Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ ΓΕΜΑΤΟ ΟΝΕΙΡΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΓΕΜΑΤΑ ΛΑΣΠΗ


Δυστυχισμένα όνειρα, τα χρόνια μας περνούν μέσα στην αγωνία, οι εφημερίδες λησμονούν όμως μεσ’ την καρδιά μας καίει μια κατακόκκινη πληγή απ’ το παλιό χρυσάφι
Όλο μαζεύουμε τα πράγματά μας, τα κρύβουμε σε βαθειά υπόγεια, λύνουμε τις ντουλάπες μας, στήνουμε ανάποδα τις καρέκλες μας κι ο απελπισμένος ήλιος μπαίνει από μια χαραματιά και τις φωτίζει
Πρέπει να βγούμε στα ποτάμια, ακόμα λίγο και θα σπάσει το πουλί μεσ’ στο κεφάλι μας, ακόμα λίγο και θα πήξει το αίμα μέσα στην καρδιά μας, πρέπει να βγούμε σύρριζα, πρέπει να βγούμε μέσα απ’ τα ποτάμια
[ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952 και με ΚΛΙΚ στην εικόνα κι άλλες επιλογές ποιημάτων από την ίδια συλλογή]




ΤΑ ΠΡΟΒΑΤΑ (από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Να τραγουδήσω λοιπόν κι εγώ τη βροχή
όταν ο Πόντιος Πιλάτος έβγαινε στους δρόμους
κανείς δεν γνώριζε το πρόσωπό του
στην σκοτεινιά στην ερημιά πλάι στα καλώδια
όταν ο Ιησούς πολλαπλασίαζε το ψάρι
ο ένας ακουμπούσε σ’ ένα φράχτη
ο άλλος σε μια γέφυρα τυφλή
ο άλλος σ’ ένα γκρεμισμένο σπίτι
όταν ο Ιησούς πολλαπλασίαζε το ψάρι
κι η θάλασσα έβγαζε στη στεριά
τ’ άγρια τ’ άσπρα της τα πρόβατα
ο Πόντιος Πιλάτος έβγαινε στους δρόμους
κανείς όμως δεν γνώριζε τη χαρά του
ο Πόντιος Πιλάτος ύπαρχος του ποταμού
με το κλουβί τα πεινασμένα τα πουλιά του
τον κήπο τα χαμένα τα λουλούδια του
οι δύο σφίγγονταν πάνω στο λόφο
οι δύο αναστέναζαν μεσ’ τη στοά
οι δύο λιώνανε στο κυπαρίσσι
όταν η θάλασσα μάζευε ξανά
τ’ άγρια τ’ άσπρα της τα πρόβατα
μεσ’ την πικρή της αγκαλιά να τα κοιμίσει

ΣΑΒΒΑΤΟ
Οι νεκροί δυο βήματα πλάι μας
ησυχάζουν
ή κάθονται ήσυχα στα σκαλοπάτια
με μια σκούπα ματωμένη στο χέρι
όμως οι ζωντανοί
έχουν κάτι τεράστια κεφάλια
γεμάτα πετρέλαιο
και τα χέρια τους λιγδωμένα
με λίπος
φτιάχνουν βάρκες με μαύρα χαρτιά
που φεύγουν
μία-μία
και δίχως ήλιο
για το μαύρο ουρανό.

ΤΟ ΑΝΑΠΟΔΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ
Δεν είναι ακόμα άνοιξη
έρχεται ο τρελός
μ’ αβέβαια βήματα
ευτυχισμένος
δαφνοστεφανωμένος
μ’ ένα κουτάλι κόκκινο κρασί
απορεί
με τα σύννεφα τα κλουβιά και τα φύλλα
που μπήκαν βαθιά στα κάτασπρά του τα μαλλιά
είναι χλωμός
δε βλέπει

Μέσα στις φυλλωσιές
στο φλογισμένο χόρτο
ανάμεσα σε σύρματα που τραγουδούν
θλιμμένα
ριγμένα
τα ερωτικά πτώματα
σαπίζουν
σιγανά βογκώντας
δένουν τα χέρια και σαπίζουν
βογκώντας σιγανά

Δε βλέπει
στέκει
πάνω σ’ ένα κομμάτι μάρμαρο
τ’ ανάποδο το χελιδόνι
και βλέπει
τα ερωτικά πτώματα
καθώς δένουν τα χέρια
σιγανά βογκώντας
και σαπίζουν
στέκει
και βλέπει
τ’ ανάποδο το χελιδόνι

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΓΥΡΙΖΕΙ
Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι
έξω ακουγόταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μια φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ (από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ 1952)
Τα σύννεφα έφυγαν ένα-ένα
όμως στη θέση τους
ήρθαν άλλα σύννεφα
πιο άγρια
πιο μανιασμένα
πιο φοβερά

Λένε πως είμαι καλός
οι καλοί άνθρωποι
που δεν με ξέρουν
όπως με ξέρουν τα σκυλιά
όπως με ξέρουν
οι αετοί και τα μυρμήγκια.

Έρημος
στους βρεγμένους δρόμους
με τα ξένα αδιάβροχα
με τα βασανισμένα χέρια
τις σάλπιγγες
τα φαντάσματα
και τις γύρω απειλές

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]


Τρίτη, 17 Απριλίου 2018

ΗΤΑΝ ΜΑΚΡΥΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ ΩΣ ΕΔΩ, ΔΥΣΚΟΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ. Πολύ μακρύς, αδελφέ μου. Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας «πέρασε η ώρα» εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα, σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχους των φυλακών, σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθανάτων –μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι που ’σκιζε το χρόνο, σε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μην τελειώσουμε.
Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ – δύσκολος δρόμος. Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου και μετράς το σφυγμό του πάνου σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες. Σίγουρο χέρι. Σίγουρος δρόμος.    [αποσπάσματα από το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ του Γιάννη Ρίτσου]




ΑΥΤΑ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΙ ΑΠΟ ΑΙΜΑ – ΟΛΟ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΙΜΑ
μπορεί να ’ναι κι απ’ το λιόγερμα που χτυπάει στον απέναντι τοίχο

Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν πριν σβήσουν
κι ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ’ τα κάγκελα
είναι οι φωνές των παιδιών και το σφύριγμα του τρένου.

Τότε τα κελιά γίνονται πιο στενά
και πρέπει να σκεφτείς το φως σ’ έναν κάμπο με στάχυα
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα
για να βρεις λίγο χώρο ν’ απλώσεις τα πόδια σου.

Κείνες τις ώρες σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα
το τσιγάρο κομμένο στη μέση γυρίζει από στόμα σε στόμα
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος – βρίσκουμε τη φλέβα
που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης. Χαμογελάμε.

Χαμογελάμε κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο το κρύβουμε τώρα.
Παράνομο χαμόγελο – όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος
παράνομη κι η αλήθεια. Κρύβουμε το χαμόγελο
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας τη φωτογραφία της αγαπημένης μας
όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.

Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο
κι αυτό τον ουρανό δεν μπορούν να μας τα πάρουν.

Ξέρουμε πως ο ίσκιος μας θα μείνει πάνου στα χωράφια
πάνου στην πλίθινη μάντρα του φτωχόσπιτου
πάνου στους τοίχους των μεγάλων σπιτιών που θα χτίζονται αύριο
πάνου στην ποδιά της μητέρας που καθαρίζει φρέσκα φασολάκια
στη δροσερήν αυλόπορτα. Το ξέρουμε.
Ευλογημένη ας είναι η πίκρα μας.
Ευλογημένη η αδελφοσύνη μας.
Ευλογημένος ο κόσμος που γεννιέται.
…………………………….
Και να, αδελφέ μου. που μάθαμε να κουβεντιάζουμε
ήσυχα-ήσυχα κι απλά.
Καταλαβαινόμαστε τώρα – δε χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί
θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουν το ίδιο βάρος σ’ όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη
έτσι να λέμε πια τα σύκα: σύκα και στη σκάφη: σκάφη,
κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε: «τέτοια ποιήματα
σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα». Αυτό θέλουμε κι εμείς.

Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, απ’ τον κόσμο
εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.
………………………………………….
Έπεσε ο άνεμος. Σιωπή. Στη γωνιά της κάμαρας
ένα αλέτρι συλλογισμένο – περιμένει τ’ όργωμα.
Ακούγεται ποιο καθαρά το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.

Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
είναι οι ξωμάχοι κι οι προλετάριοι
-κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δένδρο πλάι στο βράχο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.

Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.
Τα χοντρά τους παπούτσια είναι σα βαγόνια με κάρβουνο
τα χέρια τους είναι η σιγουριά –
αργασμένα χέρια, σκληρά χέρια, ροζιασμένα
με φαγωμένα νύχια, με άγριες τρίχες
με το μεγάλο δάχτυλο φαρδύ όσο η ιστορία του ανθρώπου
με τη φαρδιά σπιθαμή σα γιοφύρι πάνου απ’ τα γκρεμό.
Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα δεν είναι μονάχα στα μητρώα των φυλακών
φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας,
τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα είναι οι πυκνές σιδηροδρομικές γραμμές
που διασχίζουν το μέλλον. Κι η καρδιά μου εμένα
τίποτα πιότερο, συντρόφια μου, ένα πήλινο μαυρισμένο τσουκάλι
που κάνει καλά τη δουλειά του – τίποτα άλλο.

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΕΟΝΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ:
… Από το έργο του Ρίτσου βρήκα πολλά ποιήματα που θα μπορούσα να τα προσεγγίσω και να γράψω πάνω τους μουσική. Πολλών λογιών συγκυρίες όμως δεν μου επέτρεψαν να το κάνω.  Ώσπου ήρθε η περίοδος της δικτατορίας και, το 1973, τα γεγονότα της Νομικής. Καθώς όλος ο κόσμος προσπαθούσε να συμπαρασταθεί με όποιο τρόπο μπορούσε στα παιδιά που είχαν κάνει κατάληψη, εγώ κλείστηκα στο σπίτι μου φέρνοντας συνέχεια στη σκέψη μου την ποίηση του Ρίτσου, γιατί μόνο αυτή εξέφραζε εκείνη τη στιγμή εκείνο που αισθανόμουν. Βρήκα μάλιστα ένα από τα λιγότερο γνωστά του έργα, το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ από τη συλλογή ΑΓΡΥΠΝΙΑ. Ομολογώ ότι μπροστά μου ανοίχτηκε ένας διάπλατος ορίζοντας, που ούτε καν μπορούσα να το φανταστώ για ένα ποίημα γραμμένο σε άλλη εποχή, το 1948, κάτω από άλλες συνθήκες. Άρχισα να το διαβάζω, να το επεξεργάζομαι μουσικά και μέσα σε δυο τρεις μέρες είχα γράψει τα πρώτα τραγούδια: Το Ήταν μακρύς ο δρόμος, το Αυτά τα κόκκινα σημάδια και το Ξέρουμε. Την επόμενη το βράδυ κατέβηκα στο κέντρο. Είχαν ήδη προχωρήσει τα γεγονότα, διαδηλώσεις, συλλήψεις κλπ. Μας κυνηγούσαν οι αστυνομικοί και κάποια στιγμή βρέθηκα με ένα παπούτσι στην οδό Αθηνάς, κοντά στη Λαχαναγορά. Για να γλιτώσω ανέβηκα σ’ ένα καρότσι, σκεπάστηκα με κάτι καφάσια κι έμεινα εκεί ώσπου πέρασε η μπόρα. Διέσχισα μετά το Μοναστηράκι κι από ‘κει έφτασα στην Πλάκα.  Εκεί, στον οδό Θόλου, υπήρχε μια μπουάτ (νομίζω λεγόταν Το χρυσό βαρέλι), όπου τραγουδούσε ο Γιώργος Ζωγράφος. Μπαίνω μέσα και βλέπω γύρω στους 40-50 φοιτητές, άλλους ματωμένους, άλλους με τα μάτια πρησμένα από τα δακρυγόνα, όλους στην ίδια περίπου κατάσταση με μένα. Επικρατεί μια ατμόσφαιρα σχεδόν καλογερίστικη, συγκινησιακά φορτισμένη. Οπότε, με καλεί ο Ζωγράφος αν θέλω να παίξω κάτι δικό μου. Εκείνη την ώρα, το μόνο που είχα στο μυαλό μου ήταν τα τραγούδια του Ρίτσου που μόλις είχα γράψει.  Κάθομαι λοιπόν στο πιάνο, συγκεντρώνομαι και προσπαθώ να τα θυμηθώ. Παίζω το πρώτο κομμάτι, μετά το δεύτερο, μετά το τρίτο, χωρίς να σταματήσω καθόλου ενδιάμεσα. Τελειώνοντας ένιωσα φοβερή κούραση, ένα πλάκωμα και σαν να μου είχαν κοπεί τα χέρια από τη ρίζα. Δεν χειροκρότησε κανείς, αλλά μόλις γύρισα το κεφάλι, είδα όλα τα παιδιά αγκαλιασμένα ανά δυο, σκυφτά και να κλαίνε. Με πήραν και μένα τα κλάματα. Αυτή ήταν η πρώτη εκτέλεση των πρώτων κομματιών από το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ. Τότε κατάλαβα ότι ο Ρίτσος ήταν πραγματικά ένας οδηγητής, ένας οραματιστής, ένας ηγέτης ανθρώπων που θέλουν να ζήσουν με υπερηφάνεια. Και τα ποιήματα του, που έγιναν τραγούδια, εκφράζουν τον αγώνα της εποχής και τον αγώνα κάθε εποχής για την αξιοπρέπεια και την ελευθερία. Γιατί, όσο κι αν φθείρεται η ψυχή του ανθρώπου, πάντα μια εσωτερική δύναμη αυτοάμυνας του ανοίγει χαραμάδες και διόδους προς το φως.

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

ΟΙ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΑΦΟΡΜΕΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα ακούγοντας ν’ ανεβαίνει τη σκάλα μες τη δροσιά του σπιτιού σαν ψίθυρος από φιλιά κι ανάσες.
Γύρευα τότε να ξεφύγω μα η ομορφιά της στάλαζε στα κόκαλά μου νύχτες που μελετούσα το κενό πηγαίνοντας από την ηδονή στον Άδη.
Και τα λαγόνια της να φέγγουνε στον ύπνο μου ματόκλαδα και χείλια που τα ’σκιζε ο πόθος μου κι ο γυρισμός στον ύπνο μου μονάχα λίγος καπνός από μακριά, λουλούδια κι ένα δροσερό σταμνί.
Και το καράβι μου στην κήπο της δεμένο κι άγρυπνο σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί μου θύμιζε κάποτε τους συντρόφους που χάθηκαν ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης (ΣΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΤΟ ΚΑΤΩΓΙ 1971 – ART by Duy Huynh painting)




ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Κοντά σε τούτες τις πέτρες
μαύρες μέσα στο φως
κοντά στη φωνή του που χανόταν
μέσα στη δική μας
ή την ακούγαμε βαθύτερη
γεμάτη τρόμο
σαν να ξαναγύριζε από ξεροπήγαδο
πλάι σε κείνον που πέθαινε
και σε μας που υπομέναμε
τη θλίψη του αποχωρισμού
τον πόνο του θανάτου
κι ο ίδιος ίσκιος παντού
αλλά δροσιά πουθενά
ν’ ακουμπήσουμε
σε τούτους τους αδυσώπητους άμμους
θυμήθηκα τη θάλασσα
-όχι το πέλαγο με τα καράβια
τυραγνισμένο από τις έγνοιες μας-
θυμήθηκα τη θάλασσα
ν’ ανθίζει στο παράθυρό μας
και ξαφνικά
στη λάμψη του μεσημεριού
να σκοτεινιάζει.

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Εδώ ήταν η συνηθισμένη θέση του.
Ο άνθρωπος καθισμένος ανάμεσα
στη σιωπή του και τον καθρέφτη
κοιτάζοντας ένα πράγμα να καίγεται γρήγορα
κι ολοένα να σώνεται ασχημίζοντας.

Μπορούσε να υποφέρει ακόμη την αγάπη.
Καμιά φορά κουραζόταν
κοίταζε τότε κατά το ταβάνι
γεμάτο μάτια προσηλωμένα στα δικά του
και την αράχνη σε μιαν άκρη
κυματίζοντας να κατεβαίνει.

Ύστερα πέφτανε πάνω του μεγάλες πέτρες
χαλάσματα που τον κομμάτιαζαν
σε μικρές φωνές.

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ (… δίδαξόν με τα δικαιώματά σου ΨΑΛΜΟΙ)
Ήμουν είπε χαμένος
αλλά γιατί κύριε
τα μάτια σας ασπρίσανε
βλέπετε δεν υπάρχει τίποτα
μονάχα τούτο το σημάδι
εδώ τι βλέπετε ψιθύρισε
μη γίνεις εις εμέ τρόμος

ακολούθησαν γελοίες σκηνές
κάτω στο πάτωμα
ολολυγμοί και θρήνοι
ένα κουρέλι αυτός
από εκδηλωμένες ασέλγειες
σάρκες και κόκαλα
που καίγονταν

όμως μη με χτυπάτε είπε
ήμασταν εκεί στη Σταύρωση
τον άκουσα να με φωνάζει
χωρίς να βλέπω
μέσα στο φως που με τύφλωνε
πήδησα γρήγορα το φράχτη
και πάλι τον άκουσα να με φωνάζει
μα ήμουν χαμένος είπε

και τότε πήγα στο ποτάμι
κάθισα κάτω απ’ τις ιτιές
κι έπαιξα ήσυχους σκοπούς
με την κιθάρα μου

όμως ο δαίμονας με παραμόνευε
νύχτα με το λυχνάρι
διαβάζοντας περιστατικά
από λαγνείες και στο Μυστρά
το ρούχο ενός αγίου
χρώμα κόκκινο με περικάλυψε

ήμουν είπε χαμένος

ΑΛΦΕΙΟΣ
Ήταν μεσημέρι κι έπαιζε ακόμη με το ποτάμι
ο ήλιος την έδενε από τα μαλλιά
και το ρόδινο νερό γύρω στα λαγόνια της.

Έβλεπα πως ήμουν το ποτάμι
αλλά γινόμουν άλογο κατεβαίνοντας αφρισμένο
και κείνη διχάλα στη γαλάζια ράχη μου
αντιστεκότανε μαζεύοντας τη δύναμή της
καθώς εμπαίναμε στους ίσκιους
κάτω από τις ιτιές.
Κι εγώ γελούσα
και μη γελάς μου έλεγε
μη γίνεσαι όνειρο, φοβάμαι
σε φοβάμαι.

Από τότε πολλές φορές άκουσα τη φωνή της
ξυπνώντας μέσα σ’ αυτό το φως
μαύρο σαν ένα μελίσσι
που μου έτρωγε τα μάτια.

ΑΠΟΣΤΑΓΜΑ
Κόντευε να χαράξει και πάνω στο πρόσωπό της
σχεδιασμένο στη στάχτη του κρεβατιού
με το φτερό του ύπνου
είδα να χάνεται το λίγο που έμενε από τη νύχτα.
Κι επειδή πολύ φοβήθηκα τη λησμονιά
έσκυψα στην ανάσα της και πήρα
την πάχνη ενός φιλιού.

Δεν  ήταν μήτε η ανάσα της
μήτε το λίγο που έμενε από τη νύχτα
αλλά κάτι φυλαγμένο μέσα μας από καιρό
και πάλευα να το κρατήσω.

Τούτο το απόσταγμα μιας χαραυγής
ήταν ζωή ολόκληρη
ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή: πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν… Στον μέλλοντα, λοιπόν, αιώνα αυτοί θα τρέξουν στο ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ να ζητήσουν μια θέση και βέβαια θα πληρώσουν μ’ ένα Ποίημα… Η φωνή του Γιώργη Παυλόπουλου έχει φυσικό χάρισμα να μπορεί να αφηγηθεί και μάλιστα με τρόπο ποιητικό: ξέρει να παίρνει τις ανάσες της και να μην πνίγεται, όταν ψηλώνει, να μην σβήνει όταν χαμηλώνει…

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΑΝΤΙΣΤΥΛΙ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ, ΚΙΟΝΟΚΡΑΝΟ ΤΗΣ ΜΑΤΙΑΣ Ο ΗΛΙΟΣ (και περιμένουμε τη νέα δοκιμασία)

Ποια πολιτεία είναι τούτη χωρίς δρόμους με τα σπίτια στοιβαγμένα στα ράφια της βιβλιοθήκης;
Όλα τα ρολόγια σταμάτησαν οχτώ και τέταρτο
Οχτώ και τέταρτο η ώρα που γυρνάνε τα κορίτσια των καλών οικογενειών
«Καλησπέρα σας, πώς είσθε;» «Στο σπίτι όλοι καλά;» «Έχετε καιρό που πεθάνατε;»
6-8 μάθημα στο Ωδείο ή στη Γαλλική Ακαδημία ύστερα βιαστικά μια ένεση νεοσαλβαρσάνης δυο χρόνια τώρα γίνεται η θεραπεία.
«Ονομάζομαι Ίων Βλαδιμηρέσκου ή αν θέλετε Βλαδιμηρόπουλος επί το ελληνικότερον. Στη  Ρουμανία δεν τα ξέραμε αυτά. Αχ, τα παλιά καλά χρόνια…»
Χαμόγελα χτισμένα στις άκρες με τσιμέντο οι δεξιώσεις, οι χοροί, τα πασουμάκια των πορνείων κι ο ακοντιστής βυθομετρώντας το υποσυνείδητό του.
Όλος ο ιδρώτας μαζεύτηκε στον υπόγειο σιδηρόδρομο κανείς δεν φτύνει ούτε καπνίζει, τα καπέλα μένουν άδεια στις κρεμάστρες, οι πόρτες των σπιτιών μισάνοιχτες, ούτε ένας άνθρωπος δεν μπαίνει.
Ησυχία, Νοσοκομείον με χίλια παράθυρα κι ένα θάνατο.
Μια σκαλωσιά. Στις τσιμινιέρες των εργοστασίων κολλάνε τον καπνό γεωμετρικά στο χάρτινο ουρανό!..
 (ΠΟΛΙΤΕΙΑ από τη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου Επιστροφή στην Ποίηση 1948-1951]



ΕΩΘΙΝΟ (από τη συλλογή του Τίτου Πατρίκιου Επιστροφή στην Πόιηση 1948-1951):
Φωνές σβησμένες απ’ τη μνήμη
ξεχασμένες στις παλάμες των παιδικών χεριών
φωνές δίχως διαμελισμένα ερωτήματα
δίχως άυπνα μάτια στυλωμένα στο ταβάνι
ανέλπιστα ξύπνησαν διώχνοντας τη σιγή
που κάθετη εμπρός στο στόμα
εμπόδιζε να μιλήσουμε και να φιληθούμε
ΣΕΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 33

ΣΠΟΥΔΗ
Ζεστή σιωπή φθινοπώρου κι η νύχτα, τα βιβλία,
θανάσιμα να μελετώ μ το μυαλό μου αλλού.
Μ’ έγχορδα τα ματόκλαδα παίζω σαν του καλού
πριν από μας καιρού ενδόμυχη μια συναυλία.

Τ’ αντικρινού παράθυρου κλείσανε κι άλλη γρίλια,
μνήμη από πράγματα που λες δεν γερνάνε ποτές.
Πρέπει κι οι λύπες να ’ναι πια καλόγνωμα δεχτές,
γιατί ένα τρέμουλο άθελα να διαπερνάει τα χείλια;

Χωρίς ν’ ανοίξει η πόρτα μου μπαίνουν σκιές οι φίλοι
που χάθηκαν. Δεν τους αντέχει η μουσική. Στο φως
λόγια δικά τους ξαναηχούν. Θα ’ναι κανείς σοφός
μα γέρος πια όταν μάθει τι στους νεκρούς του οφείλει.

ΑΙΝΙΓΜΑ
Αναριγώ
όταν κι εγώ
πάω να μιλήσω

σπάει η φωνή
παλιό χωνί
ας σταματήσω

ήρθε η στιγμή
που και οι λυγμοί
πρέπει να σβήσουν

αίνιγμα ωρών
στροφή καιρών
στα χείλη αβύσσου.

ΑΝΟΙΧΤΑ ΣΥΝΟΡΑ (Θυμάσαι είχαμε κάνει την ίδια υπογράμμιση στο ίδιο βιβλίο του Μαρξ…)
Δεν υπάρχουν για μας μακρινοί περίπατοι
σε δρόμους ολόσκεπους με δένδρα
το πολύ στα κράσπεδα σκονισμένες πικροδάφνες.
Στις άδειες τσέπες μας δεν κουδουνάνε αστέρια
μόνο ένα κουτί τα πιο φτηνά τσιγάρα
και ρέστα από χιλιάρικο.
Το μέτρησαν επιτέλους οι ξένες αποστολές
το γράψαν οι εφημερίδες με ημίμαυρα
το αγνοούν οι Πολιτικές Οικονομίες του Πανεπιστημίου:
στον τόπο μας έχουμε
κατά κεφαλήν
ογδόντα δολάρια το χρόνο.

Ακρόπολη
Αρχαία μάρμαρα που με κοιτάτε
ποιοι πέρασαν
ποιοι πολέμησαν
ποιοι χάραξαν το όνομά τους
ποιοι μείναν άγνωστοι για πάντα
είμαι κι εγώ ένας από αυτούς.
Πατάω το ίδιο χώμα
με τα θαμμένα παράνομα βιβλία
και τ’ αυτόματα που αρπάξαμε από τον εχθρό
στην ίδια πόλη ζω
που απλώνει πέρα από σύνορα και χρόνο
Και γίνονται όλα ένα
τ’ ανόμοια και τα μακρινά.

Ε, σεις πολιτείες που βρίσκεστε κοντά μου
σας μιλάω εγώ απ’ την Αθήνα
στεφανωμένος από ένα γέρικο ουρανό
που βαρέθηκε να είναι γαλάζιος
τον Κόκκινο πρωινό ουρανό ολωνών μας.
Μιλάω σε σένα Παρίσι
με τις παλιές σου καρμανιόλες, λιθόστρωτο
πλυμένο απ’ τη βροχή, το αίμα,
τις βρισιές των κουμμουνάρων,
Παρίσι δίχως Σηκουάνα γι’ αυτοκτονίες.
Σε σένα Άγια Πετρούπολη
με τα παρμένα Χειμερινά Ανάκτορα
που γδύθηκες το όνομά σου
για να φορέσεις την απλή στολή του Λένιν
Μιλάω σε σένα Μαδρίτη
κάρβουνο σαν και μας
καρφωμένη απ’ τις μαυριτάνικες λόγχες,
Μαδρίτη αγαπημένη, οδόφραγμα δικό μας.

Πέφτοντας κάπου μα πάντα νικώντας.
Το εμβατήριο

ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΜΥΡΟ ΝΕΡΟ
Σώθηκε ο καρπός στα λιόδεντρα
στέρεψε το νερό
στις άδειες στέρνες πετάμε ξερολίθαρα.

Δεμένες οι βάρκες στο λιμάνι
μι’ αχτίδα φεγγαριού
τυλίχθηκε στα ξάρτια κι έσβησε.

ΦΩΤΙΕΣ
Πέτρα στην πέτρα στοιβαγμένη
πέτρα υγρή
πέτρινοι τοίχοι
πέτρινη ζωή
μες στις υπόγειες στοές
ξεχάσαμε το φως.
Απάνω ανάψανε φωτιές
στα σταυροδρόμια καίνε τους νεκρούς μας

[«Απλωθήκαμε σαν πολυθρόνες καφενείων. Κανείς δεν έρχεται να κάτσει»: λέξεις γυμνές από ποιητικές συλλογές του Τίτου Πατρίκιου, που δείχνουν τα κόκαλά τους σε μιαν αλλιώτικη διάταξη, ανατομία καθημερινών πραγμάτων το πολύ για μια ΛΥΤΡΩΣΗ ΑΤΟΜΙΚΗ… «Γι αυτό κι εγώ δεν γράφω πια για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια, όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια! Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω, να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή – όσο μπορώ κι όσο κρατήσω» ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Μαθητεία 1963]

Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

ΑΓΑΠΗ ΠΑΝΤΟΤΕ ΚΙ ΑΓΩΝΑΣ ΘΑ ΣΕ ΠΛΑΘΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΔΙΝΟΥΝ ΝΟΗΜΑ ΣΤΟΝ ΠΥΡΕΤΟ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΣΟΥ…

… μ’ ένα φως φτεροκοπώντας γύρω σου τις στάχτες να σε πλύνουν -Σήκω!. της ζωής δεν σταματάει ποτέ ο τρικυμισμός.
Αγάπη πάντοτε κι αγώνας θα μοιράζουνε το βάρος της αίσθησής σου ίσα στους πόρους του κορμιού, θα σου χαρίζουν βήματα σ’ ένα λιβάδι θάρρος, δάχτυλα πιο συγγενικά στη χλόη του χαδιού κι όνειρα γήινα, ταιριαστά στο ανθρώπινό μας σχήμα.
Χωρίς αγάπη είναι ο αγώνας πανοπλία κενή,
χωρίς αγώνα κάθε αγάπη πεθαμένο κύμα,
αίμα χωρίς σφυγμό, καΐκι δίχως το πανί.
Χωρίς αγώνα κι ο Ποιητής λιμνάζει και σαπίζει κι από το σώμα του μαδάει του κόσμου μας η αφή, της αδικίας ο αίνος γύρω του σαλπίζει και σαν σκουλήκια που πηδούν, στη βρώμικη τροφή, ευθύς αρχίζουν άνθρωποι -φενάκες από ανθρώπους- να του κουφώνουν και ζωή και δόξα κι ομορφιά.
Όμως η Γη μισεί τους βαλτοτόπους κι ο ήλιος σκληρός εκδικητής, ανοίγει τα πανιά, ξεραίνει όλους τους βάλτους και δεν μένει στάχτη της στάχτης, λησμονιά της λησμονιάς κι ο συρφετός των σκουληκιών πεθαίνει ενώ βυζαίνει την προσδοκία μιας αηδίας πιο πλατιάς.

Αγάπη πάντοτε κι αγώνας θα συμπτύσσουν τους μελανούς ορίζοντες στο χάδι του υψωμού κι αφού τη νέα ζωή σου αθλοθετήσουν, θα σε συνέχουν πάντα στην πορεία του λυτρωμού.
Τι δύσκολο το βάδισμα! κάθε βήμα και πάλη, κάθε βήμα και ηφαίστειο που η λύπη καταρρέει σε κάθε βήμα μια αίσθηση σ’ εγκαταλείπει κι άλλη προσηλυτίζει την ψυχή σου ευθύς και γλυκολέει:
«Ζει ο άνθρωπος κι ένας σφυγμός αν μείνει ακόμη, ζει ο άνθρωπος κι αν μείνει μα πληγή, ζει ο  άνθρωπος κι αν μείνει μια συγγνώμη, ζει ο άνθρωπος κι αν μείνει μια κραυγή».
Την τέλεια  αίσθηση έζησες σφουγγίζοντας τη λύπη σε πρόσωπα μικρών παιδιών που γέρασαν λυγμοί, χαϊδεύοντας φτωχές γυναίκες σου άνοιξαν οι κήποι, με δάκρυα κι άστρα πότισες το  χέρσο το φιλί, δούλεψες στις φυτείες των ηφαιστείων
-Ένας ροδώνας θα σ’ ανασταίνει τις στιγμές που υψώνεται η ζωή, θα σ’ αναστήσει μ’ αστραπές και φώτα ένας τυφώνας που θα μοσχοβολάει παιδιού ζωή, για να σου πει, πως συ δεν ήσουν σκύβαλο που το δοξάζει ο αγέρας, πως συ που τόσο αγάπησες και πάλεψες σκληρά, εσύ δεν πρόδωσες το αγνό κι εξαίσιο εκείνο τέρας που ξεγεννούσε η μάνα σου μες σε σεισμούς χαράς.   [ΓΕΝΙΚΗ ΑΙΣΘΗΣΗ από την ομότιτλη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΓΕΝΙΚΗ ΑΙΣΘΗΣΗ 1954 - Art by Nikitaki and Vicky Ioannou]



Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΟΧΗ
Αγρύπνησα στο φως που μου ’δωσες ώσπου να φέξω ολάκερος κόρη των καλοκαιρινών μου στοχασμών
με στόμα κοραλλένιο και τσαμπιά αστεριών στα ολόδροσα μαλλιά,
μ’ όλους τους ανεμόμυλους της άνοιξης στα μάτια μου,
μ’ ανθούς της θάλασσας στην ακοή μου και με δάχτυλα βρυσούλες του χαδιού,
όμως η λάσπη ετούτη, αγάπη μου, σωπαίνει
και με δικάζει, αγάπη μου. Η λάσπη ετούτη είναι παράξενη,
το στήθος της δεν δέχεται φιλί ούτε δάκρυ,
το στήθος της δεν έχει έλεος,
κάθε φορά που γράφω το όνομά μου εκείνο σβήνει,
η λάσπη αυτή παλεύει και σωπαίνει
κι όπως με ταλαντεύει αγέρωχα
νιώθω να με ζυγιάζει η αθανασία.

Αχ, όποιος έζησε σε σπίτια που τα ντρέπεται ο ήλιος,
όποιος αγκάλιασε αυτές τις γυναίκες με τα κορμιά τα σκοτεινά και τα θλιμμένα,
το ’νιωσε: η λύπη αυτή δεν αναλύεται σε τίποτα άλλο πια,
κανένα ιδανικό δεν κτίζεται με στάχτη.
Η λύπη ετούτη πρέπει να χαλάσει κι η στάχτη να χαθεί.
Γι’ αυτό, αν κλαίω κάποιες στιγμές, μη λες
κόρη γλυκών καημών, κόρη με τις πλεξίδες του μελιού,
μη λες πως κλαίω γιατί απελπίστηκα ή γιατί φοβήθηκα ν’ απελπιστώ.
Ξέρεις, εσύ αγάπη μου, δεν κλαίω από απόγνωση
κλαίω από νιότη. -Έλα κι εσύ
κι ας έρθουνε τ’ αδέλφια σου, τ’ αδέλφια μου,
αδέλφια όλης της γης
κρατήσετε το θρήνο στο ύψος της τιμής!

Στη γειτονιά με τα τενεκεδένια σπίτια
έφτασε η τελευταία πια εποχή.
Σ’ ολόδροσα αναφιλητά πλάγιασαν οι κοπέλες
μα ύπνος δεν πήζει εδώ κάτω απ’ τις άθλιες στέγες,
στέγες φτερούγες της ανησυχίας που δέθηκαν
στη δυστυχίας το χώμα,
που δε μιλάει - Μα θα μιλήσει! γιατί έχει
φλέβες η οργή κάτω από το δέρμα όλης της γης,
γιατί έχει η ελπίδα μας ποτάμια το αίμα.
Γιατί ήρθε η τελευταία πια εποχή γι’ αυτά τα χέρια που δεν πιάνουν
η τελευταία εποχή γι’ αυτά τα μάτια που δεν βλέπουν
για το γέλιο που δεν γελάει και για το κλάμα που δεν κλαίει,
για τους νεκρούς που δεν επέθαναν και για τους ζωντανούς που δεν εζήσαν
έφτασε η τελευταία πια εποχή.

Για την αγάπη αυτή που δεν την αγαπήσαμε,
κόρη γλυκών καημών, με τα φτερά τα στήθια σου, κόρη με τους ροδώνες
των αστεριών στα μάτια σου,
έφτασε η τελευταία πια εποχή
για την αγάπη που δεν μας αγάπησε.

Για το σκυφτό, το πένθιμο κεφάλι των δεκαοχτώ χρονών
για τη φριχτή αυτή εφηβεία των μαρασμών
έφτασε η τελευταία πια εποχή.
Κόρη με τη σωστή αίσθηση του κόσμου
αύριο, αύριο θα λάμψω από ανθρωπιά
όταν η λάσπη ετούτη θα μιλήσει,
όταν πια θα ’χω βρει μες στα δυστυχισμένα μάτια σου
το πιο γαλάζιο μου τραγούδι.

ΠΡΕΛΟΥΝΤΙΑ ΣΤΗ ΖΩΗ
                   -Ι-
Πάντα να ρίχνεις στις πληγές σου νέο κουράγιο,
ν’ ανάβει η μάχη να νικήσεις ,
περνώντας το εμβατήριο των αισθήσεων από βάλτους σε ροδώνες,
να δεις σε κυκλικούς χορούς το φως να υψώνεται σα θάλασσα, να σπάει και να σκορπάει,
ο κόσμος να χάνεται και να κερδίζεται σε μια στιγμή.

Άκου, σαλπίζουνε τα στόματα των άστρων,
καταρράχτες ελπίδων πάλλονται στο ηχείο των ουρανών  -Πάντα ν’ ανοίγεις
ρήγματα στην απελπισία, για να μη νιώσεις
ποτέ σου τη ναυτία της ήττας ή την επαιτεία της δόξας.

Κι αν στον κόσμο δεν μπόρεσες να δώσεις ένα σώμα εξαίσιο.
φρόντισε τούτο: ένα σκελετό λαμπρό ν’ αφήσεις -σκαλωσιά της αρετής,
για ν’ ανεβούνε τα παιδιά που θα ’ρθουνε
αύριο να χτίσουν το τραγούδι τους
με άνεμο και ήλιο.
                   -ΙΙ-
Κράτα καλά τη βάρδια σου,
δέσε τα μάτια σου στον άνεμο,
σφίξε τις φλέβες σου κι αγρύπνα
πάνω από την παλίρροια της νύχτας και του ήλιου
κράτα καλά τη βάρδια.

Κανείς δεν ξέρει πόσο θα βαστάξει,
μπορεί και μια στιγμή, μπορεί κι εβδομήντα χρόνια.
Σε κάθε γωνιά της γης μπορεί να γεννηθεί ο άνθρωπος
και δεν μπορεί όπου κι όπου να πεθάνει.
Κράτα καλά τη βάρδια.

Μπορεί  να σβήσεις δίχως να προλάβεις
ούτε ένα μήνυμα απ’ τα όνειρά σου
-αργεί πολύ να ’ρθει η ηχώ των τίμιων κραυγών-
Κράτα καλά τη βάρδια.

με τίποτα μην την αλλάξεις τούτη τη σκοπιά
που την αιφνιδιάζουνε της παγωνιάς τα δόντια,
σκοπιά στόχο της πίκρας και της θύελλας,
σκοπιά που την υπερασπίζεσαι άοπλος,
κρατώντας μονάχα στα χέρια σου
την παιδική καρδιά σου σαν χειροβομβίδα
έτοιμος να την σφενδονίσεις μες στα μάτια του θανάτου,
για να χυθούν στον κόσμο ένα σωρό νέες αισθήσεις
για να χυθούν στην πλάση όλα τα σήμαντρα των λουλουδιών, των άστρων και της θάλασσας
αναστατώνοντας τα ευτυχισμένα βάλτα της ανίας και της τρέλας
Κράτα καλά τη βάρδια.

Όπως κι όπως μπορεί να γεννηθεί ο άνθρωπος
μα δεν μπορεί όπως κι όπως να πεθάνει.
Κράτα καλά τη βάρδια.
Για μιαν ανακατάταξη στ’ αστέρια και τις θάλασσες
στις πολιτείες και στα δάση
και στων ανέμων τα χαμόγελα
μια ανακατάταξη στα μάτια και στα χείλια
στο μόχθο, στη χαρά και στων ανθρώπων τις καρδιές.

Κράτα καλά τη βάρδια σου
-κανείς δεν ξέρει πόσο θα βαστάξει -Ωσότου
να πάρει να φυσήξει μια αλλαξοκαιριά
και να λυθούν οι κόμποι των ματιών σου
και να λυθούν οι κόμποι των χειλιών σου
και να χιμήξει μες στο φως η πλώρη του μετώπου σου
με τις γαλάζιες φλέβες στα μελίγγια σου να γράφουν
τ’ όνομα της Αγάπης.
Κράτα καλά τη βάρδια.
Η ζωή είναι κερδισμένη θυσία.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ από τη σελ. 36
                   -ΙΙΙ-
Τι μοίρα αλήθεια αυτή!.. πάντα να στέκεις
γλυκός κι αλύγιστος σαν άνθος ανθρωπιάς…

Λίγο να κάνω πως θα σκύψω,
λίγο να χαμηλώσω τη φωνή ή τη σκέψη
και να! ακουμπά η παλάμη του ουρανού στο μέτωπό μου
στηλώνοντάς με πάλι στο ύψος της παλιάς κραυγής μου.

Και να! γυρίζουν οι εποχές, οι πολιτείες,
γελούνε περιβόλια φώτων και μεθούν οι ποταμοί,

με υφαίνουν οι βροχές, με σφίγγουν οι άνεμοι,
μ’ όλα της τα άστρα κροταλίζει η νύχτα,
πηδούν σαν ελαφάκια τα βουνά στο φως των κεραυνών
και να! η ζωή με χύνει πάλι στο καλούπι της
με μια στοργή από φλόγα.

Μα ήθελα να μην είχα γεννηθεί μια πίκρα περισσότερο στον κόσμο,
ήθελα να μεγάλωνα κι εγώ σε κήπους μ’ ανθισμένα μάγουλα
κι όχι μες σε ναυάγια και γιορτές
-γιορτές από σάπια χαμόγελα,
ναυάγια που φοβούνται να πεθάνουν.

Ήθελα να μην είχα γεννηθεί μια βλαστημιά της γης,
ένας σεισμός από δάκρυα και κραυγές,
ήθελα να μην είχα ζήσει αυτή την ηλικία,
που το φως των πληγών μου την τρομάζει
-εκεί μέσα βουίζουν
πόνος και ήθος.

Τι μοίρα, αλήθεια, αυτή! πάντα να στέκεις
καταμεσί στη μάχη αυτή
που όλο με φέρνει πιο κοντά στον ήλιο
που χρόνια τώρα με λιχνίζει
και μου χαϊδεύει την καρδιά κι όλο μου λέει
αυτό που πάντοτε μουρμούριζα μ’ απελπισία
θρηνώντας μέσα στα πεδία των μαχών:
θάνατος δεν υπάρχει.

Τι γίνεται όταν ο ποιητής «αυτό που γυρεύει είναι όχι η μετουσίωση, αλλά ακριβώς το άγγιγμα του αμετουσίωτου, του ατόφιου, του μη επιδεχόμενου μορφοποίηση»; Και ποιά θα είναι η ποίηση του ποιητή που υπερασπίζεται αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να μορφοποιηθεί, αυτό που δεν μπορεί να εκφραστεί; Μοιραία θα οδηγηθεί σε μια καταλυτική αντίφαση και σε μια ιδιαίτερη ποίηση τόσο γόνιμη όσο και το πάθος της υπεράσπισής της. Ο Βύρων Λεοντάρης έχοντας συνείδηση αυτού του πάθους, έγραψε για τον Καρυωτάκη: «Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα – δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας» καθώς δεν περπατούσε «στο χείλος του γκρεμού» γράφοντας, αλλά είχε «αντικρύσει κατά μέτωπο τον γκρεμό», εκεί όπου «η ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή». Αυτήν την οδό ακολούθησε και ο ίδιος, γράφοντας ποιήματα σαν «δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας», γνωρίζοντας συγχρόνως πως ο βαθύτερος πυρήνας της λειτουργίας αυτής είναι και θα παραμείνει άβατο.