Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

ΜΙΑ ΜΕΤΕΩΡΗ ΚΥΡΙΑ ΚΑΤΑΜΕΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΙΝΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ (προσπάθεια μάταιη να χτυπηθεί το νόημα μ’ όποια μετάθεση των λέξεων, μ’ όποια αποδέσμευσή τους):

Βρέχει… Μια κυρία εξέχει στη βροχή μόνη πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι. Κι είναι η βροχή σαν οίκτος κι είναι η κυρία αυτή σαν ράγισμα στη γυάλινη βροχή. Το βλέμμα της βαδίζει στη βροχή, βαριές πατημασιές καημού τον βρόχινό του δρόμο γεμίζοντας. Κοιτάζει… Κι όλα αλλάζει στάση, σαν κάτι πιο μεγάλο της,  ένα ανυπέρβλητο, να ’χει σταθεί μπροστά σ’ εκείνο που κοιτάζει. Γέρνει λοξά το σώμα παίρνει την κλίση της βροχής χοντρή σταγόνα μοιάζει- όμως το ανυπέρβλητο μπροστά της πάντα. Κι είναι η βροχή σαν τύψη. Κοιτάζει… Ρίχνει τα χέρια έξω απ’ τα κάγκελα τα δίνει στη βροχή πιάνει σταγόνες φαίνεται καθαρά η ανάγκη για πράγματα χειροπιαστά. Κοιτάζει… Και, ξαφνικά, σαν κάποιος να της έγνεψε «όχι», κάνει να πάει μέσα. Πού μέσα – μετέωρη ως εξείχε στη βροχή και μόνη πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι. [ΜΙΑ ΜΕΤΕΩΡΗ ΚΥΡΙΑ Κική Δημουλά από τη συλλογή ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ, 1963 – ART by NEKHBETSUN nocturne]



ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ
Το σπίτι
κοιτάζει το δημόσιο δρόμο
και τη θάλασσα
με λογική τεσσάρων παραθύρων,
χαμογελώντας στερεότυπα
μ’ ένα πλατύ πορτοκαλί
μπαλκόνι

Σ’ αυτό το μπαλκόνι
σ’ αυτό το χαμόγελο
τ’ απογεύματα, η μάνα μου
το δυσανάγνωστό της πρόσωπο
εκθέτει.

Ο χρόνος το συνέγραψε
χωρίς έξαρση
από νύχτα σε νύχτα
σε γλώσσα πόνου ρέουσα
γεμίζοντας
κατεβατά φθοράς.
Κι ούτε ένα λάθος γέλιου.

Κάθεται
άκρη άκρη στην καρέκλα
να μην επιβαρύνει το απόγευμα

μ’ όλο το βάρος της κατάκοιτης καρδιάς της,
ίσα ίσα να υπάρχει
σταματημένη μέσα στη ζωή της
από μιαν άπνοια τύχης,
ίσα ίσα για ν’ αντέξει τώρα
της έκπληξής της το σπασμό:

«Υπάρχουν θάλασσες
καράβια νευρικά
που σπρώχνουν λύσεις
στο ανεμπόδιστο;
Κι άνεμοι που ξεριζώνουνε τα στάσιμα;
Κι αυτά τα εύληπτα που πίνει χρώματα
το αλκοολικό απόγευμα
υπάρχουν;» Δεν το ’ξερε.
Δεν το ’ξερε η ζωή της

Τώρα
αποτολμά μια κίνηση παράξενη:
λίγο το σώμα ρίχνει εμπρός,
το ξαναφέρνει πίσω,
βαριά κωπηλασία μνήμης κάνει,
γιαλό γιαλό τα δάκρυά της.

Σιγά σιγά
απόγευμα, πρόσωπο και μπαλκόνι
από το σούρουπο υποσκάπτονται.
Το σχήμα τους παραφρονεί.
Σε χώρο θάμπους κλείνονται
να μην μπορούν να μπουν άλλο τα μάτια μας.
Νυχτώνει.

ΟΡΙΣΜΟΙ
Μ’ αρέσουνε οι διάφοροι θεοί
που συναντώ στα πάρκα, στα μουσεία,
και στων σπιτιών τους κήπους,
πάλαι ποτέ θεοί και τώρα τέχνη,
γνώσις μυθολογίας κι εξωραϊσμός.

Έτσι κι εσύ, θεά Αφροδίτη.
Σε συναντώ χρόνια τώρα,
μόνη, κατάμονη,
γωνία Κοδριγκτώνος και Κυψέλης
-μια διασταύρωση θνητών-
σ’ ενός σπιτιού τον κήπο,
ελάχιστον, όσο για να χωράει
το ξάφνιασμα που προκαλείς
κι ένα φυτό αναρριχώμενο που,
όταν του βάζει λόγια ο ήλιος,
σου αφήνει
μικρά σημάδια από σκιά
στο σχήμα και στο μέγεθος του φύλλου.

Και τώρα ήρθε πια η στιγμή,
Θεά Αφροδίτη, να μιλήσουμε
σαν ίσος προς ίσον. Θέλω να πω
σαν άγαλμα προς άγαλμα.
Λένε η Γη πως στρέφεται
περί τον πολυμήχανο άξονά της,
κι εκείνος μέσα μας.
Για να το καταλάβεις,
άξονας ή μοίρα
είναι αυτό που συνετέλεσε
ώστε να κουβεντιάζουμε τώρα οι δυο μας
σαν ίσος προς ίσον:
σαν άγαλμα προς άγαλμα.
Στρέφεται, λες ένα στρογγυλό
επίμονο κυνηγητό
της νύχτας πίσω από τη μέρα,
κι έτσι τελεσφορούν τα εικοσιτετράωρα.
Οξύ το πρόβλημα των εικοσιτετραώρων,
Θεά Αφροδίτη,  ή και του χρόνου.

Χρόνος είναι
ό,τι μεσολαβεί και μετατρέπει.
Διαιρείται σε στιγμές.
Στιγμή είναι, βέβαια,
ένα τίποτε του χρόνου.
Όμως χωράει τ’ αποκορυφώματα,
Θεά Αφροδίτη.
Κι εκτός που διαιρείται σε στιγμές,
εκτός που τις μεγάλες ιστορίες
στο έλεος της μνήμης τις αφήνει,
απαραιτήτως διαιρείται
(όπως ίσως σου έδειξε
το αναρριχώμενο φυτό)
σε τέσσερις μεγάλες εποχές:
στο χειμώνα, στην άνοιξη
στο καλοκαίρι και, τέλος,
στο περίλυπο φθινόπωρο,
που υπερασπίζεται πολύ τ’ αγάλματα
και κάποιους φθινοπωρινούς ανθρώπους.
Φθινοπωρινοί άνθρωποι
είναι αυτοί
που κουβεντιάζουνε μαζί σου
σαν άγαλμα προς άγαλμα.
Εις επήκοον της μοναξιάς.
Μοναξιά δε είναι, Θεά Αφροδίτη,
αυτή που φαίνεται στο βάθος:
πίσω ακριβώς κι από τις δυο μας.

ΠΑΣΧΑ ΠΡΟΣ ΣΟΥΝΙΟ
Η θάλασσα ψύχραιμη και ασύσπαστη
λες κι από τις άκρες της σφιχτά
την έπιασε η στεριά και την τεντώνει.
Στην άκρη του γκρεμού,
που συγκρατεί το θέαμα,
ευωδιάζει ο ίλιγγος
κατρακυλούν αυτοκτονίες…

Αριστερά, η εποχή,
σε μια ακατάσχετη επιφοίτηση χρωμάτων.
Κι εκεί, προσκυνητάρι κατηφές,
έναν Χριστό, μη αναστάντα προφανώς, εγκλείει.
Γιατί στεφάνι εκ πλαστικού
επάνω του ακόμα ξεχασμένο
το πάθος της Σταυρώσεως παρατείνει.
Περί διαγενομένου του Σαββάτου,
Μαγδαληνής, Σαλώμης, και αρωμάτων
ιδέαν δεν έχει.
Σύμπτωσις:
Κι απ’ την καρδιά μου ο λίθος
ουκ αποκεκύλισται
ην γαρ μέγας σφόδρα

ΣΤΟ ΣΤΑΘΜΟ
Φίλος
με ανεξακρίβωτη την έκφραση
με βλέμμα που, συχνά,
μεταναστεύει,
συνδρομητής της τέχνης
και του ωραίου γενικώς,
με ιδιαίτερη εκτίμηση
στο ποίημα του Έλιοτ  «Φλησβάς»,
έχει παρ’ όλα αυτά, μετατεθεί
σε μακρινή επαρχία

Φεύγοντας
παίρνει μαζί του τα απαραίτητα:
αποχαιρετιστήριες εκφράσεις,
την «Έρημη Χώρα»,
ένα γλυπτό για εταζέρα κι αναπόληση,
και προπαντός το μαγνητόφωνο,
να περιστρέφει το τακτόν
υψίσυχνα, μετατρεπτά,
στα τελευταία σουξέ.

Σσ συναντώ χρόνια τώρα, μόνη κατάμονη, θεά Αφροδίτη σε μια διασταύρωση θνητών, σ’ ενός σπιτιού τον κήπο,  εις επήκοον της μοναξιάς: ΧΡΟΝΟΣ είναι ό,τι μεσολαβεί και μετατρέπει, ό,τι διαιρείται σε στιγμές. ΣΤΙΓΜΗ είναι ένα τίποτε του χρόνου που όμως χωράει τ’ αποκορυφώματα… ΜΟΝΑΞΙΑ δε είναι αυτή που φαίνεται στο βάθος πίσω ακριβώς από κάποιους ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ που κουβεντιάζουνε μαζί σου σαν άγαλμα προς άγαλμα…. [Κική Δημουλά, από τη συλλογή ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ]

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΓΕΡΑ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΖΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ (και γύρω μας γιγαντώθηκαν τα σκοτεινά τριαντάφυλλα):

Και για να ’ρθουμε από τον τόπο μας εις άλλα μέρη το βλέμμα σου σα δυνατή γαλέρα μας πηγαίνει στα πιο παλιά στα ενδότερά της όνειρα… Κι από τα παραθύρια τα μυστικά, τα υπόγεια, κοίτα, ω ταξιδιώτη, έξω φουσκώνει αγέρας τα πανιά1.. Ένας κόσμος βολικός σα φορεσιά που κάποτες φορέσαμε. Οι αμμουδιές χωρίς πουλιά και τα νερά αταξίδευτα και οι μεγάλες πέτρινες στιγμές των αγαλμάτων ώσπου να ’ρθυνε πιο κοντά στις λυγαριές τα τζάμια όπου κοιτάμε, ώσπου να λιώσουν τα χαμόγελα οι βροχές και ν’ ακουστούνε κόκκινες σαν αναμνήσεις οι βροντές!.. Ω ζωή χωρίς αρώματα, χωρίς βαθιές περήφανες ματιές που πέφτανε σαν μαχαιριές το απόγευμα. Ο ουρανός εδώ ποτέ του δεν ανθίζει γιασεμιά κι οι ώρες κυλούν αιχμάλωτες σαν δάκρυα μες τα τείχη!.. Ω μια πόρτα ν’ άνοιγε κατά της γης τα μέρη και να ’σπαγε μες το νερό σαν άλλοτες το ρόδι γεμάτο περιστέρια. [ΕΙΣ ΑΛΛΑ ΜΕΡΗ από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ – ART by Nekhbetsun ]


ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
Τι είναι τα βήματα που ακούω πυκνά
Σαν να περνάει στρατός τη νύτα;
Τι είναι κάτι παράξενες φωνές
Σαν να μας δίνουν προσταγές;

Δεν είναι τίποτα παιδί μου
Είναι ο άνεμος μες τα πανιά
Είναι η βροχή στα κεραμίδια
Κοιμήσου κι αύριο θα δεις
Στο πέλαγος να φέγγουν τα νησιά.

Τι είναι τα χτυπήματα που ακούω
Αδιάκοπα στα παραθύρια
Σαν να ’θελαν να  μπούνε μέσα
Χιλιάδες άγρια πουλιά;

Είναι τα κύματα που ακούς παιδί μου
Που έρχονται από πέρα
Είναι τα άλογα του κυρ Βοριά
Κοιμήσου κι αύριο θα δεις
Το πέλαγος σπαρμένο γιασεμιά.

Τι είναι τα φώτα εκείνα μακριά
Που τρέμουν σαν αστέρια
Πες μου το όνομα πατέρα
Του μεγάλου καραβιού.

Δεν έχει όνομα παιδί μου
Το πλοίο αυτό που ταξιδεύει
Αόρατο χωρίς πανιά
Κοιμήσου τώρα και σ’ ακούνε
Στον κόσμο πέρα και θρηνούν.

Πατέρα μη μ’ αφήσεις μόνο
Γιατί ραγίζουν τα παράθυρα
Κι ορμάνε μέσα τα πουλιά
Που φτερουγίζουνε χωρίς φτερά

ΕΝΑ ΧΟΡΙΚΟ
ΞΕΝΟΣ:
Οι τρικυμίες με πέταξαν, ω φίλοι, σε τούτα τ’ ακρογιάλια
Ο άνεμος και οι βροχές μου σκάλισαν αυτό το πρόσωπο
Τα μάτια μου σκληράθηκαν κοιτάζοντας το πέλαγος
Η γλώσσα που μιλάω δεν είναι πια δική μου
Άλλαξε σιγά-σιγά καθώς ταξίδευα
Η μουσική σταμάτησε, οι ανθρώπινες φωνές χαμήλωσαν κι αποκοιμήθηκα.

ΧΟΡΟΣ:
Υπερήφανη σαν άστρο μια τέτοια αγωνία
Είσαι η ψυχή που χτύπησε αναπάντεχα η σαΐτα
Είσαι το βλέμμα  όπου πηγάζουν υγρές ακόμα οι αναμνήσεις
Από τα βάθη του καιρού μας ήρθες ταξιδεύοντας
Σαν το αθάνατο πουλί μες στα σεντόνια
Στοχάσου λοιπόν το απαίσιο αυτό παιχνίδι
Που μας ενώνει με τους αιώνες

ΞΕΝΟΣ:
Πώς θέλετε ν’ ακούσω μέσα στην ταραχή και την ομίχλη
Πώς θέλετε να θυμηθώ το αρχαίο κορμί που σύντριψε η κατάρα
Πώς να διακρίνω ένα καράβι από μια ψυχή
Αφού ταξιδεύουν κι οι δυο τόσο απαράλλαχτα στο πέλαγος;

ΧΟΡΟΣ:
Δοκίμασε να θυμηθείς, δοκίμασε να θυμηθείς
Το σώμα που σωριάστηκε στο νυφικό τραπέζι
Το σπέρμα που τινάχθηκε μέσα στο άδειο κορμί
Το χαμόγελο που φανερώθηκε την αυγή
Το χέρι που πρόδωσε το ηλιοβασίλεμα
Και το πανί που ανέλπιστα φουσκώνει  ο άνεμος
Όπως ανάβει ξαφνικά μες στο σωρό ένα πρόσωπο
Και γίνεται ολοκαύτωμα σαν πεύκο στο σκοτάδι.

ΞΕΝΟΣ:
Οι τρικυμίες με πέταξαν, ω φίλοι, σε τούτα τ’ ακρογιάλια
Πώς θέλετε ν’ αναγνωρίσω, πώς θέλετε να καταλάβω
Τόσα καινούρια πρόσωπα τόσα καινούρια βλέμματα
Τα σπίτια αυτά δε μοιάζουνε μ’ αυτά που κατοικούσα
Κοκάλωσαν τα χέρια μου βαστώντας το τιμόνι
Πού ’ναι τα δένδρα που ήξερα, πού’ ναι τα κελαηδίσματα;

ΧΟΡΟΣ:
Είναι τα μονοπάτια που διαλέξαν ν’ αποφύγουν οι θεοί
Είναι τα πράσινα βουνά τώρα ολόγυμνα
Τόσες ψυχές που κατρακύλησαν σαν πέτρες μέσα στα χρόνια
Ήτανε κάποτες πανίσχυρες σαν τριαντάφυλλα
Ήταν λαφρύτερες απ ’το νερό σκληρότερες απ’ τη φωτιά
Ήταν γενναίες και μεθοδικές σαν αηδόνια
Μάθε λοιπόν δεν είσαι συ το μόνο αμάρτημα του ήλιου.

ΞΕΝΟΣ:
Τι είναι λοιπόν αυτές οι μαχαιριές ω φίλοι
Αυτός ο θόρυβος των λουλουδιών που μεγαλώνουν
Αυτό το τρίξιμο των εποχών που αλλάζουν
Αυτός ο ψίθυρος των πλοίων που με πλησιάζουν σημαιοστολισμένα;

ΧΟΡΟΣ:
Είναι τα σπίτια που αγαπήσαμε τόσο απόμακρα
Είναι τα χείλια που ακουμπήσαμε τόσο αλλαγμένα
Είναι τα δυο κρεβάτια όπου κοιμούνται ατάραχοι οι ωραίοι νεκροί
Αμάραντος και Κριναγόρας

ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ
Πέρα τα σκοτεινά τριαντάφυλλα ωριμάζουν
ποιο χέρι τα ποτίζει και ξαναφυτρώνουν
ποιο μάτι τα κοιτάζει και μεγαλώνουν
Κρυφά τη νύχτα όταν κοιμόμαστε.

Όταν πρωτόρθανε σε τούτο το ακρογιάλι
Ο ήλιος έλαμπε πάνω στα νησιά
Το αίμα φτερούγιζε ζεστό στις φλέβες μας
Τα μάτια μας ήταν γερά και διάβαζαν

Μέσα στον ύπνο τα όνειρα
Μέσα στο βλέμμα σου τις πυρκαγιές
Μες στη φωνή σου τις φωνές

Μιας μακρινής στεριάς… Τώρα από παντού
Ακούμε τα βαριά τους πέταλα να προχωρούν
Αργά ψιθυριστά σαν τα φιλιά των εραστών
Κατά δώθε που στεκόμαστε κι αγναντεύουμε

Σαν στρατιώτες τη μεγάλη συμφορά.
Ποιος μας ετοίμασε το δείπνο τούτο;
Ποιος μας έφερε εδώ που μόνο οι σαύρες ζούνε;
Ποιος χάραξε στην πύλη μας το τρομερό αυτό μήνυμα;

Έτσι καθώς ζαρώνουν πέρα τα βουνά
Αδειάζει σιγά-σιγά το σπίτι που αγαπήσαμε
Όπως μια βρύση που στερεύει και γύρω μας
Γιγαντώθηκαν τα σκοτεινά τριαντάφυλλα

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες… Επιμένει ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο «Διαμαντένιος Γαληνευτής», ο έλληνας ποιητής που ταξίδεψε και δίδαξε ποίηση και την ελληνική ποίηση σ’ όλο τον κόσμο!.. Συναναστράφηκε με τα πιο φωτεινά πνεύματα της εποχής –Έλιοτ, Ντύλαν Τόμας, Όντεν, Εμπειρίκος, Ελύτης – δηλώνοντας ακόμα και σήμερα, εποχή της κρίσης, «απαίσια αισιόδοξος», γιατί, όπως λέει, άμα βλέπεις το άδικο και αγριεύεις, είσαι αισιόδοξος δεν σκύβεις κεφάλι

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

ΣΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΚΑΛΠΑΖΕΙ Σ’ ΕΝΑ ΑΙΩΝΙΟ ΑΠΑΡΑΒΑΤΟ, ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ, ΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΟ (πίσω από το Αύριο Πρωί δεν είναι τίποτα):

Μια τελική συνάντηση μες στων αλλεπαλλήλων άδειων νυχτών τη στείρα διαδοχή (όχι συμπτωματικά ούτε τυχαία) Μια συνάντηση [ στην άβατο διάβαση πέρασμα απ’ του μυαλού πέρα τ’ αταίριαστα διδάγματα όταν οι άλλοι σιτίζονται με ράκη προσευχής, νοσταλγούν εσχατιές φανταστικών επιλύσεων, εκθέτουν σε σχήματα ασελγή των σωμάτων την ασταθή βεβαιότητα μιας νοσηρής υγείας. Μια συνάντηση –όχι τυχαία- επινόηση θανάτου χωρίς αργύριο υποταγής στην άγρια νύχτα που καλπάζει σ’ ένα αιώνιο απαράβατο, πριν και μετά, Καθορισμένο!.. Οι ρυθμικοί βηματισμοί στις υγρές πλάκες –του ρολογιού χτυπήματα στην τελεσίδικη ώρα- φωνές πίσω απ’ τη μνήμη μικρόχαρων στιγμών, τα χαραγμένα μάταια γράμματα στους τοίχους. Πίσω από το Αύριο Πρωί δεν είναι τίποτα ούτε για την αθέμιτη χαρά μιας αυταπάτης επιστροφή σ’ ένα κενό χωρίς διέξοδο, χωρίς καν απλή βράδυνση απ’ την ανέκκλητη ώρα.  [ΜΙΑ ΤΕΛΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ και ΟΙ ΡΥΘΜΙΚΟΙ ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΙ από τις ΕΠΟΧΕΣ 3  του Μανόλη Αναγνωστάκη – ART by Magritte rene]




ΑΡΧΙΣΕ ΜΙΑ ΣΙΓΑΝΗ ΒΡΟΧΗ («Έπεφτε μια κίτρινη παλιά βροχή…» - Γ.Κ.)
Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ.
Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδα
Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο
Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό –σου είναι αδιάφορο-
Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σε μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια.
Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα
-Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοια ώρα-
Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά
Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως
Η μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές.
Τα συλλογίζομαι όλα αυτά με τον πιο απλό τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα
Μπορείς να λησμονείς το καθετί, τι τάχα, τι τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα
Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες το σκοτάδι
Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι
Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε κι απόψε για σένανε το καθετί
Τόσο που αν τρίζει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβή υπόθεση μιας επιστροφής
Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.

… Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος.
Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα σα μαστίγιο.

ΧΡΩΜΑΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ…
Χρώματα περασμένου δειλινού, άρωμα δίχως συγκίνηση
Άδεια νοήματα μιας χαρακιάς που σημαδεύει την πληγή σου
Ο τρόπος να ξυπνήσεις μέσα σ’ αυτή την αγωνία μιαν ανάμνηση θυσίας.

Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε μάχης
Μια μητέρα το βρέφος ση γωνιά με τα ερείπια
Οι νικημένοι στρατιώτες
Οι αιχμάλωτοι περάσανε ατέλειωτες σειρές δίχως όνομα
Το γράμμα που πια δεν περίμενες, έλειπες τόσον καιρό στην επαρχία.

Όμως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο που μπαίνει απ’ τα σπασμένα παράθυρα
Ζήτησα μια καινούρια βλάστηση σ’ ανεξερεύνητες περιοχές
Ν’ ακούσεις σιμά μια φωνή, όχι τις κρύες κραυγές στους άγνωστους δρόμους.

ΤΩΡΑ…
Τώρα
Κι ίσως να ’ναι μονάχα μια στιγμή
-Ακόμα μια στιγμή τι θα προσθέσει;-
Νιώθεις ακόμα πιο σκληρά πιο πονεμένα
Τις πληγές των πραγμάτων που αγαπούσες
Χωρίς καμιά καμιά πια φρεναπάτη.

Φεύγουμε κι ίσως γελαστήκαμε στο τέλος
Ίσως να μείναμε στο τέλος πάλι μόνοι
Τώρα που πια δεν θέλεις δρόμο να γυρίσεις.

Μ’ αν πρέπει τώρα να πεθάνουμε, το ξέρεις
Πρέπει γιατί αύριο δε θα ’μαστε πια νέοι


 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της αγάπης, το φόβο που μας ενώνει με τους άλλους, ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη σιωπή, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. Πόσα κρυμμένα τιμαλφή όμως μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα θα περιμένουμε… Και ποιος να μας προσέξει, ποιος να μας λησμονήσει στη θήση που καθόμαστε; Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας. Το θέμα είναι τώρα τι λες!.. Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους στίχους μιας ζωής] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ. «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς]


Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΠΩΣ ΑΝ ΕΝΩΘΕΙ ΜΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΠΑΝΙΑ ΣΕ ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑ ΣΠΑΝΙΑ ΟΣΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΑ, ΤΟΤΕ…

Αν κάνει τέτοιο γάμο τότε το παιδί που θα γίνει θα είναι μια μεγαλοφυΐα τελειωμένη και μια φυσική αναδίπλωση. Το παράξενο ζευγάρι αποτραβιέται από τον κόσμο και κλειδώνεται και ζουν σε μια ένταση τρομακτική. Την διατηρούν υπολογισμένα και καθημερινά και το πετυχαίνουν με ασταμάτητη ομιλία και κινήσεις μια ηφαιστειακή ένταση και δημιουργούν τις συνθήκες. Ένα πλαστό πάθος και κάθε φορά ο εξουθενωτικός διάλογος τέλειωνε μέσα σ’ ένα αργό φτερούγισμα χειρονομιών. Πού και πού ξαφνικές λέξεις ξεσπούν από το στόμα τους ή και συλλαβές. Επιζητούν να είναι αποκαλυπτικοί και αθυρόστομοι και το μόνο που καταφέρνουν είναι μια ασυναρτησία από υπαινιγμούς ιδεών και εννοιών κι υπαινιγμοί λέξεων και κινήσεων κι όλα αυτά μοιάζουν πως υποψιάζονται κάποιο βασικό σφάλμα και μ’ εκείνο τον τρόπο προσπαθούσαν να το εντοπίσουν το σφάλμα κι επαναλαμβάνουν από την αρχή αναλυτικά όλες τις εκδηλώσεις τον λόγο και την κίνηση. Πού είναι κρυμμένο το σφάλμα κι αποκεί ξεκινά το κακό. Αυτό το παρατήρησε η γυναίκα πρώτη. Σ’ εκείνους τους παροξυσμούς της αδιάκοπης ποίησης γιατί μοιάζει με ποίηση αφού ο τρόπος είναι ίδιος. Η ένωσή τους που είναι ο κύριος σκοπός ο έρωτας χάνεται αδοκίμαστος και σχεδόν απαρατήρητος κι ένας μηχανικός ερεθισμός του ενστίχτου σ’ εκείνο το πάλεμα κι ο καθένας ζει λαχανιασμένος την ορατική μοναξιά και σε μια στιγμή η γυναίκα λέει απερίσκεπτα μοιάζει ν’ αναζητούμε κάποιο θεμελιώδες σφάλμα που είναι η αιτία. Ο άνδρας ξαφνιάζεται και του κάνει φοβερή εντύπωση. Ναι λέει και γίνεται έμμονος σκοπός και χάνει την ασυνειδησία της ποίησης και γίνεται αλύπητο διανοητικό μαρτύριο. Σχεδιάζουν και επαναλαμβάνουν προσεκτικά κι ύστερα από κάθε λέξη και κίνηση κοιτάζονται μήπως ο άλλος αντιλήφθηκε τίποτε. Συνέχεια κι ο άνδρας ύστερα λέει όχι κι ίσως θα πρέπει αλλιώς ν’ αρχίσουμε κι όχι σε μια λέξη ή κίνηση αλλά σε μιαν ορισμένη σειρά από λέξεις και από κινήσεις σ’ έναν συνδυασμό ορισμένο κι ίσως στη σειρά σπίτι πόδι… κι άλλα αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Η ΕΚΔΡΟΜΗ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1982 – ART by Lucy Campbell painting )


ΣΑΝ ΦΩΝΗ ΣΕ ΦΡΑΓΜΕΝΟ ΑΥΛΟ (5η συνέχεια επιλογής αποσπασμάτων από την ΕΚΔΡΟΜΗ του Γιώργου Χειμωνά)
Μ’ αρέσει το θέατρο είχε πει η νοσοκόμα. Έγειρε το κεφάλι και μονολογούσε συναισθηματικά. Φτωχέ μου Βάνια μη κλαις. Θ’ ακούμε τους αγγέλους και θα βλέπουμε ψηλά τα αστέρια κι η κακία μας κι ο πόνος θα χαθούν μέσα στην αγάπη που θα πλημμυρίσει όλο τον κόσμο κι η ζωή μας θα είναι όμορφη και χωρίς κακία και πόνο. Θυμηθείτε είπε αυτός εύθυμα θυμηθείτε το Ραβδοσκόπο. Μ’ αρέσει το μελαγχολικό είδος αλλά και το επιβλητικό λέει η νοσοκόμα η τραγωδία με συγκλονίζει. Μιλούσε σαν μια γυναίκα με όχι σπουδαία μόρφωση που θέλει να δείξει καλλιέργεια. Πάντως ο Ραβδοσκόπος λέει αυτός. Ένας που ξέρει πως είναι μεγαλοφυΐα κι όμως δεν μπορεί να εκδηλωθεί κι έχει όλες τις ειδικές καταστάσεις που προσιδιάζουν σε μια ζωή καταραμένη κι ευλογημένη από τη φύση που είναι η μεγαλοφυΐα. Μόνο που δεν μπορεί να δημιουργήσει και να φανεί. Σα φωνή σε φραγμένο αυλό. Σκέφθηκε πως αν ενωθεί με μια γυναίκα σπάνια σε ψυχή και πνεύμα σπάνια όσο γίνεται σε γυναίκα. Αν κάνει τέτοιο γάμο τότε το παιδί που θα γίνει θα είναι μια μεγαλοφυΐα τελειωμένη και μια φυσική αναδίπλωση. Το παράξενο ζευγάρι αποτραβιέται από τον κόσμο και κλειδώνεται και ζουν σε μια ένταση τρομακτική. Την διατηρούν υπολογισμένα και καθημερινά και το πετυχαίνουν με ασταμάτητη ομιλία και κινήσεις μια ηφαιστειακή ένταση και δημιουργούν τις συνθήκες. Ένα πλαστό πάθος και κάθε φορά ο εξουθενωτικός διάλογος τέλειωνε μέσα σ’ ένα αργό φτερούγισμα χειρονομιών. Πού και πού ξαφνικές λέξεις ξεσπούν από το στόμα τους ή και συλλαβές. Επιζητούν να είναι αποκαλυπτικοί και αθυρόστομοι και το μόνο που καταφέρνουν είναι μια ασυναρτησία από υπαινιγμούς ιδεών και εννοιών κι υπαινιγμοί λέξεων και κινήσεων κι όλα αυτά μοιάζουν πως υποψιάζονται κάποιο βασικό σφάλμα και μ’ εκείνο τον τρόπο προσπαθούσαν να το εντοπίσουν το σφάλμα κι επαναλαμβάνουν από την αρχή αναλυτικά όλες τις εκδηλώσεις τον λόγο και την κίνηση. Πού είναι κρυμμένο το σφάλμα κι αποκεί ξεκινά το κακό.

Αυτό το παρατήρησε η γυναίκα πρώτη. Σ’ εκείνους τους παροξυσμούς της αδιάκοπης ποίησης γιατί μοιάζει με ποίηση αφού ο τρόπος είναι ίδιος. Η ένωσή τους που είναι ο κύριος σκοπός ο έρωτας χάνεται αδοκίμαστος και σχεδόν απαρατήρητος κι ένας μηχανικός ερεθισμός του ενστίχτου σ’ εκείνο το πάλεμα κι ο καθένας ζει λαχανιασμένος την ορατική μοναξιά και σε μια στιγμή η γυναίκα λέει απερίσκεπτα μοιάζει ν’ αναζητούμε κάποιο θεμελιώδες σφάλμα που είναι η αιτία. Ο άνδρας ξαφνιάζεται και του κάνει φοβερή εντύπωση. Ναι λέει και γίνεται έμμονος σκοπός και χάνει την ασυνειδησία της ποίησης και γίνεται αλύπητο διανοητικό μαρτύριο. Σχεδιάζουν και επαναλαμβάνουν προσεκτικά κι ύστερα από κάθε λέξη και κίνηση κοιτάζονται μήπως ο άλλος αντιλήφθηκε τίποτε. Συνέχεια κι ο άνδρας ύστερα λέει όχι κι ίσως θα πρέπει αλλιώς ν’ αρχίσουμε κι όχι σε μια λέξη ή κίνηση αλλά σε μιαν ορισμένη σειρά από λέξεις και από κινήσεις σ’ έναν συνδυασμό ορισμένο κι ίσως στη σειρά σπίτι πόδι Μπίρμιγχαμ κορυχογραμμή ή πόδι Μπίρμιγχαμ κορυφογραμμή σπίτι ή στη σειρά να ακουμπάμε το τραπέζι κι ύστερα στον τοίχο κι ύστερα το μέτωπό σου ή πρώτα τον τοίχο κι ύστερα το τραπέζι κι ίσως εδώ είναι το κλειδί κι αποκαλυφθεί η πλάνη μέσα στο αστραφτερό μυστήριο της μαγείας. Αρχινούν τις νέες δοκιμές χιλιάδες χιλιάδων συνδυασμοί λέξεων και κινήσεων που τις διορθώνουν κι ανακατατάζουν και ξανά.  Φέρνουν άνω κάτω το σπίτι κι ύστερα ο άνδρας λέει ίσως στο χτίσιμο του τοίχου και στο ύφασμα του χαλιού και στο κάρφωμα των σανιδιών. Αρχίζουν να χαλούν το σπίτι κι η γυναίκα σέρνεται γιατί η κοιλιά της έχει κιόλας φουσκώσει αρκετά. Εμφανίζεται ένας άνθρωπος άγνωστος. Ποιος είστε εσείς; απορεί ο άνδρας κι από πού μπήκατε αφού η εξώπορτα είναι κλειδωμένη από τότε. Όχι του θυμίζει η γυναίκα κι ήταν μια απ’ τι κινήσεις μας το ξεκλείδωμα της πόρτας. Είμαι ας πούμε ένας εξερευνητής λέει ο ξένος και μήπως έχετε να μου δώσετε να κοιμηθώ; Φύγετε δεν έχουμε καιρό λέει ο άνδρας κι ο ξένος παρατηρεί μα καθώς βλέπω εσείς έχετε περισσότερη ανάγκη από ύπνο παρά εγώ. Σας βλέπω ξαγρυπνημένους κι εξαντλημένους και στην κατάσταση που βρίσκεται η κυρία. Η γυναίκα πετάγεται και του εξηγεί παρόλο που ο άνδρας της κάνει νόημα αλλά είναι πια αποκαμωμένη και νιώθει ευγνωμοσύνη στον ξένο. Ίσως μπορέσω να σας βοηθήσω λέει ο ξένος κι εκείνοι ρωτάν ποια είναι η πραγματική σας ιδιότητα γιατί η εμφάνισή σας προδίδει μιαν ασυνήθιστα ιδιότητα. Είμαι ραβδοσκόπος. Ναι είστε ο άνθρωπος που χρειαζόμαστε  και θα είστε ένας αληθινός ραβδοσκόπος αφού ήρθατε σ’ εμάς…
Κι επομένως αφού τα απορρίψαμε όλα και μαζί ένα πράγμα σωστό και το ν’ απορρίπτεις το σωστό είναι χειρότερο από το να μη το ξέρεις. Σταμάτησε χάνοντας τη σκέψη του και κοίταξε το ραβδοσκόπο σαν να ήθελε με το βλέμμα του να αποτελειώσει εκείνο που προσπαθούσε να πει και στο τέλος φώναξε υστερικά το όργανό σας είναι μπλόφα κι αγυρτεία η γέννηση! αδύνατο να είναι τόσο ασήμαντο κι ανεπανόρθωτο το βασικό σφάλμα. Επομένως κι επομένως θεέ μου τι λέει. Λέει με εκνευρισμό ο ραβδοσκόπος η σχολαστικότητά σας δεν έχει όρια. Και τι το νοιάζει το ραβδί μου αν τ’ απορρίψατε ή δεν τ’ απορρίψατε προφυλάξτε. Προφυλάξτε τη γυναίκα. Να προφυλάξω; τα χάνει εντελώς ο άνδρας. Αχ τη γυναίκα την γυναίκα ηλίθιε φωνάζει με απελπισία ο ραβδοσκόπος φοβάμαι είναι αργά και σας προειδοποίησα. Επιτέλους ο άλλος καταλαβαίνει και ρίχνεται μπροστά και ο ραβδοσκόπος με δυσκολία συγκρατεί το ραβδί και πιάνεται με το άλλο χέρι από το τραπέζι και φωνάζει πάρτε την από δω κλειδώστε την αχ δεν γίνεται τίποτε πια. Το ραβδί σέρνει το ραβδοσκόπο και το τραπέζι αναποδογυρίζει κι ο ραβδοσκόπος φωνάζει και το ραβδί τον τραβά στο κρεβάτι απ’ όπου ακούγονται οι πόνοι της γυναίκας κι ο άνδρας πετάγεται νικημένος στον τοίχο κι ο ραβδοσκόπος είναι τώρα πάνω από το κρεβάτι και το ραβδί μη φωνάζει ο άνδρας μη. Είναι μεγαλοφυΐα. Αυτό είναι μεγαλοφυΐα αυτό σας λέω είναι μεγαλοφυΐα. Και γεννιέται το τέρας λέει η νοσοκόμα με κακία. Ποιο τέρας η γυναίκα σήκωνε τα χέρια να φυλαχτεί λέει λαχανιασμένος αυτός. Κοιτάζει τη νοσοκόμα αλαφιασμένος και με φρίκη λέει το τέρας και χαμηλώνει το κεφάλι να προστατευτεί και με φρίκη βλέπει γύρω με πανικό προς τη θαμπή φυλλωσιά που ανασαίνει αργά σαν κοιλιά κοιμισμένου ζώου. 

ΕΠΙΣΚΕΨΗ: Θα πάει να δει εκείνους τους φίλους. Τους παλαιικούς που κατοικούν σ’ ένα μεγάλο σπίτι και πανύψηλοι τοίχοι με μια ξύλινη πόρτα άνοιγε όσο να περάσεις κι ύστερα την έσπρωχνες και σέρνονταν βήχοντας στο τσιμέντο της αυλής οδός Δοϊράνης. Παράθυρα στενόμακρα και χαμηλά στο πάτωμα και μια σκάλα στενή και θεόρατη με πολλά γυρίσματα και τα περβάζια ουρανιά και σκεβρωμένα. Τα τετράγωνα μικρά τζάμια στο χώρισμα της σάλας μπλε κόκκινα πράσινα και χρωμάτιζαν τον ήλιο κι ο αφώτιστος διάδρομος που έβγαζε στην κουζίνα που είχε έναν εξώστη που έβλεπε στην παιδική πλατεία που τότε είχε ορύγματα κι η Ελισσώ είχε πηδήσει το όρυγμα με τα ψηλά κι αλύγιστα πόδια κι έτρεχε γελώντας κι ένα κορίτσι τη νύχτα σε μια ταράτσα τραγουδούσε την Ίρμα. Ίρμα και τα πλούτη όλου του κόσμου. Ο καπετάν Λαμπρινός θα φέρει τα πράγματα με το καΐκι κι ο γιος του ο Μάνιος σγουρομάλλης και λιγνός και μιλούσε τσεβδά κι η γυναίκα του καπετάνιου είχε ένα δάχτυλο σπασμένο στράβωνε λοξά και καβαλίκευε τα άλλα. Από την άλλη μεριά της πλατείας το σπίτι της κυρίας Σκαρλατίνας γιατί είχε πεθάνει μια γυναίκα από εξανθηματικό κι οι φίλοι στο ψηλό σπίτι απέναντι. Το σπίτι της κυρίας Σκαρλατίνας ήρθαν το βράδυ με φακούς και το σφράγισαν κι οι συγγενείς είχαν φύγει από πριν κλαίοντας κι αυτό το σπίτι ήταν ο πρώτος του θάνατος. Το σπίτι των φίλων είχε ίλιγγο με τις στενές σκάλες και ταράτσες με ψιλά κι αραιά κάγκελα και τα παράθυρα χαμηλά στο πάτωμα σαν πόρτες που μπορούσες να πέσεις και μεγάλες πήλινες σόμπες που άναβαν και φέγγιζαν τα παραθυράκια τους και πως ήταν γραπωμένος στο παράθυρο του δρόμου στο χείλος του σπιτιού. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου και ξαφνικά το πάτωμα κατηφόρισε κι αυτός κατρακύλησε κρεμάστηκε στο παράθυρο κι έτρεμε θα έπεφτε στον δρόμο. Κι από την ταράτσα μόλις κρατιόταν το πόδι του από ένα κάγκελο όμως αυτό ήταν μακριά και δεν το έφτανε. Το ψηλό σπίτι σαν ουρανός κι η γη κάτω χαραγμένη τρεμουλιαστά παιδικά σχέδια γιατί ευτυχία υπάρχει μονάχα στη μνήμη. Ξεκίνησε από πρωί γιατί ήταν πολύ μακριά και τους είχε ειδοποιήσει πως θα πήγαινε και φανταζόταν τη σκηνή που θα ξαναβλέπονταν γελούσε μόνος στον δρόμο. Αν και τους έγραφε τους έβλεπε κατά καιρούς στο δρόμο κι έξω από μακριά. Στο δρόμο γελούσε και μιλούσε λέξεις ξεχασμένες και γνωστές. Έφτασε σούρουπο κι είδε το σπίτι με φωτισμένα και μεγάλα παράθυρα και σαν να ήταν πιο μεγάλα και πιο πολλά κι όλα φωτισμένα με ρόδινο φως στο σούρουπο κι ήταν σιωπηλό. Έτσι φαινόταν παράξενος ο φωτισμός με τη σιωπή.  Έσπρωξε με δύναμη την πόρτα κι άνοιξε διάπλατα με ευκολία γλίστρησε στο τσιμέντο και κάθονται όλοι ασάλευτοι στην κορφή της σκάλας. Σα να ποζάρουν σε ζωγράφο και κατάλαβε πως είχαν γίνει βασιλείς αν και φορούσαν κοινά ρούχα και κατάλαβε αμέσως πως είχαν γίνει βασιλείς και κρατούν στα χέρια τα στέμματα ακουμπισμένα πάνω στα γόνατα. Γέμισε από την παλιά κι αφελή συγκίνηση του λαϊκού ανθρώπου προς το βασιλιά τρυφερότητα και τρυφερή περηφάνια ντροπή και σεβασμό κι αγάπη και προπαντός η πίκρα ενός πόνου χωνεμένου για το ανέγγιχτό τους το απαραβίαστο και ξαναμμένος τους χαιρετά από κάτω με αγαθή κι αδέξια οικειότητα των λαϊκών υποταχτικών κι αυτοί χαμογέλασαν αχνά και με απαλή φιλία έκλιναν τα αλαζονικά και περίλυπα κεφάλια τους και τα μαλλιά τους σαν χρυσά στο φως των παραθύρων… 



ΤΙ ΕΡΗΜΙΑ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ, ΛΕΕΙ Η ΔΙΟΝΥΣΙΑ ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΤΗ ΓΥΜΝΙΑ ΤΗΣ ΠΟΥ ΛΑΜΠΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΧΩΜΑ (6η συνέχεια επιλογής αποσπασμάτων από την ΕΚΔΡΟΜΗ του Γιώργου Χειμωνά): 
Στη μέση του κόσμου το ψάρι και παίρνει ζωή όλη η γη εκείνης της ώρας. Στη θέση ενός ανθρώπου που περπατά κι ενός σκυλιού ή έστω ένας άνθρωπος περπατά στην παραλία και ξαφνικά τον πιάνει επιληψία ή ένα παιδάκι που πέφτει ένα καλώδιο και παθαίνει ηλεκτροπληξία κι ένας σκύλος που περνάει ένα αυτοκίνητο και ψυχομαχάει. Αντί για όλα αυτά το ψάρι χοροπηδά και σκορπά τα λέπια του στις πέτρες. Είναι μια κτηνωδία και πρέπει να ενεργεί σε κάποιο εφιαλτικό συμπέρασμα. Η Διονυσία δείχνει τη θάλασσα και λέει χαμογελαστά η θάλασσα των Σαργάσσων. Η Διονυσία λέει ξέρετε γιατί σας τηλεφώνησα. Για τη Μαριέττα λέει αυτός ναι για την Μαριέττα λέει και η Διονυσία και σωπαίνει. Πώς είναι; την ρωτάει. Δεν είναι καλά απαντά η Διονυσία χαμηλόφωνα δεν είναι καλά είπε απλά μ’ ένα τρόπο υπόκωφο που αυτός τον ένιωσε τρομαχτικά εμφαντικό κι αποκαλυπτικό. Την βλέπει τυραννισμένη κι αδύνατη με τα μεγάλα μάτια και τα πεταμένα μήλα και τα κατάμαυρα αχτένιστα μαλλιά κι ένα πρόσωπο που το ήξερε άγριο και σαν πεινασμένο και τώρα είναι μαλακωμένο από λύπη για τη Μαριέττα. Ξαφνικά της λέει αυτή τη στιγμή τώρα εδώ σας αγαπώ γι’ αυτή σας τη φράση και γι’ αυτό το πρόσωπό σας. Η Διονυσία λέει καταλαβαίνω και δεν θέλω να κάνω εύκολη ψυχολογία αλλά χαρήκατε που μαθαίνετε πως η Μαριέττα δεν είναι καλά. Όχι λέει αυτός κι αυτή τη στιγμή δεν σκέφτομαι καν τη Μαριέττα και για σας μιλάω. Μη παρεξηγείτε λέει η Διονυσία κι εννοώ πως χαθήκατε αλλά όχι από εγωισμό και μην υποπτευθείτε από εγωισμό ή ίσως και από εκδίκηση κι αυτός είναι ο λόγος που με είδατε ικανοποιημένη από τον ενθουσιασμό σας κι όχι επειδή με αφοπλίσατε με την εξομολόγησή σας και κολακεύτηκα με φιλαρέσκεια ύποπτη. Μην αναστατώνεστε λέει αυτός κι αντίθετα η δική μου εκδήλωση είναι παρεξηγήσιμη κι ένας άλλος θα έβλεπε ασυγχώρητη σκληρότητα κι όμως σας ξαναλέω αυτός ο ενθουσιασμός που  είπατε δεν έχει καμιά σχέση με την Μαριέττα και μια καμιά σχέση με το νόημα των λόγων σας είναι σα να μη μιλούσατε εκείνη τη στιγμή με τη Μαριέττα… Ανάμεσα στους δύο ανθρώπους θα υπάρχει πάντα ένας μεσολαβητής κι αυτή στο εξής θα είναι η μορφή της κάθε σχέσης τριπλή. Ο μεσολαβητής έχει λεπτή ικανότητα και δεν απαρνείται τη ζωή κι είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος γιατί αλλιώς αποξενώνεται από τον εαυτό του κι από τους άλλους και θα χάσει την αισθηματικότητά του κι επομένως και το δύσκολο κι ειδικό τρόπο συμπεριφοράς. Έχει κι αυτός τους σημαδεμένους του λέει ο διακοσμητής κι ύστερα με χοντροκοπιά λέει τα βρίσκω πολύ γυναικεία. Γιατί τότε η σχέση μας με τον μεσολαβητή θα είναι η ιδεώδης και κάθε άλλη σχέση περιττεύει και να που επανερχόμαστε στον ορθόδοξο διπλό δεσμό κι ο μεσολαβητής γίνεται ο στενότερος φίλος μας και δικαίως με τόση κατανόηση κι επιείκεια δυσεύρετη και στον πιο εκλεκτό μας φίλο. Εκτός κι αν και στη νέα αυτή σχέση με τον μεσολαβητή χρειαστεί μεσολαβητής κι ούτω καθεξής. Όμως οι μεσολαβητές λέει η Διονυσία δεν είναι απλοί άνθρωποι και δεν μπορούμε να σχετισθούμε μαζί τους έχουν φυσιογνωμία αποκρουστική. Όμως είπατε λέει ο διακοσμητής είναι συνηθισμένοι άνθρωποι. Όχι λέει η Διονυσία έχουν κάτι το υπερφυσικό που εμποδίζει. Το αγγελικό κι όχι εννοείται το αγγελικό με την έννοια της αγνότητας και της καλοσύνης…
Η Διονυσία πήγε στο Ναυτικό Όμιλο. Στην παραλία ένας άνθρωπος κάθεται στο μαντήλι του απλωμένο καταγής και στον Όμιλο μερικοί διακοσμούσαν για χορό κάρφωναν θυρεούς και πυρσούς κι ένας πηγαινοέρχεται και δίνει διαταγές ας τον πούμε διακοσμητή και ρωτά τη Διονυσία με κοιτάζετε έτσι επίμονα σας θυμίζω κανέναν δικό σας; Η Διονυσία τον ρωτάει εκείνες οι κάθετες σημαίες θ’ ανεμίζουν έτσι; Ο διακοσμητής από ευγένεια λέει ακριβώς αν θέλετε να μας δώσετε μια γνώμη σαν γυναίκα κι η Διονυσία προχώρησε στον στύλο με τις σημαίες και το κεφάλι της μπερδεύεται στις γαλάζιες ουρές των σημαιών και κοιτάζει μακριά σαν αφηρημένη και παραμέρισε τις σημαίες σαν να ήταν κουρτίνες παραθυριού και κοιτάζει ανάμεσά τους. Γυρνάει και λέει εκείνες οι δάφνες μου θυμίζουν. Είχαμε στο παλιό σπίτι ένα μεγάλο κήπο με γύρω λαμαρίνες κι οι λαμαρίνες ήταν στημένες όρθιες για φράχτης από κείνες τις αυλακωτές. Ήταν δυο δένδρα δάφνες κι η μια ήταν στην άκρη του κήπου κι ακουμπούσε στις λαμαρίνες κι έβγαινα τα κλαδιά της έξω στην σκάλα του διπλανού σπιτιού κι ανάμεσα στην σκάλα και τις λαμαρίνες ήταν ένα χώρισμα αρκετά βαθύ.  Τότε με τους κομμουνιστές ήρθαν δυο κορίτσια της νεολαίας να κόψουν δάφνες για στόλισμα για μια γιορτή στο δημοτικό σχολείο. Το ένα κορίτσι πήγε από το διπλανό σπίτι να φτάσει τα κλαδιά της ακρινής δάφνης κι ανέβηκε στην σκάλα κι έκοβε γέρνοντας μπροστά. Τεντώθηκε και πέφτει στο χώρισμα ανάμεσα στην σκάλα και στις λαμαρίνες και η όρθια κόψη της λαμαρίνας την πετυχαίνει στο πρόσωπο. Την είδα που την πήραν κι έκλαιγε ξεσχισμένη κι είχε ένα κόψιμο στο πηγούνι κάτω από το στόμα μια παχιά ματωμένη γραμμή κι έμοιαζε σα να είχε δυο στόματα. Η Διονυσία κοιτάζει τον διακοσμητή κι εκείνος ρωτάει σας θυμίζω κανέναν; κι η Διονυσία λέει ο δικός μας άνθρωπος έχει το σημάδι ένα παλιό χτύπημα ή νυχιά ή και φυσικά στίγματα κι αυτό είναι ζήτημα δικαιολογημένης προσοχής αλλά είναι το ίδιο σαν να του κάνουμε εμείς το σημάδι ώστε να τον ξεχωρίζουμε και να τον αναγνωρίζουμε.

Η Διονυσία για πρώτη φορά παρατηρεί το αγόρι που κάθεται δίπλα τους. Ένα αγόρι κάθεται πιο εκεί καταγής και κάτι μαστορεύει δεκαεξάχρονο κι ολόγυμνο η γύμνια του λάμπει πάνω στο χώμα. Δουλεύει κι έχει ένα μικρό χαμόγελο και χωρίς να τους κοιτάζει φαίνεται να παρακολουθεί με χαμόγελο. Η Διονυσία βλέπει έκπληκτη το αγόρι. Της έκανε εξαιρετική εντύπωση. Η Διονυσία λέει είμαι μεσολαβητής. Ο διακοσμητής είπε μέσα του είναι αφελής και λέει ναι καταλαβαίνω. Όμως πρέπει ο καθένας μας να στηρίζεται στον εαυτό του κι αυτό οι περισσότεροι το λεν με πικρία όμως εγώ το λέω με περηφάνια. Είστε αφελής λέει η Διονυσία κι οι μεσολαβητές είναι απαραίτητοι κι όχι μόνο σε παρεξηγήσεις και διαφωνίες. Δεν είναι τόσο ασήμαντη η αποστολή τους κι ο ρόλος τους δεν είναι στοιχειωδώς συμφιλιωτικός κι είναι ουσιαστικά συμφιλιωτικός κι είναι απαραίτητοι σε κάθε σχέση. Είναι σαν εξομολογητές και σαν μεσολαβητές.  Είναι άνθρωποι με σπάνια αντίληψη με γνώσεις και με μεγάλη πείρα και πρώτα απ’ όλα μ’ επιείκεια. Τους επιτρέπεται κάποια θεατρικότητα κι υπερβολή να είναι παραστατικοί αφηγητές κι εννοώ να αναπτύσσουν με τέχνη στον άλλον με καίριες λέξεις και πιστευτό πάθος να αναπτύσσουν τη σημασία ενός πράγματος που τους εκμυστηρευόμαστε και κυρίως να μην είναι στην πραγματικότητα είρωνες ώστε να τους είμαστε ειλικρινείς γιατί η ειλικρίνεια φοβάται περισσότερο την ειρωνεία παρά την ακατανοησία. Με εμπιστοσύνη θα εξηγούμε στον μεσολαβητή πώς έχει ακριβώς μια κατάσταση κι αυτός θα αναλαμβάνει επιδέξια να το κάνει αντιληπτό στον άλλον και να το προσαρμόζει. Γιατί αν λείπει από τη μέση ο μεσολαβητής θα πρέπει διαρκώς να βασανιζόμαστε σε ατέλειωτες δικαιολογίες και κι επεξηγήσεις και να παρουσιάζουμε κάθε φορά αποδείξεις ότι λέμε την αλήθεια ή να μηχανευόμαστε πώς να κρύβουμε την αλήθεια.

Ανάμεσα στους δύο ανθρώπους θα υπάρχει πάντα ένας μεσολαβητής κι αυτή στο εξής θα είναι η μορφή της κάθε σχέσης τριπλή. Ο μεσολαβητής έχει λεπτή ικανότητα και δεν απαρνείται τη ζωή κι είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος γιατί αλλιώς αποξενώνεται από τον εαυτό του κι από τους άλλους και θα χάσει την αισθηματικότητά του κι επομένως και το δύσκολο κι ειδικό τρόπο συμπεριφοράς. Έχει κι αυτός τους σημαδεμένους του λέει ο διακοσμητής κι ύστερα με χοντροκοπιά λέει τα βρίσκω πολύ γυναικεία. Γιατί τότε η σχέση μας με τον μεσολαβητή θα είναι η ιδεώδης και κάθε άλλη σχέση περιττεύει και να που επανερχόμαστε στον ορθόδοξο διπλό δεσμό κι ο μεσολαβητής γίνεται ο στενότερος φίλος μας και δικαίως με τόση κατανόηση κι επιείκεια δυσεύρετη και στον πιο εκλεκτό μας φίλο. Εκτός κι αν και στη νέα αυτή σχέση με τον μεσολαβητή χρειαστεί μεσολαβητής κι ούτω καθεξής. Όμως οι μεσολαβητές λέει η Διονυσία δεν είναι απλοί άνθρωποι και δεν μπορούμε να σχετισθούμε μαζί τους έχουν φυσιογνωμία αποκρουστική. Όμως είπατε λέει ο διακοσμητής είναι συνηθισμένοι άνθρωποι. Όχι λέει η Διονυσία έχουν κάτι το υπερφυσικό που εμποδίζει. Το αγγελικό κι όχι εννοείται το αγγελικό με την έννοια της αγνότητας και της καλοσύνης.  Τι ερημιά λέει η Διονυσία κοιτάζοντας γύρω κι ύστερα κοιτάζει το γυμνό παιδί και ξαναλέει ερημιά. Ερημιά; γέλασε ο διακοσμητής. Η Διονυσία λέει με ελαφρότητα. Θα σας δώσω μια συμβουλή. Τη συμβουλή να μην θυμάστε τις κακές σας πράξεις γι’ αυτούς και τις καλές σας πράξεις για σας κι έτσι θα βρείτε την ηρεμία σας και δεν θα μορφάζετε όταν θα είστε μόνος και θυμόσαστε. Τι ακινησία και σιωπή λέει ανήσυχη η Διονυσία και σηκώνεται κοιτάζει γύρω. Αν τους φωνάξω δεν θ’ ακούσουν. Πώς τον λένε εκείνον; Ηλία απαντάει ο διακοσμητής αχαριστία αυτό θέλετε να πείτε; Ηλία φωνάζει η Διονυσία και λέει όχι αχαριστία τι σχέση έχει η αχαριστία όχι αντίστοιχα καλές και κακές Ηλία. Και προπαντός εκείνες τις μικρές παρατηρήσεις και τις μικρές αναμνήσεις και τα σημάδια. Ηλία. Θα φύγω λέει η Διονυσία. Πού πάτε αποκεί λέει ο διακοσμητής. Η Διονυσία δεν ήθελε να περάσει κοντά από το αγόρι εκείνο. Ένας εργάτης φωνάζει στο αγόρι και γελά. Το αγόρι πετάγεται όρθιο. Φωνάζει και τρέχει ανάμεσα στα ξύλα και στις σωριασμένες σημαίες και χορεύει φωνάζει το γυμνό σώμα κομματιάζεται σε φωνές και κινήσεις άγριες και περιγελαστικές. Οι εργάτες ξεκαρδίστηκαν στα γέλια και την κοιτάζουν

Ξαφνικά της λέει αυτή τη στιγμή τώρα εδώ σας αγαπώ γι’ αυτή σας τη φράση και γι’ αυτό το πρόσωπό σας. Η Διονυσία λέει καταλαβαίνω και δεν θέλω να κάνω εύκολη ψυχολογία αλλά χαρήκατε που μαθαίνετε πως η Μαριέττα δεν είναι καλά. Όχι λέει αυτός κι αυτή τη στιγμή δεν σκέφτομαι καν τη Μαριέττα και για σας μιλάω. Μη παρεξηγείτε λέει η Διονυσία κι εννοώ πως χαθήκατε αλλά όχι από εγωισμό και μην υποπτευθείτε από εγωισμό ή ίσως και από εκδίκηση κι αυτός είναι ο λόγος που με είδατε ικανοποιημένη από τον ενθουσιασμό σας κι όχι επειδή με αφοπλίσατε με την εξομολόγησή σας και κολακεύτηκα με φιλαρέσκεια ύποπτη. Μην αναστατώνεστε λέει αυτός κι αντίθετα η δική μου εκδήλωση είναι παρεξηγήσιμη κι ένας άλλος θα έβλεπε ασυγχώρητη σκληρότητα κι όμως σας ξαναλέω αυτός ο ενθουσιασμός που  είπατε δεν έχει καμιά σχέση με την Μαριέττα και μια καμιά σχέση με το νόημα των λόγων σας είναι σα να μη μιλούσατε εκείνη τη στιγμή με τη Μαριέττα. Γι’ αυτό που κάνετε για την Μαριέττα και για το πρόσωπό σας για την Μαριέττα κι ας μην ήταν η Μαριέττα. Σας είπα λέει η Διονυσία ότι δεν εννοούσα από εγωισμό και δεν σκέφτηκα καθόλου πως ήταν σκληρότητα και για το εύκολη ψυχολογία που είπα αυτό το εύκολη αφορά τη νοημοσύνη μου και όχι τη ψυχολογία σας. Και πώς μπορώ φώναξε η Διονυσία να σας ψυχολογήσω και με ποιο δικαίωμα. Δεν σας ταιριάζει λέει αυτός αυτή τη ταπεινότητα και αντίθετα σας ταιριάζει αυτή η δυσπιστία κι εκείνη η ιστορία με το ψάρι και περισσότερο σας ταίριαζε το η Θάλασσα των Σαργασσών. Η Διονυσία δεν απαντά κι αυτός με σπουδή λέει δεν εννοώ επιτήδευση και πώς θα μπορούσα να εννοώ ύστερα από κείνον τον θαυμάσιο λόγο σας για την Μαριέττα και πόσο θαυμάσιος. Εκείνη την ιστορία με το ψάρι την έβγαλα από το νου μου λέει η Διονυσία αφού μου ταιριάζει η δυσπιστία. Πείτε μου λέει αυτός πείτε για την Μαριέττα παρόλο που είναι δύσκολο κι αν όχι αδύνατο και μάλλον μου είναι αδύνατο να σας αναλύσω τη στάση μου απέναντί της και δεν είμαι από κείνους που εξηγούνται κι η απολογία μου ήταν ψέματα κι αυτό πρέπει να σας κάνει να πιστέψετε την ειλικρίνειά μου αφού θα μου ήταν ευκολότατο και βολικό να επινοήσω μια πειστική απολογία και όχι από μυστήριο. Από οίκτο; επειδή ξέρετε την ιστορία μου; Από οίκτο τι; ρωτάει αυτός. Πως με αγαπάτε λέει η Διονυσία. Δεν με αναστάτωσε λέει η Διονυσία η εξομολόγησή σας και θα σας μιλήσω για την Μαριέττα έστω μόνο και μόνο για να είμαι συνεπής σε ό,τι είπα σ’ εκείνον τον άνθρωπο στον Όμιλο αν και κοκκινίζω στην ιδέα πως θα μπορούσε να παρακολουθεί αυτή τη συνομιλία μας κι ωστόσο έχω την εντύπωση πως μας παρακολουθεί από κάπου αθέατος. 

Οι άνθρωποι έχουν επάνω μου μιαν ακατανίκητη επιρροή. Δεν έχω κινήσεις και βλέμματα και τόνο φωνής κι όλα αυτά είναι μιμήσεις από τους άλλους ανθρώπους και δεν φεύγουν από το νου μου οι άνθρωποι κι όχι οι άνθρωποι. Η Μαριέττα κι εσείς εκείνος στον Όμιλο κι εκείνος που κάθεται στη θάλασσα πάνω στο μαντήλι του. Είμαι ένα διάστημα και περιέχω όλους τους ανθρώπους κι όχι τα αισθήματά τους και τις σκέψεις τους αλλά τα πρόσωπά τους και τα μέρη του κορμιού τους το χρώμα των ρούχων τους τα δάχτυλα κι άλλη δυνατότητα να ζω δεν έχω παρά να τους παρακολουθώ και να τους φαντάζομαι και να τους υποδύομαι κι ακόμα και το πρόσωπό μου αλλάζει κι όλος ο κόσμος είναι γεμάτος από ανθρώπινα κομμάτια η μύτη το μέτωπο  οι ακρινές ακραίες τριχίτσες των φρυδιών τα λόγια το χέρι τα διακρίνω ξεχωριστά κι αταίριαστα να αιωρούνται πάνω απ’ τους ανθρώπους κι από τα σπίτια και φωσφορίζουν μέσα απ’ τα σβηστά παράθυρα και μέσα από τις νύχτες τα διακρίνω το μάτι του στην άσφαλτο το μέτωπό του στον ουρανό.  Πώς να μην αναστατώνει λέει η Διονυσία ένας τέτοιος λόγος και μια κίνηση που φανερώνει κάποιο αίσθημα. Ο δεσμός λέει η Διονυσία ανάμεσα σ’ ένα άτομο και στον μεσολαβητή και στην πιο αρχή του η προσέγγιση κάποιου προς έναν μεσολαβητή απαιτεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κι απλή προσέγγιση απαιτεί τη βοήθεια ενός νέου μεσολαβητή κι είναι αυτό που κορόιδεψε εκείνος ο άνθρωπος. Εδώ έχει σημασία η φορά του νέου μεσολαβητή που πρέπει να είναι από τον πρώην μεσολαβητή προς το άλλο άτομο για χάρη του πρώην μεσολαβητή γιατί ο μεσολαβητής για τον εαυτό του έχει μεγαλύτερη ανάγκη μεσολάβησης προς τους άλλους κι αυτό δείχνει η αιτία που τον έκανε να γίνει μεσολαβητής αν είναι ανώδυνο αυτή η αιτία να αποκαλυφθεί. Εσείς δεν ξέρετε παρά την εξωτερική πλευρά της ιστορίας και την ατάραχη πρόσοψη του σπιτιού κι επειδή οι μεσολαβητές ποτέ δεν αποποιούνται μια προσέγγιση κι αυτό είναι σαν ηθική αρχή και προαποφασισμένο κι όμως είναι απελπισία και όχι ευχαρίστηση κι αυτή η αρχή κι αυτή πάλι δεν είναι ξένη προς την αιτία που έγιναν μεσολαβητές…

Οι δρόμοι έξω από τις πόλεις είναι ερημικοί χάνονται μέσα στα βουνά και δεν υπάρχει γι’ αυτούς θάλασσα δεν υπάρχει να χυθούν νικημένα δένδρα χαίρεσαι λάμψη κι άσπρο πλατύ φτερουγίζει στον ίδιο δρόμο στον ίδιο δρόμο και ξέρεις πως δεν έρχονται για σένα και δεν έρχονται για κανέναν και ποτέ δεν ήρθαν έρχονται με φωνές πόσες φωνές στα τεντωμένα τους χέρια χαίρεσαι και χαίρεσαι και σφίγγεσαι ν’ αντέξεις στην ένωσή σας γι’ αυτήν έχεις ώρα εκδρομής τα ψηλά χόρτα και ο ήλιος τα δένδρα τα βουνά οι κόκκοι του χώματος ευτυχισμένες πατημασιές ζώων ένα κλαδί κι ένα χαρτί ο στύλος κι ένα κρανίο αρνιού η ελιά τα σύρματα μητέρα μου. Ήρθαν πέντε άνθρωποι στους δρόμους, πέντε παληκάρια, έτρεχαν φώναζαν με πανικό πέρασαν κι έφυγαν φώναζαν και χάθηκαν. Άναψαν τα παράθυρα κι οι πόρτες οι αυλές, Βγήκαν έξω ρωτώντας. Φώναξαν κι έτρεξαν στους δρόμους - Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το βιβλίο Η ΕΚΔΡΟΜΗ]


επόμενη 7η ΣΥΝΕΧΕΙΑ αποσπασμάτων από την ΕΚΔΡΟΜΗ του Γιώργου Χειμωνά:  Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΕΒΛΕΠΕ ΤΑ ΓΥΜΝΑ ΠΟΔΙΑ ΚΙ ΕΝΙΩΘΕ ΤΟ ΣΚΟΠΟ Ν’ ΑΓΙΑΖΕΙ ΤΑ ΜΕΣΑ…