Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Η ΖΩΗ ΣΟΥ ΕΤΣΙ ΚΥΛΑΕΙ ΣΑΝ ΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΧΑΝΕΤΑΙ ΣΤ΄ΑΝΟΙΧΤΑ:

Περνώντας απ’ τις μεγάλες εξοχές παρατήρησα πολλά φώτα και κόσμος μαζωμένος στις ταράτσες και τα μεγάλα παράθυρα ανοιχτά και να σκύβουν και να παίρνουν τον αέρα τους οι κυρίες, καμωμένες από λογιώ λογιώ πράσινα μέταλλα, κορδέλες και κρύσταλλα. Η Θέρμη είχε τρυπήσει το μέταλλο και είχε εισχωρήσει στα ενδότερα, στα μαλακότερα στρώματα της υγρασίας και της θλίψης. Εκεί έχουν την έδρα τους όλοι οι πόνοι της καρδιάς. Εκεί μαζεύονται όλα τα φαρμάκια που σταλαγματιά-σταλαγματιά αδειάζουν απ’ τις ψυχές των ανθρώπων. Πολλοί περιγράφουν την αφάνταστη αυτή λειτουργία με τα ζωηρότερα χρώματα. Όλοι μας έχουμε κάπου μέσα μας κρυμμένες ή ανεκδήλωτες μερικές αναμνήσεις από την παράξενη αυτή χώρα. Έτσι καθώς κουλουριάζουν τα μονοπάτια της ζωής και χάνονται μες τα πυκνότατα δάση, μέσα στ’ ακίνητα όνειρα. Έτσι σχεδόν συμβολική η θλίψη αυτή μένει κάποτε λίγο στα χείλια, λίγο στα μάτια και λίγο στα ωραία σου μαλλιά ω Πενθησήλεια. Λίγο απ’ όλη μας τη ζωή, η ζωή σου έτσι κυλάει σαν το καράβι που ξεκινώντας απ’ το λιμάνι χάνεται στ’ ανοιχτά!... [ΠΕΝΘΗΣΗΛΕΙΑ από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη Ο ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΧΑΛΕΠΙΟΥ Art by Kertesz Andre]




ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ
Για πολλά χρόνια συνεχίζονταν στον τόπο αυτό απεγνωσμένες προσπάθειες προς αναστήλωσιν των ερειπίων, πλην όμως εις μάτην. Οι κολόνες ήταν τόσον φαγωμένες από την πολυκαιρίαν και τους ανέμους ώστε εστάθη αδύνατο να στυλωθούν παραπάνω από λίγα δευτερόλεπτα στις βάσεις των.
Τα άλλα συντρίμμια, που ήταν γεμάτος ο λόφος, οι πλαγιές κι αυτά ακόμη τ’ ακρογιάλια, ήταν εντελώς άσκοπον έστω και προσπάθεια να εγίνονταν για να συναρμολογηθούν. Τα ενδιάμεσα κομμάτια, είχαν εξαφανιστεί μυστηριωδώς, προφανώς συνεπεία της πορείας του χρόνου, σαν να τα ’χε φάει η γης, ή να τα ’χε σκορπίσει η τρικυμία. Κάτασπρα λοιπόν έλαμπαν, (την πρωινή τους όψη δεν είναι εύκολο να φανταστούμε) έλαμπαν παντού μέσα στα δένδρα, ανάμεσα στα βράχια, στα χόρτα, στις αμμουδιές στα πηγάδια και στα κρεββάτια.
Πότε εμιμούνταν σώματα γυναικών εξαίσια, πότε κορμιά εφήβων πότε γέροντες βασιλείς ή ναυτικούς, πολλές φορές εμιμούνταν ποταμούς καθώς κυλούν ασυγκίνητοι μες στις κοιλάδες, πότε άσματα, πότε λουλούδια και πότε Θεούς. Άλλες φορές παρίσταναν μάχες που κρίθηκαν προ αμνημονεύτων ετών ανάμεσα σε ηγεμόνες που κανείς πια δεν θυμάται που ακόμα κι αυτά τα σοφά Πανεπιστήμια αγνοούν.
Συχνότατα όμως δεν εμιμούνταν κανέναν.

ΕΡΗΜΙΑ
Η μεγάλη εκείνη ερημιά το ρίγος που πιάνει τα τοπία όταν ο ήλιος χάνεται, σα μια γυναίκα που την πιάνουνε τα κλάματα όταν απομακρύνεται ο εραστής που αγάπησε τόσο παράφορα, σαν το καράβι που σαλπάρει με αγαπημένα πρόσωπα, ενόσω εμείς στεκόμαστε στην προκυμαία και χαιρετάμε μ’ ένα λευκό μαντίλι, κι από τα μάτια μας κυλούν τα δάκρυα κι όλα παίρνουν μια γεύση αλλόκοτη, καθώς μπήγεται σιγά-σιγά στο στήθος ένας κοχλίας, και στ’ άσπρα πλακάκια και στα μαύρα όπου πατούν τα πόδια μας και στον ουρανό όπου πετάνε τα πουλιά.

ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ
Όλα ήταν έτοιμα. Απ’ την πλατεία του Συντάγματος μέχρι τις Κουκουβάουνες όλες οι φορεσιές στημένες. Κι έπρεπε ο καθένας που περνούσε να υπογράφει χωρίς αναβολή, τ’ όνομά του. Απέραντες εκτάσεις ίσαμε χθες ακαλλιέργητες, βρέθηκαν σήμερα το πρωί σκεπασμένες με κόκκινα αγγλικά υφάσματα. Η ποιότης βέβαια δεν ήταν ίδια με την προπολεμική. Όμως δεν πρέπει να είμαστε απαιτητικοί. Οι γέφυρες δεν ήταν ποτέ στερεές. Και το Δημοτικό Συμβούλιο είχε καταβάλει απεγνωσμένες προσπάθειες επί πολλά έτη για να υπερνικήσει την παράλογη αντίσταση της κοινής γνώμης. Υπάρχουν φυσικά πολλές εκδοχές. Η μία αναφέρεται στον Ιουστινιανό, οι άλλες όλες παρομοιάζουν την Ελλάδα μ’ ένα νιόκοφτο έλατο. Για την ώρα ας αρκεστούμε να προσθέσουμε κι εμείς ένα θαυμαστικό, στην επιβλητική κιόλας σειρά και συλλογή φαγητών που μας κληρονόμησε το Βυζάντιο. Τονίζω εδώ πέρα πως δεν είχα σκοπό ποτέ σκοπό να φιλολογήσω. Οι νύχτες ήταν πολύ σκοτεινές. Και κινδύνευαν οι διαβάτες σκοντάφτοντας επάνω στα καρφιά να γκρεμιστούν στον Άδη όπως ο Αχιλλέας. Ας μου δοθεί όμως μια ευκαιρία να εξομολογηθώ επαρκώς. (Η λέξη αυτή, επαρκώς, βρέθηκε εδώ πέρα εντελώς τυχαία, όπως σας έχω ξαναπεί κι άλλοτες, και σημειώνει μια παραχώρηση, ένα ρουσφέτι στον κλήρο).
Όμως εγώ, εσείς οι άλλοι, ο ρολογάς Κασμίρης και ο Πρίγκιψ Μακρής, είμαστε όλοι θύματα σκοτεινών συνωμοσιών και μιας δικαστικής πλάνης άνευ προηγουμένου. Και εδώ θα μπορούσε ίσως κανείς να συμφωνήσει με το περίφημο ρητό του Κολοκοτρώνη: «Καμιά φορά χρειάζεται και το μακελειό. Φτάνει να τηρούνται αυστηρότατα όλοι οι κανόνες της Σουηδικής Γυμναστικής»

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες… Επιμένει ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο «Διαμαντένιος Γαληνευτής», ο έλληνας ποιητής που ταξίδεψε και δίδαξε ποίηση και την ελληνική ποίηση σ’ όλο τον κόσμο!.. Συναναστράφηκε με τα πιο φωτεινά πνεύματα της εποχής –Έλιοτ, Ντύλαν Τόμας, Όντεν, Εμπειρίκος, Ελύτης – δηλώνοντας ακόμα και σήμερα, εποχή της κρίσης, «απαίσια αισιόδοξος», γιατί, όπως λέει, άμα βλέπεις το άδικο και αγριεύεις, είσαι αισιόδοξος δεν σκύβεις κεφάλι

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΑΥΤΟΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ’ΝΑΙ ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ (μα ποιο είναι το τέλος τάχα και ποια να ’ναι η επιστροφή;)

Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πιαΑυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
Σε κάποιον άλλο ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γεννήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτόςΝα γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι  [ΕΠΙΛΟΓΟΣ  από τη συλλογή του Μανόλη Αναγνωστάκη ΕΠΟΧΕΣ 3   – ART by Agostino Arrivabene Surreal paintings]




ΑΝ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ
Αν θυμούνται, δεν είναι που νικήθηκα
Δεν είναι που επιδίωξα μιαν αγοραία λύση
Όλα συγκλίνουνε μπροστά σ’ εκείνο που έρχεται
Αδιάλειπτο, ανεξίτηλο, στίγμα στο πρόσκαιρο
Να ξεχωρίσεις, αν υπάρχει μια Στιγμή
Σ’  αλλεπαλλήλων χρόνων στείρα διαιώνιση
Για κείνο που έρχεται, φραγμός σε μια παράταση,

Σαν περιζήτητη αμοιβή φτηνής ζωής.

ΤΟ ΠΡΩΙ…
Το πρωί
Στις 5
Ο ξηρός
Μεταλλικός ήχος
Ύστερα από τα φορτωμένα καμιόνια
Που θρυμματίζουνε τις πόρτες του ύπνου
Και το τελευταίο «αντίο» της παραμονής
Και οι τελευταίοι βηματισμοί στις υγρές πλάκες
Και το τελευταίο σου γράμμα
Στο παιδικό τετράδιο της αριθμητικής
Σαν του μικρού παραθυριού το δίχτυ
Που τεμαχίζει με κάθετες μαύρες γραμμές
Του πρωινού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση.

ΓΡΑΨΑΝΕ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ…
Γράψανε τ’ όνομά του στη σιδερένια πόρτα
Σ’ ένα τετράγωνο μικρό χαρτί
(Άρχιζε μια καινούρια μέρα. Τι να ’ναι τάχα αυτό που αρχίζει;)
Γράψανε τ’ όνομά του σ’ ένα τετράγωνο μικρό χαρτί
Στη λιτανεία του πρωινού γελούσαν οι τανάλιες του ήλιου
(Χάθηκαν όλα τώρα πια. Μα τάχα ποια είναι η απώλεια και ποιο το κέρδος;)
Γράψανε τ’ όνομά του στη σιδερένια πόρτα
Έμεινε μια φωτογραφία μικρή, στη λάσπη, που κρατούσε
Μοιράσανε τα ρούχα του στους οπλισμένους στρατιώτες
Δε μίλησε –«Τετέλεσται» - Είπε μονάχα τ’ όνομά του.
(Μα ποιο είναι το τέλος τάχα και ποια να ’ναι η επιστροφή;)

Αυτοί δεν ήταν Ήρωες. Όμως ο θάνατός τους
Των άδειων μάταιων ημερών νόμιμη πλήρωση
Στων άλλων την παραδοχή και την αδιαφορία
Έμοιαζε σ’ ένα πρόσκαιρο πλαίσιο ξεχασμένο
Σε μιαν ανάμνηση ακριβή της τελευταίας υπόμνησης
Είχε ακόμα τη σκληρή ευγένεια των πραγμάτων
Που μιας στιγμής η απόσταση ξέρει να υψώνει

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της αγάπης, το φόβο που μας ενώνει με τους άλλους, ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη σιωπή, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. Πόσα κρυμμένα τιμαλφή όμως μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα θα περιμένουμε… Και ποιος να μας προσέξει, ποιος να μας λησμονήσει στη θήση που καθόμαστε; Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας. Το θέμα είναι τώρα τι λες!.. Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους στίχους μιας ζωής] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ. «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς]

Δευτέρα, 23 Οκτωβρίου 2017

ΠΩΣ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΜΗΔΕΝ ή το ΠΑΝ ΝΑ ΜΗΝ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΤΙΠΟΤΕ:

Πώς και δεν θα ’τανε μετρημένες οι μέρες μας όταν οι κόκκοι της άμμου πάνω σε τούτον τον πλανήτη είναι όσο μαθηματικά υπολογίσιμοι και τα δισεκατομμύρια γαλαξίες

τα έκπληκτα μάτια των χτυπημένων πουλιών καθώς πετάνε θα μπορούσαμε να τα λογαριάσουμε όπως και την ακριβή χρονολογία της τέλειας εξαφάνισής τους

μπα όλα αυτά τα αριθμητά είναι απείρως απαράδεκτα

ο θάνατός μου κιόλας γνωστός για μένα μοναδικός μετά από αυτόν δεν θα μπορώ να φορέσω τη μαύρη μου μαντίλα για να σκορπίσω τα δάκρυα και τα μοιρολόγια των θρήνων μου

ψευδέστατη μοναδικότητα!..  

Απόψε πονάω σ’ όλες μου τις απογνώσεις

κάνει πολύ κρύο κάτω απ’ τη σκιά της ζωής μου που γέρασε

βαθιές γουλιές οι μελαγχολίες είναι πληρωμένοι δολοφόνοι

ας οργανωθεί πια η σφαγή απ’ ό,τι αγαπάω ακόμα
Καρδιοδόχη σακάτικη άνανδρα ταγμένη στην άσπρη σελίδα και τα μάτια αμήχανα να πηγαινοέρχονται [αποσπάσματα  από τη συλλογή της Ματση Χατζηλαζάρου ΕΚΕΙ-ΠΕΡΑ ΕΔΩ 3η ενότητα – ART by Jasmina Martnovic Blagoievic] 



ΕΝΑ ΕΙΔΟΣ ΓΕΛΙΟΥ ή ΘΑΡΡΟΥΣ Η ΖΗΣΗ (από την ποιητική συλλογή ΕΚΕΙ – ΠΕΡΑ – ΕΔΩ 3η ενότητα)
η περιέργεια αχόρταγη
η δυσανασχέτηση μπρος σ’ όποια καταστροφή
που δε θα μ’ άγγιζε εμένα ποτέ
θάνατος ή και γηρατειά
αυτό το γαλάζιο φυλαχτάρι
καταποντίστηκε μαζί μου
λίγο μετά τον πόλεμο
όταν αποτραβιόμουνα
ολοένα και πιο πολύ
όλα γίνανε αλάφιασμα
τοίχος βάραθρο απ’ όπου
καμιά υποχώρηση δεν έσωνε
ο εξευτελισμός του φόβου
δεν προσεγγίζει άλλο τίποτε

Αιθρία με καιρό της σιωπής
πια δεν είμαστε άλλο απ’ αυτή τη λάβρα
μαθαίνεται το αγρίεμα του ήλιου
που απορροφά κάθε ήχο
που γυμνούς μας γραπώνει
έως το διάβα του πόθου

Ο ΠΟΥΜΑΣ – ΗΤΑΝ ΚΙ Η ΣΤΕΡΗΣΗ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ (από την ποιητική συλλογή ΕΚΕΙ – ΠΕΡΑ – ΕΔΩ 3η ενότητα)
Πολύ αληθινές οι ώρες κάθε φορά που θέλησα ν’ αποπειραθώ κατά της ζωής μου και προπάντων κατά του χεριού μου που κείνο ήξερε μονάχα πια να ιχνογραφεί τη λέξη ερήμωση
τόσο απομακρύνομαι απ’ τη μέρα που πια δεν την αισθάνομαι
επαγρύμνηση των φόβων δεν αποβλέπω πια στη χαρά
η φωτογραφία σου ακόμα πια κοντύτερά μου απ’ οποιονδήποτε άνδρα
σ’ αγαπώ σε σκέφτομαι σε γράφω δεν ξέρω πια ν’ ανασάνω χωρίς εσένα η καρδιά μου δε με αφορά σ’ αγαπώ αγαπώ αγαπώ σε κοιτάω πάντα έρωτα πώς να σε σβήσω εγώ που ακούω τη φωνή σου εδώ στην Ελλάδα ξέρω τα μάτια σου και τα χέρια σου που λύσανε τα λουλούδια γύρω απ’ το λαιμό μου για σένα τα είχα φορεμένα
μαρτυρώ ν’ αγγίζω το φως το μάρμαρο και το θυμάρι με φίλους ευαίσθητους εγώ που πεθαίνω για το μαυριδερό χώμα στη ρίζα ενός δένδρου στο Παρίσι και για να δω στο Παρίσι το έξυπνο προσωπείο των λίγο γνωστών μου
πώς να κάνω χωρίς να πω το σύντροφο που ’γινε αυτή η στέρηση του κορμιού σου κοντά στο δικό μου αυτή η στέρηση του έρωτά σου ολάκερον σε κάθε ώρα της ζήλιας μου
από δω στην Αθήνα είσαι απελπιστικά παρών μες στους δρόμους του Παρισιού τόσο υγρούς τόσο γκρίζους τους αισθάνομαι μες στην ανοιχτή πληγή μου αισθάνομαι επίσης σπίτια και φυτεμένους περιβόλους ναι και όλα αυτά είναι πατρίδα μου ως το θάνατο
το φως της λάμπας μου δίπλα στο κρεβάτι μ’ ερεθίζει αυτή η διπλωμένη εφημερίδα τι είναι στ’ αλήθεια και τότε τι είναι ολάκερο το δωμάτιο μου στο μισοσκόταδο που υφίσταμαι ως το πρωί όταν τα βάζω με τα λόγια ένα-ένα τα σηκώνω με το ένα δάχτυλο και τα’ αφήνω να ξαναπέσουν αηδιασμένη μα πώς πώς επιτέλους γίνεται το μηδέν ή το παν να μην σημαίνουν τίποτε
είσαι το μαύρο το φίλντισι και όλοι του οι στόχοι έως το πλησίασμα του άσπρου είσαι το κόκκινο το καρμίνι έτσι τα γραψίματά μου είναι χαρτιά του τοίχου σκισμένα που κρέμονται μες το σπίτι τώρα που γκρεμίζεται με τα δωμάτια να χάσκουνε πάνω στο δρόμο πώς να γεράσω χωρίς εσένα για ποιον να γράψω για ποιον να ξυπνήσω το πρωί ξαναβρίσκομαι στο πεζοδρόμοι της δυστυχίας εκεί που γίνεται κανείς αμέσως θεατρίνος ή άλλη κάποια προσποίηση για να ξεφύγω απ’ τη φρίκη να ’μαι μόνη
μεγάλες εκτάσεις από μέρες όπου τίποτε για μένα δεν ζει καιροί σάβανα γνώρισα επίσης και τους έρωτες του πιοτού και τα μισοφόρια ποιήματα θρήνοι φτάσανε στο λαιμό μου αλλά τότε το σχοινί της ανυπαρξίας μ’ έσφιγγε ακόμα παραπάνω

Ο στίχος που πασχίζει να μιλήσει τώρα τον αρνιέμαι
μ’ έχει πλήξει με σιωπή επτά ολόκληρα χρόνια
μονάχα εσύ υπάρχεις στον οποίο θέλω να διηγιέμαι ατελεύτητα τον εαυτό μου να φωνάξω να ουρλιάξω μέχρι θανάτου να σαλέψω τη γλώσσα μου μες τον παραλογισμό μου έως πού να φθαρεί το φίμωτρο που εσύ είσαι είσαι συ και συ και ακόμα δεκαριά συ το ξέρω χίλια συ
όλα τα συ που επικαλούμαι ή όλα τα συ
με τα οποία συζητάω και όλα τα συ που παρεμβαίνουν
μες στους διαλόγους μου
περιδέραιο από συ τ’ αγγίζω χάντρα χάντρα
το ταβάνι το φως
κάποιο ορισμένο μπάνιο στη Σκόπελο
μια δεκαριά πρόσωπα αγαπητά και κοντινά πολύ
ή το σεντόνι του κρεβατιού μου
η κουρτίνα το ραδιόφωνο
και ανεξάντλητες οι φλέβες που ρέουν πάνω στις σελίδες
για να με αρδέψουνε
υπάρχουν και μερικά συ που είναι πολύ ειδικά εγώ

Ήταν η ώρα του φαγητού σ’ ένα ελληνικό χωριό έκανε ζέστη απ’ το ανοιχτό παράθυρο ακούγαμε τα σταματήματα και τα ξεκινήματα των τζιτζικιών όταν αναστατώθηκα από έναν άλλο θόρυβο
ένας άνδρας που περπατούσε μπρος στο σπίτι έβηξε κι αυτός ο βήχας του καπνιστή μου ’τανε τόσο κοντινός όσο και το θρόισμα του δικού μου
κορμιού
πώς αυτός
μα αυτός είναι ήρθε να ξανασμίξουμε εσύ μου ξανάρχεσαι εσύ μ’ αγαπάς ακόμα εσύ με γυρεύεις  όχι δεν είναι αλήθεια ναι είναι αλήθεια  πρέπει να μάθω ξανά να μην τα υποψιάζομαι όλα έχω ακόμα το δικαίωμα να πιστεύω στον έρωτά μου για να με ξαναβρεί διέτρεξε όλες τις αποστάσεις
όλα τ’ απραγματοποίητα
θαμπωμένη από χαρά σηκώνομαι απ’ το τραπέζι και ορμώ προς την είσοδο σταματώ στο κατώφλι της πόρτας
μόλις πρόλαβα να δω έναν άγνωστό μου χωρικό που γύριζε απ’ τα χτήματα κρατούσε πάνω στον ώμο το φκυάρι του είχε ύφος τέλεια αποσταμένος

Στο τσίρκο όταν έχει διάλειμμα  κοιτάω κάθε φορά με την ίδια δυσφορία τον παλιάτσο που παραδέρνει σε όλα τα σημεία της πίστας κρεμάει την ομπρέλα  του το καπέλο του το σακάκι του και τα διάφορά γιλέκα του μα τούτα σωριάζονται μόλις συμπληρωθεί η κίνηση γιατί δεν υπάρχει ίχνος τοίχου ή καρφιού γιατί είναι στο κενό που κοπιάζει για να περιμαζέψει και να ξεσκονίσει τ’ αγαπητά κουρέλια που ξανά δοκιμάζει να κρεμάσει και που πάντα σωριάζονται σταμάτα σταμάτα λοιπόν εγώ είμαι ο παλιάτσος ο γελοίος δεν ξέρω πια τι να κάνω όλα αυτά που ’χαμε αγαπήσει μαζί κι είμαι εδώ δα με την καρδιά άδεια από σένα
ατελείωτο διάλειμμα χωρίς καμιά συνέχεια από τις βραχυκυκλωμένες μέρες και τις απογνώσεις μου

Πώς να κάνω σ’ αυτή την πλατεία για να βρω το Saint-Germain-des-Pres τι τα θέλω και μπερδεύω τα βήματά μου με τις προσωπικές μου αναμνήσεις όλο ψάχνω το παρελθόν μπρος σ’ αυτή την εκκλησία και το καφενείο και δίπλα το βιβλιοπωλείο
απόπειρα τόσο κωμική όταν προσπαθώ να διαβάσω τις λέξεις των τίτλων στην προθήκη
μ’ έχουνε ακρωτηριάσει από σένα το φέγγος της ζωής ολάκερης μου ξεφεύγει μόνο η μυρωδιά σου τα μάτια σου η αγάπη της φωνής σου με κυνηγάνε ως την πόρτα μου όπου ορθώνεται ένας τοίχος από λόγια
-μάθε ότι τέλειωσε για όλες τις μέρες που θα ’ρθουνε
-μα δεν ξέρω να το μάθω
-στον καθένα η σειρά του να πεθαίνει
-κι αν με αναζητάει ακόμα
-όχι γι’ αυτόν είσαι αποτελειωμένη
-πού να χαθώ
-ακολούθα την οδύνη σ’ όλο της το έργο
-τότε να ζω για να γλείφω τις πληγές μου

Α η απελπισία του κάτισχνου Πούμα σαν περιφέρεται ακατάπαυστα μες το κλουβί του και ρουθουνίζει από πάνω ως κάτω καθένα απ’ τα κάγκελά του και περπατάει κατά μήκος του τοίχου για να φτάσει ως το βάθος της φυλακής του όπου κάθε φορά μπήζει μια φωνή τόσο διαπεραστική και παράξενη που την ξανακούω ακόμα μες στην τάφρο μου

 [Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι του πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα, και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού. Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι σα χόρτα στην άκρη του ποταμού. Ερχομός, δεσμός, αναχώρηση: να τα κρατήσουμε σαν το χαρταετό επιλογές λέξεων από τη συγκεντρωτική συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της Μάτση Χατζηλαζάρου, όπου τα λουλούδια των δένδρων είναι τα πουλιά, το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου κι Ποίησή μας η Ζωή.]


Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

ΦΥΣΗΞΕ ΜΙΑ ΑΞΑΦΝΗ ΠΝΟΗ ΚΙ ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΓΙΝΕ ΠΕΡΑΣΜΑ ΟΝΕΙΡΩΝ

Εκείνη την εποχή που δεν υπήρχε στάλα νερό στο διψαλέο ποτήρι κι η μέρα ήτανε ένα δάσος ακίνητο με κάκτους άσπρους και σύρματα κι η γη ήτανε αγέρας σκόνη κι όνειρα πύρινα, εκείνες τις μέρες που ο ήλιος έτριβε τη ράχη του στην κοιλάδα κατακόκκινος και ματωμένος ακολουθώντας τα ίχνη ενός ποταμιού που ξεράθηκε ενώ τα δένδρα με γεροντικές φωνές εστρίβανε κατά το νότο παραμιλώντας για νερό και σύννεφα, εκείνο το καλοκαίρι που εγώ κάτω απ’ το μάτι του μεσημεριού συργιάνιζα διψασμένος κι έρημος σαν την πεντάρα στο κουτί του ζητιάνου, πάνω στο απόμερο οικόπεδο με τα πυρωμένα χορτάρια ανάμεσα στα ξανθά και σκούρα χώματα ένας ίσκιος λιγνός κινήθηκε προς το μέρος μου φύσηξε μια άξαφνη πνοή κι όλος ο τόπος έγινε πέρασμα ονείρων εσωτερικό ενός τεράστιου όργανου γεμάτου αντηχήσεις και μουσική. Αυτός έβγαλε το καπέλο του και χαιρέτησε. Εμένα με λένε Μαξ είπε Μαξ άκουσα να μιλάνε για σένα όπως μιλάνε για ένα σκυλί όμως δε μοιάζεις με σκυλί πιο πολύ μοιάζεις με πόδι ανθρώπου, νομίζω πως είσαι το πόδι μου είπε ο Μαξ. Εγώ σώπαινα στεναχωρημένος. Είναι καλύτερα να μοιάζεις με πόδι είπε ο Μαξ, τα πόδια είναι πιο ανήσυχα από τα μάτια τρίβονται με τη γη κουράζονται μαθαίνουν γι’ αυτό μην πικραίνεσαι για τίποτα μην πικραίνεσαι μου μίλησαν για σένα όπως μιλάνε για ένα σκυλί.  (επιλογές από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΞ )




Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΞ (συνέχεια)
Ὁ Μὰξ σώπασε μὰ ἡμουσικὴ ποὺ ἦταν γύρω μὲ τίποτα δὲ σταματοῦσε. Ἔβγαινε ἀ-
πὸ παντοῦ. Ἐκεῖνος δὲν ἄκουγε - νομίζω ἡ μουσικὴ δὲν ἀκούει τὸν ἑαυτό της.
Πᾶμε ὡστόσο πιὸ ἐκεῖ στὸ δέντρο
ἀγαπῶ τὰ δέντρα εἶπε ὁ Μὰξ
τότε τὸ δέντρο
ἀπὸ σκοῦρο ἔγινε καταπράσινο
ἔδωσε φύλλα καὶ δροσιὰ
πιὸ πέρα ἀνάβλυσε μία πηγὴ
ὁ Μὰξ δρόσισε τὸ πρόσωπό του
ὕστερα
πῆρε νερὸ στὶς φοῦχτες καὶ ἤπιε
ὕστερα
πῆρε ξανὰ καὶ μοὖδωσε νὰ πιῶ
πιὲς σκύλε νὰ ξεδιψάσεις εἶπε
τρυφερά.
Καθὼς ἔπινα ξανάκουσα ἐκείνη
τὴ μουσικὴ
σκέφτηκα ἡ μουσικὴ εἶναι στὸ νερό.
Ἀγαπῶ τὶς πηγὲς εἶπε τότε ὁ Μὰξ
συνήθως εἶναι εὐχάριστες
τὸ νερὸ πηγαίνει ἀνάμεσα στὸ χορτάρι
ἀνάμεσα στὸ χῶμα ἀνοίγοντας
τὸ ρεῦμα του
στρίβοντας ἐδῶ ἢ ἐκεῖ ν' ἀποφύγει
τὶς πέτρες
ὕστερα χάνεται μέσα στὴ γῆ
ὅλα πηγαίνουν στὴ γῆ
εἶπε ὁ Μὰξ
ὅλα πηγαίνουν κάτω.
Ἔτσι γνώρισα τὸν Μάξ.


Τὴν ἄλλη μέρα ὁ Μὰξ
ἦρθε ξανὰ
πατώντας τὰ σκουπίδια.
Ὑπάρχουνε εἶπε ὁ Μὰξ πολλὲς πληγὲς
γι' αὐτὸ τὸ χέρι νἆναι καθαρὸ
ποὺ θὰ περάσει ἐπάνω.
Κοίταξε αὐτοὺς ποὺ περπατοῦν
ποιὸ πόδι μπαίνει ἐμπρὸς
ἢ ποιὸ διστάζει
βαστώντας τὸ κορμὶ σὲ φόβο.
Γιατί εἴμαστε σὲ φόβο εἶπε ὁ Μὰξ
μιλᾶμε μόλις μᾶς ἀκοῦν
στεκόμαστε μακριὰ ἀπ' τὸ φῶς
σὲ τούτη τὴ γωνιὰ τῆς κάμαρας
κοιτᾶμε ἀπ' τὸ παράθυρο
τί πρόσωπο ἔχει αὐτὸς ποὺ στέκεται
καὶ τὶ κινήσεις.
Πράματα ἀσήμαντα θὰ πεῖς
κουράζεσαι καὶ σκέφτεσαι ἄλλα
ὕστερα σοὔρχονται ὅλα ξαφνικὰ
δικάζεσαι γιὰ φόνο.
Γι' αὐτὸ τὰ μάτια σου νὰ τἄχεις ἀνοιχτὰ
νἆσαι συγκεκριμένος
ἂν τύχει κάποιος ποὺ διψᾶ
νὰ λὲς ἡ βρύση αὐτὴ ποὺ κεῖται ἐκεῖ
κι ὁ ἄλλος νὰ νιώθει τὴ δροσιά.

Τὴν ἴδια νύχτα κάτω ἀπὸ τὸν ξάστερο οὐρανὸ
ὁ Μὰξ εἶπε γιὰ τὴ νύχτα.
Ἡ νύχτα εἶναι τὰ μυστικὰ τῶν ἀνθρώπων
ποὺ βγαίνουν νὰ δροσιστοῦν.
Τὴ νύχτα ὁ πόνος τῶν ἀνθρώπων
ρίχνει τὸν ἴσκιο του
στὸν οὐρανό.
Ἐγὼ ἀνήκω στὴ νύχτα εἶπε ὁ Μὰξ
στὸ ἀστεροφώτιστο βασίλειο τοῦ αἰνίγματος
εἶμαι διαυγὴς καὶ ἥσυχος ὡστόσο
εἶμαι πάμφωτος
νιώθω τὴ νύχτα νἆναι τὸ κορμί μου
εἶπε ὁ Μὰξ
Κι ὑποφέρω.
Τὴν ὥρα ἐκείνη νόμισα πὼς ἄκουγα νὰ μπαίνει ἀπὸ παντοῦ ἡ θάλασσα.
Εἶναι τὰ δέντρα ποὺ ἀνασαίνουν εἶπε ὁ Μὰξ
μεταμορφώνονται σὲ σύννεφα
πολλὲς μεταμορφώσεις γίνονται
μέσα στὴ νύχτα
κι ἄξαφνα σταματάει ἡ καρδιά.
Ἔλα στὸ σπίτι μου εἶπε τότε ὁ Μάξ.
Καθότανε στὴν ἄλλη συνοικία
εἶχε πολλὲς οἰκοδομὲς
κι ἀνάμεσα φωνὲς γυναικῶν.
Ἐκεῖ στὸ ἀπέναντι οἴκημα καθότανε
καὶ τὸ κορίτσι ποὺ ἀγαποῦσα τότε
ποὺ μὲ κοίταζε γλυκὰ καὶ μοὔλεγε δὲν τὴν καταλαβαίνω τὴν ἀγάπη σου μπαίνει ἀπ'
τὴν πόρτα μου πῶς μπαίνει ὁ ἀέρας στὸ λαιμὸ καὶ φέρνει βήχα. Μ' ἀρέσεις μὰ ἡ καρ­-
διά μου εἶναι ψηλά. Καὶ τώρα φύγε ὁ ἴσκιος σου μοῦ κόβει τὰ ὄνειρά μου. Ἦταν μία
πείνα μέσα της γλυκιὰ σὰν πυρετὸς πάνω σὲ χιόνι τρελὴ σὰν τὸ τζουλούφι ποὺ τὸ
παίρνει ὁ ἀέρας.
Ἐκεῖ λοιπὸν καθόταν ὁ Μὰξ
μονάχος σὲ μία τεράστια κάμαρη
γεμάτη πόρτες καὶ παράθυρα
μιὰ κάμαρη μὲ τοίχους καὶ καρέκλες ἥσυχες
γύρω τριγύρω λάφυρα
προβιὲς καὶ κύπελα κι ἄλλα παράξενα
ποὺ μέσα τους γυρόφερνε
μιὰ ἀμέριμνη γαλήνη.
Στὴ μέση ἀρμένιζε ἄσπιλος ὁ Μὰξ
φτωχότερος κι ἀπὸ τὴ φούχτα τοῦ καλόγερου
μιὰ ἄγρια φτώχεια πανύψηλη
καθὼς εἶναι οἱ κορυφὲς τῶν δασῶν
ὅταν περνᾶνε τὰ πουλιὰ
καὶ πᾶνε στὸ νότο.
Ὁ Μὰξ εἶπε
εἶμαι ἔξω ἀπὸ τὴ σφαγὴ τῶν ἀμνῶν
καὶ τῶν λύκων
πολλὲς φορὲς περπάτησα
πάνω στὸ τεντωμένο σκοινὶ
καὶ κάτω ἤτανε χιόνι
ἂν ἔπεφτα τὸ χιόνι θὰ γινόταν κόκκινο
δὲ συμπαθῶ τὸ κόκκινο
μήτε τὸ μαῦρο.
Κάθε φορὰ ποὺ συλλογίστηκα πάνω στὰ χρώματα
πήγαινα μὲ τὸ πράσινο.
Ἔτσι μιλοῦσε ὁ Μὰξ καὶ γινόταν δροσερὸς σὰν ἐσωτερικὸ καρποῦ. Μὲς στὴ φωνὴ τοῦ
Μὰξ ὑπῆρχε ἕνα μικρὸ φαναράκι ποὺ πιτσίλιζε τὰ λόγια του μὲ σταλαματιὲς ἡσυχίας.
Γιατί ὁ Μὰξ πίστευε στὸ πράσινο
πίστευε στὴν ὀργιαστικὴ βλάστηση
τοῦ μέλλοντος.
Εἶχε στὸ παρεθύρι του ἕνα μικρὸ γεράνι ἕνα μικρὸ πράσινο φῶς κι ἐκεῖ κάρφωνε τρυ­-
φερὰ τὰ μάτια του.
Ὅταν θὰ γίνουν ὅλα ἀπέραντα εἶπε ὁ Μὰξ
ὅταν κανεὶς δὲ θἆναι ἰδιοκτήτης
καὶ γυρίζοντας ἄξαφνα σὲ μένα
ὀνειρεύομαι ὅπως ὀνειρεύεται
τὸ κορίτσι ποὺ ἀγαπᾶς εἶπε ὁ Μὰξ
κάθε πρωὶ τὴ βλέπω ποὺ χτενίζεται
ὕστερα προσπαθεῖ νὰ πηδήξει
τὸν ἴσκιο τῆς πολιτείας
μπερδεύεται καὶ γελάει.
Ἡ καρδιά μου σκιρτοῦσε ὀδυνηρὰ σκεφτόμουν τὶ σημασία ἔχουν ὅλα αὐτά.
Μὰ ἐσὺ μὴ λησμονήσεις ν' ἀγαπᾶς
εἶπε ὁ Μὰξ
ἡ ἀγάπη σὲ κάνει νἆσαι
σὰν ὄργανο μὲ ἑκατομμύρια χορδὲς
ἢ σὰν τοπίο.
Μοῦ ἀρέσουν τὰ τοπία
εἶπε ὁ Μὰξ
κι ἄγγιξε μὲ τὸ χέρι του
τὸν ὦμο μου.
Τότε ἦρθε πάλι ἐκείνη ἡ μουσικὴ
σκέφτηκα θἆναι ὁ ἀέρας.
Μὰξ τοῦ εἶπα μεῖνε μὲ τὰ ὄνειρά σου
ἐμένα ἄσε με νὰ φύγω
νὰ πάω μὲ τὰ δικά μου τὰ ὄνειρα
τὰ σκυλίσια μου ὄνειρα σ' ἕνα τενεκὲ
σκουπιδιῶν.
Τότε ὁ Μὰξ δάκρυσε
δάκρυσε γιὰ μένα.
Σ' ἀγαπῶ σκύλε εἶπε
ἡ φωνή σου εἶναι
γεμάτη βροχές.
Ἄκουσε τώρα
τοῦτο τὸ παραμύθι γιὰ τὴ νύχτα.
Μιὰ νύχτα ἡ Νύχτα πῆγε νὰ βρεῖ τὸν ἀγαπημένο της στὸ δάσος μὰ δὲν τὸν βρῆκε
πουθενά. Δάκρυα τὴ βρέχανε ὅσο ἔψαχνε καὶ φώναζε κι ὅταν ξημέρωσε κι ἡ νύχτα ἐ-
χάθη ἡ Νύχτα ἔγινε ἕνα μὲ τὸν ἀγαπημένο της στὴν ἀπουσία.
Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀπουσία εἶπε ὁ Μάξ.

Ἔτσι ὁ Μὰξ εἶχε μὲς στὸ λαρύγγι του κρυμμένο ἕναν κορυδαλλὸ γιὰ νὰ γλυκαίνει τὸν
πόνο τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀγαποῦσε μία φούχτα τριζόνια στὴν τσέπη του γιὰ τὶς νύ-
χτες τῶν ἐρωτευμένων. Οἱ ἀντίλαλοι ποὺ φώλιαζαν στὸ κορμὶ του ποτὲ δὲν ἔπαυαν.
Κάθε Χριστούγεννα ἔριχνε χιόνι στὰ παράθυρα τῶν ποιητῶν
γιὰ νὰ γράφουν ποιήματα εἶπε ὁ Μάξ.
Οἱ ποιητὲς πρέπει νὰ γράφουν ποιήματα
γιατί ἄξαφνα πεθαίνουν εἶπε ὁ Μάξ.
Μιλοῦσε καὶ γινόταν διάφανος
νόμιζα πὼς μποροῦσε
νὰ περπατήσει
ἀπάνω στὸ νερὸ τῆς θάλασσας
ἴσκιος πουλιοῦ
ἀέρας.
Γιατί ἤτανε πρωὶ ἀπὸ τὰ πλευρὰ τῆς θάλασσας πηδοῦσαν ψάρια τὸ ἄσπρο καὶ τὸ πρά­-
σινο δὲ σταματοῦσαν ὁ Μὰξ χαιρότανε τὴ σιωπὴ κρατοῦσε τὸ καπέλο του στὸ χέρι
καὶ χαιρέταγε τὴ θάλασσα.
Ὅλα ἐδῶ πέρα εἶναι ἁλμυρὰ
κι εὐχάριστα εἶπε ὁ Μὰξ
ἡ ἄμμος φεύγει μὲ τὸ πάτημα
ὅλα φεύγουν κι ἐνδίδουν
ὅπως
τὰ σώματα τῶν γυναικῶν τὶς νύχτες τοῦ Ἰουνίου.
Πιὸ πέρα τὸ χῶμα ἤτανε σκοῦρο σπίθιζε πέτρες θεμελιωμένες ἀντιστέκονταν ἐρχόταν
ξανὰ ἡ ὥρα τοῦ ἥλιου καὶ τῆς δίψας.
Ὅμως ἐγὼ εἶπε ὁ Μὰξ εἶμαι ἀρχιτέκτων
χρόνια καὶ χρόνια δούλεψα μὲ τὴ σιωπὴ
ἔχτισα ἀνάμεσα στὴ βλάστηση
σπίτια ποὺ ἔμοιαζαν μὲ χαμόγελα
κατοικίες ἐλαφρὲς ποὺ κράταγαν τὸν κάτοικο
ἀπ' τὴν ψυχὴ
ἔχτισα κι ἄλλα οἰκοδομήματα
ποὺ δίνανε τὴ ζεστασιὰ τῆς γῆς
σὰ νὰ μιλοῦσαν ἢ νὰ κοίταζαν
τὶς πράξεις τῶν ἀνθρώπων
ἀκόμη κι ἄλλα
ποὺ ἔμοιαζαν ἄστρα σύντροφοι
τῆς νύχτας ποὺ ἀγαπῶ καὶ μὲ δροσίζει.
Αὐτὰ εἶπε ὁ Μὰξ κι ἐγὼ ἀποροῦσα
γιατί ἦταν ἀρχιτέκτων ὁ Μὰξ
πολλὲς φορὲς χανόταν στὶς οἰκοδομὲς
ὕστερα ἐκεῖνες αὔξαιναν
μὲ μιὰ παράξενη λαμπρότητα.
Ὁ Μὰξ πίστευε στὴν ἀρχιτεκτονική τοῦ μέλλοντος. Σχεδίαζε τώρα ὡς τὴν
ἔσχατη λεπτομέρεια οἰκοδομήματα χιμαιρικῆς τελειότητας ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἀσύλληπτης τρυφερό-
τητας γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὴ μοναξιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Δὲ θάλειπαν τὰ κάρβουνα κι ὁ λύ­-
χνος μήτε τὸ παραγώνι κι ἡ φωτιὰ τὰ παλιὰ ρολόγια κι οἱ χαμηλὲς ζεστὲς γωνιὲς γιὰ
τὴ φιλία καὶ τὴ σιωπή. Αὐτὸ πολὺ τὸ σκεφτόταν ὁ Μὰξ
δοκιμάζοντας τὶς δυνατότητες
τῆς πέτρας τοῦ νεροῦ καὶ τοῦ κρυστάλλου.

Τώρα ὁ Μὰξ βρισκόταν
στὴν ἄκρη τῆς κάμαρης
παντοῦ ἤτανε φῶτα
σὰ χορεύτριες ποὺ ξεκουράζονται
φλυαρώντας
παντοῦ ἤτανε θαύματα
δεμένα τὄνα τ' ἄλλο
μὲ σπόγγους.
Ἀμίλητος ὁ Μὰξ
ἔγραφε μὲ τὸ κάρβουνο στὸν τοῖχο
πιστεύω στὴν καρδιά.
Δάκρυα πολλὰ τὸν ἔβρεχαν
σηκώθηκε ἡ χορεύτρια μὲ τὸ φωτεινὸ κορμὶ
τὰ σκούπιζε ἥσυχα
κι ὁ Μὰξ δὲ μιλοῦσε.
Τὸ βλέμμα του πήγαζε ἀπὸ τοὺς πιὸ μακρινοὺς δρόμους τῆς νοσταλγίας καὶ τῆς σιω-
πῆς κι ἐρχόταν πάνω μου πῶς ἔρχεται ἕνα παιδὶ ὀρφανὸ νύχτα καιρὸ μονάχο κι ἔρη-
μο στὴν παγωμένη πλατεία κλοτσώντας ποῦ καὶ ποῦ τὸ χιόνι σφυρίζοντας ἕν-δυό.
Κι ἐγὼ τὴν ὥρα τούτη συλλογιζόμουν πὼς ὁ Μὰξ πονοῦσε ἀφάνταστα γιατί πίστευε
στὴν καρδιὰ στὸ αἷμα ποὺ βουίζει ἀκατανόητα ζεστὸ μέσα σ' ὅ,τι κατορθώνει καμιὰ
φορὰ νὰ συνάξει ἡ ζωὴ ἐνὸς ὁλομόναχου ἀνθρώπου. Τὸ χέρι τοῦ Μὰξ τὄβλεπα ν' ἀπο-
χαιρετᾶ τώρα ἐκεῖνο ποὺ πόθησε καὶ δὲ στάθηκε βολετὸ ποτὲ του ν' ἀποχτήσει ἐνῶ
πίσω ἀπ' τὰ δακρυσμένα μάτια του κυλοῦσε ἕνας κόσμος ὁλάκερος παλεύοντας μὲ τὸ
κύμα τῆς μνήμης καὶ τῆς λησμονιᾶς.
Ἀπογεύματα παγωμένα σὲ παραθαλάσσια καφενεῖα
λόγια ἀντιφατικὰ σὲ σπίτι τρέλας
τὸ ρετσίνι ποὺ κόλλησε στὰ δάχτυλα
ἡ βρύση ποὺ τρέχει στὴν κάμαρα τοῦ συνταξιούχου
τὸ ἀριστερὸ γάντι στὸ δεξὶ χέρι
τὸ ἀναμμένο τσιγάρο βαλμένο ἀνάποδα
μὲ τὴ φωτιὰ στὸ στόμα
τὸ ἐκκρεμὲς στὰ πόδια τοῦ νεκροῦ
ἡ ἐφημερίδα στὸ ἀκρογιάλι
ἡ βροχὴ
οἱ μέρες τοῦ 1939
τὰ γράμματα τοῦ 1940
ἡ μυρωδιὰ τοῦ ψωμιοῦ
πάνω στὴν κοιμισμένη πολιτεία
γιατὶ ἦταν ἀκόμα πολὺ πρωὶ οἱ κάτοικοι δὲν εἴχανε ξυπνήσει γιὰ νὰ πᾶνε στὴν καθη-
μερινὴ τους δουλειὰ μᾶλλον ἐγὼ φαντάστηκα πὼς μὲς στὴ νύχτα τούτη ὑπήρχανε χι­-
λιάδες φῶτα ὄχι ἡ νύχτα συνεχιζόταν σκοτεινὴ τὸ μόνο φῶς ἤτανε ἡ κουβέντα τοῦ
Μὰξ
καὶ τ' ἄστρα.
Ὁ Μὰξ εἶπε νὰ ὁ Σείριος ὁ Περσεὺς
ὁ Ἀλντεμπαρὰν
Ὁ Μὰξ εἶπε νὰ ἡ Παρθένος ὁ Σκορπιὸς
ἡ Κόμη τῆς Βερενίκης.
Πλειάδες Τοξότης Ἰχθὺς Ἀρκτοῦρος Κριὸς τρυφερὰ συστήματα τῶν ἄστρων ἀσημέ-
νιες γειτονιὲς ἀνοίγουν ξάφνου ἐκεῖ μιὰ πόρτα χαμογελοῦν καὶ χαιρετοῦν καὶ χάνονται
μὲς στὸ σκοτάδι πόνος κι ἀπόγνωση δὲ φτάνουν ὡς ἐδῶ.
Ξάστερη νύχτα ψίθυρος
τοῦ μισοφέγγαρου στὰ διάφανα βουνὰ
ἐνδιάμεσες σκιὲς
μιὰ θάλασσα σκιὲς καὶ φῶτα στὴν ἠρεμία
τῆς αἰωνιότητας
καὶ τὰ πουλιὰ
μιὰ θάλασσα πουλιὰ πάνω στὸ σκοτεινὸ γρασίδι πλάσματα ποὺ λάμπουν κι ἐμπιστεύο-
νται σ' ὅ,τι εἶναι διάστημα κενὸ κι ἀέρας. Κι ὄχι νὰ πεῖς τί θὰ κερδίσεις κι ἂν ἀκού­σουν
καὶ συγκατανέψουν τίποτα δὲν εἶναι κέρδος ὅλα ἔχουνε ἀφαιρεθεῖ.
Μὰξ ἔνιωσε τὶς σκέψεις μου ἅπλωσε τὸ χέρι του πάνω στὸ πρόσωπό μου.
Σκύλε εἶπε ξανὰ
μιὰ μέρα ὅταν θὰ γίνεις ἄστρο
ὅταν ἡ σκόνη σου καὶ τὰ ὄνειρά σου
θὰ γίνουν ἕνα.
Ὄχι ὄχι εἶπε ὁ Μὰξ πιὸ σταθερά. Ἂν χαιρόμαστε γιὰ ὅ,τι ἀποχτοῦμε ὅσο θλιβόμα-
στε γιὰ ὅ,τι χάνουμε ἂν ἡ ζυγαριὰ σταθεῖ ἀκίνητη τότε μποροῦμε σίγουρα νὰ ποῦμε
πιστεύω στὴν καρδιά. Καὶ τώρα πᾶμε. Ὁ δρόμος ἤτανε γεμάτος πέτρες σὲ σωροὺς κι
ὁ Μὰξ μὲ κρατοῦσε ἀπὸ τὸ χέρι νὰ περάσω ἀπέναντι καὶ νἄβρω πάλι τὸ σκυλίσιο μου
κορμί. Τότε εἶπε ὁ Μάξ.
Ν' ἀγαπᾶς ἐκεῖνο ποὺ σὲ περιέχει
τὸ ροῦχο σου τὸ αἷμα σου
ὅ,τι σὲ ποτίζει καὶ σὲ ζεσταίνει
ἐγὼ εἶμαι μέσα στὸ κορμί μου
εἶπε ὁ Μὰξ
τότε μοῦ τυχαίνει τὸ θαυμάσιο
ἀκούω τὸν οὐρανὸ
πηγαίνω ἀνυπεράσπιστος
καὶ ζῶ μ' ἐκεῖνο τὸ ἄξαφνο
ποὺ ἔρχεται ἀκροπατώντας.
Ἔτσι
μπορῶ νὰ σμίξω τὸ ποτάμι
μὲ τὸ νερὸ
τὸ κλαδὶ μὲ τὴ θύελλα
την αὐγὴ μὲ τὸ στῆθος
τὴ μοναξιὰ
μὲ τὴ γυναίκα.
Ὅλα μπορεῖς νὰ τὰ σμίξεις ὅταν κοιτάζεις μέσα σου εἶπε ὁ Μάξ.
Μὰ ἐσὺ νομίζω δὲν ἀκοῦς
ἐσὺ εἶσαι ὁ πονεμένος
μέσα στὰ μάτια σου μὲς στὴ φωνή σου
ὑπάρχουν ἀνοιχτὲς πληγὲς
σὲ βλέπω νὰ τραβᾶς γιὰ τὴν ἀγάπη
τὸ κορμί σου λιγνεύει μέρα τὴ μέρα
καθὼς περπατᾶς
τὸ κορμί σου λιγνεύει νύχτα τὴ νύχτα.
καθὼς περπατᾶς
ὥσπου θὰ μείνεις ἕνας ἀέρας
ποῦ περπατάει
τραβώντας γιὰ τὴν ἀγάπη.
Ὅμως τὸ ἁλάτι εἶναι μέσα στὸ νερὸ τῆς θάλασσας ἡ ἀσπράδα εἶναι μέσα στὸ χιόνι.
Ἀγαπᾶς ὅταν ξεχνᾶς ποιὸς εἶσαι εἶπε ὁ Μάξ.
Τότε ἄκουσα νἄρχεται ξανὰ
ἐκείνη ὁ μουσικὴ
ποὺ εἶπα πιὸ πάνω.
Ἀλλὰ τώρα ἐγὼ πρέπει νὰ φύγω εἶπε ὁ Μάξ. Κι ἐκείνη τὴ στιγμὴ σὰ νὰ βρισκόταν
κιόλας χιλιάδες μίλια μακριὰ κι ἀνάμεσά μας νὰ ὑπῆρχε μία κλωστὴ ἀπίστευτα τρυ-
φερὴ ποὺ ὅλο τεντωνόταν. Ἐγὼ ἤμουν πάντα μονάχος εἶπε ὁ Μάξ. Πρέπει νὰ πάω
τώρα στοὺς ἀνθρώπους.
Ναὶ ὁ Μὰξ ἦταν μονάχος στὸν κόσμο
ὅπως ἦταν μονάχος μὲς στὰ ροῦχα του
μονάχος μέσα στὸ κορμί του.
Δὲν ξέρω ἂν τὸ κορμὶ τοῦ Μὰξ
ἦταν ὅπως τὸ δικό μου
ἢ τὸ δικό σας
ὅμως ὁ Μὰξ πονοῦσε καὶ χαίρονταν.
Αὐτὰ τὰ λέω γιὰ κείνους
ποῦ ἴσως νὰ ποῦνε
ὁ Μὰξ εἶναι μία ἰδέα ἢ ἕνα σύμβολο.
Ὄχι ὄχι ὃ Μὰξ εἶναι ἕνας ἄνθρωπος κι αὐτὸς μὲ σάρκα καὶ ὀστά. Ἂν κάποτε ὁ Μὰξ
πεθάνει ἐσεῖς κι ἐγὼ θὰ γυρίσουμε πίσω σ' ἕνα κομμάτι ἔρημης θάλασσας περιμένο-
ντας ἄγρυπνοι τὸ κρέας τοῦ ψαριοῦ κάτω ἀπὸ τὴν κατάρα τῆς σελήνης ἐνῶ
πράξεις ἀπάνθρωπες θὰ ὡριμάζουν μέσα μας μὲ μιὰ τρομαχτικὴ ταχύτητα.

Τέλειωσα τοῦτο τὸ γραφτὸ κι ὁ Μὰξ μὲ φίλησε. Τώρα μπορῶ νὰ φύγω εἶπε. Γειά σου
σκύλε. Γύρνα στὸ σπίτι σου ὑπάρχουν ἀκόμα ὄνειρα ποὺ σὲ περιμένουν. Ἐγὼ ἤμουν
δακρυσμένος κι ὁ Μὰξ στὴ γωνιὰ τοῦ δρόμου γινόταν ἕνα μὲ τὸ ξερὸ φῶς.
Ἔπειτα ἦρθε τὸ φθινόπωρο ὁ χειμώνας.
Ἔπειτα ἦρθε τ' ἄλλο καλοκαίρι.
Ἤρθανε πολλὰ καλοκαίρια.
Καὶ νομίζω πὼς τὸ χέρι τοῦ Μὰξ ποὺ ἀνυψώθηκε στερνὴ φορὰ χαιρετώντας ὑπάρχει
ἀκόμα ἐκεῖ μπορεῖς νὰ τὸ ἰδεῖς κι ἐσὺ ἀναγνώστη περνώντας ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ μέρος ἀρ-
κεῖ νἆσαι καθαρὸς κι ἀλαφροὺς ἀρκεῖ νὰ πιστεύεις κι ἐσὺ στὸ πράσινο στὸ πράσινο φῶς
στὴν πράσινη ὀργιαστικὴ βλάστηση τῆς αἰωνιότητας.
 [H γνωριμία με τον Μαξ (1956)]

Φτάσαμε εδώ στο Μεταίχμιο: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ τη θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοi. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]


Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

ΕΥΤΥΧΥΣΜΕΝΟΣ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένη μέσα στο κορμί του, σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα. Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθάνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς. Παρακαλώ το Θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι αυτή η αγάπη!.. Κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από την ξενιτιά κι ακούω το μακρινό βούισμά της, σαν τον αχό της θάλασσας που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι. Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το φάντασμα του Οδυσσέα με μάτια κοκκινισμένα από του κυμάτου την αρμύρα κι από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα… Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας που μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια, λες με γνωρίζει σαν πατέρας… Μου λέει το δύσκολο πόνο να νιώθεις τα πανιά του καραβιού σου φουσκωμένα από τη θύμηση και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι. Και να ’σαι μόνος, σκοτεινός μέσα στη νύχτα και ακυβέρνητος σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι…  [οι πρώτες στροφές  από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΞΕΝΟ ΣΤΙΧΟ παρακάτω ολόκληρο το ποίημα μαζί με άλλα από τη συλλογή ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ 1928-1937 – ART by Jerzy Głuszek]



ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΜΑΘΙΟΥ ΠΑΣΧΑΛΗ
Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης δε θα γνωρίσουν ποτέ τη δροσούλα που κατεβαίνει στη Κηφισιά
μα οι δυο καμινάδες που μ’ άρεσαν στην ξενιτιά πίσω απ’ τα κέδρα, γυρίζουν πάλι
σα βλέπω τα δυο κυπαρίσσια πάνω από την γνώριμή σου την εκκλησιά
που έχει τους κολασμένους ζωγραφιστούς να τυραννιούνται μες τη φωτιά και την αιθάλη.

Όλο το Μάρτη τα λαγόνια σου τα ωραία τα ρήμαξαν  οι ρομαντικοί  και το καλοκαίρι πήγες στην Αιδηψό.
Θεοί!.. Πώς αγωνίζεται η ζωή για να περάσει, θα ’λεγες φουσκωμένο ποτάμι από την τρύπα της βελόνας.
Κάνει ζέστη βαθιά ως τη νύχτα, τ’ άστρα πετάνε σκνίπες, πίνω άγουρες γκαζόζες και διψώ
φεγγάρι και κινηματογράφος, φαντάσματα και πνιγερός ανήμπορος λιμιώνας.

Βερίνα, μας ερήμωσε η ζωή κι οι αττικοί ουρανοί κι οι διανοούμενοι που σκαρφαλώνουν στο ίδιο τους κεφάλι
και τα τοπία που κατάντησαν να παίρνουν πόζες από την ξεραΐλα κι από την πείνα
σαν τους νέους που ξόδεψαν όλη τους την ψυχή για να φορέσουν ένα ματογυάλι
σαν τις κοπέλες ηλιοτρόπια ρουφώντας την κορφή τους για να γίνουν κρίνα.

Αργούν οι μέρες, οι μέρες οι δικές μου τριγυρίζουν μέσα στα ρολόγια και ρυμουλκούνε το λεπτοδείχτη.
Για θυμήσου σα στρίβαμε λαχανιασμένοι τα σοκάκια για να μην μας ξεκοιλιάσουν οι φάροι των αυτοκινήτων.
Η σκέψη του ξένου κόσμου μας κύκλωνε και μας στένευε σαν ένα δίχτυ
και φεύγαμε  μ’ ένα λεπίδι κρυμμένο μέσα μιας κι έλεγες «ο Αρμόδιος κι ο Αριστογείτων».

Σκύψε το κεφάλι να σ’ ιδώ, μα κι αν σ’ έβλεπα θα γύρευα να κοιτάξω πιο πέρα.
Τι αξίζει ένας άνθρωπος τι θέλει και πώς θα δικαιολογήσει την ύπαρξή του στη Δευτέρα παρουσία;
Α1 να βρισκόμουνα ξυλάρμενος χαμένος στον Ειρηνικό Ωκεανό μόνος με τη θάλασσα και τον αγέρα
μόνος και χωρίς ασύρματο ούτε δύναμη για να παλέψω με τα στοιχεία.

ΠΑΝΤΟΥΜ
Τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ’ τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευλάβεια.

Στο πέλαγος σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ’ ευάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει.

Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει.

Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα
και τι θα σου μείνει και τι θα σ’ αφήσει
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα.

Ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θα ’βρεις να δώσει ένα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σαν μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θα ’βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σαν φίδι.

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σαν φίδι
δεν είναι ουρανός ούτε αγγέλου ευφροσύνη.

Σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
Σ’ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός ούτε αγγέλου ευφροσύνη
τ’ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΣΥΓΚΡΟΥ, 1930 (στον Γιώργο Θεοτοκά που την ανακάλυψε)
Όταν σε νικήσει
το χαμόγελο που ανασαίνει πλάι σου, πάει να σκύψει και δεν συγκατανεύει
όταν η ζάλη που σου απόμεινε αρμενίζοντας στα βιβλία
ξεκολλήσει από το μυαλό σου στις πιπεριές δεξιά κι αριστερά

όταν αφήσεις το πετρωμένο καράβι που ταξιδεύει προς το βυθό μ’ άρμενα συντριμμένα
την καμάρα με τα χρυσαφικά της
τις κολόνες με την έννοια τους που τις στενεύει

όταν αφήσεις τα κορμιά τα πελεκημένα επίτηδες για να μετρούν και να θησαυρίζουν,
την ψυχή που δεν εξισώνεται, ό,τι και να κάνεις, με την ψυχή σου
το χέρι του φόρου
το γυναικείο εκείνο προσωπάκι στο λίκνο που λάμπει στον ήλιο

όταν αφήσεις την καρδιά σου και τη σκέψη σου να γίνουν ένα με το μαυριδερό ποτάμι που τεντώνει ξυλιάζει και φεύγει:

Σπάσε το νήμα της Αριάδνης και να!
Το γαλάζιο κορμί της γοργόνας.

ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑΝ ΞΕΝΟ ΣΤΙΧΟ (στην Έλλη, Χριστούγεννα 1931)
Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα.
Ευτυχισμένος αν στο ξεκίνημα, ένιωθε γερή την αρματωσιά μιας αγάπης, απλωμένη μέσα στο κορμί του,
σαν τις φλέβες όπου βουίζει το αίμα.

Μιας αγάπης με ακατέλυτο ρυθμό, ακατανίκητης σαν τη μουσική και παντοτινής
γιατί γεννήθηκε όταν γεννηθήκαμε και σαν πεθαίνουμε, αν πεθαίνει, δεν το ξέρουμε ούτε εμείς ούτε άλλος κανείς.

Παρακαλώ το θεό να με συντρέξει να πω, σε μια στιγμή μεγάλης ευδαιμονίας, ποια είναι αυτή η αγάπη
κάθομαι κάποτε τριγυρισμένος από τη ξενιτιά, κι ακούω το μακρινό βούισμά της, σαν το αχό της θάλασσας που έσμιξε με το ανεξήγητο δρολάπι.

Και παρουσιάζεται μπροστά μου, πάλι και πάλι, το φάντασμα του Οδυσσέα, με μάτια κοκκινισμένα από του κυμάτου την αρμύρα
και από το μεστωμένο πόθο να ξαναδεί τον καπνό που βγαίνει από τη ζεστασιά του σπιτιού του και το σκυλί του που γέρασε προσμένοντας στη θύρα.

Στέκεται μεγάλος, ψιθυρίζοντας ανάμεσα στ’ ασπρισμένα του γένια, λόγια της γλώσσας μας, όπως την μιλούσαν πριν τρεις χιλιάδες χρόνια.
Απλώνει μια παλάμη ροζιασμένη από τα σκοινιά και το δοιάκι, με δέρμα δουλεμένο από το ξεροβόρι από την κάψα και τα χιόνια.

Θα ’λεγες πως θέλει να διώξει τον υπεράνθρωπο Κύκλωπα που βλέπει μ’ ένα μάτι, τις Σειρήνες που σαν τις ακούσεις ξεχνάς, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη απ’ ανάμεσό μας
τόσα περίπλοκα τέρατα, που δεν μας αφήνουν να στοχαστούμε πως ήταν κι αυτός ένας άνθρωπος που πάλεψε μέσα στον κόσμο, με την ψυχή και με το σώμα.

Είναι ο μεγάλος Οδυσσέας, εκείνος που είπε να γίνει το ξύλινο άλογο και οι Αχαιοί κερδίσανε την Τροία.
Φαντάζομαι πως έρχεται να μ’ αρμηνέψει πώς να φτιάξω κι εγώ ένα ξύλινο άλογο για να κερδίσω την δική μου Τροία.

Γιατί μιλά ταπεινά και με γαλήνη, χωρίς προσπάθεια, λες και με γνωρίζει σαν πατέρας
είτε σαν κάτι γέρους θαλασσινούς, που ακουμπισμένοι στα δίχτυα τους, την ώρα που χειμώνιαζε και θύμωνε ο αγέρας,

μου λέγανε, στα παιδικά μου χρόνια, το τραγούδι του Ερωτόκριτου, με τα δάκρυα στα μάτια
τότε που τρόμαζα μέσα στον ύπνο μου ακούγοντας την αντίδικη μοίρα της Αρετής να κατεβαίνει τα μαρμαρένια σκαλοπάτια.

Μου λέει το δύσκολο πόνο να νιώθεις του καραβιού σου φουσκωμένα από τη θύμηση και την ψυχή σου να γίνεται τιμόνι.
Και να ’σαι μόνος, σκοτεινός μέσα στη νύχτα και ακυβέρνητος σαν τ’ άχερο στ’ αλώνι.

Την πίκρα να βλέπεις τους συντρόφους σου καταποντισμένους μέσα στα στοιχεία, σκορπισμένους: έναν-έναν.
Και πόσο παράξενα ανδρειεύεσαι μιλώντας με τους εθαμένους, όταν δε φτάνουν οι ζωντανοί που σου απομέναν.

Μιλά… βλέπω ακόμα τα χέρια του που ξέραν να δοκιμάσουν αν ήταν καλά σκαλισμένη στην πλώρη η γοργόνα
να μου χαράζουν την ακύμαντη γαλάζια θάλασσα μέσα στην καρδιά του χειμώνα.

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]