Σάββατο, 14 Ιουλίου 2018

ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ κ. ΣΤΡΑΤΗ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ ΤΟΥ («Και ετοιμαζότουνα να φωνάξει δυνατά για να δείξει πως δεν επέθανε» Η Γυναίκα της Ζάκυθος)


Σαν ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα που θα ’χε χρόνια μέσα στον αγέρα ταξιδέψει
σαν ένα πουλί που δεν μπόρεσε να βαστάξει τον αγέρα και τη φουρτούνα
πέφτει το βράδυ.
Πάνω στο πράσινο χορτάρι είχαν χορέψει όλη τη μέρα τρεις χιλιάδες άγγελοι γυμνοί σαν ατσάλι,
πέφτει το βράδυ χλωμό·
οι τρεις χιλιάδες άγγελοι μάζεψαν τα φτερά τους και γενήκαν ένα σκυλί ξεχασμένο που γαβγίζει μοναχό
και γυρεύει τον αφέντη του ή τη δευτέρα παρουσία ή ένα κόκαλο.
Τώρα γυρεύω λίγη ησυχία
θα μου ’φτανε μια καλύβα σ’ ένα λόφο ή σε μια ακρογιαλιά
θα μου ’φτανε μπροστά στο παράθυρό μου ένα σεντόνι βουτημένο στο λουλάκι απλωμένο σαν τη θάλασσα
θα μου ’φτανε στη γλάστρα μου έστω κι ένα ψεύτικο γαρύφαλλο
ένα κόκκινο χαρτί σ’ ένα τέλι
έτσι που να μπορεί ο αγέρας, ο αγέρας να το κυβερνά χωρίς προσπάθεια όσο θέλει.
Θα ’πεφτε το βράδυ, τα κοπάδια θ’ αντιλαλούσαν κατεβαίνοντας στο μαντρί τους σα μια πολύ απλή κι ευτυχισμένη σκέψη
και θα ’πεφτα  να κοιμηθώ
γιατί δεν θα ’χα ούτε ένα κερί ν’ ανάψω,
φως, να διαβάσω.
 [ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ Σ. ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ Α. HAMPSTEAD από την ενότητα Ο κ. Στρατής Θαλασσινός στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη  ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ ακολουθούν Β΄  ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ, Γ΄ ΟΛΑ ΠΕΡΝΟΥΝ, Δ΄ ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΪ-ΓΙΑΝΝΗ και Ε΄ ΝΙΖΙΝΣΚΙ ]



B. ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ
Ο κύριος αυτός
κάθε πρωί κάνει το λουτρό του
μέσα στα νερά της νεκρής θάλασσας
έπειτα φορεί ένα πικρό χαμόγελο
για τη δουλειά και για τους πελάτες.

Γ. ΟΛΑ ΠΕΡΝΟΥΝ
Ξεχάσαμε τον ηρωικό μας αντίλογο με τις Ευμενίδες
μας πήρε ο Ύπνος μας πήραν για πεθαμένους κι έφυγαν φωνάζοντας
«Γιου!  Γιου! Πούουου… παξ!»
βρίζοντας τους θεούς που μας προστατεύουν.

Δ. ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΙ_ ΓΙΑΝΝΗ

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει, δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω απ’ τα αστέρια κι ας ανάβουν οι φωτιές

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά το κορμί σου,
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν απ’ την αρχή κυβερνούσε το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα ’χεις πεθάνει.

Είναι τα παιδιά που ανάβουν τα φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια,
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια ανταύγεια).

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Άι-Γιάννη
όταν έσβησαν όλες οι φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω απ’ τ’ αστέρια

Ε. Ο ΝΙΖΙΝΣΚΙ
Παρουσιάστηκε καθώς κοίταζα στο τζάκι μου τ’ αναμμένα κάρβουνα. Κρατούσε στα χέρια ένα μεγάλο κουτί κόκκινα σπίρτα. Μου το ’δειξε σαν τους ταχυδακτυλουργούς που βγάζουν από τη μύτη του διπλανού μας ένα αυγό. Τράβηξε ένα σπίρτο, έβαλε φωτιά στο κουτί, χύθηκε πίσω από μια πελώρια φλόγα, κι ύστερα στάθηκε μπροστά μου. Θυμάμαι το βυσσινί του χαμόγελο και τα γυαλένια του μάτια. Ένα οργανέτο στο δρόμο χτυπούσε ολοένα την ίδια νότα. Δεν ξέρω να πω τι φορούσε. Μ’ έκανε να συλλογίζομαι επίμονα ένα πορφυρό κυπαρίσσι. Σιγά-σιγά τα χέρια του άρχισαν να ξεχωρίζουν από το τεντωμένο του κορμό σε σταυρό. Από πού μαζεύτηκαν τόσα πουλιά; Θα ’λεγες πως τα είχε κρυμμένα κάτω απ’ τις φτερούγες του. Πετούσαν αδέξια, παλαβά, με ορμή· χτυπούσαν πάνω στους τοίχους της στενής κάμαρας, πάνω στα τζάμια και στρώνανε το πάτωμα σα χτυπημένα. Ένιωθα στα πόδια ένα ζεστό στρώμα από πούπουλα και σφυγμούς να φουσκώνει. Τον κοίταζα με μια με μια παράξενη θέρμη που κυρίευε το κορμί μου σαν κυκλοφορία. Όταν τελείωσε να υψώνει τα χέρια, όταν οι παλάμες του άγγιξαν η μία την άλλη, έκανε ένα ξαφνικό πήδημα, σαν να είχε σπάσει το ελατήριο του ρολογιού μπροστά μου. Χτύπησε στο ταβάνι που ήχησε μονοκόμματα μ’ ένα ήχο κυμβάλου, τέντωσε το δεξί του χέρι, έπιασε το σύρμα της λάμπας, κουνήθηκε λιγάκι, αφέθηκε, κι άρχισε να γράφει μέσα στο σκοτεινό φως, με το κορμί του, τον αριθμό 8. Το θέαμα αυτό με ζάλισε και σκέπασα με τα δυο μου χέρια το πρόσωπό μου. Έσφιγγα το σκοτάδι πάνω στα βλέφαρά μου, ακούγοντας το οργανέτο που εξακολουθούσε ακόμα στην ίδια νότα κι έπειτα σταμάτησε απότομα. Ένας ξαφνικός αέρας με χτύπησε, παγωμένος, Ένιωθα τα πόδια μου ξυλιασμένα. Άκουσα ακόμα ένα χαμηλό και βελουδένιο ήχο φλογέρας, κι αμέσως έπειτα, ένα στρωτό και παχύ πλατάγισμα. Άνοιξα τα μάτια. Τον είδα πάλι να πατά με τα νύχια σε μια κρυσταλλένια σφαίρα, στη μέση της κάμαρας, κρατώντας στο στόμα ένα αλλόκοτο πράσινο σουραύλι, που το κυβερνούσαν τα δάχτυλά του, σα να ήταν εφτά χιλιάδες. Τα πουλιά τώρα ξαναζωντάνευαν με μια εξωφρενική τάξη, υψωνόντουσαν, σμίγανε, σχηματίζανε μια χοντρή συνοδεία που θα μπορούσες να την αγκαλιάσεις, και βγαίναν προς τη νύχτα, από το παράθυρο, που δεν ξέρω πώς, βρέθηκε ανοιχτό. Όταν δεν απόμεινε πια ούτε μισή φτερούγα, εκτός από μια πνιγερή μυρωδιά κυνηγιού, αποφάσισα να τον κοιτάξω κατά πρόσωπο. Πρόσωπο δεν υπήρχε· πάνω από το πορφυρό κορμί, θα ’λεγες ακέφαλο, καμάρωνε μια μαλαματένια προσωπίδα, από κείνες που βρέθηκαν στους μυκηναϊκούς τάφους, μ’ ένα μυτερό γένι που άγγιζε την τραχηλιά. Προσπάθησα να σηκωθώ. Δεν είχα κάνει την πρώτη κίνηση, κι ένας κατακλυσμιαίος ήχος, σαν να είχαν σωριαστεί μια στοίβα τάσια σε νεκρώσιμο εμβατήριο, με κάρφωσε στη θέση μου. Ήταν η προσωπίδα. Το πρόσωπό του φανερώθηκε πάλι, όπως το είδα στην αρχή, τα μάτια, το χαμόγελο και κάτι που τώρα παρατηρούσα για πρώτη φορά: το λευκό δέρμα τεντωμένο από δυο κατάμαυρα τσουλούφια που το δάγκωναν μπροστά στ’ αυτιά. Δοκίμασε να πηδήξει, μα δεν είχε πια την ευκινησία του την πρώτη. Θαρρώ μάλιστα πως σκόνταψε σ’ ένα βιβλίο πεσμένο κατά τύχη και γονάτισε με το ένα γόνατο. Μπορούσα τώρα να τον κοιτάξω με προσοχή. Έβλεπα τους πόρους στο δέρμα του να βγάζουν ψιλές στάλες ιδρώτα. Κάτι σα λαχάνιασμα με βάραινε. Προσπάθησα να εξηγήσω γιατί τα μάτια του μου είχαν φανεί τόσο περίεργα. Τα ’κλεισε. Έκανε να σηκωθεί, μα ήταν τρομερά δύσκολο, γιατί φαινόταν ν’ αγωνίζεται να μαζέψει όλη του τη δύναμη, χωρίς να μπορεί να καταφέρει τίποτε. Απεναντίας γονάτισε και τ’ άλλο γόνατο. Έβλεπα το άσπρο φέρμα τρομερά χλωμό, προς ένα κίτρινο φιλντισί, και τα μαύρα μαλλιά σαν πεθαμένα. Μολονότι βρισκόμουνα μπροστά σε μιαν αγωνία, είχα το συναίσθημα πως ήμουνα καλύτερα, πως είχα κάτι νικήσει.

Δεν πρόφταξα να ανασάνω και τον είδα, ολότελα πεσμένο χάμω, να βυθίζεται σε μια πράσινη παγόδα που είναι ζωγραφισμένη στο χαλί μου.


 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]


Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

ΕΝΑ ΣΤΟΜΑ ΠΟΥ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΙ ΤΗΝ ΠΛΗΓΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ


Νυχτερινά σώματα καθώς ανάβουν και σβήνουν οι δρόμοι
τα μάτια σβήνουν κι αυτά ενώ τα σύννεφα ανακατεύονται και κατεβαίνουν
κλειστά καφενεία
δυο άνθρωποι μαζί πιο κάτω τρεις άνθρωποι μαζί
και πιο κάτω τέσσερες άνθρωποι
ένα πρόσωπο ξεχασμένο έν’ άλλο χθες απαντημένο
άτονο απελπισμένο δεν το θέλω
ένα στόμα που ξέρει να βρίσκει την πληγή της ψυχής
ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΔΡΟΜΟΣ
πρέπει να κάψουμε τα χέρια μας τη νύχτα αυτή των φαντασμάτων και της μαύρης πίκρας

Μια μέρα θα ξυπνήσω άστρο όπως το ’λεγες
Θα πλύνω από τα χέρια μου το αίμα
και θα πετάξω τα καρφιά από το στήθος μου
δε θα φοβάμαι πια τον κεραυνό
δε θα φοβάμαι το σφαγμένο πετεινό
μια μέρα θα ξυπνήσω άστρο όπως το ’λεγες
τότε θα είσαι ένα πουλί, ίσως να είσαι ένα παγώνι
εγώ θα έχω αθωωθεί…
[ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΛΕΙΣΤΑ και Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952 και με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία του ποιητή κι άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή]



ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ (από την ποιητική συλλογή ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Στο ταβάνι σχήματα τριαντάφυλλα και σχήματα αράχνη
τα φώτα κίτρινα θαμπά σκοτεινά
μεγάλα ψάρια στους πράσινους βαθιούς τοίχους καρφωμένα
αίμα
τρύπιες κουβέρτες και σπασμένα τζάμια
η βροχή
και ξάφνου μέσα στα χέρια μου τα μαλλιά της
το σώμα της και το ανοιχτό στόμα της
μακριά βαθιά πάνω στο βουνό

Το μυαλό μου κουρασμένο
κι ο αγέρας διάφανος σαν κρύσταλλο
ρολόγια πέφτουν ολοένα και
σπάζουν πάνω στο πλακόστρωτο
σήμερα ο αγέρας δυνάμωσε ακόμη
απ’ το παράθυρο βγήκε ένα χέρι
μεσ’ στον καθρέφτη φάνηκε ένα άλλο χέρι
έδερναν τα μεσάνυχτα
μακριά ακουγόταν ένα βογκητό

Όλα όσα βλέπω
τα παράξενα σπίτια μου θυμίζουν εσένα
η νύχτα μου θυμίζει εσένα
ένα μικρό παιδί που κλαίει μου θυμίζει εσένα
κι ο τάφος μου θυμίζει εσένα
όλες οι φωτογραφίες όλα τα χρώματα
όλα μου θυμίζουν εσένα
κι όλα τ’ αγαπώ για σένα.

ΟΙ ΚΑΒΑΛΑΡΗΔΕΣ (από την ίδια ποιητική συλλογή)
Δεν τους γνωρίζω
κι έχει σκοτεινιάσει
ο ένας τον άλλο πλησιάζει
πουλάνε μεταξύ τους
λάμπες για να φέξει
γιατί είναι βράδυ

Άλλοι ανάβουν σπίρτα
σπίρτα λυπημένοι
κοντά σε ψάρια
κάτι μετράνε
ενώ οι γυναίκες
η καθεμιά
σε κάθε σπίρτο
πέφτει ουρλιάζει
σφαδάζει
στο πεζοδρόμιο

Κι είναι ένας πόνος
είναι ένας βόγγος
περνάει μια μέρα
περνάνε δυο
περνάνε τρεις
μένουν οι ίδιοι
πάνω στ’ αλόγατα
μαρμαρωμένοι

Δίχως ανάσταση

ΑΠΟΣΤΟΛΗ (στο Νίκο Γκάτσο)
Κανείς δεν θάβει εδώ
τριαντάφυλλα
τουφέκια ρημαγμένα
δίχως φτερά
γυρίζουν τις κάνες τους
απάνω μας
το βράδυ
όταν σημαίνει προσκλητήριο
μαζεύονται
οι σημαίες
κι αυτά τα άλλα πουλιά
με τ’ ανθρώπινα στόματα
που είναι σαν καρδιές
και με το αίμα
και μας κοιτάζουν

Η ιστορία αυτή
γίνεται σε μια λίμνη
εδώ και δέκα χρόνια
απαράλλαχτη
κάθε νύχτα
χειμώνα
καλοκαίρι

ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ (από την ποιητική συλλογή ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Τηλεφωνάμε
για ένα νεκρό
πού να τον βρούμε;
-Το όνομά του;
μας απαντάνε
-Δεν έχει όνομα
είναι νεκρός
ψάχνουμε
τα συρτάρια
-Τον έχουν κρύψει
-Τον έχουν διώξει
-Τον έχουν σώσει
δεν τόνε βρίσκουμε
είναι νεκρός
μας λένε τρέξετε
μεσ’ στη βροχή
να τόνε βρείτε
τρέχουμε
και δεν τον βρίσκουμε
τηλεφωνάω
μου λένε –Έφυγε
θα είναι ψέματα
εγώ ΤΗ βλέπω
με το μεγάλο μάτι μου
το πορφυρό
Να πάμε αλλού
να τριγυρίσουμε
και να ρωτήσουμε
-Δεν τήνε ξέρουν
-Δεν ξέρουν τ’ όνομά του
-Τον ξέχασαν
Τηλεφωνάω
μου λένε: Όχι
-Δεν ξέρουν ποιος είμαι
-Δεν ξέρουν τ’ όνομά μου
Μ’ έχουν ξεχάσει

Είμαι νεκρός

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ (από την ίδια ποιητική συλλογή)
Κοιμισμένο πηγάδι
σιγανό
και σπασμένο βιβλίο
το χέρι μου άγγιξε ψηλά την κάλτσα σου
κοντά στο όνειρό σου
η γλώσσα μου σκεφτότανε τα δόντια σου
το χέρι μου αγαπούσε το θάνατο
το άλλο μου χέρι ήταν από κερί
και έλιωνε
τα μάτια σου ήταν από κερί
και έλιωναν
και έξω ήταν νύχτα
και έβρεχε
κοιμισμένο πηγάδι
σιγανό
και σπασμένο βιβλίο

ΑΙΧΜΗ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Κακή μητέρα
με τα καρφιτσωμένα μάτια
μ’ ένα μεγάλο καρφωμένο στόμα
με τα εφτά σου δάχτυλα
πιάνεις το βρέφος σου και το χαϊδεύεις
ύστερα απλώνεις τ’ άστρα χέρια σου μπροστά
κι ο ουρανός τα καίει με τη χρυσή βροχή του

Η ΑΠΟΚΡΙΑ (από την ποιητική συλλογή ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μεσ’ στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανέπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανεβαίναν ολοένα στον ουρανό
κατεβαίναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν-δυο
εν-δυο με παγωμένα δόντια

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο

Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο γίνηκε αυτή η αποκριά

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]


Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

ΤΡΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, Α, Β, Γ, ΓΡΑΜΜΕΝΑ ΜΕ ΑΣΒΕΣΤΗ ΣΤΗ ΡΑΧΟΚΟΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ


(όταν ερχόμαστε με το καράβι στριμωγμένοι ανάμεσα στους μπόγους και στις υποψίες μας, τα διαβάσαμε πάου απ’ το κατάστρωμα κάτου απ’ τις βρισιές του χωροφύλακα, τα διαβάσαμε εκείνο το ήσυχο πρωινό του Ιουλίου, κι η αρμύρα κι η μυρουδιά της ρίγανης και το θυμάρι δεν καταλάβαιναν καθόλου τι θα πουν αυτά τα τρία ασβεστωμένα γράμματα)
Α΄ Τάγμα
Β΄ Τάγμα
Γ΄ Τάγμα
ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ    [αποσπάσματα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου ΠΕΤΡΙΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ και με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία του γλυπτού «ΔΕΣΜΩΤΗΣ ΜΑΚΡΟΝΗΣΙΩΤΗΣ, έργο του Γρηγόρη Ριζόπουλου,  κι άλλα αποσπάσματα από την ίδια συλλογή που γράφτηκε στη Μακρόνησο τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του 1949]




ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΗΤΑΝ ΓΑΛΑΖΙΑ ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΟΤΕ, ΠΟΛΥ ΓΑΛΑΖΙΑ, ΜΟΝΟ ΓΑΛΑΖΙΑ
Α΄ -
Α, ναι, μιλούσαμε κάποτε για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη,
Β΄ -
για το γυμνό στήθος της υγείας κεντημένο με μιαν άγκυρα και μια γοργόνα
Γ΄-
για το θαλάσσιο φως που πλέκει τα κουρτινάκια των γλάρων

Α. Β. Γ.
300 σκοτωμένοι

Μιλούσαμε, ναι, για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη –
ο κάβουρας που ρεμβάζει στο νοτισμένο βράχο,
άντικρυ στη μαλαματένια δύση,
καθώς ένα μικρό μπρούτζινο άγαλμα του Ωκεανού.

Α. Β. Γ.
600 τρελοί

(Οι γυάλινες γαρίδες κυνηγώντας στα ρηχά τον ίσκιο του πρωινού άστρου,
το χρυσό και γαλανό καλοκαίρι πετροβολώντας με κουκουνάρια το μεσημεριάτικο ύπνο των κοριτσιών,
τα παλιά πεύκα ξύνοντας τη ράχη τους στην ασβεστωμένη μάντρα).

Α. Β. Γ.
900 κουτσοί
Ζήτω ο βασιλεύς Παύλος.

(Κι η Παναγιά του πόντου φλωροκαπνισμένη απ’ το σούρουπο
να σεργιανάει ξυπόλητη στην αμμουδιά
συγυρίζοντας τα σπίτια των μικρών ψαριών
καρφώνοντας μ’ ένα θαλασσινό σταυρό τη φεγγαρίσια της πλεξούδα)

Α. Β. Γ.

Α. Β. Γ.
(μιλούσαμε για μια ποίηση αιγαιοπελαγίτικη, ναι, ναι)

ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ –
ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ – ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ

Κι η θάλασσα είναι ακόμη γαλάζια όπως πάντοτε
κι ο Αμερικάνικος στόλος ταξιδεύει στο Αιγαίο
ήσυχος, ήσυχος, ήσυχος
και τ’ άστρα ανάβουν κάθε βράδυ μικρές φωτιές
να ψήσουν οι Άγγελοι την ψαρόσουπα της Παναγίας.

Α. Β. Γ.

Α. Β. Γ.
Κι από κάτου απ’ τ’ αστέρια περνάνε
καραβιές-καραβιές οι εκτοπισμένοι
και τσουβάλια με κομμένα ποδάρια
και τσουβάλια με κομμένα χέρια
και τσουβάλια με νεκρούς
ξεβράζουν οι φουρτούνες στις αχτές του Λαυρίου.

(Αιγαιοπελαγίτικο τοπίο
χρυσό και γαλάζιο)

Α. Β. Γ.

Σε τούτα τα βράχια τουφεκίστηκαν οι 300 του Α΄ Τάγματος,
τούτα τα φύκια είναι μια τούφα μαλλιά ξεκολλημένα μαζί με το δέρμα
απ’ το καύκαλο ενός συντρόφου που αρνήθηκε να υπογράψει δήλωση.

Α. Β. Γ.

Τα συρματοπλέγματα.
Οι νεκροί
Οι τρελοί

Α. Β. Γ.

(Γαλάζια θάλασσα – πολύ γαλάζια,
Χρυσό αιγαιοπελαγίτικο τοπίο.
Οι γλάροι)

Α. Β. Γ.

Μαύρη, κατάμαυρη θάλασσα.
Μαύρο, κατάμαυρο τοπίο.
Τα συρματοπλέγματα.

Α. Β. Γ.

Μαύρο, κατάμαυρο τοπίο με σφιγμένα δόντια,
κόκκινο, κατακόκκινο τοπίο με σφιγμένη γροθιά,
μαύρη και κόκκινη καρδιά πηγμένη στο αίμα της
κι ένα κόκκινος ήλιος πνιγμένος μες στο αίμα του

«Γιάννης Ρίτσος - ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»:  Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα έστελνε ο ποιητής μέσα απ' τον κατοχικό ζόφο, τον Αύγουστο του 1942, όταν η Αντίσταση ανδρωνόταν κι η υπόσχεση ενός κόσμου ωραίου που θα αναδυόταν απ' τα ερείπια έμοιαζε να παίρνει σάρκα. Από τότε, η βαρβαρότητα άλλαξε πολλά πρόσωπα. Τα νέα δεινά του τόπου έμελλε να τα νιώσει στο πετσί του, μάρτυρας (με τη διπλή σημασία) της μισαλλοδοξίας και της απανθρωπιάς στις αλλεπάλληλες εκτοπίσεις του. Του 'μελλε ακόμα, εκείνες τις σημαίες που ονειρευόταν, να τις δει να κουρελιάζονται μία μία. «Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου», έγραφε κιόλας μες στη δικτατορία, όταν ξεσπούσε η κρίση στις σοσιαλιστικές χώρες.  «Μεθαύριο», λοιπόν, αν κάποιος θα 'θελε να διαβάσει την ιστορία της εκατονταετίας, θα την εύρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: Στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό· στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία· στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του, εγκατασπαρμένη σε ποικίλες συνθέσεις. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά.


Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

ΠΕΡΑΣΕ ΕΝΑΣ ΑΓΕΡΑΣ ΚΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ

Αυτός με τα λευκά
Διάλεξε τ’ άλογα για χάρη μας, τα πότισε στο ποτάμι και με το γλυκοχάραμα διαβαίναμε το μονοπάτι.
Πρώτα η πάχνη και το σκυλί ύστερα ο ήλιος αχτίδες σ’ όλο του βουνό.
Ακούγαμε ανεβαίνοντας τ’ αηδόνια τα νερά, το σήμαντρο στα σύννεφα και φάνηκε η Ανάληψη.
Κι αυτός με τα λευκά
ψηλά στον ουρανό ταξίδευε το μοναστήρι ο κήπος με τα κυπαρίσσια του τ’ αυλάκι με τις χήνες.
Κι οι καλόγεροι αδιάφοροι ψηλά στον ουρανό φέρανε μέλι και κρασί και τα μερμήγκια μέθυσαν και τα τζιτζίκια κόπηκαν.
Κατά το απομεσήμερο νυστάξανε τα μάτια μου, πέρασε ένας αγέρας κι ο έρωτας στον ύπνο μου
Αυτός με τα λευκά
(ΑΥΤΟΣ ΜΕ ΤΑ ΛΕΥΚΑ από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ 1971 – ART by Duy Huynh painting)



ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΝΕΡΟ
Φοβήθηκα πως θα μπορούσα
να πεθάνω τώρα
μονάχα τώρα, τούτη τη στιγμή.
Ύστερα φώναξα
κρατήθηκα απ’ τη φωνή μου
φωνάζοντας νερό
ένα ποτήρι.
Πρώτη φορά συλλογιζόμουν
συλλογιζόμουν ίσως τη ζωή μου
να χύνεται πραγματικά
σαν το νερό απ’ το γυαλί
που το ’σπασαν
και γίνηκε κομμάτια.

Κι όταν μου το ’φερε,
καθώς το κρατούσε μες στο φως
τρέμοντας λίγο το χέρι εκείνο
σαν την ψυχή που τρέμει
από το βάρος της αγάπης·
όταν το πήρα και
δροσίστηκα πίνοντας
το νερό και το φως
κι ο ίσκιος απ’ το χέρι εκείνο
κατέβηκαν μαζί
στο αδειανό κορμί μου
και γίνανε άξαφνα
ένα περιστέρι που πάλευε να σωθεί
σπαράζοντας σ’ ένα πηγάδι μέσα
μαύρο και βαθύ.

Κι άκουσα πάλι τη φωνή
να σκύβει. Κι ολοένα
ο ίδιος παράξενος ψίθυρος
Διψάς; μου έλεγε
Πες μου διψάς ακόμη;

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ
Την άνοιξη κατέβηκα πάλι στους δρόμους·
τα χελιδόνια γύρω στο καπέλο μου
κι εγώ τυφλός που ακούει πηγαίνοντας
φωνές απ’ τις μικρές μου αγάπες.

Κοντά στους κήπους κάτω απ’ τα παράθυρα
βράδιασα και δεν ένιωσα ποιος ήμουν.
Τη νύχτα ο ψίθυρος απ’ τα πουλιά μ’ ανέβαζε
σε ουράνιες αγορές, θέατρα του απείρου.

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Τσουβάλια με άμμο
φωνές απ’ τα χαλάσματα
παιδιά που παίζουν
στα καταφύγια τώρα
γυμνή εκείνη
τη σέρνανε στη σκάλα
τα πόδια κομμένα –
πού ήταν η σκάλα;
Ήλιος και σκόνη
στον ορίζοντα κάρα
νεκροί παντού
τρύπες με πολυβόλα
κι ο φόβος στον ύπνο
τα ηλίθια όνειρα.
Κι όταν ξυπνήσω
θα πέφτω πάλι
στον ίδιο φόβο
θα νιώθω πάλι την ίδια θλίψη
τη θλίψη των δένδρων
εκεί που ανέβηκα παιδί
κοιτάζοντας από ψηλά
τους φίλους μου να με χαμογελούν.

Η ΣΥΝΑΞΗ
Ταξιδεύαμε από την αυγή.
Στο πλευρό μας η θάλασσα
λαμπερή σα γιαταγάνι
κόβοντας ίσκιους από πεύκα
καθώς καλπάζαμε. Περάσαμε
Παναγιές ερημικές, βρύσες
με πλατάνια, χωριά
που λιανοτρέμανε απόμακρα
στο χρυσό κόκκινο του ήλιου
κι όταν ζυγώναμε
γεμίζανε σκυλιά γυρεύοντας
να μας ξεσκίσουν.
Πουθενά δεν ξανασάναμε.
Αυτοί που σκύβαν στα χωράφια
σήκωναν κάποτε τα μάτια
απ’ το αλέτρι ή την αξίνα
μ’ έναν άδειο χαιριατισμό
κι άλλοι φυτεμένοι στους όχτους
κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
έδειχναν δίπλα μας
τη γράνα του θανάτου·
τόσο κοντά μας οι νεκροί.

Μπήκαμε νύχτα στα βουνά
χωρίς να ξαποστάσουμε
χωρίς να μιλήσουμε σε κανέναν
πηγαίνοντας με την καρδιά σφιγμένη
ανάμεσα στο δόντι του νερού
και στο αγριεμένο μάτι της πέτρας
ακούγοντας ολοένα
πατήματα που πλήθαιναν παράξενα
και σκέπαζαν το μαύρο καταράχι.

Χωθήκαμε τότε σε σπηλιά
κι ανάβοντας σπηλιά να ζεσταθούμε
είδαμε σύναξη μεγάλη ολόγυρα
γνώριμους κι άγνωστους αντάμα
οι πεθαμένοι με τους ζωντανούς
αμίλητοι κι ασάλευτοι.
Κάποιος ύστερα βγήκε στη μέση
και ρώτησε:
Ποιος είναι αυτός
που βάζει σίδερα στο φως
κι η γη γεμίζει κόκαλα
ο αγέρας δάκρυα και φωτιά –
ποιος είναι αυτός στον τόπο μας
που αποφασίζει;

Ο ΝΕΚΡΟΣ
Φέρνοντας ίσκιους από το ποτάμι, τον είδαμε να μπαίνει ξαφνικά.
Πάνω στα ρούχα του η πάχνη μοσχοβολούσε αλιγαριά.
Βολεύτηκε σε μια καρέκλα μετά που τον φιλέψαμε γλυκό κυδώνι
και κοίταζε ολοένα κατά τη γωνιά τη σκοτεινή με το τριζόνι.

Κάποιος σηκώνοντας τη λάμπα του φώτισε το πρόσωπο από κοντά.
Αυτός χαμογελούσε ήσυχος, γυρεύοντας την αγάπη μας όπως τ’ αδύναμα παιδιά.
Ήταν χορταριασμένος, γαλαζοπράσινος κι όλο ψάχνονταν σα να ζητούσε τα γυαλιά του
από τ’ αυτί του βγήκε μια σαύρα και χώθηκε στ’ άσπρα μαλλιά του.

Το πρόσωπό του αόριστο πέρναγε πότε στο φως και πότε στο σκοτάδι.
Κιντύνευε εύκολα, μας έλεγε. Περπατούσε ολοένα πέφτοντας σ’ ένα βαθύ πηγάδι.
Μετά σηκώθηκε, κατέβηκε τη σκάλα και καθώς πήγε να χαϊδέψει το σκυλί,
εκείνο αγρίεψε, τον δάγκωσε και βγήκε ουρλιάζοντας απ’ την αυλή.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή: πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν… Στον μέλλοντα, λοιπόν, αιώνα αυτοί θα τρέξουν στο ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ να ζητήσουν μια θέση και βέβαια θα πληρώσουν μ’ ένα Ποίημα… Η φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου έχει φυσικό χάρισμα να μπορεί να αφηγηθεί και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει, να μην σβήνει όταν χαμηλώνει…