΠΕΙΣ Ο,ΤΙ ΚΙ ΑΝ ΤΥΧΕΙ ΟΤΑΝ ΤΑ ΚΛΕΙΝΕΙΣ ΒΛΕΠΕΙΣ Ο,ΤΙ ΠΟΘΕΙΣ:

Ποίηση, ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου!..  Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί, τ’ άνθη μιλούν κι από τα πέταλά τους αναδύονται μικρούτσικες παιδίσκες!.. Οι εποχές αλλάζουν κι η γυναίκα της εποχής μοιάζει με χάσμα θρυαλλίδας. Η εκδρομή αυτή (της ζωής μας) δεν έχει τέλος!.. Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια. Υπάρχουν απειράκις ωραιότερα πράγματα και απ’ αυτήν την αγαλματώδη παρουσία του περασμένου έπους. Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα  μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω, εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας.  (κτερίσματα στίχων από τη συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων. Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως ART by Fernantez Ricardo painting]




Η ΣΥΣΠΑΣΙΣ ΤΩΝ ΚΟΛΕΟΠΤΕΡΩΝ  (από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
… δεν συγκρατεί παρά  το σιγαλό τραγούδι των κυμάτων. Η βρύση των μαλλιών σαν θάλασσα περιφρουρεί τ’ ακρότατα κινούμενα σημάδια. Φωνές των γλάρων ερπετά συζύγου κωπηλάτου παροδικώς παρακαλούν τα μάτια στο θάμπος των ατμών ως ανατέλλοντες εαρινοί ιεράρχαι. Ενδελεχής η σημασία των κρουνών. Σφυρηλασία θέλγητρα της χρωματουργίας και βόστρυχοι της γης επί πολτώδους γης.

 ΚΡΗΠΙΔΩΜΑ
Ο δέκτης της σφυρηλατημένης μας σπουδής καθώς καλόβουλος ανθρακωρύχος του δεύτερου τοκετού  περιφανής στην στήλη του και ομώνυμος με το σφοντύλι δεν λειτουργεί μέσα στα πρωτοβάθμια προπλάσματα της ορατότητος του μακαρίου ύπνου. Έχουν μακριά τα θάμπη τους και τα βαρίδια της σιγής τους είναι στην κώχη της γλυκιάς τους μέδουσας για δώρο που μας κάνουν οι τροχοφόροι και τα πλάσματα του λίπους βαθύτατου καημού. Κανείς δεν στέκει μόνος του μονομερώς ακμάζοντας πέριξ της αϋλόπτρερης φωνητικής καλύβας ώσπου τα δυο προσκέφαλα παλαίσουν στις ελπίδες και πέση το φιλί μας στην άκρη του σηκωμένου σύννεφου κοντά στο φως κοντήτερα σε μας σε αυτους.

ΛΕΟΝΤΕΣ ΩΡΥΟΜΕΝΟΙ ΕΠΙ ΣΤΗΘΟΥΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ
… βαυκαλιζομένης από τα κύματα της κρεμαστής πολιτείας κοιμίζουν το πάθος της για τα πουλιά και τα ερωτικά τροπάρια. Το σμήνος όμως που αγάπησε δεν εγκατέλειψε το φως της. Το πήρε και το σήκωσε και αφού μετουσιώθη και η ριπή ακόμη το ξανακούμπησε τριγύρω της. Ένα λιοντάρι ερωτεύτηκε την παρθένον και τότε το σμήνος τρομαγμένο χωρίστηκε σε δύο σε τρία σε τέσσερα και τέλος σε εικοσιπέντε και ενώ οι άλλοι λέοντες ενεσκολόπιζαν τον μάρτυρα της αγάπης πέσανε επάνω της και την εχάιδεψαν με τα ματωμένα τους φτερά. Το πολύωρο όνειρο δεν ακούστηκε πια πότε. Φράγματα υψώθηκαν εκεί που έμεινε το πάθος άναυδο και τα φιστίκια που μαζεύουν τα φτωχά παιδιά μοιάζουν με  τρεχαντήρια



ΤΟΡΑΝΙΝΑ ΕΧΜΠΑΤΟΜΒΙΑ (από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)

Ο κλώνος υπέθαλψε την σταχτοθήκη. Περιστροφικώς περάτης ο απλούς φορεύς τυλίγεται μέσα στους θάμνους του κυπέλου της ελαφροτάτης πιπεριάς. Δεξιά μαράζι μα στην τσέπη του ένας μικρός αμνός δρέπει και ξαναδρέπει τις καμνανοκρουσίες των φορέων. Ο κόσμος όλος τον παρατηρεί. Ο κόσμος όλος γίνεται μια φιλντισένια ταγή για την δική του κολυμβήθρα. Τώρα η λάβα σφύζει σαν πρασιά τριγύρω από το στόμα του και πάνω από την κεφαλή του δεσπόζει ο διδάσκαλος των θαλασσίων ελεφάντων.  

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

ΤΕΛΕΙΩΣ ΑΦΕΘΗΚΑ ΚΙ ΕΠΗΓΑ ΣΤΕΣ ΑΠΟΛΑΥΣΕΙΣ ΠΟΥ ΜΕΣ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΟΥ ΗΣΑΝ (κι ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς που πίνουν οι ανδρείοι της ηδονής):

Τα τύλιξε προσεκτικά με τάξι σε πράσινο πολύτιμο μετάξι. Από ρουμπίνια ρόδα, από μαργαριτάρια κρίνοι, από αμεθύστους μενεξέδες. Ως αυτός τα κρίνει, τα θέλησε, τα βλέπει ωραία, όχι όπως στη φύσι τα είδεν ή τα σπούδασε. Μες στο ταμείον θα τ’ αφήσε, δείγμα της τολμηρής δουλειάς του και ικανής. Στο μαγαζί σαν μπει αγοραστής κανείς βγάζει απ’ τες θήκες άλλα και πουλεί –περίφημα στολίδια- βραχιόλια, αλυσίδες, περιδέραια και δαχτυλίδια!.. Κι αν δεν μπορείς να κάμεις τη ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες!.. Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την, γυρίζοντας κι εκθέτοντάς την στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία, ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική! [Κ. Π Καβάφης, Του Μαγαζιού και Όσο Μπορείς από τα Ποιήματα, εκδόσεις Ηριδανός – ART by Santhana Krishnan]


 [Α να ήρθες εσύ με την αόριστη γοητεία σου. Στην Ιστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα κι έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου… Σ’ έπλασα ωραίο κι αισθηματικό, η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά. Και τόσο πλήρως σε φαντάστηκα, που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν η λάμπα μου, εθάρρεψα πως μπήκες μες στην κάμαρά μου, χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου… Για του λόγου το αληθές…]

ΛΥΣΙΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΥ ΤΑΦΟΣ
Πλησιέστατα, δεξιά που μπαίνεις στην βιβλιοθήκη
της Βηρυτού θάψαμε το σοφό Λυσία,
γραμματικόν. Ο χώρος κάλλιστα προσήκει.
Τον θέσαμε κοντά σ’ αυτά που θυμάται
ίσως κι εκεί –σχόλια, κείμενα, τεχνολογία,
γραφές, εις τεύχη ελληνισμών πολλή ερμηνεία.
Κι επίσης έτσι από μας θα βλέπεται και θα τιμάται
ο τάφος του, όταν πού περνούμε στα βιβλία.



ΜΑΚΡΥΑ
Θα ’θελα αυτήν την μνήμη να την πω…
Μα έτσι εσβύσθη πια… σαν τίποτε δεν απομένει-
γιατί μακριά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.

Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί…
Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν; η βραδιά…
Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια, ήσαν, θαρρώ, μαβιά…
Α ναι, μαβιά, ένα σαπφείρινο μαβί.

ΕΥΡΙΩΝΟΣ ΤΑΦΟΣ
Εις το περίτεχνον αυτό μνημείον,
ολόκληρον εκ λίθου συηνίτου,
που το σκεπάζουν τόσοι μενεξέδες, τόσοι κρίνοι,
είναι θαμένος ο ωραίος Ευρίων.
Παιδί αλεξανδρινό, είκοσι πέντε χρόνων.
Απ’ τον πατέρα του, γενιά παλιά των Μακεδόνων
από αλαβάρχας της μητέρας του η σειρά.
Έκαμε μαθητής του Αριστοκλείτου στην φιλοσοφία,
του Πάρου στα ρητορικά. Στας Θήβας τα ιερά
γράμματα σπούδασε. Του Αρσινοϊτου
νομού συνέγραψε ισορίαν. Αυτό τουλάχιστον θα μείνει.
Χάσαμεν όμως το πιο τίμιο –την μορφή του,
που ήτανε μια απολλώνια οπτασία.

ΠΟΛΥΕΛΑΙΟΣ
Σε κάμαρη άδεια και μικρή, τέσσαρες τοίχοι μόνοι,
και σκεπασμένοι με ολοπράσινα πανιά,
καίει ένας πολυέλαιος ωραίος και κορώνει
και μες τα φλόγα του την καθεμιά πυρώνει
μια λάγνη πάθησις, μια λάγνη ορμή.

Μες στην μικρή την κάμαρη, που λάμπει αναμένη
από του πολυελαίου την δυνατή φωτιά,
διόλου συνηθισμένο φως δεν είναι αυτό που βγαίνει.
Γι’ άτολμα σώματα δεν είναι καμωμένη
αυτής της ζέστης η ηδονή

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]


Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

ΣΤΑ ΧΛΩΡΑ ΔΑΦΝΟΦΥΛΛΑ ΓΥΜΝΗ ΚΕΙΤΕΤΑΙ Η ΜΕΡΑ:

(Τα μυρισμένα χείλη της ημέρας φιλούσι το αναπαυμένον μέτωπον της οικουμένης – Κάλβος) Όνομα δροσερό σα να μεγάλωσε στο πέλαγος ή να ’ζησε με μια γαλάζια άνοιξη στα στήθια. Φέρνει σιμά τον κόσμο. Κι είναι η μέρα που άρχισε από μέσα της η ενδόμυχη, ανατολή που ξέχασε τα δάκρυα δείχνοντας μες τους χώρους των ματιών γήινα θρύμματα ευτυχίας… Ουρανός καθαρόαιμος, δάχτυλα που τα πήρε ρυάκι περασμένο από τον ύπνο. Στα χλωρά δαφνόφυλλα γυμνή κείτεται η μέρα!.. Η στιλπνή αίσθηση παίρνεται στα μάτια. Ύλη ξεσηκωμένη από το χώμα. Επίπεδο του επάνω ανέμου. Ω ταξίδι ευφρόσυνο. Κάθε στιγμή πανί που αλλάζει χρώμα και κανείς κανείς ίδιος στο απαράλλαχτο διάστημα (Αιθρίες Ι-ΙΙΙ, από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, εκδόσεις Ίκαρος 1978 μ’ ένα κολάζ του ποιητή)



ΑΙΘΡΙΕΣ (από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1978)
-IV-
Χρυσίζει ο κόπος του καλοκαιριού η δίκαιη
Του ήλιου υπόσταση. Να στάχυα
Πρόσωπα γυμνά
Καμένα στο αίσθημα!

Κι ο κάμπος κυματίζει ο Έρωτας
Κυματίζει ο κρύφιος κόσμος

Καθαρός ύμνος του βίου.
-V-
Τα κορίτσια που πάτησαν τα λίγα
Λόγια μεγαλωμένα του ήλιου
Γέλασαν! Και ποια κίνηση
Στις άσπρες πασχαλιές
Στις φυλλωσιές που ανίδεες
Σκέπασαν τις κακές πράξεις των ίσκιων
Τις κρυφές γαμήλιες σταλαγματιές

Όνειρα νιόνυφα! Δεν τ’ απαρνιέται ο χρόνος
Και στο χνούδι του βρίσκουν την εικόνα τους.
-VI-
Λιγοστεύουν στα μάτια οι στέγες των πουλιών
Φως πάλι φως η ψυχή που μάχεται
Υπερήφανη κλαγγή μακριά του κόσμου
Όπλο και σφρίγος

Κι η αλήθεια η φούχτα του νερού
Καθαρού πριν από τη δίψα
Στο άπειρο.
-VIΙ-
Το σταφύλι αυτό που δίψασε η ψυχή
Γεμισμένη απτόητο άνεμο
Η θητεία του καλοκαιριού
Στα πεύκα και στα κύματα
Ένας έρωτας άσπρος και γλαυκός

Με γυμνές ώρες
Που κρατάν στα δάχτυλα την ύπαρξη
Κυματιστή
Ξεφυλλισμένη
Ελεύθερη
Σαν φως
Στα πλατιά ενδόμυχα δώματα
-VIΙΙ-
Μια ιππασία στα σύννεφα
Μια κάμαρη όπου γδύθηκε κορίτσι αγαπημένο
Ένα μπουκέτο ημέρες ύστερα απ’ τη βροχή
Ο ήλιος
Εγώ
Που έσκαψα τόσες νύχτες για να τον ξαφνιάσω
Δίνοντας μια σπρωξιά στην αναμφίβολη
Ευτυχία

Ναι το εαρινό απόσπασμα
Μου αφήνει την καρδιά
Μου αφήνει τη γοητεία
Να νιώθομαι πάντοτε αλλού ενώ γερνώ εδώ πέρα

Ω!. λυγισμένη ευωδιά
Κλωνάρι κρύο παιδί νερού
Αγαθό μονοπάτι.
-IX-
Κύκνοι σαλεύουν τα πηγαία ονόματα της ώρας
Ώρες κεντούν τα χέρια μου στη χαραυγή
Σαν τόξα που σκιρτούν σε κάθε διάβα χίμαιρας
Και παίζουν όπως παίζω
Και γλιστρούν

Οι ελπίδες έρχονται
-X-
Κατάστηθα στο ρεύμα
Ψάρι που ψάχνει διαύγεια σ’ άλλο κλίμα
Χέρι που δεν πιστεύει τίποτε

Δεν είμαι σήμερα όπως χθες
Οι ανεμοδείχτες μ’ έμαθαν να νιώθω
Λιώνω τις νύχτες τις χαρές γυρίζω απ’ την ανάποδη
Σκορπάω τη λήθη ανοίγοντας έναν περιστερεώνα
Φεύγοντας από την πίσω πόρτα του ουρανού
Χωρίς μιλιά στο βλέμμα
Καθώς παιδί που κρύβει ένα χαμόγελο
Μεσ’ τα μαλλιά του.
-XΙ-
Χωρίς γυαλί στο δρόσο αυτή που κλαίει
Από χαρά χωρίς γαζίες την άνοιξη
Χαδιάρα που εμπιστεύεται τις φυλλωσιές της
Σ’ όλο τον ίσκιο της αναπνοής μου σήμερα
Αύριο
Γέλιο ανάσκελο
Σ’ ένα μαντίλι που έχασε τις τέσσερίς του άκρες
Σκόρπια μοναξιά
-XΙΙ-
Στο ρυάκι που λιάζεται
Σαν ημερήσιο επίθετο
Μιλεί ο κορυδαλλός
Δεν ξέρει καν πού βρέθηκε
Να ζει σ’ ένα σεργιάνι
Ατέλειωτο
Πώς ήπιε τόσες πρωινές στιγμές
Και σχίζει με το φέγγος του
Την αιωνιότητα
-XΙΙΙ-
Ακυβέρνητη ζωή
Σχεδία με χέρια που διανυχτερεύουν
Αγγίζοντας τα σύννεφα
Σαν πανιά
Σα θαύματα
Γλάρων που ύψωσαν ως εκεί την παρθενιά τους
Φέγγοντας τις ελπίδες με μικρές καρδιές ανθρώπων

Ω νεότητα
Πληρωμή του ήλιου
Αιμάτινη στιγμή
Που αχρηστεύει το θάνατο.
-XIV-
Πουλιά στα χίλια χρώματα
Των ενθουσιασμών
Ελαφρά καλοκαίρια
Στέγες κοντά στον ουρανό μόλις
Που αγγίζουνε

Θ’ αδειάσουμε τη στάμνα
Θα γίνουμε γλαυκοί
Δωρητές του πελάγους
-XV-
Ήβη της μέρας πρώτη κρήνη της χαράς
Η αρχαία μυρσίνη τινάζει τη σημαία της
Θ’ ανοίξει ο κόλπος των κορυδαλλών στο φως
Κι ένα τραγούδι θα σταθεί μετέωρο
Σπέρνοντας τα χρυσά κριθάρια της φωτιάς
Στους πέντε ανέμους

Λευτερώνοντας τη γήινη ομορφιά
                             -XVI-
Να οι μηλιές ανθίζουν
Με μιαν ανάσα μουσικής μέσα στα φύλλα
Δακρύβρεχτές μορφές καρπών μετεωρίζονται
Απαλά
Μέσα στ’ αμίλητο νερό της κολυμπήθρας του ήλιου

Ναι θα στολίσουμε τη γη
Θα σφίξουμε τη μέρα
Θ’ αλαλάξουμε
Στο στήθος της αληθινής μητέρας
                             -XVII-
Έτσι μιλεί μικρή γαλαζοαίματη
Που βγήκε από το κοχύλι με δροσιά στα χείλη

Φίλη ξανθή της Θάλασσας
                             -XVIII-
Μακρινή αφοσίωση μια μέρα ελπίζει
Σφίγγει στο στήθος της τα δένδρα τα παιδιά της
Κοιτάζει τη μελλούμενη σοδειά
Φύλλα καρπούς ανθούς πολύκλαδα όνειρα

Θα ’χει βροχές κι ανέμους για ν’ αναθρέψει
Θα ’χει κοιλάδες για ν’ αναπάψει
Και για τα πονέσει –μια βαθιά καρδιά.
                             -XIX-
Η σάρκα της ιτιάς η αρχέγονη φωτιά της νιότης
Η ανεκμετάλλευτη μιλιά της ευωδιάς της γης
Η ρίζα η σπίθα η αστραπή το σύννεφο

Σκάψιμο δίχως τέλος με χαρά και ιδρώτα
Μέσα στα μεταλλεία της καρδιάς
Μέσα στα ματωμένα σπλάχνα της οδύνης
Διάβα μεσ’ από τους πορθμούς της θύμησης
Πιο μακριά ολοένα πιο μακριά πιο πέρα
Εκεί που σβήνει τη μορφή της η έρημος.[επ
                             -XX-
Κατασταλαγμένη μουσική
Στους βυθούς των μενεξέδων
Χώμα νοτισμένο από
Αρχαία ρέμβη εφτάχρωμη

Μόλις ακούγεται μακριά
Το καδριοχτύπι
Κι οι αθώοι του καημοί
Πίδακες χρυσανθέμων.
                             -XXΙ-
Μια τέτοια συντυχία
Το ρόδο κι ο κρουνός της μέρας
Το έμφυτο πάθος κι η αποθέωση
Το κάθε τι προσάναμμα χαράς
Το κάθε τι χέρι του χαίρε
Μεγάλη ασβεστοχρυσμένη αυγή
Στην προσθαλάσσωση του πρώτου ονείρου
Φλύαρη μαρμαρυγή
Έξοδος
Στην υπαίθρια λευτεριά των κρίνων

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, για να μας ΞΥΠΝΗΘΕΙ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ, που ολοένα με απίθανες χειρονομίες δρα… Γιατί όντας αρνητικό του ονείρου φαινόμαστε μαύροι και άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα. Γι’ αυτό φεύγα ζαρκάδι, Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυφογραμμή]