Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ: Μας έβγαλαν τα μάτια, θέρισαν τη λαλιά μας κι απ’ τη φωνή που κόπηκε έμεινε η ρίζα με το αίμα…

… σκίζει την πέτρα για νερό και πάλι ξανανθίζει!..

Αίμα του βράχου κόκκινο πουλί
κατέβα στη θάλασσα μια νύχτα
να βρεις τα μάτια μου να πιεις
τα χείλια μου να κελαηδήσεις.
Εδώ με σκότωσαν στην ερημιά
σε τούτο τ’ ακρογιάλι.
Τρόμαξε τα’ άλογο, σηκώθηκε
με πήρε σέρνοντας απ’ τα μαλλιά
και τριποδίζει πικραμένο στον κατήφορο
ακόμη πουλί μου, ακόμη (ΤΡΑΓΟΥΔΙ από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ 1971 – ART by Kristina Lermer)



ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ (… των αφανών ΘΟΥΚΥΔΙΣΗΣ)
Α΄
Σηκώσαμε τα’ άλογα τσακισμένα μες στην καταχνιά
βοηθήσαμε να σηκωθεί ο Νεκρός και ξεκινώντας καθώς χάραζε
κάποιος έριξε μια ντουφεκιά πάνω σ’ έναν ανθισμένο φράχτη.
Ήρθε μια γυναίκα και μάζευε τα τριαντάφυλλα τιναγμένα στη γη,
ύστερα κοίταξε δακρύζοντας το καψαλισμένο βουνό
εκεί που ο ήλιος πάλευε ανεβαίνοντας γεμάτος λαβωματιές.

Β΄
Ήταν ήσυχα εκεί. Κόκαλα μονάχα και βαθύτερα
λησμονημένες προσταγές στου ύπνου τα χάσματα
κι ενέργειες φημισμένες παραδείγματα σπουδαία κι άλλα τέτοια
που αλλιώς μας τα μαθαίνανε κι αλλιώς τα στοχαστήκαμε στον πόλεμο
Κόκαλα μονάχα και το φως άδειο βουίζοντας στην ερημιά
κι ένα περιστέρι μαύρο κοντά στη συλλογή
σκοτωμένο πέφτοντας ολοένα από τον ουρανό

Γ΄
Πιο χαμηλά το πέλαγο θρυμματισμένο
φύλλα χρυσά σκοτεινιάζοντας στο κατέβασμα του αγέρα.
Πίσω του δρόμου τα πλευρά στενεύανε μελανιασμένα.
«Χιλιάδες πέρασαν από δω. Θα περάσουμε», είπε,
«κάπου θα βγάζει τούτος ο δρόμος»=
ένας δρόμος σφιγμένος στο λαιμό της γης.
Κι όμως κανείς δεν ήξερε – ρωτήσαμε πολλούς
μήτε κι ο γέροντας που απαντήσαμε ψηλότερα
ανηφορίζοντας μενεξεδένιος κι αόριστος στην πλαγιά
μ’ ένα κουπί στον ώμο.

Δ΄
Ανάμεσα στα κυπαρίσσια η θάλασσα ψιθυρίζοντας ονόματα δικών μας
κι ο ίδιος ήχος στο χορτάρι όταν χαμήλωνε ο αγέρας.
Και τα μαλλιά τους βάτα με ασφάλαχτα περιπλεγμένα
και τα μεγάλα μάτια τους που δεν μπορούσαν να βουλιάξουν
κατά το μέρος που ο κόσμος μαύριζε σε μια παντοτινή σιγή.

Ε΄
Έτσι λοιπόν θυμάμαι αρχίζοντας με το φόβο
καθώς ξεδίπλωναν το σεντόνι πίσω απ’ τα συρματοπλέγματα
βρώμικο αχνίζοντας γεμάτο αίματα και μύγες
ή παραστάσεις από την άλωση της Τροίας.
Και τις γυναίκες να το πλένουν σκυφτές στην ακροθαλασσιά
μεσημέρι, την ώρα που σηκώνεται ο άμμος
κι όλος ο γιαλός βουλιάζει με τις καλύβες, τα πεύκα και τα σκυλιά
κι άλλοτε παράξενα θαμμένες στα λευκά
πλαγιάζοντας μονάχες κάτω απ’ τις στεφανοθήκες
ενώ το χιόνι μας είχε σκεπάσει

ΣΤ΄
Ήταν κι αυτός μαζί μας το τελευταίο μας βράδυ.
Είχε το χρώμα του θανάτου στα χείλια τραυλίζοντας
κάτι λόγια λυπητερά σαν τα τραγούδια μας.
Τα θυμήθηκαν αργότερα, σε όλους τους αποχωρισμούς μας τα γυρεύαμε
όταν δεν είμαστε πια μήτε ζωντανοί μήτε πεθαμένοι.
Αυτός που κάποτε ξαναγυρίζει, παραμονεύει τον ύπνο μας
προσέχει τις φωτιές ή κάθεται και μας κοιτάζει ασάλευτος-
το πρόσωπό του φαγωμένο, χωρίς χέρια
χαμογελώντας όπως οι σκύλοι μέσα στη φρίκη της αυγής.

Ζ΄
«Ήμουν μέσα σε μια χαράδρα
μ’ έβρισκε το φεγγάρι καθώς πυροβολούσαν
και λιγοψύχησα κι έκλαψα με το πρόσωπο στη λάσπη¨.
Κι όλα τούτα είναι παράδοξα, σχεδόν ηδονικά και τελειωμένα
μα ποιος θα θελήσει να σας τα μαρτυρήσει σωστά
πηγαίνοντας ακόμη με την τριχιά, που λένε, στο λαιμό
το μαράζι της αλήθειας και το μαράζι της αδικίας.

Η΄
Πότε θα ξαποστάσουμε; Χαϊδεύω τ’ άλογα, πετσί και κόκαλο,
γυρεύοντας την ανάσα τους μέσα στα γένια μου.
Κάτω από τούτο το πλατάνι που σταλάζει στα καπούλια τους
περιμένουμε υπομονετικά ώσπου να παραδώσει ο σύντροφος.
Μέσα στις αστραπές, όταν ανοίγει ο ουρανός
βλέπουμε τη μάχη για την ψυχή του, τη Δόξα να κατεβαίνει
όπως τη ζωγραφίζουν στα εικονίσματα.
Τα πόδια μου πρήστηκαν, οι αρβύλες κόλλησαν με το κρέας
και ποιος αντέχει ακόμη την πείνα και την παγωνιά.

Θ΄
Μη λησμονήσεις, έλεγε, μη λησμονήσεις. Μα όλα μαύρισαν
όπως ο τοίχος που τον γκρέμισαν, στο μέρος της γωνιάς.
Και βλέπεις ξαφνικά εκεί που ήταν κάποτε το σπίτι σου
βλέπεις τον τόπο να φωτίζεται
σα να σηκώνει κάποιος τη φλόγα μέσα στο λαμπόγυαλο
και τις γυναίκες εκεί να πλέκουν ολοένα σκυφτές-
τα χείλια τους δεμένα στα μαύρα μαντίλια
τα μάτια τους κόπηκαν απ’ το μίσχο σαν τα λουλούδια
και μέσα στην πάχνη από τα δάκρυα, μονάχα τα δικά της:
«Οι πέτρες άνθισαν κοντά στο φράχτη
πέρυσι τον χάλασε ο καιρός, είχαμε χιόνια.
Πόσοι χάθηκαν».

Ι΄
Χωμένοι τώρα σε τούτο τον ίσκιο που βασανίζει τα βουνά
κοιτάζουμε το πέλαγο γεμάτο δόρατα ενός άφαντου στρατού
κι ο ήλιος γέρνει κι οι φωνές μας στην κόψη του αγέρα
σβήνουν ολοένα και δυναμώνουν.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή: πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν… Στον μέλλοντα, λοιπόν, αιώνα αυτοί θα τρέξουν στο ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ να ζητήσουν μια θέση και βέβαια θα πληρώσουν μ’ ένα Ποίημα… Η φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου έχει φυσικό χάρισμα να μπορεί να αφηγηθεί και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει, να μην σβήνει όταν χαμηλώνει…


Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΑΜΙΑ ΦΩΝΗ ΔΕΝ ΦΕΥΓΕΙ ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΗΝ ΗΧΩ ΤΗΣ ΚΑΜΙΑ ΛΥΠΗ ΔΕΝ ΔΙΝΕΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ Σ’ ΑΛΛΗ (… όλα σιγά-σιγά θα μάθουν ποια είναι η μοναξιά μου):

Ώρες η σιωπή πατούσε το χώμα που ’σκαψαν τα μάτια μα κανένα φως δεν έβγαινε απ’ αυτού και μόνο οι φοβερές ρωγμές χαραγμένες στη ράχη της γης από ανθρώπους που προσπάθησαν να σχεδιάσουν μια μοίρα  ανάσαιναν τη μνήμη μου κι αυτή αργούσε να πεθάνει σκοντάφτοντας αδιάκοπα σε ξερές ημερομηνίες και μισογκρεμισμένα ονόματα. Καμιά φωνή δεν φεύγει πέρα απ’ την ηχώ της, καμιά λύπη δεν δίνει τη θέση της σ’ άλλη, όλα κρατούν ένα μικρό διάστημα –παρηγοριά της επιστροφής- μα αυτός ο ρημαγμένος σταθμός –κομμένα τα σύρματα, κομμένες οι φωνές…- δε με πλανεύει πια για αλλού, για μιαν αναπνοή μακρύτερα. Μόνος κι άλλος κανείς εδώ με το μέτωπο κολλημένο στις ράγες να λογαριάζω τα σάπια βαγόνια, εδώ κι όχι αλλού, καμιά υπεκφυγή για αλλού, τα τρένα όλα φευγάτα κι οι μέρες μας ατέλειωτες… Όλα σιγά-σιγά θα με γνωρίσουν, όλα θα μάθουν πια είναι η μοναξιά μου και μόνο ο θάνατος, θαρρώντας πως παρακοιμήθηκα, νωρίς θε να ’ρθει μ’ ένα πέλαγος πουλιά όπως άλλες φορές η μάνα μου να με ξυπνήσει… [ΣΤΑΘΜΟΣ από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη Παλιοί Κήποι – ART by lois dott Shadow with Easel]



ΤΩΡΑ Η ΒΡΟΧΗ ΚΕΝΤΑΕΕΙ…
Τώρα η βροχή κεντάει, κεντάει το φόρεμά σου
τώρα που η μέρα το μανδύα της κουμπώνει
-το χέρι πίσω απ’ το παράθυρο κρυώνει
όσο κι αν έγραψε στο τζάμι το όνομά σου…

Αντίο, αντίο… Μες στη νύχτα θα βαδίσεις
δρόμους υγρούς σε βουλιαγμένες πολιτείες
ή σε μουράγια γκρίζα κι έρημες πλατείες
μα μη ξεχάσεις τους ζητιάνους να ελεήσεις.

(Μες στα βαθιά σκοτάδια τους θα καρτερούνε
είναι στα μάτια τους τα δάκρυα παγωμένα
και τα νεκρά τους δάχτυλα σφιγμένα
με πείσμα τις λερές τραγιάσκες τους κρατούνε

κι η Νύχτα εναποθέτει εκεί το νόμισμά της
λήθη και χιόνι αδιάκοπα λήθη και χιόνι
κι ο αγέρας μέσα απ’ τα κουρέλια τους τρυπώνει…
Μα ούτε το θρόισμα θα ακούν στο πέρασμά της)

Όμως αντίο κι ας μπαίνει απ’ τη χαραμάδες
της πόρτας η φωνή της πίκρας και το κρύο
κρύβουν ανάμνηση οι πτυχές σου, αντίο αντίο
σε καρτερούν οι αδελφάδες σου οι νιφάδες.

ΕΙΜΑΙ ΦΤΩΧΟΣ
Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής –είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθω στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες απ’ τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω απ’ τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχις το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη.

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μου κελαηδούν: πού είναι ο λωτός;
Αχ, δε μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως το όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

ΚΑΝΤΑΔΑ ΣΤΟΝ ΑΝΟΙΧΤΟ ΟΥΡΑΝΟ
Τα πουλιά στον ουρανό
έχουνε νυχτέρι
και, σα να ’σαι αστέρι,
να σε καρτερώ.

Στο μαντίλι κόμπο αργά
τους λυγμούς μου δένω,
τη σιωπή πληθαίνω
για να σε χωρά.

Μπλέχτηκα μες στου φωτός
τις ανεμοσκάλες
τα κλωνιά κρεμάλες
κάνει ο πυρετός.

Κόλλησε η μορφή σου αχνός
στους βολβούς μου επάνω
κι ως πάω να τη βγάνω
ξεκολλάω το φως.

Με φλογίζει η αγρυπνιά,
η κούραση με σβήνει
η μοναξιά με κρίνει
και δε με σχωρνά.

Η παλιά πληγή πονεί,
η φωνή όμως πνίγω
-πάλι δε θα φύγω
κλείνουν οι ουρανοί

Τι γίνεται όταν ο ποιητής «αυτό που γυρεύει είναι όχι η μετουσίωση, αλλά ακριβώς το άγγιγμα του αμετουσίωτου, του ατόφιου, του μη επιδεχόμενου μορφοποίηση»; Και ποιά θα είναι η ποίηση του ποιητή που υπερασπίζεται αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να μορφοποιηθεί, αυτό που δεν μπορεί να εκφραστεί; Μοιραία θα οδηγηθεί σε μια καταλυτική αντίφαση και σε μια ιδιαίτερη ποίηση τόσο γόνιμη όσο και το πάθος της υπεράσπισής της. Ο Βύρων Λεοντάρης έχοντας συνείδηση αυτού του πάθους, έγραψε για τον Καρυωτάκη: «Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα – δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας» καθώς δεν περπατούσε «στο χείλος του γκρεμού» γράφοντας, αλλά είχε «αντικρύσει κατά μέτωπο τον γκρεμό», εκεί όπου «η ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή». Αυτήν την οδό ακολούθησε και ο ίδιος, γράφοντας ποιήματα σαν «δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας», γνωρίζοντας συγχρόνως πως ο βαθύτερος πυρήνας της λειτουργίας αυτής είναι και θα παραμείνει άβατο.

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

ΒΡΑΔΙΑΖΕ ΚΙ ΕΣΤΕΚΑ ΕΚΕΙ ΜΑΓΕΜΕΝΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΤΟΣΗ ΑΠΟΚΡΥΦΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ (με την ελπίδα να ξαναβρώ τη χαμένη ψυχή):

Αν μπορούσα κάποτε μα εξηγήσω ότι εγώ, ένας ασήμαντος, χαμένος άνθρωπος, ονειρεύτηκα τόσα πολλά, αλλά τι σημασία έχει, φρόντιζα μόνο ν’ ακουμπάω δίπλα στο κομοδίνο τις νύχτες ό,τι απόμεινε από την καταστροφή, όταν χτύπησαν, λοιπόν κι άνοιξα, είδα το παιδί του κηροπωλείου, ποιος άλλος τάχα μπορούσε να ’ταν, κι έκλαιγα από βουβή περηφάνια, ότι αξιώθηκα, γιατί οι απόκληροι είναι σαν τις μητέρες, αφού από το σιωπηλό τους πόνο τράφηκε το ανείπωτο, συλλογιζόμουν, λοιπόν, ένα σωρό πράγματα, ώσπου έφτιαξα μια ολόκληρη ζωή, έξω απ’ τον κόσμο και τα βράδια έβλεπα μες στον καθρέφτη να στέκεται μόνο του το κερί, μα ήταν στιγμές που λυπόμουν τον εαυτό μου κι άνοιγα το παράθυρο, σαν να υπήρχε ακόμα τρόπος να με δουν. Βράδιαζε κι έστεκα εκεί, μαγεμένος, μπροστά σε τόση απόκρυφη δικαιοσύνη [ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΚΗΡΟΠΩΛΕΙΟΥ,  από την ενότητα Απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη της συλλογής του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ – ART by Chihanou Shiota]



Η ΑΛΛΗ ΑΥΓΗ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη του ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ)
Υπήρξα πάντοτε αδύναμος απέναντί της, κι ίσως αυτό με κατέστρεψε – μιλάω για την καταραμένη κλίση μου, έτσι, απέφευγα τις συναναστροφές, συνήθως κάθομαι στο δωμάτιο μου, πλάι στη λάμπα, στην άκρη της σκοτεινής ζωής μου, και παρακαλώ το Θεό να μην είμαι ο τελευταίος απ’ τους ανθρώπους και να μου δοθεί, κάποτε, η χάρη να πεθάνω κρατώντας το χέρι ενός αγνώστου στο δρόμο, γιατί φυλάχθηκε για πάντα μέσα μου η μακρινή συνάντηση , τότε που ρώτησα «ποιος είναι αυτός;», φυσικά μου στοίχισε αρκετή περιφρόνηση η ερώτηση για πράγματα που δε βλέπαν οι άλλοι, κι η σχετική αλληλογραφία που άνοιξα με τον εφημέριο δεν ωφέλησε σε τίποτα,
εκείνο το βράδυ όμως, η γυναίκα μ’ αναγνώρισε, στεκόταν, θυμάμαι, έξω από κάτι μικρά μαγαζιά που πουλούσαν στέφανα από δεύτερο χέρι, κι ήταν τόσο άσχημη, που θα την είχα μέσα μου από πολύ παλιά, ήταν εξάλλου αποκριά, και μεγάλα μεταμφιεσμένα πρόσωπα μας γνέφαν στο δρόμο, και κανένα σημάδι δεν έδειχνε πως η αυγή που ερχόταν θα ήταν ακόμη πιο ανεξήγητη.

ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Σκέφτομαι, κάποτε, σε μια ιδιαίτερη ώρα, να διηγηθώ όλες τις λεπτομέρειες, πώς, λόγου χάρη, άρχισε αυτή η αθεράπευτη αρρώστια στον απέναντι τοίχο ή για κείνη τη γυναίκα στο πάρκο, που ήταν ολόκληρη καρφωμένη πάνω στο παγκάκι, και λέω καρφωμένη χωρίς ίχνος υπερβολής, τα καρφιά εξείχαν σαν μικρά κουμπιά πάνω απ’ τα ρούχα της, ενώ η τσάντα με την ταυτότητά της κυλούσε μες το ρυάκι, για να μην ξέρουμε τίποτα γι’ αυτήν, κι όπως ανέβηκα στη σοφίτα που μου ’χαν παραχωρήσει για τη νύχτα, είδα πως είχαν μετακομίσει, και δεν έμενε παρά λίγο άχυρο, επειδή είχαν πάντα το φόβο του ξεπεσμού, κι ήταν στιγμές που όλοι περίμεναν το αναπόφευκτο, κι όταν νύχτωνε ήρεμα, ησύχαζαν, γιατί εκείνοι δεν πηγαινοέρχονταν στο διάδρομο, να δουν ακριβώς πίσω από την πόρτα του βάθους.
Γι’ αυτό κι εγώ κρατιέμαι παράμερα, με την ελπίδα να ξαναβρώ εκείνη τη χαμένη ψυχή.

ΓΥΜΝΑ ΧΕΡΙΑ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη του ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ)
Κανείς δεν θα μάθει ποτέ με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή μου, γιατί έπρεπε να προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ την καταχθόνια δύναμη, που κρατούσε αυτήν την αδιατάρακτη τάξη, φυσικά, όπως ήμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες με κούραζαν, προτιμούσα, λοιπόν, πλαγιασμένος να βλέπω κρυμμένο το μυστικό που φθείρουμε ζώντας, και πως θα επιστρέψουμε με άδεια χέρια
και συχνά αναρωτιόμουν, πόσοι να υπάρχουν, αλήθεια, στο σπίτι, καμιά φορά, μάλιστα, μετρούσα τα γάντια τους για να το εξακριβώσω, μα ήξερα πως ήταν και οι άλλοι, που πονούσαν με γυμνά χέρια, άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι, που δεν ξανάφευγαν, κι ας μην τους έβλεπα, έβλεπα όμως, τους αμαξάδες τους που γερνούσαν και πέθαιναν έξω στο δρόμο,
ώσπου βράδιαζε σιγά-σιγά, κι ακουγόταν η άρπα, που ίσως, βέβαια, και να μην ήταν άρπα, αλλά η αθάνατη αυτή θλίψη που συνοδεύει τους θνητούς.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΧΡΗΣΗ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Βέβαια, όλα αυτά ήταν κάπως θολά, ίσως μάλιστα κι ανεξήγητα γι’ αυτούς που σηκώνουν με έμφαση το ποτήρι τους πάνω απ’ το τραπέζι, χωρίς να βλέπουν ποιος το κρατά, ώσπου σιγά-σιγά, η καθημερινή χρήση μας κάνει θνητούς, έτσι προσπαθούσα πάντα να κοιτάζω αλλού όταν χτυπούσε το κουδούνι, κι όταν ύστερα όλα ησύχασαν, ήταν αργά, πού είναι ο οικοδεσπότης, γιατί κρύβεται,
ακουμπούσα στο τραπέζι για να μην πέσω, ύστερα με κεφάλι σκυφτό άνοιξα την πόρτα κι ακολούθησα το δρόμο μου.
Και τα βράδια, στο δείπνο, τους άκουγα να διηγούνται τις ιστορίες τους, αποσιωπώντας με τρόμο το σκοτεινό, απόμακρο έξω –εκεί που είχαμε ζήσει.

Η ΠΟΡΤΑ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Ωστόσο, εκείνο το χέρι πάνω στο τραπέζι που κανείς δεν το ’βλεπε, με βοηθούσε να τους υπηρετώ στα μακριά γεύματα, οι υπηρέτες, βέβαια, φλυαρούσαν, ένα σωρό διαδόσεις σωριάζονταν στις γωνιές, κι οι παραδουλεύτρες έβρισκαν ευκαιρία κι έκλεβαν τ’ απομεινάρια των κεριών συνεχίζοντας σ’ όλο το δρόμο το μαύρο σπίτι, ύστερα ακουμπήσαμε το φέρετρο σε δύο τρίποδα, ενώ στον τοίχο η γύψινη μάσκα μ’ έναν ανεπαίσθητο, αλλά ανησυχητικό τρόπο άλλαζε σιγά-σιγά, σαν εκείνη να ζούσε ακόμα, αλλά πώς να εξηγήσω αυτό που έγινε μετά, κάποιος έδειξε στο πάτωμα τις χυμένες καρφίτσες σ’ όλο το σπίτι, ενώ την ίδια ώρα η νεκρή βγήκε μ’ ένα θριαμβευτικό χαμόγελο, σαν να ’χε μόλις μάθει πού ακριβώς ήταν η πόρτα.

Καθώς προχωρούσα στο δρόμο είδα με τρόμο  ότι η ρωγμή στον τοίχο είχε μεγαλώσει και δεν τη σκέπαζε πια η πανοπλία που βάζαμε μπροστά, ετοίμασα, λοιπόν, τα πράγματά μου, μα έπρεπε πρώτα ν’ αποχαιρετήσω εκείνο το γέρο ερχόταν τις νύχτες κρυφά και μας διηγόταν την ατέλειωτη γλύκα αυτού του μάταιου κόσμου, ώσπου σιγά-σιγά, ύστερα από τόση εγκατάλειψη σχεδόν πια δεν φαινόμουν και μόνο τα παλιά πορτρέτα με γνώριζαν, γιατί ήταν κι εκείνα αθέλητα μέσα στον κόσμο, όμως, τα βράδια, αυτό το άγγιγμα, βέβαια φανταστικό, αλλά στο τέλος πάντα νικούσε, κι έστρεφα τα μάτια μόλο που δεν ήταν κανείς, «είσαι εδώ;» ρώταγα – τι άλλο μπορούσα να κάνω;  [ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΑΙΩΡΟΥΝΤΑΙ ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ

Συνηθισμένο τοπίο. Λίγη θάλασσα, μια μικρή κίτρινη πόλη να την ακουμπά κι ένα γονατισμένο βουνό να κρατά με δυσκολία τον ουρανό μην πέσει πάνω μας. Ήλιοι μας ακινητοποιούν πάνω στα συρματοπλέγματα. Τα σπίτια βυθίζονται αργά-αργά μέσα στη θάλασσα. Επί σκοπόν. Πυρ. Τα μάτια σου. Τα μάτια σου αιωρούνται στο κενό… Βρέχει. Δένδρα, στρατιώτες, λάσπες, εμβατήρια στήνουν ένα μνημείο για τη σελήνη που ξεχάστηκε μπρος σε δυο κλειστά μάτια. –μια αρβύλα συνθλίβει τη σύνθεση- Ποσο αλλοιώθηκαν τα χαρακτηριστικά μας. Οι ίσκιοι μας καρφωμένοι μ’ ένα μωβ λουλούδι στον τοίχο του Φλεβάρη. Πόσο αλλάξαμε. Βρέχει  (ΠΕΔΙΟ ΑΣΚΗΣΕΩΝ και ΒΡΕΧΕΙ από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ 1970 - Art by OLBINSKI Rafal Art surreal-art-tree ]



ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΔΙΑΛΟΓΟΣ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Αυτές οι μέρες ήταν άσχημες, σαν όλες τις άλλες
(ζέστη, μύγες, τζουκ-μποξ κι ένα λαρύγγι στεγνό,
που ξέχασε να μιλά, μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα
που δεν λέει να τελειώσει).
-Μόλις στρίψουμε στη γωνία, έλα από το άλλο
πλευρό μου, γιατί μπορεί να μας πυροβολήσουν.
Στις μέρες μας είναι επικίνδυνο να περπατάς στον δρόμο.
Λευτέρωσε το μέτωπό σου απ’ αυτά τα μαλλιά που το κρύβουν.

Μου φανέρωσες το μέτωπό σου και τα μάτια σου λέγοντας:
-Σκότωσαν τον Κέννεντυ. Σκότωσαν κι άλλον Κέννεντυ.
Κοίτα πώς άνθισαν οι ροδιές. Πάμε προς τα εκεί.
……………………………………………
-Άκου μουσική. Αλήθεια, παίζει ένα τσέμπαλο.
-Τσέμπαλο μες το δρόμο;
Κοίταξα πλάι μου. Είχες ακουμπήσει το χέρι σου
στον ώμο μου. Ξεκουραζόσουν.
(Σ’ αυτή τη στάση σε θυμάμαι πάντα:
να μ’ αγγίζεις και ν’ ακούς μουσική)
-Θέλεις να πιούμε λεμονάδα;
Ο Σεφέρης κάπου γράφει:
«πίνω άγουρες γκαζόζες και διψώ».
Θυμάσαι;
Όλοι διψούμε!
-Κουράστηκα. Θέλω να ησυχάσω.
-Και εγώ, μα πώς;
-Μην καπνίζεις τόσο πολύ. Θα πάθεις.
-Θα πάθω τι; Μ’ αρέσει να βλέπω μέσα απ’ τους καπνούς
τους άλλους. Γίνονται τόσο διαφορετικοί.
Ιδίως στις εννιά το βράδυ που γυρνούν μετά από το φόνο και λένε:
-Αυτός είναι ο τελευταίος-

Και την άλλη μέρα ξαναρχίζουν.
Πάντα υπάρχει κάποιος που πρέπει να πεθάνει στις εννιά.
-Δες πώς μας κοιτάζουν τα παιδιά του αντικρινού
σχολείου, πίσω από τα κάγκελα.
Στις μέρες μας οι ποιητές λιγοστεύουν.
Δεν κυκλοφορούν πια μεταξύ μας.
Μένουν κλεισμένοι σε γυάλινα δωμάτια.
Κι αυτοί που υπάρχουν τι να σου κάνουν.
-Πολλά λιγοστεύουν.
Η νύχτα μικραίνει με τόσα φώτα.
-Σήμερα ήρθε ένας θίασος στην πόλη.
Πόσο ήθελα να ’φευγα μαζί του. Δεν έφυγα.
Έπαιζε το «Καημένε μου Μάρικ»
-Πάμε στο καφενείο να δούμε φίλους.

ΕΝ ΚΑΙΡΩ ΕΙΡΗΝΗΣ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Ήταν παράξενος στρατιώτης.
Περπατούσε σκυφτά πλάι από τοίχους.
Αρνιόταν τον ήλιο με επιμονή.
Τα χείλη του τραβηγμένα σ’ ένα χαμόγελο πόνου.
Πάντα σφιγμένο το πιγούνι του με πείσμα,
ενώ στα μαλλιά έκρυβε λευκές καταιγίδες.
Κάθε πρωί άναβε τις επτά ροδιές του στρατοπέδου
και τακτοποιούσε στο λιόγερμα
τις ακανόνιστες σκιές των κτιρίων.
Μεγάλο του παράπονο γιατί δεν είχε ένα ποτάμι
Μου ’λεγε: «κάθε στρατόπεδο πρέπει να ’χει το ποτάμι του».
Ένα βράδυ, το περίπολο τρεις με πέντε του ’ριξε
τις πρώτες σφαίρες, καθώς προσπαθούσε να βγάλει
τα χέρια του έξω από το συρματόπλεγμα.
Κι η σελήνη έβγαλε μια κραυγή,
που πέσαν όλα τ’ άστρα.

Έγειρε σιγά στο γόνατο και τα μάτια του έμειναν
να κοιτάνε πέρα.
Την άλλη μέρα, ένα ποτάμι έσχιζε το στρατόπεδο
στη μέση.

Ήταν παράξενος στρατιώτης.

ΥΔΡΑ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
Το καράβι μας χτυπημένο από τα κανόνια
του μουσείου μπάταρε.
Ο καπετάνιος, πέντε έξι γλάροι κι η κοπέλα
που κεντούσε στη θάλασσα γοργόνες ζυγιάσανε
το πλεούμενο.
Τεντωθείτε, ανεβαίνουμε ψηλά.
Κι έτσι ανεβήκαμε στο νησί.

Το νησί. Με τις άσπρες πέτρες. Χωρίς δένδρα.
Γεμάτο δελφίνια. Χωρίς άγκυρρα. Να πηγαίνει
πέρα δώθε. Και ν’ αλλάζει συνέχεια παραλλήλους
-για να μπερδεύει αυτούς που χειρίζονται πυξίδες.

Τα νησιά. Το Αιγαίο.

Το πρωί  η θάλασσα είχε μπει στο σπίτι μας.

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ ή ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ (από τη συλλογή του Γιάννη Κοντού ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ)
ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ:
Με μια χούφτα χαλίκια προσπαθώ
να φτιάξω το ψηφιδωτό της πρώτης μέρας
που χάνεται στις άκρες των χειλιών σου.
Ο ταχυδρόμος ήρθε ιδρωμένος, και αντίς για μήνυμα
μας κάρφωσε το μαχαίρι του στο στομάχι.

-Μερικές φορές, Τηλέμαχε, ένα λουλούδι
είναι πιο βαρύ απ’ αυτό το χτύπημα.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΕΡΑ:
Ο γέροντας μ’ έπιασε απ’ το χέρι και μου ’πε
για το νερό που περίμενε τρεις χιλιάδες χρόνια.
Ήταν τυφλός και πάνω στο μέτωπό του
με λεπτομέρειες χαραγμένα όλα τα ποτάμια της γης.
Μου ψιθύρισε: «Νιώθω την οσμή του κατακλυσμού».

Νομίζω πως ο Όμηρος κάπως έτσι πρέπει να ήτανε.

ΤΡΙΤΗ ΜΕΡΑ:
Μια κίτρινη πεταλούδα άνοιξε τα φτερά της
και μαζί ανοίξαμε τα μάτια μου.
Και είδα τότε πραγματικό σκοτάδι.
Είδα το νερό να τρέχει παντού
και να κυνηγά τον αγέρα από δωμάτιο σε δωμάτιο.
Και το σταματημένο από χρόνια άροτρο
να μπήγεται στα μάτια του παππού Οδυσσέα,
που χαμογελά ακόμη στην Πηνελόπη μέσα από τους καπνούς.
Από τη φτέρη βγήκε μουσική και τα μάρμαρα
άρχισαν να αρκουδίζουν σαν τα μωρά.

Ο πατέρας ξέμπλεξε τα δάχτυλά του και έφερε
τον κατακλυσμό.
Ο πατέρας μου είναι βροχοποιός.

[Και ήρθαν και πέρασαν καλοκαίρια, χειμώνες και Σεπτέμβριοι μεταφυσικοί, όπως έγραφε στο ποίημα «Σεπτεμβριανό Φως» ο Τάκης Σινόπουλος, και δεν σε πρόδωσα ποτέ,μάτια μου. Και πολύ τραγούδησα και πολύ εσιώπησα για σένα. Δρόμους με οδοφράγματα και δρόμους πλατείς διαβήκαμε. Πέταξα, δίψασα, πείνασα και δεν παραπονέθηκα. Έφαγα ξερό ψωμί και ποίημα. Λοιδορήθηκα από ασεβείς, αλλά η πίστη μου μ’ έσωσε. μέσα στην έρημο και βρήκα νερό και μετά πηγή. Το ποτάμι προσπαθώ να τοπεράσω χρόνια. Με μάτια διψασμένα πέφτω στην αγκαλά σου και κοιμάμαι ήσυχα, μικρό παιδί. Από πάντα ήσουνα η μουσική και η ζωγραφική για μένα. Άλλες νύχτες καθόμουν και κοιτούσα με τις ώρες το σπίτι του Σεφέρη (Άγρας 20). Το παρατηρούσα ν’ αλλάζει γωνίες, να  αναπνέει, να πλέει ανάλογα με το φως του φεγγαριού. Εκείνη την εποχή μπαινόβγαινα σε κινηματογράφους και θέατρα, σε σημείο να είναι οι σκοτεινές αίθουσες προέκταση του δωματίου μου. Αυτή είναι περίπου η μικρή ιστορία της ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗΣ και των ανθρώπων της. Και τοταξίδι συνεχίζεται. Κοιτάζω πίσω το δρόμο και βλέπω να έρχεται προςτο μέρος μου, μόνος και φωτεινός, ο Γιώργος Χειμωνάς, στα μαύρα ντυμένος,στα βελούδινα.[τελευταία παράγραφος από το ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ του Γιάννη Κοντού για την ΠΕΡΙΜΕΤΡΙΚΗ του

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

ΕΒΓΑΤΕ ΟΞΩ, ΡΕ ΜΑΝΑΡΙΑ, ΑΠ’ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ (εβγάτε όξω δίχως πουκάμισα στους μεγάλους αγώνες της ορατότητας):

Προϊστορία Ποιήματος: ήδη αυτή η γενική μου κάθεται στο στομάχι. (Πώς να την χτίσω τώρα την αρχή και τη συνέχεια – εκείνο το υποχθόνιο κίτρινο και του άγαμου έαρος η μαβιά τυραννίδα θηλάζοντας από τη άρρωστη καθημερινότητα στριφογυρίζει ώρα στο κεφάλι μου η λέξη ανθοσύνη… ). Επιτέλους: το ράδιο έτριζε ωσάν τα ξύλα όπου καίγονται στο τζάκι. Βαθμός αγέλης το άριστα (μα η αγκάλη-λάμψη; τι γίνεται τώρα με τη λάμψη…). Βρώσις και πόσις η παντέρημη διαύγεια κι ο όσιος νους αποτίοντας αυτό που ονομάζουμε χαρόντισσα ή αλλιώς ποίηση ακόμη κι ο πιο πήλινος Ευριπίδης είναι μια άγουρη φωτιά στο στόμα.  (Ωραίος εδώ πέρα θα ερχότανε με οχταράκια Λειψίας ο Επίχαρμος, εκείνη η ολομόναχη βρυσούλα η φρασούλα που βαλιλεύει το φωνήεντο εκείνος ο πεσμένος σπόνδυλος από λέξεις …) Αλήθεια, μάνα, μ’ ό,τι και να ειπείς ό,τι και ναν κράξεις οι λέξεις είναι απλώς ανεμομάσημα, οι λέξεις είναι λάγνες κουταμάρες. Φυλλώματα ορατά και διάτορα (μην τα συνεχίζεις). Φαίνεται το χωράφι το απότιστο, φαίνεται και το ποτισμένο. Άειντε ωρέ παλιοζωή κι εσύ τσαλακωμένη βρομοτράπουλα οπού μας έμαθες του λαθεμένου μεγαλείο: πως είναι τούτο το σωστό απ’ την ανάποδη – σε τούτηνε τη θεονίστικη Πληρότητα υπάρχοντας το Μέγα Χαλάλι. Κι όπως αρώτησα τι είναι αυτό το ξεροτράχαλο; - Ο κόσμος, μ’ αποκρίθηκε η νεάνιδα Περσεφόνη, Μια φλόγα κουρευάμενη με των ομματιώνε το αέναο ψαλίδι. Μια φλόγα μεγαλόχαρη και πικροπαινεμένη που ’χει ανταρίτσα στην κορφή και καταχνιά στη ρίζα – το λένε στο κρασάκι τους οι έρμοι ελληνάδες όπ’ έχουν φως για σάβανο οι πολυβασανάδες. Κι όποιος λαλεί την ερημιά στις μέρες μας απόβραδος κι ο θάνατος ολημερίς των σκοταδιών εργάτης (ε, άντε στο διάολο το ’χεις πια παραχέσει…). Διεκδικώ τα γερατειά μου, δεν το κατορθώνω. Κι ο ασπρογάλαζος αϊτός στα σύρματα επιάσθη για ιδές πώς κουρελιάστηκε (εικόνα μεσ’ στο σούρουπο της θλίψεως-: ο σπαραγμός ανυπεράσπιστος κι ο πόνος που βραδιάζει προ του Διαστήματος)… Εβγάτε όξω, ρε μανάρια, απ’ τις λέξεις, εβγάτε όξω δίχως πουκάμισα στους μεγάλους αγώνες της ορατότητας. (ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ από τη συλλογή Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 – ART by ARIEH Ben)



AB OVO
Τα θέσμια του αγαθού και της κακίας
μεράδια της υπακοής μας
στην άπαιχτη λογική που γενικά βασιλεύει
κατάφωρα περιπλέκει το στομάχι μας.
Τι ρητορεία για το φως
τι φλυαρία για τη νύχτα…
Πληγιάσματα οπού μυρμηγκιάζει η χημεία
τραγουδώντας με πύον.
/Εμπεριέχοντας την άφιλη γλωσσολογία/
Καταλύομαι ώριμος από καθοσίωση λύπης
κι ακόμη πράττω την όμορφη δυστυχία μου.
Στα βιολογικά προάστια του τρόμου
παράδειγμα η απερπάτητη ματιά
χιλιάδες χαρακώματα-χειρονομίες
τη ζωή μου προασπίζω ενάντια στη νίκη
-δεν είναι παράξενο;
Τα νεροπούλια ξαφνικά φτεροκόπησαν
απ’ το νερένιο μυαλό μου.
Θα ήθελα να κατουρήσω επαρκώς την ευτυχία σας.

Ο ΓΥΜΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ ΑΝΑΜΙΧΤΟΣ ΜΕ ΑΝΟΙΞΗ
Κάθε λουλούδι με τρομάζει καταστρέφοντας
το φως της λευτεριάς μου στα χώματα.
Ορώμενος από ηρεμία ο υάκινθος τι δέχεται;
την απαλότητα του κενού την κοινότητα
ή
το υλικό του προσωπείο στις ατμίδες;
Η μεγάλη μας τριανταφυλλιά στον αγριόκηπο
διηγείται τίποτα για τ’ άνθια όλων των εποχών;
Εγώ κρατώ την περιέργεια  να μάθω ο,τιδήποτε.
Τι γυρεύεις μωρ’ ομορφούλα μου εσύ
μαργαρίτα σε τούτο το παλιοχώραφο;
Καλογερεύεις  ή παντρεύεσαι στη μουσική σου;
Δεν ξέρω τιτιβίσματα κι αφήνω τη γενειάδα μου
στα γόνατα να κατηφορίζει.
Δαίμονες την απόδοση
ονομάζουν ανατολή σου
δένοντας τους συνδυασμούς με πλατίνη
κατασκευάζοντας έριδες την ανάπαυση του Σίβα.
Τύχη κι αυτή να κελαηδήσουμε…

ΚΡΩΞΙΜΟ Σ’ ΕΝΑ ΣΠΟΥΔΑΣΤΗΡΙΟ
Η ατελής υπόσταση του φάντη στη βρομιάρικη τράπουλα
/ζήτημα ζωολογικής διαφοράς μονάχα
τα δικά μου απ’ τα δικά σας βιώματα/
γκρινιάρα ειμαρμένη καθιστή στο μπαλκονάκι βράδυ
/κατάστιχα γυαλιστερά  του χάροντα/
βατραχοσύναξη και τούτη στου Ομήρου τα τροχίσματα
κουλτούρα θυμοληπτική στα ψευτοσαλόνια σας
χαλκοδεκάρες πεταμένες έτσι σε κωφάλαλα συρτάρια
/παραχώρηση το διάβασμα στους πονεμένους /
γονυκλισίες από κοριτσόπουλα στα θέσφατα των εφημερίδων
/ευλογία Κυρίου τα μυδράλια
η λεπταίσθητη Λούξεμπουργκ
αυτή η άγρια γυναίκα με την άγια βαρβαρότητα…/
Να ρίξεις ολάκερη τώρα τη ζωή σου
στην πλάστιγγα τ’ ουρανού την ανάστροφη στα μάτια.
Διωγμένος εγώ από κάθε προϋπόθεση να αναβλύζει το γέλιο μου
θα ’θελα λίγο δυναμίτη θα ’θελα μιαν έκρηξη
που θα σκορπίσει το χειρότερο θάνατο στα βολέματά σας.
Τυραννήθηκα την τελευταία εβδομάδα
για να βρω τη σώψυχη ειρηνοφόρα λύση.
Τα νεροπαίχνιδα στη ρεματιά-
τι ναν τα κάνω τ’ άλλα.

ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΑΥΞΗΜΕΝΕΣ
Τρυφερή μες στο πιάτο αρνίσια πλάτη.
Κανένας δεν ερμήνεψε το ψαχνό την άμαχη γεύση του
τι λύγισμα η αγάπη χαντακώνοντας τους απερίγραπτους…
Μεγάλη διαδρομή μου απελπισία πρώιμα βγαλμένη από τον Οίστρο
μεγάλη δοκιμή μου στην ύπαρξη με θανάτους και χιλιόχρονο πόνο
τα τύμπανα ποτέ δεν έπαιξαν οποιοδήποτε ρόλο στην ταραχή μου
δεν είχα και τόσο πολύ βέβαια υλικό για φτέρωμα
ήμουνα μονάχα κάποιο κλωναράκι στην έξω αγριότητα
γιομάτος από συναίσθηση λουλουδιών δίχως μελωδία
η μέρα ήτανε Παρασκευή με ωροσκόπιο κατά τις πέντε το απόγευμα
συνεχόμενα τηλεγραφήματα κι αναμένοντας κοντεύω να λιώσω
η πλάτη του αρνιού δε λέει τίποτα άλλο από λαμπρά μου μεσάνυχτα
ο Κρόνος ο Άρης τα δεσμά των Ιχθύων ένα σαλιάρισμα γιομάτο ρανίδες
είμαι πιασμένος στην άδολη δοτική και χαραμίζομαι μόνος
με λένε παράφρονα και λένε για δέσιμο εμένα το αηδονάκι
δεν πειράζει οι άνθρωποι τηλεφωνούν όταν έχουν ανάγκη
μα εγώ συλλογιέμαι το πρωί συνήθως την άγνωστη κηδεία μου
περισσεύοντας κι αγκαλιάζοντας της καρδιάς τα αγέρωχα σφάλματα.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές … επιλογές λέξεων από τις ποιητικές συλλογές του, κάτι σαν Δοκιμές Νάρκης του Άλγους, που «εν Φαντασία και Λόγω, κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το μαχαίρι του χρόνου… Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή δουλειά δεν είχε ο διάβολος…