Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018

Η ΚΑΘΕ ΛΕΞΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΞΟΔΟΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ (και τότε είναι μια λέξη αληθινή σαν επιμένει στη συνάντηση)

Πίσω από απλά πράγματα κρύβομαι, για να με βρείτε… Αν δεν με βρείτε, θα βρείτε τα πράγματα, θ’ αγγίξετε εκείνα που άγγιξε το χέρι μου, θα σμίξουν τα χνάρια των χεριών μας!.. Το αυγουστιάτικο φεγγάρι γυαλίζει στην κουζίνα σα γανωμένο τεντζέρι (γι’ αυτό που σας λέω γίνεται έτσι) φωτίζει τ’ άδειο σπίτι και τη γονατισμένη σιωπή του σπιτιού – πάντα η σιωπή μένει γονατισμένη!.. Η κάθε λέξη είναι μια έξοδος για μια συνάντηση, πολλές φορές ματαιωμένη, και τότε είναι μια λέξη αληθινή, σαν επιμένει στη συνάντηση…   [ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΛΟΤΗΤΑΣ από τις ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ του Γιάννη Ρίτσου και με ΚΛΙΚ στη φωτογραφία του ποιητή κι άλλες επιλογές από την ίδια συλλογή. Οι Παρενθέσεις γράφτηκαν από το 1946 έως το 1947. Στα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ που ακολουθούν μια ενδεικτική επιλογή από ημερολογιακές σημειώσεις γραμμένες στο Στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων στη Λήμνο 1948-1949 όπου «μιλούσε μόνος προς τον τοίχο. Η έμφαση ήταν φανερή ίσως ελπίζοντας πως κάποιος τον ακούει: Ακούμπησα το στόμα μου στη θύμησή σου, ξενύχτησα τον πόνο και την ηδονή ανάμεσα σε τέσσερα κεριά σβησμένων στίχων]




ΜΕΤΑΠΛΑΣΗ
Αυτό που λες γαλήνη ή πειθαρχία, καλοσύνη ή απάθεια,
αυτό που λες κλεισμένο στόμα με κλεισμένα δόντια
δείχνοντας τη γλυκιά σιωπή του στόματος, κρύβοντας τα σφιγμένα δόντια,
είναι μονάχα η καρτερία των μετάλλων κάτω απ’ το χρήσιμο σφυρί,
κάτω απ’ το τρομερό σφυρί – είναι που ξέρεις
πως απ’ τ’ άμορφο περνάς προς τη μορφή.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν καληνύχτα.
Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν.
Τότε καταλαβαίναμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ την καρέκλα και λέμε:
«Κουράστηκες πολύ σήμετα», ή «άσε, θ’ ανάψω εγώ τη λάμπα».

Όταν ανάβουμε το σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας
με μιαν ανεξήγητη προσήλωση προς την κουζίνα.
Η πλάτη της είναι ένα φορτωμένο βουναλάκι φορτωμένο με πολλούς νεκρούς –
τους νεκρούς της φαμίλιας, τους δικούς της νεκρούς και τον δικό σου.
Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια
ακούς τα πιάτα να κλαίνε στην πιατοθήκη κι ύστερα ακούγεται
το τρένο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο.

ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
Εσύ δεν θα μου πεις ευχαριστώ,
όπως λες ευχαριστώ στους χτύπους της καρδιάς σου
που σμιλεύουν το πρόσωπο της ζωής σου.

Όμως εγώ θα σου λέω ευχαριστώ
γιατί γνωρίζω τι σου οφείλω.

Αυτό το ευχαριστώ είναι το τραγούδι μου

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΕΞΟΡΙΑΣ (επιλογή)
24 Νοεμβρίου 1948
Όλα ξεχάστηκαν πριν ειπωθούν
Και η σιωπή δεν είναι καταφύγιο.

26 Νοεμβρίου
Τούτα τα κρύα μας δυσκολεύουνε.
Το νερό παγωμένο, το φαϊ παγωμένο.
Ο ήλιος άσπρος κολλημένος στα τζάμια
ένας ήλιος από χιόνι και παλιά γραμματόσημα.
Μονάχα τα σταμνιά κρατάνε
κάτι από σπίτι και θύμηση.

29 Νοεμβρίου
Δελτάρια λογοκριμένα. Χιόνι
Θυμάμαι ένα ζευγάρι αρβύλες
γεμάτες χιόνι.
Θέλω να δώσω στα πράγματα ένα νόημα
που δεν έχουν.

Ένας άνθρωπος με τα γένια του
ένα τραπέζι
όχι δένδρο.

Το πόμολο της πόρτας ήταν ζεστό
άλλοτε σαν ένα χέρι.

Όμως κι εκείνη και την άλλη νύχτα
ήταν το ίδιο βραδύγλωσσο φεγγάρι.

2 Δεκεμβρίου 1948
Ο ουρανός είναι μια τρύπα.
Δε χωράμε.

4 Δεκεμβρίου
Πρόβατο, πρόβατο της παγωνιάς
μικρό ποίημα
πιάσε με απ’ το χέρι.
Η αυγή έχει το αγκάθι της
και το σκαμνί της.
Ως το βράδυ ας πιστέψουμε.

8 Δεκεμβρίου
Φύτεψα ένα δένδρο. Θα το μεγαλώσω.
Ό,τι κι αν γίνει δε γυρίζω πίσω.

4 Ιανουαρίου 1949
Κι άξαφνα
μια θύμηση από πουλιά
που βούλιαξαν στο άγνωστο.

15 Ιανουαρίου
Πολιορκώ το μαύρο σημάδι βήμα-βήμα
διπλασιάζω το πράσινο ενός φύλλου
πολλαπλασιάζω μιαν αίσθηση ησυχίας
χρησιμοποιώ μεταφορές, μεταφέρω
άλλοτε αλλού πουθενά.
Άξαφνα νιώθω να βρίσκομαι
πολιορκημένος απ’ το μαύρο σημάδι.

24 Ιανουαρίου
Ακούμπησα το στόμα μου στη θύμησή σου
ξενύχτησα τον πόνο και την ηδονή
ανάμεσα σε τέσσερα κεριά
σβησμένων στίχων.

31 Ιανουαρίου 1949
Μητέρα νύχτα – είπε
τύλιξέ με στα μαύρα μαλλιά σου
διάτρητον απ’ τ’ άστρα σου
ζώντας την ταπείνωση
να μην είμαι νεκρός.
(μιλούσε μόνος προς τον τοίχο.
Η έμφαση ήταν φανερή
ίσως ελπίζοντας πως κάποιος τον ακούει)
Στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων Κοντοπούλι Λήμνου 1948-1949

 «Γιάννης Ρίτσος - ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»:  Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα έστελνε ο ποιητής μέσα απ' τον κατοχικό ζόφο, τον Αύγουστο του 1942, όταν η Αντίσταση ανδρωνόταν κι η υπόσχεση ενός κόσμου ωραίου που θα αναδυόταν απ' τα ερείπια έμοιαζε να παίρνει σάρκα. Από τότε, η βαρβαρότητα άλλαξε πολλά πρόσωπα. Τα νέα δεινά του τόπου έμελλε να τα νιώσει στο πετσί του, μάρτυρας (με τη διπλή σημασία) της μισαλλοδοξίας και της απανθρωπιάς στις αλλεπάλληλες εκτοπίσεις του. Του 'μελλε ακόμα, εκείνες τις σημαίες που ονειρευόταν, να τις δει να κουρελιάζονται μία μία. «Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου», έγραφε κιόλας μες στη δικτατορία, όταν ξεσπούσε η κρίση στις σοσιαλιστικές χώρες.  «Μεθαύριο», λοιπόν, αν κάποιος θα 'θελε να διαβάσει την ιστορία της εκατονταετίας, θα την εύρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: Στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό· στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία· στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του, εγκατασπαρμένη σε ποικίλες συνθέσεις. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά.


Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

ΚΙ ΟΛΟ ΡΩΤΑΩ ΑΝ ΗΣΟΥΝ ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΗΝ ΠΛΩΡΗ ΜΑΣ:

Τούτο τ’ ακρογιάλι θαμμένο στη στάχτη, φύκια ξεριζωμένα από παλιές τρικυμίες και τα φτερά σου νεκρά στον αγέρα ψηλά με τις φωνές που δεν προφτάνουν να γίνουν γλάρος κι άλλοτε χρυσά και μαύρα στον αφρό χωρίς ξεκούραση, χωρίς γαλήνη. Και τούτος ο κάβος στο Βοριά σα ραχοκοκαλιά δεινόσαυρου καθώς γέρνει να γλείψει στα νύχια του το αίμα από τα σπαραγμένα περιστέρια μας.
Κάπου εδώ
Κάπου εδώ πλευρίσαμε αλαφρά, σιωπηλοί κρύβοντας τα πρώτα δάκρυα, πίκρα της θύμησης που στεγνώνει σαν αλάτι στο κορμί και γύρω στα χείλια, πίκρα της μεγάλης ερημιάς όπως όταν ξυλάρμενο σε βρίσκει το βράδυ και γυρεύεις τα’ αστέρια που αγάπησες πολύ μέσα σε κλειστά κοχύλια, βυθισμένα. Κι ολοένα η μουσική απ ’τα κουπιά και του νερού το λίκνισμα στα πλάγια με τ’ όνομά σου που πεταλούδιζε σπασμένο παιχνίδι των ίσκιων, της νυχτερίδας χορός.
Πώς βρέθηκες εδώ που τελειώνουν οι μέρες, ο καιρός και η θάλασσα γυμνή κι ολομόναχη μες στο βαθύ κυμάτισμα της πετρωμένης άμμου, μέσα στα σάπια φύκια ίδιος αρχάγγελος ματίζοντας τα τρυπημένα δίχτυα μας ενώ σε ταξιδεύει ο ύπνος στα νησιά του.
Τι παλεύεις απελπισμένη να κρατηθείς μες στον περίγυρο της μνήμης σου που ολοένα στενεύει, τι γυρεύεις κι έρχεσαι και μας ξυπνάς μια ώρα περασμένα τα μεσάνυχτα με μια φωνή πνιγμένου στο σκοτάδι αφού ξέρεις δώσαμε τ’ όνομά σου στο καράβι μας, στην ψυχή μας, πήραμε τα μαύρα πέλαγα κι ούθε φυσήξει.
Κάποτε κιόλας ανάμεσα στα ξάρτια καθώς τραβάμε τα σκοινιά τα δάκρυα με προδίδουν. Συλλογισμένος τα σφουγγίζω με το σκούφο μου κι όλο ρωτάω αν ήσουν όνειρο στην πλώρη μας, αν ήσουν… (ΕΡΗΜΟΝΗΣΟ από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ 1971 – ART by duy huynh paintings)


ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΩΜΑ
Ποιον πάνε στο άδειο ξυλοκρέβατο
δεμένον με μπαμπάκια
και γάζες και σύρματα;

Τρέχει το αίμα στάζει στη γη
χωρίς να υπάρχει το σώμα
το σώμα δε βρέθηκε
κι όμως το βλέπεις
ο Νεκρός είναι εκεί
θερισμένος.

Πέφτει χιόνι τώρα και τον σκεπάζει
χιόνι στο ξυλοκρέβατο, χιόνι στο αίμα
καθώς φυσάει και η μνήμη ξεπαγιάζει
λαξεύοντας προσεκτικά στον αγέρα
το άφαντο σχήμα του.

ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ
Εκεί έμεινα
μες στο σκοτάδι είναι δροσιά
είναι μια παλάμη γης πάνω στο μέτωπο
δε σαλεύω πια και η ανάσα μου ησυχάζει.
Μια μικρή φλέβα νερό βρήκε το πλευρό μου
το μέρος που μ’ έπιανε ο πόνος
σαν άρχιζαν εκείνες οι βροχές. Τάχα θα πονέσω;
Αν ξεριζώσει τούτο τ’ ασφοδίλι που ποτίζουν
οι μυστικές πηγές του ύπνου μου
αν φυσήξει ο γνώριμος αγέρας και το ξεριζώσει
να με βασανίσει πάλι χτυπώντας
πόρτες αμαντάλωτες και παράθυρα
μιας χαμένης μνήμης –τάχα που είναι η γαλήνη;
Ποιος θα με λυπηθεί
όταν ξυπνήσουν τα τσακάλια πεινασμένα
ψάχνοντας το κίτρινο χώμα μου
όταν θα έρθει ο καιρός της λησμονιάς
σπρώχνοντας τις πέτρες
ωσάν κοπάδι σκλάβες που δε θέλουνε ν’ ακολουθήσουν.

Διάβασα τον καιρό εκστατικός
μέσ’ απ’ τη φωνή των πουλιών
φύλαξα άγριους καρπούς στην κουφάλα ενός δένδρου
έδειξα το πέρασμα του ποταμού στο διαβάτη
με καληνύχτισε και τον καληνύχτισα.
Νυχτώθηκα πολλές φορές
σαν τον ετοιμοθάνατο που δεν τελειώνει
μόνο ακούει το κλάμα του γεραλέου ελέφαντα
καθώς πηγαίνει στη σπηλιά του να πεθάνει.
Αν ήξερα μια προσευχή θα την έλεγα.

Εκεί έμεινα
ελπίζω τα κόκαλά μου ν’ ανθίσουν
τον Απρίλη με τις πασχαλιές

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ
Κάπου ξεκαρφώνουν απ’ το πρωί.
Απ’ τ’ ανοιγμένα μνήματα βγαίνουνε κρίνα
κι ο ήλιος μες τη συννεφιά
σα Λάζαρος με σάβανο
Έπειτα λάμπουν οι στολές των πεθαμένων
το μετάξι, τα χρυσαφικά, τα λεμονάνθια
όλα τ’ ανώφελα των ενταφιασμών
και τα μικρά σκεύη του κάτω κόσμου.

Τώρα τους βλέπω.
Πηγαίνουν σιγά, πλάι στα κυπαρίσσια
προσέχοντας μήπως δρασκελίσουν
το σχήμα που τους έδωσε ο θάνατος
απλώνοντας τ’ αδύναμα χέρια τους
ν’ αγγίξουν λίγο φως ή τον αγέρα
αυτόν που ανασαίνουμε.
Φτωχά σαγόνια, φαγωμένα χαμόγελα.
Δεν ξέρουνε πώς να φερθούν
γυρίζουν αφηρημένοι εκεί
κατά το μέρος που ολοένα ξεκαρφώνουν.
Θυμούνται.

Δεν είναι πόνος, μήτε ξεκούραση καν
μονάχα σαν να σε κατεβάζουν προσεκτικά απ’ το πρωί
χωρίς να τους δίνεις φρίκη
μέσα σ’ ένα άσπιλο σεντόνι και το νιώθεις
καθώς μετατοπίζουν τις σκάλες από καρφί σε καρφί
ώσπου μένουν τέσσερα σημεία στον άνεμο
γυμνά, ματωμένα

ΚΗΔΕΙΑ π.Χ.
Πιο πίσω ήταν τα χώματα
τ’ αυτοκίνητα σταματημένα
κι ο φόβος κρυμμένος εκεί
πολύ κοντά μας.
Κανείς δεν έβγαζε μιλιά.

Πρόφτασα και του είπα:
Σκύψε και κοίτα ήσυχα
εδώ που κατεβαίνεις ολομόναχος
δεν είναι φως μήτε σκοτάδι
να χωθούμε.
Όμως θα σ’ ανταμείψει ο θάνατος
θαμμένον χίλια χρόνια
σ’ ένα πιθάρι προ Χριστού.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή: πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν… Στον μέλλοντα, λοιπόν, αιώνα αυτοί θα τρέξουν στο ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ να ζητήσουν μια θέση και βέβαια θα πληρώσουν μ’ ένα Ποίημα… Η φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου έχει φυσικό χάρισμα να μπορεί να αφηγηθεί και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει, να μην σβήνει όταν χαμηλώνει…


Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

ΜΝΗΜΕΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΠΟΥ ΓΕΡΑΣΑΝ ΜΕΣ ΣΕ ΔΥΟ-ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ… (αλλά οι άνθρωποι που μας αγαπούν δεν μας ξεχάσαν)

Ποιος θ’ απαντήσει στην κραυγή μας; Ποιος έμεινε να μοιραστούμε τον ίλιγγο; Μια-μια οι πόρτες κλείνουν. Κι όμως στους δρόμους του Βορρά, στις χαράδρες με τ’ αλάθευτα ντουφέκια, στις γειτονιές που δεν γονατίζουν οι άνθρωποι μας περιμένουν μ’ ελπιδοφόρα πρόσωπα, μ’ άγρυπνα μάτια. Μ’ αυτά τα πληγωμένα χέρια της σκλαβιάς θ’ αγγίξουμε τον ουρανό!.. Άραγε θα κρατήσουν οι ώμοι μας το βάρος αυτής της εμπειρίας; Ήσαν οι δύσκολες μέρες της ζωής που απ’ τα μικρά μας χρόνια αντικρίσαμε. Ξαφνικά σοβαρεμένοι, γνωρίσαμε το θάνατο και τη μάχη, κυνηγώντας τα μεγάλα πουλιά μας ξέφυγαν όλα από τα χέρια. Και η μυστική απάντηση δεν έρχεται. Μα χρειάζεται να ρωτήσεις για να σ’ αποκριθούν; Χωρίς να το νιώσω έγινα καλός  (Οι δύο τελευταίες Παραλλαγές σε δύο Θέματα από τη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου Επιστροφή στην Ποίηση 1948-1951]



ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΣΕ ΔΥΟ ΘΕΜΑΤΑ (από τη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου Επιστροφή στην Πόιηση 1948-1951):
-Ι-
Παιδιά με βιαστικές ορμές
τραγουδώντας πολεμικά εμβατήρια
αφήσαμε τα θρανία
για να κατεβούμε στη διαδήλωση
δρασκελίσαμε τους φράχτες των αμπελιών
με τη χαρά της αρπαγής πάνω απ’ το φόβο του δραγάτη.
Η πράξη προλάβαινε το στοχασμό
ο στοχασμός δεν χωρούσε στα τραγούδια.
Οι ξινές ρόγες ωρίμασαν απότομα.
-ΙΙ-
Το χώμα δέχθηκε τα κορμιά
μια ρίζα για προσκεφάλι
κι ο ήλιος καρφώνοντας τις ανοιχτές παλάμες.
Πρόσκληση για φλογέρα οι καλαμιές
πανάρχαιοι σκοποί απ’ τα γλυφά κοχύλια.
Στο κατώφλι του περβολιού προσμένουμε το καλοκαίρι
-ΙΙΙ-
Κλέψαμε μια χούφτα θάλασσα
το νερό έμεινε γαλάζιο
θρυμματίσαμε το κρύσταλλο τ’ ουρανού
τα συντρίμμια έμειναν γαλάζια
μόνο το αίμα έχουμε κόκκινο
και την καρδιά.
Αίμα
που έβαψε τα πεζοδρόμια
που τύφλωσε τα μάτια
που γέμισε στυφό το στόμα.
Πάθος της άρνησης
λύσσα του γκρεμισμού –
ποιος θα χτίσει καλύτερα από μας;
V-
Στην άκρη της μνήμης τελειώνει η θάλασσα
πέρα απ’ το παράθυρο αρχίζει ο κόσμος.
Τα βιβλία φθείρονται μες στα χέρια μας
τα βιβλία που ώρες κι ώρες σκύβουμε πάνω τους
που τα συζητάμε στην κλειστή κάμαρα.
Τύψη της αδέξιας πράξης
πιο τυραννική κι απ’ της άνομης πράξης.
Είναι μακριά οι σοφές πόλεις της Ευρώπης
με τις γερτές σκεπές, τις καμινάδες
που δεν γνωρίζουμε την αγωνία
της παράνομης συνεδρίασης.
Χίλιοι δρόμοι οδηγούν στη λευτεριά.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Καμινάδες νεκρές, δίχως καπνό
άδεια από γέλιο στόματα
καρδιές που νίκησαν και πέθαναν –
πρέπει να γεφυρώσουμε τα χείλη της αβύσσου.

Άνθρωποι, πάνω απ’ όλα άνθρωποι
αδιάκοπα, χωρίς ανάσα, χωρίς ντροπή
γυμνοί από αμφιβολίες
τίποτα κρυμμένο
ας ξεχυθούμε πάλι μες τους δρόμους
να χτίσουμε ξανά τη ζωή
να χτίσουμε πρώτοι εμείς τη ζωή.

Φωνές γεμάτος ο ουρανός
κι αναποδογυρισμένα σύννεφα
που τα εκτελέσαμε το μεσημέρι –
μόλις το πρόλαβαν οι εφημερίδες
επί του πιεστηρίου.
Καμιά δεν έγραφε για τις βρύσες
που ανοίξανε στα βασανισμένα τους κορμιά.

ΟΙ ΦΙΛΟΙ
Δεν είναι η θύμηση των σκοτωμένων φίλων
που μας σκίζει τώρα τα σωθικά.
Είναι ο θρήνος για τους χιλιάδες άγνωστους
που αφήσανε στα ράμφη των πουλιών
τα σβησμένα ματιά τους
που σφίγγουνε στα παγωμένα χέρια τους
μια φούχτα κάλυκες κι αγκάθια.
Τους άγνωστους περαστικούς διαβάτες
που ποτέ δεν μιλήσαμε
που κάποτε για λίγο κοιταχθήκαμε
όταν μας έδωσαν τη φωτιά του τσιγάρου τους
στο βραδινό δρόμο.
Τους χιλιάδες άγνωστους φίλους
που έδωσαν τη ζωή τους
για μένα.

ΑΝΑΜΟΝΗ
Το βλέμμα αντιστύλι τ’ ουρανού
κιονόκρανο της ματιάς ο ήλιος.
Και περιμένουμε τη νέα δοκιμασία.

[«Απλωθήκαμε σαν πολυθρόνες καφενείων. Κανείς δεν έρχεται να κάτσει»: λέξεις γυμνές από ποιητικές συλλογές του Τίτου Πατρίκιου, που δείχνουν τα κόκαλά τους σε μιαν αλλιώτικη διάταξη, ανατομία καθημερινών πραγμάτων το πολύ για μια ΛΥΤΡΩΣΗ ΑΤΟΜΙΚΗ… «Γι αυτό κι εγώ δεν γράφω πια για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια, όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια! Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω, να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή – όσο μπορώ κι όσο κρατήσω» ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Μαθητεία 1963]

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ; ΤΟΥΤΗ Η ΑΠΕΡΑΝΤΗ ΟΙΜΩΓΗ;

Ξυπνήσαμε καταμεσί σε μια κραυγή!.. Γύρω καπνίζαν οι πολιτείες και μας έπνιγε ο καπνός, ο ουρανός σαν αναφιλητό χτυπιόταν και βουίζαν οι στέγες του από θύελλες φωτός.
Νωρίς-νωρίς μπαρκάραμε στο σάλο της ζωής περάσαμε τις παιδικές θάλασσες θερισμένες, σβησμένα τα πρωινά τα δάση και σπασμένες, σπασμένες όλες οι βεντάλιες της βροχής.
Ανάστατα, αδυσώπητα τριγύρω μας χορεύουν, θάλασσες που μεσουρανούν τυφώνες μελανούς, τα μάτια των νεκρών παιδιών κι άγρια μας κυριεύουν γεμάτα λάμψεις και πληγές από βομβαρδισμούς.
Πού ’ναι λοιπόν οι πίδακες του γέλιου, πού ’ναι οι οπώρες του έρωτα; Ξερή καμένη η γη, κρεμάλες σκύβουν πάνω μας αντί άνθινες αιώρες. Αυτός είναι λοιπόν ο κόσμος; Τούτη η απέραντη οιμωγή;
Όχι, μη κρύβετε τη ζωή, παραμερίστε αυτά τα κρόσσια της φωτιάς, τραβήχτε τους καπνούς, το θόρυβο της άνοιξης στα δάση αφουγκραστείτε, ξυπνούν οι γαλανοί λειμώνες μεσ’ απ’ τους ατμούς.
Ανοίχτε μας τον κόσμο!.. μια παρηγοριά με της αστροφεγγιάς τα χέρια μας βαφτίζει σ’ ανατριχίλες κι αστραπές καινούριες και ξεφτίζει την άνεση της λύπης μας σε σμήνη άγρια πουλιά.
Ανοίχτε μας τον κόσμο! Πλάι μας βαδίζουν εκατομμύρια νεκροί που από τον πόλεμο γυρνούν, οι λάμπες των κρανίων τους το δρόμο μας φωτίζουν κι οι δείχτες προς το μέλλον τρίζουν και γυρνούν.
Ανοίχτε!.. οι άνεμοι χτυπούν τις πόρτες και μαδούν χρώματα της πληγής, λάμψεις της πανοπλίας, τρέμουν της νύχτας όλοι οι τοίχοι και μαδούν αυτά τα πεπρωμένα της αηδίας.

Ανοίχτε όσο είναι νωρίς – για να σας συγχωρέσει το αίμα που πάντα συγχωράει, το αίμα που θα περάσει. Μάτια, καρδιές και στόματα – για να σας συγχωρέσει το αίμα που δεν μας γέλασε κι ούτε ποτέ θα μας γελάσει!.  [από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΓΕΝΙΚΗ ΑΙΣΘΗΣΗ 1954]


ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
                             -Ι-
Δεν ξεχωρίζω πια τον ερχομό σου από την άνοιξη
το βάδισμά σου απ’ το άνοιγμά των λουλουδιών
τη νιότη μου από το χαμόγελό σου

Δεν ξεχωρίζω το κορμί σου απ’ των περιβολιών το θρόισμα
την αφή σου απ’ την αφή όλου του κόσμου
τη γεύση σου απ’ τη γεύση των τρικυμισμένων μυστικών

Δεν ξεχωρίζω πια τα μάτια σου
Μάτια; ουρανός; θάλασσα; αστέρια –δεν ξεχωρίζω πια
Εσπαταλήθηκες πολύ μες τη ζωή μου
                             -ΙΙ-
Βλέφαρο ασάλευτο, φτερούγα δίχως αναστεναγμό,
πληγή ξεχειλισμένη από φεγγάρι,
δάχτυλα που παρηγορούν αυτές τις πέτρες
και κάποτε ήταν δάκρυα,
αγρύπνια μετρημένη με σφυγμούς και σφυρίγματα τρένων,
νύχτα αράγιστη,
κρατάμε μιαν απέραντη λύπη
που αφανίζει το θάνατο.
                             -ΙΙΙ-
Έξω απ’ το χαράκωμα της μοίρας
στόμα του τριαντάφυλλου
μάτια της βροχής
δάχτυλα που δεν έχουν αδελφούς κι ούτε αδελφές στον κόσμο
σφίγγουν τα ηνία του χαμόγελου, καθώς
το αίμα στο χαράκωμα του ορίζοντα σαλπίζει
σιωπητήριο της καρδιάς
                             V-
Προτού το πρόσωπο βουλιάξει
στις χούφτες του ονείρου, προτού
να ρουφηχτεί η θωριά στις χούφτες του χαμού
βρήκε το μέτωπο άστρο
βρήκαν τα μάτια εύφορη σκιά
βρήκεν ηχώ ο λυγμός.
Λευκή από δόντια κωδωνοκρουσία
χιονίζει πάνω από παράλογα τοπία
κι ανήξερα από πόνο πνίγονται τα χέρια
                             -V-
Να!.. αλλάζει βάρδια ο πόνος με τ’ αστέρι,
λασκάρει ο στεναγμός τον ουρανό,
βγες απ’ το μίσος, πέτα το μαχαίρι,
πάνω απ’ τη ράχη πήδα να σκορπίσεις τον καπνό,

άνοιξη της φωνής, της άνοιξης φωνή,
βλέφαρα, σκονισμένα του ήλιου σκαλοπάτια,
άνοιξη του κορμιού, της άνοιξης κορμί,
καρδιά που πια μοιράστηκες στης αϋπνίας τα μάτια.

Να!.. αλλάζει βάρδια ο πόνος με τ’ αστέρι
λύνεται απλά των στοχασμών μας η ροή.
-Δωσ’ μου το χέρι σου αδελφέ, δώσ’ μου το χέρι!
Σιωπηλά, θριαμβικά στρίβει η ζωή για τη ζωή
                             -VΙ- (Πάθος Ανθρώπινο)
Δε γιατρεύεται τούτη η ομορφιά
λουσμένη σε πληγές και ηφαίστεια…
Καθίσαμε τριγύρω απ’ την πληγή
που την στεφάνωνε ένας πυρετός από άστρα,
δεκαοχτώ χρονών κι ακόμα μικρότεροι
-τα δάχτυλά μας αποβάθρες χαδιού
τα στάματά μας άνοιξη από λόγια
κι αυτό που χρόνια τώρα γυρεύαμε, μια φαντασία πιο εύφορη
όπου να ευδοκιμεί αυτός ο κόπος της καρδιάς.

Καθίσαμε τριγύρω απ’ την πληγή
δεκαοχτώ χρονών κι ίσως μικρότεροι
-ποιος έμαθε ποτέ την ηλικία του;
ο άνθρωπος μετριέται μονάχα με αγάπη,
γυμνός από χαρές, όταν η νύχτα
ρίχνει τη χόβολη του παιδικού μας φεγγαριού στα μάτια
και τα ερημώνει από το δάκρυ – ω πληγή
ξεχειλισμένη από θυμό και νεότητα,

δε γιατρεύεται τούτη η ομορφιά
που ’χει παιδιά κι εγγόνια φυλακή
που είναι εξορία τα μάτια της
κι έχει φωνή για να ξυπνάει τους πεθαμένους.

Καθίσαμε τριγύρω απ’ την πληγή
παιδιά του τελευταίου πολέμου και φωνάξαμε:
Δε σταματάει ποτέ η ζωή!
Πήραν φωτιά τώρα ως κι οι μίνες των νεκρών
καίγονται οι φυλακές, φλέγονται τα στρατόπεδα
και άγρια μια φλόγα κυβερνάει τον ουρανό.
Άνοιξη, άνοιξη!.. κι αχ, δε γιατρεύεται
τούτη η ελπίδα της ζωής, η ελπίδα της αγάπης.
Δε σκοτώνεται με κανένα θάνατο.
δε φιμώνεται με κανένα πόλεμο, δε γιατρεύεται
αυτό το πιο μεγάλο ανθρώπινο πάθος
που οι τύραννοι θαρρούν πως θα μπορούνε πάντοτε
να το διατιμούν: «Ειρήνη…»
                             -VΙΙ- (Δεν μπόρεσαν)
Υπάρχουνε στο δρόμο αυτό στρωμένοι καλοσύνη,
με χλόη από φεγγάρι κι ήλιο και χαμόγελο,
υπάρχουν δρόμοι μες τη σκέψη μας
απ’ όπου θα μπορούσε να περνά ελεύθερα η σκέψη καθενός,
κι όμως μας κλείδωσαν όλα τα πανηγύρια των ματιών
μας κλείδωσαν τα χέρια
-Να τους βρούμε δεν μας άφησαν.

Για κάθε πεθαμένο είχαμε λουλούδια,
για κάθε μα κοπέλα ένα χαμόγελο,
για κάθε βρέφος μια φτερούγα γαλανή
τα βήματά μας φλοίσβιζαν τ’ όνομα της αγάπης
-Να περάσουμε δεν μας άφησαν

Πίσω απ’ τα σίδερα διψούσαν
μια καλημέρα, ένα χέρι, ένα όνομα.
-Βουβοί κι απαρηγόρητοι περάσαμε,
να τους μιλήσουμε δε μας άφησαν.

Τα ωραία τοπία πλαγιάζουν αγκαλιά με ναρκοπέδια
κάτω απ’ το γαλάζιο συρματόπλεγμα του γαλαξία.
Κάηκαν τα δάση, σβήσαν τα λιβάδια
μια ελπίδα στην καρδιά μας δεν μας άφησαν

Δεν έχει πια η νοσταλγία παράθυρα
ούτε η ελευθερία πλατείες…
Η όψη μας είναι ένα απαρηγόρητο χρώμα
η αναπνοή μας ένα άγριο αναφιλητό
που πνίγεται σ’ αυτό το φως, σ’ αυτό το φως…
-κόσμος όλος είναι ένα φως, που δεν μας άφησαν
να το χαρούμε, δε μας άφησαν.

Όμως δεν μπόρεσαν.
Δεν μπόρεσαν κι ούτε ποτέ τους θα μπορέσουν να μας εμποδίσουν
να γεννηθούμε άνθρωποι
να ζήσουμε άνθρωποι
να πεθάνουμε άνθρωποι
                             -VΙΙΙ-
Ακόμα ένα σφυγμό,
ακόμα ένα βήμα στη λεωφόρο του αίματός μου,
ακόμα μια στιγμή
να στεγνώσω τα χέρια μου απ’ τη δροσιά του φεγγαριού,
να κοιταχτώ ακόμα μια φορά στα μάτια σου,
ακόμα μια φορά, μια αναπνοή ακόμα,
μια γουλιά άνεμο, ακόμα μια γουλιά
για να τανύσω τα σφιγμένα χείλια μου ακόμα μια φορά
και να σκορπίσω ένα χαμόγελο στον κόσμο.

Τι γίνεται όταν ο ποιητής «αυτό που γυρεύει είναι όχι η μετουσίωση, αλλά ακριβώς το άγγιγμα του αμετουσίωτου, του ατόφιου, του μη επιδεχόμενου μορφοποίηση»; Και ποιά θα είναι η ποίηση του ποιητή που υπερασπίζεται αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να μορφοποιηθεί, αυτό που δεν μπορεί να εκφραστεί; Μοιραία θα οδηγηθεί σε μια καταλυτική αντίφαση και σε μια ιδιαίτερη ποίηση τόσο γόνιμη όσο και το πάθος της υπεράσπισής της. Ο Βύρων Λεοντάρης έχοντας συνείδηση αυτού του πάθους, έγραψε για τον Καρυωτάκη: «Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα – δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας» καθώς δεν περπατούσε «στο χείλος του γκρεμού» γράφοντας, αλλά είχε «αντικρύσει κατά μέτωπο τον γκρεμό», εκεί όπου «η ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή». Αυτήν την οδό ακολούθησε και ο ίδιος, γράφοντας ποιήματα σαν «δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας», γνωρίζοντας συγχρόνως πως ο βαθύτερος πυρήνας της λειτουργίας αυτής είναι και θα παραμείνει άβατο.