Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

ΣΤΑΣΟΥ ΛΙΓΑΚΙ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΣΙΩΠΗ ΚΑΙ ΜΑΖΕΨΕ ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ ΑΥΤΗΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ ΓΥΜΝΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ

Έχει πολλούς ορίζοντες, πολλές πυξίδες και μια μοίρα που καίει ακούραστη κάθε φορά και τα πενήντα δυο χαρτιά της. Ύστερα ξαναρχίζει με κάτι άλλο – με το χέρι σου, που του δίνει μαργαριτάρια για να βρει έναν πόθο, ένα νησίδιο ύπνου. Στάσου λιγάκι πιο κοντά στη σιωπή κι αγκάλιασε την πελώρια άγκυρα που ηγεμονεύει στους βυθούς. Σε λίγο θα ’ναι στα σύννεφα. Κι εσύ δεν θα καταλαβαίνεις, μα θα κλαις, θα κλαις για να σε φιλήσω, κι όταν πάω ν’ ανοίξω μια σχισμή στο ψέμα, ένα μικρό γαλανό φεγγίτη στη μέθη, θα με δαγκάσεις. Μικρή ζηλιάρα της ψυχής μου σκιά, γεννήτρα μιας μουσικής κάτω απ’ το σεληνόφωτο. Στάσου λιγάκι πιο κοντά μου!  [Οδυσσέας Ελύτης, Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΓΥΑΚΙΝΘΩΝ –Ι- από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, ΙΚΑΡΟΣ 1978- κι άλλα αποσπάσματα από την ίδια ενότητα των ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΩΝ με κλικ στο κολάζ του ποιητή]




Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΓΥΑΚΙΝΘΩΝ (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1978)
-ΙΙ-
Εδώ –μέσα στα πρώιμα ψιθυρίσματα των πόθων, ένιωσες για πρώτη φορά την οδυνηρή ευτυχία του να ζεις! Μεγάλα κι αμφίβολα πουλιά σχίζαν τις παρθενιές των κόσμων σου. Σ’ ένα σεντόνι απλωμένο έβλεπαν οι κύκνοι τα μελλοντικά τους άσματα κι από κάθε πτυχή της νύχτας ξεκινούσαν τινάζοντας τα όνειρά τους μέσα στα νερά, ταυτίζοντας την ύπαρξή τους με την ύπαρξη των αγκαλιών που προσμέναν.
Μα τα βήματα που δεν έσβησαν τα δάση τους αλλά στάθηκαν στη γλαυκή κώχη τ’ ουρανού και των ματιών σου τι γύρευαν; Ποιο έναστρο αμάρτημα πλησίαζε τους χτύπους της απελπισίας σου;
Μήτε η λίμνη, μήτε η ευαισθησία της, μήτε το εύφλεκτο φάντασμα δυο συνεννοημένων χεριών δεν αξιώθηκαν ποτέ ν’ αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο ρόδινο αναστάτωμα.

-ΙΙΙ-
Έμβρυο πιο φωτεινής επιτυχίας –μέρα λαξεμένη με κόπο πάνω στ’ αχνάρια του αγνώστου.
Όσο πληρώνεται το δάκρυ, ξεφεύγει από τον ήλιο.
Κι εσύ που μασάς τις ώρες σου σαν πικροδάφνη γίνεσαι οιωνός τρυφερού ταξιδιού μεσ’ στην αθανασία.

V-
Πέντε χελιδόνια – πέντε λόγια που έχουν εσένα προορισμό. Κάθε λάμψη κλείνει απάνω σου. Πριν απλοποιηθείς σε χόρτο αφήνεις τη μορφή σου απάνω στο βράχο που πονεί ανεμίζοντας τις φλόγες του προς τα μέσα. Πριν γίνεις γεύση μοναξιάς τυλίγεις τα θυμάρια θύμησες.
Κι εγώ, φτάνω πάντοτε ίσια στην απουσία. Ένας ήχος κάνει το ρυάκι, κι ό,τι πω, ό,τι αγαπήσω μένει άθικτο στους ίσκιους του. Αθωότητες και βότσαλα στο βυθό μιας διαύγειας. Αίσθηση κρύσταλλου.

-V-
Περνώντας και παίρνοντας το χνούδι της ηλικίας σου ονομάζεσαι ηγεμονίδα. Φέγγει το νερό σε μια μικρή παλάμη. Όλος ο κόσμος ανακατώνει τις μέρες του και στη μέση της μέθης του φυτεύει ένα μάτσο γυακίνθους. Από αύριο θα ’σαι η επίσημη ξένη των απόκρυφων σελίδων μου.

-VΙ-
Μέσα στα δένδρα αυτά που θα επιζήσουνε το αίθριο πρόσωπό σου. Η αγκαλιά που θα μετατοπίσει έτσι απλά τη δροσιά της. Ο κόσμος που θα μείνει χαραγμένος εκεί.
Ω τα κλεισμένα λόγια που έμειναν μες τους φλοιούς των ελπίδων, στους βλαστούς των νεόκοπων κλαριών μιας φιλόδοξης μέρας – τα κλεισμένα λόγια που πικράνανε τ’ ομοίωμά τους κι έγιναν οι Υπερηφάνειες.

-VΙΙ-
Συγκίνηση. Τα φύλλα τρέμουν ζώντας μαζί και ζώντας χωριστά στις λεύκες που μοιράζουν άνεμο. Πριν απ’ τα μάτια σου είναι αυτός που φυγαδεύει αυτές τις θύμησες, αυτά τα βότσαλα – τις χίμαιρες! Η ώρα είναι ρευστή κι εσύ στυλώνεσαι πάνω της ακάνθινη. Συλλογίζομαι αυτούς που δε δεχτήκανε ναυαγοσωστικά. Που αγαπούν το φως κάτω απ’ τα βλέφαρα, που σα μεσουρανήσει ο ύπνος άγρυπνοι μελετούνε τ’ ανοιχτά τους χέρια. Και θέλω να κλείσω τους κύκλους που άνοιξαν τα δικά σου δάχτυλα, να εφαρμόσω πάνω τους τον ουρανό για να μην είναι πια ποτέ ο στερνός τους λόγος άλλος.
Μίλησέ μου, αλλά μίλησέ μου για δάκρυα. 

-VΙΙΙ-
Στο βυθό της μουσική τα ίδια τα πράγματα σ’ ακολουθούν μετουσιωμένα. Η ζωή παντού μιμείται τον εαυτό της. Κι εσύ κρατώντας το φώσφορο στην παλάμη σου κυκλοφορείς ασάλευτη μέσα στις ίνες της πελώριας τύχης. Και τα μαλλιά σου ποτισμένα στην Ενάτη καμπυλώνουν τις θύμησες και περνούν του φθόγγους στο στερνό αέτωμα της αμφιλύκης.
Πρόσεξε! Η φωνή που άλλοτε ξεχνούσες ανθίζει τώρα στο στήθος σου. Το κοράλλι αυτό που ανάβει ολομόναχο, είναι το τάξιμο που δεν έστερξες ποτέ σου. Κι η μεγάλη πυρά που θα σ’ αφάνιζε είναι αυτός ο ανάλαφρος ίλιγγος που σε δένει με απόχρωση αγωνίας στα λοίσθια των μενεξέδων.
Στο βυθό της μουσικής συνταξιδεύουμε…

-IX-
Εγώ δεν έκανα τίποτα άλλο. Σε πήρα όπως εσύ πήρες την αμεταχείριστη φύση και τη λειτούργησες είκοσι τέσσερις φορές στα δάση και τις θάλασσες. Σε πήρα μέσα στο ίδιο ρίγος που αναποδογύριζε τις λέξεις και τις άφηνε πέρα στα ανοιχτά και αναντικατάστατα όστρακα. Σε πήρα σύντροφο στην αστραπή, στο δέος στο ένστικτο. Γι’ αυτό κάθε φορά που αλλάζω μέρα σφίγγοντας την καρδιά μου ως το ναδίρ, εσύ φεύγεις και χάνεσαι νικώντας την παρουσία σου, δημιουργώντας μια μοναξιά Θεού μια πολυτάραχη ανεξήγητη ευτυχία.
Εγώ δεν έκανα τίποτε άλλο από κείνο που βρήκα και μιμήθηκα σε Σένα!
-X-
Ακόμα μια φορά στις κερασιές τα δυσεύρετα χείλια σου. Ακόμα μια φορά μέσα στις φυσικές αιώρες τ’ αρχαία σου όνειρα. Μια φορά μέσα στ’ αρχαία σου όνειρα τα τραγούδια που ανάβουν και χάνονται. Μέσα σ’ αυτά που ανάβουν και χάνονται τα ζεστά μυστικά του κόσμου. Τα μυστικά του κόσμου.

-XΙ-
Ψηλά στο δένδρο των άσπρων ταξιδιών με το εωθινό κορμί σου χορτάτο από μαΐστρο ξεδιπλώνεις τη θάλασσα που γυμνή παίρνει και δίνει τη ζωή της στα γυαλιστερά φύκια. Φέγγει το διάστημα και πολύ μακριά ένας άσπρος ατμός σφίγγεται στην καρδιά του σκορπίζοντας τα χίλια δάκρυα. Είσαι λοιπόν εσύ που ξεχνάς τον Έρωτα μεσ’ τα ρηχά νερά, στα ύφαλα μέρη της Ελπίδας. Εσύ που ξεχνάς μέσα στα μεσημέρια φλόγες. Εσύ που σε κάθε λέξη πολύχρωμη βιάζεις τα φωνήεντα συλλέγοντας το μέλι τους στην καρποδόχη!

Όταν γυρίσει το φύλλο της ημέρας και βρεθείς άξαφνα ξανθή και ηλιοκαμένη μπρος στο μαρμάρινο αυτό χέρι που θα κηδεμονεύει τους αιώνες, θυμήσου τουλάχιστον εκείνο το παιδί που φιλοδοξούσε καταμόναχο μεσ’ την οργή του πόντου να συλλαβίσει την ανυπέρβλητη ομορφιά της ομορφιάς σου. Και ρίξε μια πέτρα στον ομφαλό της θάλασσας, ένα διαμάντι στη δικαιοσύνη του ήλιου.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, για να μας ΞΥΠΝΗΘΕΙ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ, που ολοένα με απίθανες χειρονομίες δρα… Γιατί όντας αρνητικό του ονείρου φαινόμαστε μαύροι και άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα. Γι’ αυτό φεύγα ζαρκάδι, Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυφογραμμή… Καθώς από το ελάχιστο φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε. Μόνο που ’ναι πιο δύσκολο. Κι απ’ το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίζεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της. Έτσι μπορεί να νιώσει κανείς την παρουσία της ηδονής ως μέσα στις κόρες των ματιών του, των ματιών που ρέουνε από την πλάτη του Έρωτα [Οδυσσέας Ελύτης, Ο Μικρός Ναυτίλος]



Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ ΥΔΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ (δαιμονίων;)

Φυσάει ο άνεμος του φθινοπώρου
και σαρώνει πάνω στο πλακόστρωτο της αυλής τα ξερά φύλλα που έπεσαν απ’ τα δένδρα
σκισμένες επιστολές, κουρέλια πόθους ελπίδες όνειρα
άλλοτε ο άνεμος φυσά κι ανοίγει τρύπες στο νερό απ’ όπου αναβλύζουν τα δάκρυα των ψαριών
λουλούδια φραντζόλες πόθοι ελπίδες όνειρα
κι άλλοτε ο άνεμος φυσά
και σε όχι πολύ παρωχημένες εποχές
«μούντερνε» κάτω από τις μακριές τις φούστες των ωραίων γυναικών
κι έφτανε μέχρι τα ευγενικά τους κάλη τα μυστικά [ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ και ΥΔΑΤΩΝ  από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978 με ένα πίνακα με τα παλληκάρια του  για τη συνέχεια]




ΠΕΡΙ ΑΜΑΔΡΥΑΔΩΝ
τη λεύκα που αντικρύζω
από το παρεθύρι μου
την αγαπώ

χρόνια τώρα –χειμώνα καλοκαίρι- την παρακολουθώ
από του σύνεγγυς
άλλοτε με τις φουντωτές τις φυλλωσιές
άλλοτε με τα ξερά της τα κλαριά
μεσ’ στους βοριάδες

όμως ποτέ μου δεν την είδα την αμαδρυάδα
της
που πρέπει να την κατοικεί
όσο κι αν επρόσεξα
όσο κι αν ώρες ατέλειωτες
δεν έπαψα κρυφά
να τηνε παρακολουθώ

ίσως να μην υπήρξαν οι αμαδρυάδες;
αυτό όμως
δεν το ’πε ποτέ κανείς!..

λέω μήπως απόθανε από καιρό
η δικιά μου η αμαδρυάδα
και μήπως –από χρόνια τώρα-
να προστέθηκε κι αυτή
στις τόσο αμείλικτες
και τόσο αφόρητα βασανιστικές γύρω μας
απουσίες;

ΕΝΑ ΟΡΓΙΣΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
Οι Κούροι που ορθώνονταν στα ελληνικά ακρογιάλια
Μην πείτε πως αφήσανε τούτο τον έρμο τόπο.
Αυτή η γης, η μαύρη γης, η χιλιοπικραμένη,
Ποτέ της δεν σταμάτησε να βγάζει παλληκάρια.
Κι αν χύνουμε τα δάκρυα, κλαίγουμε το χαμό τους,
Και η χαρά μας είν’ τρανή που είχαμε τέτοι’ αδέλφια.
Ποιος θε να κλάψει το χαμό τόσων παλληκαριώνε;
Εγώ θα κλάψω και θα πω το τι άξιζε ο καθένας.
Αλλά όμως τώρα τραγουδώ τη Μήτσο Αστερίου,
Που ήταν αϊτός της Ρούμελης, πύργος στην Αταλάντη,
Στην αντρειά, ση λεβεντιά, πρώτος μέσα στους πρώτους,
Του Δίκιου και της Λευτεριάς τ’ άξιο το παλληκάρι.
Μεγάλη ωσάν τα βουνά είτανε η καρδιά του,
Κι η σκέψη του ήταν ψηλή ωσάν τα κυπαρίσσια.
Εργάτες ρίχτε τα σφυριά, ρίχτε τα εργαλεία,
Και με τα χέρια λεύτερα μουντζώστε τους φασίστες.
Οι άτιμοι ωμόσανε, στη νύχτα που τους ζώνει,
Τον Κόσμο να σκλαβώσουνε, ν’ απλώσουν τα σκοτάδια.
Και τώρα σφίχτε τις γροθιές, ψηλά σηκώσετέ τες,
Όλοι μαζί να ψάλλουμε της Εργατιάς τη Νίκη:
Και να ο Μήτσος έρχεται, πάνω στη γης βαδίζει.
Το πρόσωπό του είναι χλωμό, έχει πικρό τ’ αχείλι,
Όμως πάντα στα μάτια του η καλοσύνη λάμπει.
Αυτός που μόνο Πίστεψε, που ήταν όλος Αγάπη,
Για δέστε πώς μας έτεινε τα ματωμένα χέρια,
Στα ξεσκισμένα στήθια του απάνω να μας σφίξει.

Στον τοίχο που τον έσερναν, τυφλό ναν τον σκοτώσουν,
Στο μέρος όπου ακούμπησε το ευγενικό κορμί του,
Οι πέτρες δάκρυα στάζουνε και σκούζουν στοιχεωμένες.
Κι ένας αετός, ρωμηός αετός, όλο εκεί πετάει,
Και των φτερών του τη σκιά ρίχνει στο μαύρο τόπο,
Κι όλο βογγά, ξερνά χολή και όλο βλαστημάει.

ΠΕΡΙ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΥ ΚΛΑΔΑ
ποιος ήταν ο Κροκόδειλος Κλαδάς;
ήταν πραγματικά κορκόδειλος
και ψεύτικα κι απατηλά
τα κλάυματά του
μεσ’ τη νύχτα;
όχι: πραγματικά ήταν αητός
που έκλαιγε αληθινά
τη νύχτα

(δηλαδή κατά της νύχτας τη διάρκεια
και για τη νύχτα της σκλαβιάς
που έπνιγε άσπλαχνα –βαρειά-
ολόκληρη τη χώρα)

αλλά τα κλάματα γι’ αυτόν ήταν εκτόνωση
κάποτε τα δάκρυα στέρευαν
και μέσα του ξύπναγε ο πόθος κι η ελπίδα της αυγής
όλα να τα βαρέσει χάμου
και ν’ ανοίξει τα φτερά του

και μεσ’ τη χαρά του ήλιου μεγαλόπρεπα αργοπέταγε
ετιμωρούσε τους δειλούς τους άναντρους
κι έσπερνε της λευτεριάς μηνύματα
στις ψυχές τις καλογεννημένες

με τις φωνάρες του δεν εξεστόμιζε κοτσάνες –ωσάν άλλους-
αλλά μόνε τη λέξη την ιερή βροντολαλούσε:
Ελευθερία!

και δεν τον έγνοιαζε αν στο βασίλεμα
ψόφιο ή ζωντανό ο ήλιος
τον πετύχαινε:
πάντως θε να τον έβρισκε οπωσδήποτε
αετό
μέσα στα δένδρα
χωρίς δεσμά
κι ελεύθερο για πάντα!

[επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων… (αλλά) Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύβεται η Ερινύα βαθιά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν την νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό!..]

Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΓΚΡΕΜΟΥ ΕΥΩΔΙΑΖΕΙ ΙΛΙΓΓΟΣ ΣΕ ΜΙΑ ΑΚΑΤΑΣΧΕΤΗ ΕΠΙΦΟΙΤΗΣΗ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

Μικρό πουλί –συσσωρευτής των ήχων- μελοποιεί  
μες τη παλάμη της αυγής την αιδώ της άβγαλτης ώρας
και τη λύπη του ύπνου μου, που, απόψε, ύπτιος
αφού εδιάβασε μακροσκελή σκοτάδια, στίβος έγινε
όπου η νύχτα κάποιο απρόθυμο όνειρο γύμναζε
για την ανάδειξη του προσώπου σου.
Αυτό το πρόσωπο για να δείξει θέλει κορνίζα αιμάτινη…
Κάτι τι σου είπε η βροχή, κάτι τι σου είπε ο Σεπτέμβρης,
κι έγινε η μορφή σου τζάμι θολό,
που πίσω του μπορεί κανείς ανενόχλητα
μήνες απρόοπτους να περάσει…   [ΑΝΑΔΕΙΞΙΣ και ΕΠΙΡΡΟΕΣ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ, 1963 και με ΚΛΙΚ στην εικόνα: Τι προκαλεί μια συζήτηση κι ένα Φθινόπωρο, Πλάγιος τρόπος μια Κυριακή Απόγευμα, Πού οφείλεται η Βροχή και Πόσο ωφελούν οι άγνωστοι που έρχομαι σε επαφή το πρωί με το Δρόμο μου από την ίδια συλλογή – ART by NEKHBETSUN Mirabilia]



ΤΙ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΚΙ ΕΝΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Σε γλίτωσε απ’ το παρελθόν
μια άσχετη εντελώς συζήτηση
περί φιλαργυρίας και ανέμων.
Κάποιος μιλούσε τις προάλλες
γι’ ανθρώπους, για φταιξίματα ζωής,
για στίχους, Αφρικές
και για τυφώνες.
Και κάπου εκεί ανάμεσα
έπεσε το φευγάτο όνομά σου
-χρόνια της λήθης υποχείριο-
πάνω στην απροφύλαχτη στιγμή.
Έπεσε, και διαλέγοντας
απ’ όλες τις οδούς τη συντομότερη
-της αναμνήσεως- κύλησε
από Αφρικές, από φυτείες,
και από ήλιους πλεονάζοντες,
και σ’ έφερε, παρά τη θέλησή σου,
λεπτομερώς ωραίον,
σχολαστικά απαράλλαχτον,
επακριβώς απατηλόν.
Σ’ έφερε μπρος στο συνυπεύθυνο Φθινόπωρο,
που υποθάλπει μια Δευτέρα Παρουσία
στ’ απολωλότα όνειρα.

ΠΛΑΓΙΟΣ ΤΡΟΠΟΣ
Να έπεφτε η βροχή ραγδαία,
ευχόμουν. Να ξεσπάσει.
Θα μέναμε έτσι πιο πολύ
μέσα στη στοά. Στην πρόφαση.

Στο βάθος «Μπαρ»
καφέδες ποτά,
πίκρες εν μέθη.
Πιο κει «Ραφείον»,
καλλιτεχνικά της ζωής σας
γυρίσματα,
μαντάρισμα του κενού σας
άψογο.
«Γραφείο μεσιτικό» πιο πέρα,
πωλήσεις, αγορές,
ευκαιρίες αισθημάτων,
αιωνιότητες.
Κι εδώ που πιο πολύ σταθήκαμε,
της κάθε ανάγκης η βιτρίνα:
Χρωματιστά σαπούνια,
κορνίζες για διαρκείας πρόσωπα,
αλυσιδίτσες να τις σπάζει το ασυγκράτητο,
φανταχτεροί αναπτήρες
προσάναμμα στο βλέμμα σου,
κι άφθονα καθρεφτάκια
να ’χω το πρόσωπό σου
ισάριθμες φορές.

Γι’ αυτό ευχόμουν…

Μα η βροχή κι εσύ
ενάντια στην ευχή μου
πέφτατε.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΠΟΓΕΥΜΑ
Πολλές φορές σε ζήτησε το απόγευμα:

Όταν με βρήκε πίσω απ’ το παράθυρο
να προφητεύω τις συνεχείς σιωπές σου.
Όταν μια βίαιη σκηνή εκτυλίχθηκε
σ’ εμένα ανάμεσα και στο τετελεσμένο.
Όταν προχώρησα στο διπλανό δωμάτιο
κι αυτό το εκάλεσα «φυγή».

Κι άλλες επίμονες φορές σε φώναξε
μέσα από έξι λαϊκά τραγούδια
για πιάνο
και για δύσκολο απόγευμα.

Κι ακόμα τρεις θρηνητικές φορές
όταν τα θέματα σουρούπωσαν,
κι ονόμασα τα μάτια σου
«καθημερινά απογεύματα»
κι όλον εσένα Κυριακή
που είναι πάντα δύσκολη.

ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ Η ΒΡΟΧΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟ ΩΦΕΛΟΥΝ ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ (βροχερό σαββατοκύριακο σ’ εκδρομή)
Η μέρα είχε λόγους να βρέξει…

Η πλατεία του τόπου
έδειξε κατανόηση μεγάλη
τη συνεπήρε το άδειο και το άηχο…

Λοιπόν η μέρα ήταν
μάλλον για τέτοιους χώρους:
«Σφαιριστήρια –Τυχερά Παιχνίδια».
Αίθουσα μεγάλη
-για τις μεγάλες κινήσεις της τύχης-
σκισμένη σε παράθυρα
με θέα προς μαγειρείον
και ποδηλατάδικο.
γεμάτη εγκλήματα ωρών,
κι άνδρες του τόπου,
της Κυριακής,
και της κλειστής πλατείας.

Και από σένα, νεοφερμένε άνδρα.

Με την απότομη έκφραση
δίνεις λαβή στην έκσταση
καθώς μια εξ ύψους παραφωνία
μπαίνεις στην αίθουσα
με μπότες λαστιχένιες ως τα γόνατα
-κάθε σου βήμα κι ένα τρόπαιο-
μ’ ένα πουκάμισο ξεκούμπωτο
απ’ την καρδιά και επάνω,
καθόλου κυριακάτικος
μήτε καθημερινός,
κάπως σαν να έχεις παραπέσει
μες τη βαθιά αίσθησή μου.
Στέκεις μπροστά στο music box,
ρίχνεις δραχμή
κι αίσθημα παίζει
σκληρός που είναι ο χωρισμός
-σαν μια καταστροφή του νοητού είσαι-
δραχμή και αίσθημα
σιγανοψιχάλισμα
(η μέρα, εξάλλου,
είχε λόγους να βρέξει)
-σαν αγωγιάτης του παράξενου είσαι-
άλλη δραχμή και αίσθημα
one day the rain came
για λογαριασμό μου τώρα,
τι είμαι ασφαλώς
ένας από τους κύριους λόγους
που είχε η μέρα να βρέξει.

ΠΩΣ ΕΡΧΟΜΑΙ Σ’ ΕΠΑΦΗ ΤΟ ΠΡΩΙ ΜΕ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΜΟΥ
Εν πρώτοις
αναβιώνουν τα χθεσινά μου βήματα.

Δεξιά, το διαφιλονικούμενο οικόπεδο
κι ο πρώτος μορφασμός της μέρας.
Αριστερά, στην πόρτα
νεόδμητης πολυκατοικίας,
τα κοινόχρηστα:
ο θυρωρός κι η ατμόσφαιρά της.
Πιο πίσω η εντύπωση:
σαγρέδες και απλίκες
δίκην άνθους.
Και μέσα,
σε δυνατότητες τριών ή δύο δωματίων,
ή σε συναίσθημα υπογείου,
ο εσωτερικός της κόσμος
στεγασθείς
από εφάπαξ και εισοδήματα ονείρων.

Μετά περνώ, για ένα διάστημα,
μπροστά από μονοκατοικίες ενδόμυχες.
Πολλές υποπίπτουν
στο σφάλμα του διωρόφου
στο επάνω στεγάζεται
ο χρόνιος πόθος του ισογείου.
Κι εκεί, γωνία Αίγλης και Πυθίας,
το υποσυνείδητο παντοπωλείου:
ταβέρνα, ακόμη μεθυσμένη από το βράδυ
Τραπέζια τσίγκινα, ελαφριά, να υψώνονται
εύκολα στην στάθμη της μέθης, σύσσωμα:
με τα ποτήρια, με το μέσον και τα αίτια.
Χωρητικότητος πέντε ψυχών το πολύ, που
σε κρίση πίκρας παραβιάζεται.

Κι αν δεν ξέχασα τίποτε
πάλι σπίτια,
μέχρι το ανθοπωλείο,
για τις κοινωνικές στιγμές του δρόμου
και το αίσθημα.

Ο δρόμος αυτός
χύνεται στην πλατεία.
Αναπαράστασή του
σε κυκλική διάταξη.
Προστιθέμενου του φωτογραφείου
για των μορφών την ανατύπωση:
μια έγχρωμη σειρά χρόνου εν πλω
μετά από μια αναμνηστική περιοδεία του
στη συνοικία μου,

 [επιλογές λέξεων από την ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΜΑΖΙ στο ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ της Κικής Δημουλά. Λοιπόν, κάποια φορά ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ, στου σεντονιού τις όχθες, ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ. ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ο φιλοπαίγμων μύθος μας ακολουθεί, εκτός αν κλαίει το φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «Διότι» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Μη φοβάσαι, είσαι ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΗΧΟΥ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ. Γι’ αυτό πάρε μαζί σου για σιγουριά την απαίτηση να μην σ’ αγγίξω διόλου και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω ώστε να μην σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις. ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ ερήμην μου]  


Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Η ΖΩΗ ΣΟΥ ΕΤΣΙ ΚΥΛΑΕΙ ΣΑΝ ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΧΑΝΕΤΑΙ ΣΤ΄ΑΝΟΙΧΤΑ:

Περνώντας απ’ τις μεγάλες εξοχές παρατήρησα πολλά φώτα και κόσμος μαζωμένος στις ταράτσες και τα μεγάλα παράθυρα ανοιχτά και να σκύβουν και να παίρνουν τον αέρα τους οι κυρίες, καμωμένες από λογιώ λογιώ πράσινα μέταλλα, κορδέλες και κρύσταλλα. Η Θέρμη είχε τρυπήσει το μέταλλο και είχε εισχωρήσει στα ενδότερα, στα μαλακότερα στρώματα της υγρασίας και της θλίψης. Εκεί έχουν την έδρα τους όλοι οι πόνοι της καρδιάς. Εκεί μαζεύονται όλα τα φαρμάκια που σταλαγματιά-σταλαγματιά αδειάζουν απ’ τις ψυχές των ανθρώπων. Πολλοί περιγράφουν την αφάνταστη αυτή λειτουργία με τα ζωηρότερα χρώματα. Όλοι μας έχουμε κάπου μέσα μας κρυμμένες ή ανεκδήλωτες μερικές αναμνήσεις από την παράξενη αυτή χώρα. Έτσι καθώς κουλουριάζουν τα μονοπάτια της ζωής και χάνονται μες τα πυκνότατα δάση, μέσα στ’ ακίνητα όνειρα. Έτσι σχεδόν συμβολική η θλίψη αυτή μένει κάποτε λίγο στα χείλια, λίγο στα μάτια και λίγο στα ωραία σου μαλλιά ω Πενθησήλεια. Λίγο απ’ όλη μας τη ζωή, η ζωή σου έτσι κυλάει σαν το καράβι που ξεκινώντας απ’ το λιμάνι χάνεται στ’ ανοιχτά!... [ΠΕΝΘΗΣΗΛΕΙΑ από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΧΑΛΕΠΙΟΥ Art by Kertesz Andre]




ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ
Για πολλά χρόνια συνεχίζονταν στον τόπο αυτό απεγνωσμένες προσπάθειες προς αναστήλωσιν των ερειπίων, πλην όμως εις μάτην. Οι κολόνες ήταν τόσον φαγωμένες από την πολυκαιρίαν και τους ανέμους ώστε εστάθη αδύνατο να στυλωθούν παραπάνω από λίγα δευτερόλεπτα στις βάσεις των.
Τα άλλα συντρίμμια, που ήταν γεμάτος ο λόφος, οι πλαγιές κι αυτά ακόμη τ’ ακρογιάλια, ήταν εντελώς άσκοπον έστω και προσπάθεια να εγίνονταν για να συναρμολογηθούν. Τα ενδιάμεσα κομμάτια, είχαν εξαφανιστεί μυστηριωδώς, προφανώς συνεπεία της πορείας του χρόνου, σαν να τα ’χε φάει η γης, ή να τα ’χε σκορπίσει η τρικυμία. Κάτασπρα λοιπόν έλαμπαν, (την πρωινή τους όψη δεν είναι εύκολο να φανταστούμε) έλαμπαν παντού μέσα στα δένδρα, ανάμεσα στα βράχια, στα χόρτα, στις αμμουδιές στα πηγάδια και στα κρεββάτια.
Πότε εμιμούνταν σώματα γυναικών εξαίσια, πότε κορμιά εφήβων πότε γέροντες βασιλείς ή ναυτικούς, πολλές φορές εμιμούνταν ποταμούς καθώς κυλούν ασυγκίνητοι μες στις κοιλάδες, πότε άσματα, πότε λουλούδια και πότε Θεούς. Άλλες φορές παρίσταναν μάχες που κρίθηκαν προ αμνημονεύτων ετών ανάμεσα σε ηγεμόνες που κανείς πια δεν θυμάται που ακόμα κι αυτά τα σοφά Πανεπιστήμια αγνοούν.
Συχνότατα όμως δεν εμιμούνταν κανέναν.

ΕΡΗΜΙΑ
Η μεγάλη εκείνη ερημιά το ρίγος που πιάνει τα τοπία όταν ο ήλιος χάνεται, σα μια γυναίκα που την πιάνουνε τα κλάματα όταν απομακρύνεται ο εραστής που αγάπησε τόσο παράφορα, σαν το καράβι που σαλπάρει με αγαπημένα πρόσωπα, ενόσω εμείς στεκόμαστε στην προκυμαία και χαιρετάμε μ’ ένα λευκό μαντίλι, κι από τα μάτια μας κυλούν τα δάκρυα κι όλα παίρνουν μια γεύση αλλόκοτη, καθώς μπήγεται σιγά-σιγά στο στήθος ένας κοχλίας, και στ’ άσπρα πλακάκια και στα μαύρα όπου πατούν τα πόδια μας και στον ουρανό όπου πετάνε τα πουλιά.

ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ
Όλα ήταν έτοιμα. Απ’ την πλατεία του Συντάγματος μέχρι τις Κουκουβάουνες όλες οι φορεσιές στημένες. Κι έπρεπε ο καθένας που περνούσε να υπογράφει χωρίς αναβολή, τ’ όνομά του. Απέραντες εκτάσεις ίσαμε χθες ακαλλιέργητες, βρέθηκαν σήμερα το πρωί σκεπασμένες με κόκκινα αγγλικά υφάσματα. Η ποιότης βέβαια δεν ήταν ίδια με την προπολεμική. Όμως δεν πρέπει να είμαστε απαιτητικοί. Οι γέφυρες δεν ήταν ποτέ στερεές. Και το Δημοτικό Συμβούλιο είχε καταβάλει απεγνωσμένες προσπάθειες επί πολλά έτη για να υπερνικήσει την παράλογη αντίσταση της κοινής γνώμης. Υπάρχουν φυσικά πολλές εκδοχές. Η μία αναφέρεται στον Ιουστινιανό, οι άλλες όλες παρομοιάζουν την Ελλάδα μ’ ένα νιόκοφτο έλατο. Για την ώρα ας αρκεστούμε να προσθέσουμε κι εμείς ένα θαυμαστικό, στην επιβλητική κιόλας σειρά και συλλογή φαγητών που μας κληρονόμησε το Βυζάντιο. Τονίζω εδώ πέρα πως δεν είχα σκοπό ποτέ σκοπό να φιλολογήσω. Οι νύχτες ήταν πολύ σκοτεινές. Και κινδύνευαν οι διαβάτες σκοντάφτοντας επάνω στα καρφιά να γκρεμιστούν στον Άδη όπως ο Αχιλλέας. Ας μου δοθεί όμως μια ευκαιρία να εξομολογηθώ επαρκώς. (Η λέξη αυτή, επαρκώς, βρέθηκε εδώ πέρα εντελώς τυχαία, όπως σας έχω ξαναπεί κι άλλοτες, και σημειώνει μια παραχώρηση, ένα ρουσφέτι στον κλήρο).
Όμως εγώ, εσείς οι άλλοι, ο ρολογάς Κασμίρης και ο Πρίγκιψ Μακρής, είμαστε όλοι θύματα σκοτεινών συνωμοσιών και μιας δικαστικής πλάνης άνευ προηγουμένου. Και εδώ θα μπορούσε ίσως κανείς να συμφωνήσει με το περίφημο ρητό του Κολοκοτρώνη: «Καμιά φορά χρειάζεται και το μακελειό. Φτάνει να τηρούνται αυστηρότατα όλοι οι κανόνες της Σουηδικής Γυμναστικής»

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες… Επιμένει ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο «Διαμαντένιος Γαληνευτής», ο έλληνας ποιητής που ταξίδεψε και δίδαξε ποίηση και την ελληνική ποίηση σ’ όλο τον κόσμο!.. Συναναστράφηκε με τα πιο φωτεινά πνεύματα της εποχής –Έλιοτ, Ντύλαν Τόμας, Όντεν, Εμπειρίκος, Ελύτης – δηλώνοντας ακόμα και σήμερα, εποχή της κρίσης, «απαίσια αισιόδοξος», γιατί, όπως λέει, άμα βλέπεις το άδικο και αγριεύεις, είσαι αισιόδοξος δεν σκύβεις κεφάλι

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΑΥΤΟΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ’ΝΑΙ ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ (μα ποιο είναι το τέλος τάχα και ποια να ’ναι η επιστροφή;)

Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πιαΑυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
Σε κάποιον άλλο ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γεννήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτόςΝα γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι  [ΕΠΙΛΟΓΟΣ  από τη συλλογή του Μανόλη Αναγνωστάκη ΕΠΟΧΕΣ 3   – ART by Agostino Arrivabene Surreal paintings]




ΑΝ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ
Αν θυμούνται, δεν είναι που νικήθηκα
Δεν είναι που επιδίωξα μιαν αγοραία λύση
Όλα συγκλίνουνε μπροστά σ’ εκείνο που έρχεται
Αδιάλειπτο, ανεξίτηλο, στίγμα στο πρόσκαιρο
Να ξεχωρίσεις, αν υπάρχει μια Στιγμή
Σ’  αλλεπαλλήλων χρόνων στείρα διαιώνιση
Για κείνο που έρχεται, φραγμός σε μια παράταση,

Σαν περιζήτητη αμοιβή φτηνής ζωής.

ΤΟ ΠΡΩΙ…
Το πρωί
Στις 5
Ο ξηρός
Μεταλλικός ήχος
Ύστερα από τα φορτωμένα καμιόνια
Που θρυμματίζουνε τις πόρτες του ύπνου
Και το τελευταίο «αντίο» της παραμονής
Και οι τελευταίοι βηματισμοί στις υγρές πλάκες
Και το τελευταίο σου γράμμα
Στο παιδικό τετράδιο της αριθμητικής
Σαν του μικρού παραθυριού το δίχτυ
Που τεμαχίζει με κάθετες μαύρες γραμμές
Του πρωινού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση.

ΓΡΑΨΑΝΕ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ…
Γράψανε τ’ όνομά του στη σιδερένια πόρτα
Σ’ ένα τετράγωνο μικρό χαρτί
(Άρχιζε μια καινούρια μέρα. Τι να ’ναι τάχα αυτό που αρχίζει;)
Γράψανε τ’ όνομά του σ’ ένα τετράγωνο μικρό χαρτί
Στη λιτανεία του πρωινού γελούσαν οι τανάλιες του ήλιου
(Χάθηκαν όλα τώρα πια. Μα τάχα ποια είναι η απώλεια και ποιο το κέρδος;)
Γράψανε τ’ όνομά του στη σιδερένια πόρτα
Έμεινε μια φωτογραφία μικρή, στη λάσπη, που κρατούσε
Μοιράσανε τα ρούχα του στους οπλισμένους στρατιώτες
Δε μίλησε –«Τετέλεσται» - Είπε μονάχα τ’ όνομά του.
(Μα ποιο είναι το τέλος τάχα και ποια να ’ναι η επιστροφή;)

Αυτοί δεν ήταν Ήρωες. Όμως ο θάνατός τους
Των άδειων μάταιων ημερών νόμιμη πλήρωση
Στων άλλων την παραδοχή και την αδιαφορία
Έμοιαζε σ’ ένα πρόσκαιρο πλαίσιο ξεχασμένο
Σε μιαν ανάμνηση ακριβή της τελευταίας υπόμνησης
Είχε ακόμα τη σκληρή ευγένεια των πραγμάτων
Που μιας στιγμής η απόσταση ξέρει να υψώνει

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της αγάπης, το φόβο που μας ενώνει με τους άλλους, ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη σιωπή, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. Πόσα κρυμμένα τιμαλφή όμως μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα θα περιμένουμε… Και ποιος να μας προσέξει, ποιος να μας λησμονήσει στη θήση που καθόμαστε; Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας. Το θέμα είναι τώρα τι λες!.. Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους στίχους μιας ζωής] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ. «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς]