Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΙΚΟΝΑ: ΑΥΤΗ ΘΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ:


Η αναγέννηση. Αρχίζει μια Αναγέννηση Μια απροσδόκητη Αναγέννηση φύσηξε απότομα πάνω από σφαγές λαών κι αδιάφορη για τις σφαγές. Σαν εξουσία δόξας θα παρουσιαστεί. Θα παρουσιαστεί με την βία όπως η καταστροφή. Εκεί που όλα τέλειωναν των ανθρώπων. Προτού το τέλος ο κόσμος ετελείωνε αρχινώντας. Αυτά οι άνθρωποι αποστρέφονται αυτήν την τελευταία αναγέννηση. Σφαδάζουν και δοξάζονται υποφέροντας. Η αναίτια Αναγέννηση ανασηκώνει από κάτω τους ανθρώπους σαν στέψη λογχισμένων. Μια αφύσικη αναζωογόνηση θα τους διεγείρει. Εμψυχώνει αλλά μ’ έναν τρόπο ακίνητο τανύει την ψυχή τους την αραιώνει τρομακτικά. Αλλά η μοίρα των ανθρώπων αντιστέκεται. Η φύση τους συντρίβεται και έτσι ρημαγμένη υψώνεται. Από τη σύμφυρση τέλους κι αρχής. Από την εναντίωση των ανθρώπων γεννιέται ο εξής αιώνας οι άνθρωποι όρθιοι… με μία σκληρότητα. Σαν να είχαν μιαν οίηση κρίματος. Στέκονται ακίνητοι σ’ αυτήν εδώ την ομαλή άκρια της στεριάς. Μπροστά στην αχανή θάλασσα κι ερεθισμένοι από το νερό. Σταματημένοι άνθρωποι και υπαίθριοι και η Αναγέννηση έμοιαζε με ιταλική. Άφθονα περιτυλιγμένοι με πολυτελή υφάσματα. Αλλά ανάμεσα στα υφάσματα εκείνα έχαινε η πιο βαθιά φτώχεια. Σκεπασμένοι παντού με υπερβολικά ρούχα πριγκίπων όπου η χλιδή ετρίφθηκε με τον καιρό. Μέσα σε απέραντες και βαθιές πτυχές και στον βυθό των υφασμάτων εμάντευες πνιγμένες πολύτιμες κλωστές και νήματα ατόφια. Μέσα στον όγκον εκείνον του πανιού μονάχα τα πρόσωπα εφαίνονταν. [αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ, εκδόσεις Κέδρος 1979]



ΚΙ ΕΚΕΙ ΑΝΑΜΕΣΑ ΕΚΑΤΟΙΚΟΥΣΕ ΕΝΑ ΚΛΑΜΑ ΚΑΙ ΓΥΑΛΙΖΑΝ ΜΕΓΑΛΑ ΜΑΤΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ…
Όρθιο εκείνο το πλήθος κι εκχριστιανισμένο. Με την αθέλητη ζωή που από φύση δεν την άντεχαν και δεν προσδοκούσαν. Όμως την άντεξαν και ο λαός των ανθρώπων τυραννισμένος. Μέσα στο φως αυτής της Αναγέννησης υψώνονται βασανισμένοι αλλόκοτα. Αλαζονικά δυστυχισμένοι στέκονται εκεί ασάλευτοι. Ριπές από μακρινές φωτιές άλλων βουνών κι άλλων νησιών της θάλασσας. Οι φωτιές βρέχουν τα πρόσωπά τους. Λιώνουν και χύνονται μέσα στις σκληρές πτυχές των φορεμάτων. Γνωρίζουν πως οι φωτιές αυτές ανάφτηκαν για άλλες φωτιές πιο μακρινές κι εκείνες για μακρύτερες. Από τον άγνωστο τόπο όπου επαίχθηκε η ζωή τους. Αλλά εγώ μ’ έναν κρύο τρόμο συναισθάνομαι τα αισθήματα εκείνων που άναβαν φωτιές. Με τι αισθήματα ανάβαν; Προπαντός οι πιο κοντινοί από βορρά και μ’ έναν αισθηματικό θυμό συγγενικό τους συνερίζομαι. Γιατί κατάγομαι από τη Θεσσαλία.

ΤΟΤΕ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΘΑ ΑΦΑΝΙΣΤΕΙ ΚΙ ΑΠΟ ΟΛΑ ΤΑ ΑΝΟΙΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΟΙΧΩΝ ΘΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΟΥΝ ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΙ:
Έλεγες πως για ένα κρίμα οι άνθρωποι απαγόρευαν τον κήρυκα και τον εμπόδιζαν. Είχε έρθει η ώρα που ο άνθρωπος ήρθε επιτέλους η ώρα ο άνθρωπος να απολογηθεί; Αλλά η απολογία ακούγεται πάντα από μακριά. Μην αγγίζεις άνθρωπο όταν απολογείται. αποφεύγουν τον κήρυκα γιατί έχει ξένη καταγωγή. Όμως συναισθανόταν μια συγγένεια να τους παραφυλά από τον ξένον αυτόν και φυλάγονταν. Γιατί κρατάει από παλιές επιμειξίες ανθρώπων που αιματοκυλίστηκαν και χάθηκαν για πάντα. Η χώρα τους ήταν βάρβαρη και πνευματική. Έβλεπες πάνω στο σώμα του σημάδια από λαούς που τρόμαξαν. Αιώνες παγιδεύτηκε η φυλή του ξεκληρίστηκε. Επίτηδες ο φύλακας έχει άγνωστη καταγωγή. Δεν την ομολόγει και την κρατά κρυφή την έσφιγγε θυμωμένος. Την εξαφανίζει και μονάχα σε τρίμματα ονείρων όταν τα όνειρα ανοίγουν. Τότε μονάχα βγαίνει λίγο αίμα από την καταγωγή του και μόλις φαίνεται

Η ΟΨΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΚΗΡΥΚΑ ΠΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ
Ο κήρυκας είναι χαρακτηριστικός. Αδύνατος και με σκούρο πετσί. Σαν έλληνας βαμμένος από τον ήλιο. Αφού κατάγεται από σκιερούς ήσυχους ποταμούς κι επί αιώνες έπειτα βάδισαν μέσα στον ήλιο. Τυραννίστηκαν από τον ήλιο. Τα μάτια του είναι φωτεινά σαν κίτρινα. Δεν ξεχώριζες αν είναι τρομαγμένα ή φανατικά. Στένεψαν προσηλωμένα και με δυσκολία πια αναγνωρίζουν. Με απότομες κινήσεις σαν αναστημένος. Συχνά μιλάει στα τυφλά σα να οργίζεται μ’ ένα πεθαμένο. Αλλά ποτέ δεν χάνει από το νου του κι όλα τα πραγματικά τα παρακολουθεί. Δύσκολος ο λόγος του αφού ο ταραγμένος νους κι οι ψυχές που διαρκώς κινιούνται έχουν πάντα μια φτωχή ομιλία. Γέρνει εμπρός και καμπουριάζει λίγο γιατί έμαθε να προφυλάγει τη μπροστινή μεριά του σώματος εκεί όπου αισθάνεται πως όλο μαζεύεται και κουβαριάζεται συνέχεια η ψυχή του. Αντιστοιχεί στο διάφραγμα και με ακτίνες που πονάν ορμά προς την κοιλιά και την καρδιά ως τον λαιμό. Αφήνει απ’ έξω το κεφάλι κι αυτό στριφογυρνά σαν κομμένο ανάμεσα στο σώμα και στον ακατοίκητο αέρα. Και σαν από γενιές να έμαθε να γέρνει προς τα εμπρός για να σκεπάζει με το σώμα του για να τα προστατεύει. Εκείνα τα ατελείωτα που δούλευε στα χέρια

ΜΙΚΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΔΟ
Ανέβηκε στην επιφάνεια του χώματος. Ακολουθώντας έναν λοξό ανήφορο τον ανέβηκε με κούραση. Λοξά παρουσιάστηκε στην πόλη. Εξαντλημένος σα να γεννιόταν εκείνη τη στιγμή που παρουσιάστηκε. Αργά έτρεφαν τα μέλη του και δυναμώναν να γίνει ολόκληρος να βγει. Έτοιμος και τελειόμηνος κάτοικος αυτής της χώρας. Αλλά ακόμη η ψυχή του δεν είχε σχηματιστεί. Σκληρός σαν πολιούχος εμφανίστηκε στους δρόμους. Όλοι τον αναγνώριζαν αλλά κανένας δεν τον έλεγε. Η πόλη ήταν κατεστραμμένη και ισοπεδωμένη. Σκαμμένα τα χώματα και αραιές παλαιϊκές οικοδομές ορθώνονταν μακριά και χρησιμεύαν για θεομηνίες. Πιο μακριά στη θάλασσα φαίνονταν μεγάλα πλοία ιστιοφόρα. Τον απόφευγαν από την πολυτελή όψη του κι από το στολισμένο του πρόσωπο. Το πρόσωπό του το στόλιζαν ακριβές εκφράσεις. Αλλά κι εκείνος αισθανόταν ένα σφίξιμο από μιαν επίγνωση ανανδρίας. Αυτή η πόλη είχε μονάχα έναν δρόμο. Πλατύς κι ανώμαλος με κόκκινο χώμα αναστατωμένο από άγρια άροτρα. Αλλά κι από γυμνά πόδια και παλάμες ανθρώπων. Οδηγούσε από χαμηλούς λόφους και βαθιές χαράδρες σαν γιγάντιες τσεκουριές. Τα σπάνια χτίσματα που διασώθηκαν ήταν ογκώδη κι όλα χτισμένα με παλιά κόκκινα τούβλα. Έρημοι πελώριοι φούρνοι ή μύλοι. Σαν εγκαταλειμμένα νοσοκομεία εξανθηματικών ανθρώπων. Οι στέγες τους φολιδωτές και σαν ψημένες από τον ήλιο ράχες χερσαίων ψαριών. Περιφερόταν κι εκπληρούσε ένα είδος απογραφής. Θα γίνει πόλεμος φώναξε μια γυναίκα και τον κοίταξε με κακία. Μετά μιαν απογραφή γίνεται πάντα πόλεμος είπε η γυναίκα. Ύστερα σώπασε και τον κοίταξε με μια φοβερή κακία. Ξαφνικά άνοιξε δίπλα του ένα παράθυρο. Πολύ κοντά και σχεδόν τον άγγιξε καθώς άνοιγε σαν δίφυλλη μεγάλη θύρα με μικρά τετράγωνα τζάμια άνοιξε αργά. Φάνηκαν δυο μικρά παιδιά. Το μεγάλο προστάτευε το μικρό που είχε πολύ πυρετό. Είχαν μείνει μοναχά. Το άρρωστο παιδί φορούσε ένα φαρδύ κι ροζ τσίτι. Αλλά καλοσιδερωμένο και καθαρότατο.

ΜΙΑ ΠΝΟΗ ΜΑΝΑΣ ΤΟΝ ΤΥΛΙΞΕ ΚΙ ΕΝΙΩΣΕ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ:
Το άρρωστο είχε διπλωμένο το ένα του χέρι. Από καιρό κλεισμένος ο αγκώνας κι εκείνο το χέρι κολλημένο στο πλευρό αγκυλώθηκε. Με βία αυτός το ανοίγει και το παιδί έκρωξε. Στο μέσα του αγκώνα ήταν κρυμμένο ένα κουβαράκι από μαλλιά ανθρώπου. Φυλαχτό του αγκώνα το κρατούσε συνέχεια το παιδί και έπαθε το χέρι του. Αλλά τραντάχθηκε από το τέντωμα και τρέμει. Μ’ έναν αδύναμο λόξυγκα σαν παραπόνεμα ξεψύχησε. Τότε το μεγαλύτερο είπε με λύπη το είχε βάλει η μάνα του γιατί είναι θαυματουργό και πριν πέντε χρόνια βλοημένο. Γιατί είχε μιαν αρρώστια που τη λεν επιλαθού. Το έπιανε και τίναζε το χεράκι του κι ύστερα σταματούσε. Τότε η μάνα του του τόβαλε να το κρατά συνέχεια εκεί ώσπου να του περάσει και έδενε το χέρι του μη πέσει αλλά μετά που χάθηκε η μάνα του από μόνο του το έσφιγγε πιο πολύ και το κρατούσε πιο πολύ.

Μπαίνει στο σπίτι. Μάντευες πέρα πολλά δωμάτια ευρύχωρα και ψηλοτάβανα και παντού υπήρχε κόσμος πολύς. Σιωπηλά συνωστίζονταν στις κώχες και σε κρυφά μεσοπατώματα. Πίσω από σκοτεινές σκάλες κούρνιαζαν οικογένειες προσφύγων. Κάτω από τα παράθυρα σέρνονταν και άπλωναν τα χέρια προς το φως των παραθύρων. Εκεί ήταν ένα δούλος. Ανήκε σε παλιό έθνος δούλων από την Κύζικο. Δεν είχαν όνομα ούτε οικογένεια και ζούσαν από πάντα δίπλα στις οικογένειες των προσφύγων. Συνέχεια να παίρνονται δεν έμαθαν να μιλά και δεν καταλάβαιναν το λόγο των ανθρώπων παρά μονάχα με τις κινήσεις των χεριών και με νεύματα καταλάβαιναν. Αυτός ο άνθρωπος κληρονόμησε τους άλαλους δούλους.  Αγορασμένος έστεκε σε μια γωνιά. Ακίνητος κι όλη του τη ζωή να πιάνει λιγότερο τόπο. Με δεξιοτεχνία μίκραινε ο ίδιος το κορμί του. Μ’ ένα κοφτήρι αμβλύ σαν φαλτσέτα αλλά με κόψη αδρή. Αφαιρούσε μικρά κομμάτια από το σώμα του να γίνεται όλο μικρότερο. Δίδασκε στο σώμα του μια νέα λειτουργία την κοπή. Με μια υπομονή σαν σοφία δεν έκαμνε πληγή κι ούτε έτρεχε αίμα και σαν μια στάμνα στρογγύλευε και μίκραινε το ακούμπημα του στη γη. Εκεί περίμενε μια γυναίκα. Του είπε πως είναι πολύ άρρωστη. Πρόσεξε πως ήταν εξαιρετικά χαμηλή και τότε πρόσεξε πως είχε μονάχα κεφάλι. Το κεφάλι εκείνο κουνιόταν ακατάπαυστα καταγής μπροστά στα πόδια του. Επάνω σ’ ένα αδειανό απλωμένο φόρεμα μπλε με μικρά κίτρινα λουλούδια. Σαν να είχε λιώσει ολόκληρη κι είχε εξαφανιστεί και μονάχα το κεφάλι της απόμεινε ζωηρότατο κι εκείνο το χτυπητό της ρούχο. Τα μάτια της κίτρινα και οι κόρες στενές σαν καρφίτσες.

Τον κοίταξε από καταγής με λαχτάρα και φώναξε βοηθήστε με και κάντε με καλά. Της είπε με χαμηλή φωνή δεν μπορώ τώρα είπε με μεγάλη αγωνία αύριο. Σαν να παρακαλούσε την κοίταζε ταραγμένος και ικέτευε αύριο. Η γυναίκα φώναζε με μιαν υπερβολική ευγνωμοσύνη να την ακούσουν όλοι είστε ο ευεργέτης μου. Το είπα σε όλους ότι εσείς θα με σώσετε. Θα έρθω αύριο και σας ευχαριστώ. Δεν έχω άλλον στον κόσμο. Το κεφάλι εκείνο είχε μιαν αξιοπρέπεια. Σαν ζωγραφιστή στο πάτωμα ασώματη γυναίκα σάλευε καταγής και το αδειανό της ρούχο τρανταζόταν άδειο κι έμοιαζε να κυματίζει από χαρά κι ελπίδα. Σ’ έναν μακρύ πάγκο ήταν δυο γυναίκες. Η μια μακριά από την άλλη. Η μία καθιστή ήταν νέα και τεντωμένη τον κοίταζε αμίλητη. Είχε πεταχτά μήλα χλωμά με μικρές στιχτές ακίνητες αιμορραγίες.

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΕΡΧΟΜΟΥ. Προς το τέλος γίνεται αθώος ο νους
Ο Μάρτιος και ο αδένας του μελιού. Ο φύλακας και τα άγνωστα ερείπια του ουρανού που τα λέμε άστρα. Το δένδρο ελιά και το βράδυ του θανάτου. Η καρδιά που παραμονεύει πάντα ακίνητη να είναι με τα σφαγμένα ζώα της νύχτας. Το λευκό πρωί να είναι ήσυχα ζευγμένο στον άγριο πόλεμο. Η σιωπή να πάει με το βουλιαγμένο μέτωπο του αλόγου και η σιωπή. Με τη μεγάλη καμπάνα που έπεσε στη γη κι εκεί κοιμάται ο επιληπτικός Δικαίος. Η έχιδνα κι ο χορευτής ο κόκκινος και ο νεκρός η χαρισμένη και η μελανή. Αφού τα κανονίσει όλα αυτή η ειρήνη που μανιακά συναρμολογεί.
Ανεπαίσθητα ελευθερώνονται κάτι μορφές. Ακίνητες και καθαρές με μιαν αχνισμένη λαμπρότητα. Σαν καθαρισμένες με μιαν αχνισμένη λαμπρότητα. Σαν καθαρισμένες με σκληρή δουλειά τρίβοντας. Τώρα οι μορφές είναι επιφάνειες πολύ μεγάλες έφραζαν το νου. Δεν ξέρουν από ονόματα δεν πρόλαβαν την ομιλία. Λιγοστές μία ή δύο σα να χερσεύουν όλη τη γη. Θεόρατες άγιες των ποιημάτων στέκονται πελεκημένες και βουβές με μιαν ασάλευτη μανία. Οστά από μεγάλες αισθήσεις που ξαφνικά τις ξέθαψε μία βροχή. Παρουσιάζονται έξαφνα οι μορφές και κυριεύουν το νου. Αδυνατισμένον από το έργο εκείνης της ειρήνης και τώρα με τις μεγάλες όψεις των θέλουν με τη βία να τον αντιπροσωπεύουν. Η θέα τους είναι αυστηρή γιατί κέρδισαν με αίμα τη σιωπή τους και δικαιώθηκαν μ’ έναν τρόπο απόκρημνο. Οι μορφές που εκατέλαβαν το νου του κήρυκα είναι δύο. Η μορφή ότι έρχεται προς τους ανθρώπους. Και η μορφή ότι εστεκόταν αντίκρυ από τους ανθρώπους. Τίποτε άλλο δεν σημαίναν αυτές οι δύο μορφές. Αναίσθητες κι ανίδεες εσφετερίστηκαν όλη του τη ζωή…

ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ ΠΟΥ ΘΑ ΟΝΟΜΑΣΤΕΙ, ΤΟΤΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΟ ΕΝΩΜΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
Διαλύθηκαν οι κατηγορίες των ανθρώπων. Ορύχθηκε ο κόσμος. Οι ουσίες θα γίνουν ανεξάρτητες. Τότε θα απομονωθεί η ουσία των ανθρώπων και θα δέσει. Άταχτα θα ενωθούν τα σώματα και θα σχηματιστεί ένα ακανόνιστος σβώλος. Στην αρχή η ένωση θα είναι ατελής. Έμειναν άνθρωποι να ακολουθούν τους ενωμένους. Όπως στα παλιά χρόνια οι εμβρόντητες οικογένειες των πολεμιστών ακολουθούσαν τον πόλεμο όπου επήγαινε. Άνθρωποι ξεμοναχιασμένοι θα ακολουθούν το δύσκολο κι αργό κύλισμα του όγκου των σωμάτων. Τότε θα δεις έναν άνθρωπο να ακολουθεί τον άλλον ενωμένο. Του καθαρίζει το πρόσωπο κι ο άλλος να φωνάζει το πρόσωπό του να γίνεται ένα λέπι κι αυτό το στόμα του ανθρώπου που έβγαζε στην θάλασσα….

ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ: ένας λαός εφάνηκε σαν τους Δωριείς. Τελευταίο έθνος ανθρώπων πέρασε τον ορίζοντα και παρουσιάστηκε. Είναι χτίστες από την Ξάνθη. Νύχτες που κράτησαν όσο γενιές αφουγκράζονταν τους σεισμούς κι ελάτρεψαν την τέχνη των σπιτιών. Από πανάρχαια παράδοση οικογένειες από σπουδαίους τεχνίτες. Νομάδες που ποτέ δεν κατοικούν κι όλο φεύγουν. Εκεί όπου τους καλούν κι από φήμες έμαθαν να τους καλούν να χτίσουν κι ακριβοπληρώνοναι. Η χώρα αυτή ρημάχτηκε και κάλεσαν τους χτίστες για να ξαναχτιστεί. Οι χτίστες έφτασαν εδώ κι είναι ειδοποιημένοι. Άκουσαν κι δέχθηκαν παραγγελίες. Συμφώνησαν για ένα χτίσιμο και ήρθαν. Μέρες και νύχτες δούλευαν κι όλες μαζί οι οικογένειες των χτιστών να κουβαλούν με βιασύνη. Όσοι πεθαίναν πάνω στη δουλειά τους έθαβαν μακριά κι εκείνα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ τα θανατώσαν. Έφευγαν για τις μακρινές κηδείες και πάλι εξανάρχονταν το βράδυ και δουλεύαν. Έτσι εστήθηκαν παντού μεγάλα οικοδομήματα με σκαλιστές προσόψεις και κάμαρες απανωτές σα να γεννούσε η μια την άλλη για πολλά σόγια ανθρώπων και θόλοι από κρύσταλλο. Τώρα οι χτίστες τέλειωσαν και γιόρτασαν ανάβοντας φωτιές. Χόρεψαν πάνω στα κάρβουνα και μούγκρισαν κι έκλαιγαν. Φύγαν και χάθηκαν. Άδεια τα θεόρατα σπίτια κι ένας αέρας από κρύον ήλιο σφαλά τα μεγάλα παράθυρα και πάλι τα ξανάνοιγε. Οι θόλοι με τριγμούς να συγκρατούν το φως. Μη χυθεί μέσα και περιχύσει και μια βαριά αναπνοή από το σκαμμένο χώμα.  Ορθάνοιχτα κι αδειανά εκείνα τα σπίτια στέκονται τώρα αδειανά και μονάχα η ηχώ των τραγουδιών της Θράκης… Πόσος καιρός επέρασε από το νερό; Ήσυχα ρώτησε ο κήρυκας. Έγειρε κι εκοιμήθη  [Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το βιβλίο ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ 1979]


Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2018

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΠΟΥ-ΚΑΠΟΥ (ίσως) ΜΕ ΣΚΕΠΤΕΤΑΙ:

50.000.000 πεθαμένοι κάθε χρόνοΕίμαστε αλλόκοτες πόρτες, λαδωμένες καλά με λόγια εργαλεία ή πράξεις,
σαλεύουμε έναν καιρό ανάμεσα γέννας και θανάτου, μεριάζουμε μπρος στο «σκιάς όναρ», έπειτα ξαναγινόμαστε συντρίμμια μετέωρου στοχασμού,
όμως θυμάσαι κατάκαρδα τη μορφή της Εριφύλης να διαγράφεται στην ακροθαλασσιά σαν έσκυβε να μαζέψει ένα κοχύλι ή ένα βότσαλο
Άραγε με σκέπτεσαι κάπου-κάπου
θυμάμαι πώς κοίταζες εσύ γητευτή, τα μάτια σου τόσο ερευνητικά που να μου σκίζουν την καρδιά, έγδυνες της σάρκας μου το δέρμα ενώ αυτή δοκίμαζε ένα χαμόγελο
μα είσαι τώρα ο παραχωμένος σπόρος απ’ όπου φυτρώνουν τα λόγια τούτα, λόγια μιας κλεψύδρας που αναποδογυρίζει
κάπου-κάπου άραγε με σκέπτεσαι
Φτωχή γη όλο χαλίκι, εσύ μου ’μαθες τον ήλιο και τις σκιές της σελήνης και τους ρεμβασμούς της ηδονής
σε βλέπω ακόμα τριχωτέ φαύνε με τα σκιστά μάτια
χοροπηδάς κατεβαίνοντας το βουνό, κλωτσάς τους θάμνους του Αυγούστου
νιώθω την τραγίλα σου ανάκατη με τις οσμές του θυμαριού
α!.. τι αλλόκοτες αισθητήριες χαρές της μοίρας
Ζηλεύω τα ιπτάμενα βέλη που το χέρι σου ακολουθεί από λεπτό σε λεπτό, από εικόνα σε ήχο
ναι λέω ήχο γιατί τα σχέδια σου τραγουδούν και χορεύουν με τον ίδιο ρυθμό που έχουνε τα ποτάμια σαν φουσκώνουν απ’ τη βροχή και λαρυγγίζοντας κατρακυλούν κοίτα στήσανε χορό πάνω στου βυθού τα λιθάρια [50.000.000 ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΚΑΘΕ ΧΡΟΝΟ, ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΒΛΕΠΕΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ, ΦΑΥΝΟΣ και ΣΧΕΔΙΑ ΜΕ ΒΕΛΗ JAVIER VILATO  από τη συλλογή της Ματση Χατζηλαζάρου 7χ3 επτά γραπτά στα ελληνικά, Sept texts en francais, Seven writings in emglish  – ART by Javier Vilato]




ΜΙΑ ΧΑΛΚΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ JAVIER VILATO
Γυναίκα με το κεφαλοπάνι
αλλού σήκω το ραβδί σου
μακριά απ’ το φύλακα σκύλο
που δείχνει τα δόντια
μακριά απ’ το βασίλειο του
το βαθύ πηγάδι του θησαυρού
που ’ναι η στέρνα

τόσο σκοτεινή και απτή ετούτη η νύχτα
με ποικίλα χάδια του άσπρου που
τορνεύουν το φουντωτό δένδρο
το χώμα τα πρόσωπα
τα σύννεφα και τη σελήνη τους

τα μαύρα τα γκρίζα ανοιχτά ή σκούρα
το σφρίγος της κάθε χαραξιάς
του Javier Vilato
άσχετο με όποιο θέμα
έχουν ένα είδος ζέστης
αμασχάλης ή παλάμης
έχουν τους ατμούς της καυτής αυλής
ποτισμένης τον Ιούλη η ώρα οχτώ
έχουν εκείνη τη σεληνιακή σαγήνη
που αναδίδουν τα βράχια
πολύ κοντά στη θάλασσα
έχουν μια γοητεία σγουρών μαλλιών
πάνω σε ηλιοκαμένο σβέρκο

τα βλέμματά μου αχόρταγες ακρίδες
παλεύουν να απορροφήσουν
στο διάβα τους
ταυτόχρονα το κάθετι
που προσφέρει η εικόνα
μα εκείνη ξέρει ν’ αντισταθεί
στα μάτια μου έντομα αδηφάγα
κρατά την ένταση για ασπίδα

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ (το ποίημα γράφει τον ποιητή του Maurice Blanchard)
Ακούστε πώς ανασαλεύει ο έρωτας
τώρα που είναι παραπανήσιος
κι ας αραδιάζει εδώ μονάχα λέξεις
για μένα έχει ακόμα σάρκα
οστά κι επιδερμίδα
πώς γίνεται της γαρδένιας το πέταλο
όταν μες τα χέρια μας κακοπάθει
έτσι δείχνουν και οι πληγές του έρωτα

γράφω μ’ έναν κόμπο στο λαιμό
με τη δύσπνοια της θέρμης
για τον ακρωτηριασμό που ’ναι
η στέρηση του συντρόφου
το μνημονικό έχω μόνο για δροσιά
ένα-ένα ακουμπάει χάδια της νεότης
πάνω στα βλέφαρά μου
σπίτι ολάκερο ο έρως με διαδρόμους
με δωμάτια γιομάτα καθρέπτες που στέλνουν
ο ένας στον άλλον
μυστικές μορφές τρυφερότητας
τα φώτα πάντα αρκετά λαμπερά

παντού γραπώνεται ο έρωτας κισσός
περιζώνει και σκεπάζει το όποιο σώμα
τι παράξενο το θρόισμα της φυλλωσιάς
όλο πράσινη και τόσο πυκνή
ειδών-ειδών τα καμώματά της

έρως ζώο αγέρωχο και ηχηρό
τόσο ώστε δεν ξεχωρίζει το χτύπημα
που καταφέρει από κείνο που δέχεται
λέω έρως ζώο όμως ακούω μιαν ηχώ
σαν άσμα λατρείας

του έρωτα ο οίστρος
ο έρωτας του έρωτα
με ιδιοτροπίες μύριες φέγγει
το γαλάζιο τούτο αστέρι
σαν τον έρωτα που γυαλοκοπούσε
για μένα αλίμονό μου
έδυσε μέσα στην αμαξοστοιχία

σε όνειρο πρωινό είδα
να ξεκινάει πάνω απ’ το κρεβάτι μου
το κάγκελο μιας σκάλας εξωτερικής
έρωτα περίσσιε πώς ταμπουρώθηκες άραγε
ανάμεσα απ’ τα σκαλιά εκείνα με
γκαζοτενεκέδες όλο αγαπητά λουλούδια
γιασεμιά τριαντάφυλλα βασιλικούς
είχε μολόχες πάπυρους και ήλιους
φυσούσε αέρας ελαφρύς που έφερνε
πανέμορφες χρυσαφιές πεταλούδες
κείνες τερετίζανε μελαγχολικά φαρμακωμένα
έπειτα ήρθε ένας σκαντζόχοιρος
όμως έγινε μπάλα αγκαθωτή
και πώς να τον παίξεις

στο Λιόπεσι όταν πίναμε καφέ
φάνηκαν λίγα σύννεφα
έτσι που καβάλησαν τον Υμηττό
μετά απλωθήκανε και απαλά
σκεπάσανε το βαθιά λαξεμένο διάσελο
έρωτα ας κρατούσες το καυτό μου χέρι

να πω για κάτι κρυψώνες
του έρωτα τις ώρες που ο ένας
αλήθεια είχε την πείνα του άλλου
και κατεβαίναμε στο ρέμα
με τις μυρουδάτες λυγαριές
ναι τότε αγαπιόμαστε κατάχαμα
κι ας ήτανε παντού χαρτιά
βρώμικα ξεκοιλιασμένα στρώματα
σκουριασμένοι σομιέδες τουμπαρισμένοι
λάστιχα με βαθιές μαχαιριές
ο έρωτας τα δικά του μονάχα ήξερε

είναι οι μεγάλες ταπεινοφροσύνες
της πολιορκίας τεχνάσματα
καλαθούνες γιομάτες κουρελαρία
έχουν φορεθεί για να νιώσει ο έρως
ο άπληστος ότι εκείνος μονάχα
εμφανίζεται έξοχα στολισμένος
ίσως να τυλίξει τη μέση του
με της τίγρης την κατάμαυρη γούνα
για να σταθεί ολόρθος
ξεδιπλώνεται με κινήσεις αιλουροειδείς
παναδαμάτωρ είναι ο έρως

ξεπρόβαλε του έρωτα ποίημα
ένα ηλιοβασίλεμα
ζώνες θάλασσας και νησιά
σύννεφα πορτοκαλιά
με εκθαμβωτικές φόδρες αργυρές
διαβατικός ο ήλιος αλλά καθόλου αμέτοχος
χάθηκε έτσι όπως σβήνει
ο έρωτας μέσα στην έκστασή του

ήρεμο απόγευμα το φως αττικό
πουρνάρια πράσινα και άλλοι θάμνοι
κοκκινωποί ή βαθιά κίτρινοι
ελαιόδεντρα όλο χαμάδια και
ξερές πευκοβελόνες κείνες που αγκυλώνουνε
όταν ξεριζώνεις τα κυκλάμινα

λίγο πιο μακριά
πάνω στο δενδρολίβανο
το αλογάκι της Παναγιάς
μια τρίγωνη κεφαλή όλο φιλαρέσκεια
τα χέρια σεμνά διπλωμένα
περιμένοντας εκεί δα υπομονετικά
το αρσενικό της τη λεία της
το γεύμα της
είδες καμιά φορά τερτίπια που ’χει η συνουσία
λίγο κωμικοτραγικά πολύ σαρκαστικά

 [Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι του πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα, και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού. Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι σα χόρτα στην άκρη του ποταμού. Ερχομός, δεσμός, αναχώρηση: να τα κρατήσουμε σαν το χαρταετό επιλογές λέξεων από τη συγκεντρωτική συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της Μάτση Χατζηλαζάρου, όπου τα λουλούδια των δένδρων είναι τα πουλιά, το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου κι Ποίησή μας η Ζωή.]


Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΣΕ ΠΕΡΑΣΜΕΝΕΣ ΕΠΟΧΕΣ ΑΛΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΙ ΑΛΛΟΙ ΧΕΙΡΟΚΡΟΤΟΥΝΕ (ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο):

Ο κόσμος στην εποχή μας, έχει γίνει παρανάλωμα του πυρός, αλλά και ταυτόχρονα θεατής που χειροκροτεί αυτή τη φωτιά, βλέποντας τηλεόραση, συμμετέχοντας, αλλά και παραμένοντας στην απομόνωσή του... Στον παρανοϊκό εφιάλτη αυτού του κόσμου, ο Ποιητής, σαν ο πιο ευαίσθητος παρατηρητής του και συμμέτοχος, έχει γίνει κι αυτός κατά κάποιον τρόπο σχιζοφρενικός. Προσβλημένος από την ασθένεια της εποχής μας, είναι μια ύπαρξη διχοτομημένη, που αγωνίζεται μάταια να ξανακερδίσει τη χαμένη του ακεραιότητα» Αυτά έγραφε ο Κίμων Φράιερ  για το ποίημα του Τάκη Σινόπουλου Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ. Στον Καιόμενο, που τον έγραψε ο ποιητής -όπως και τα άλλα ποιήματα που συμπεριλαμβάνονται στη συλλογή ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β-, αμέσως μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο,  ο ήρωας είναι ανώνυμος και η ιστορία φανταστική. Το θέμα είναι προφητικό: το επινοεί ο ποιητής χωρίς να φαντάζεται ότι αργότερα το φαινόμενο των ατομικών αυτοπυρπολήσεων θα γίνει η έσχατη μορφή πολιτικής διαμαρτυρίας σε περιπτώσεις εξοργιστικού και παρατεταμένου αδιεξόδου
Κοιτάχτε μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος. Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο όταν του μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια. Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου. Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι. Ποιος είναι αυτός που αναλίσκεται περήφανος; Το σώμα του το ανθρώπινο δεν το πονά; Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι. Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις μου είπαν. Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος. Κι όσο αφανιζόταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο. Γινόταν ήλιος. Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δυο (κι άλλες επιλογές ποιημάτων από τη συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ Β 1949-1955 με ΚΛΙΚ στον Καιόμενο, έργο του DANG Nguyen Dinh )


ΤΟ ΣΥΜΠΟΣΙΟ
Άσπρες λαμπάδες  αψηλές σε κεροστάτες και πελώριοι λύχνοι
με δύναμη έκαιγαν ορθώνοντας ένα παχύ και πλούσιο φως
μες στην πελώρια εκκλησιά. Χάχανα και κραυγές
σμίγοντας με τη ζέστα που βασίλευε γιομίζανε
το χώρο. Μπρούτζος μάρμαρο κι ανάμεσα
ξύλο πολύτιμο με τέχνη σκαλιστό.
Οι συνδαιτυμόνες
άφθονοι παρδαλοί μπροστά σε φορτωμένες τράπεζες
παλιοί φίλοι παράταιροι παράξενα συναθροισμένοι εδώ
τρέφαμε τις απέραντες κοιλιές ακόρεστοι κι ευδαίμονες
μ’ ορεκτικά φαγιά. Κι εγώ περιφερόμενος
ανάμεσά τους με μια κόκκινη πληγή στο μούτρο μου
μοίραζα το κρασί τους για να πιουν αμίλητος
γεμάτος ταραχή και σκοτεινά οργισμένος.

Εκείνοι που δεν έπιναν απ’ τις κανάτες τις επίχρυσες
ανασκελώνανε τ’ ασκιά και χύνανε κρουνούς το κόκκινο
κρασί που σπίθιζε αφριστό στα βάρβαρα λαρύγγια τους.
Κι ως περιδιάβαζα ένας γέροντας πολύν καιρό ασπρομάλλης
σφιχτά απ’ το χέρι μ’ άδραξε και μου ’δωσε να πιω.
Κι ήπια κι εγώ τα χείλη και τη γλώσσα μου βαφτίζοντας αχόρταγα
στην κούπα που άστραφτε.
Πιο πέρα ο Μπίλιας ξεκουμπώνοντας το αμπέχωνο
για ν’ αλαφρώσει τον παχύ λαιμό μ’ εφώναξε χαρούμενος
κι ήπια κι εκεί. Κι ακόμα με το Φίλιππο που κάθονταν
μονάχος μούτρο χάρτινο πίσω απ’ τον πέτρινο άμβωνα.
Κι έτσι συνέχεια πίνοντας τούτο τον όχλο σκοτεινός  εφρόντιζα
ενώ οι κραυγές που γύρω μου πλήθαιναν άφθονες
αλάφρωναν ωσάν να φύσαγε ένας ήσυχος
αγέρας από αθώρητες χαραματιές και να τις έδιωχνε
μαζί με τον καπνό πέρα απ’ την αίθουσα που πίναμε.

Τότε τον είδα καθαρά
στο τελευταίο τραπέζι. Ορθός μ’ εκοίταζε με μάτια που άστραφταν
πάνω σε μούτρο μαύρο φαγωμένο απ’ τη χολή. Κι εκράταγε
σφιχτά το ξύλο το βαρύ στο χέρι περιμένοντας
για να χτυπήσει. Μα όρμησα. Και πρώτος τον εχτύπησα
τινάζοντας με δύναμη τον ασημένιο κεροστάτη απάνω του.
Κι επόνεσε φριχτά απ’ το χτύπο κι έφησε
μια φοβερή κραυγή κι όλο το μούτρο του άσπρισε
σαν κιμωλία καθώς αφήνοντας το ξύλο που εκρατούσε
άδραξε το πλευρό κι ελύγισε στα γόνατα και μην μπορώντας
εκεί να κρατηθεί σωριάστηκε στης Εκκλησιάς το δάπεδο.

Και ξάφνου εμπήκανε
από τις θύρες τις ολόχρυσες οι Μάγοι. Κι ήταν
ως νάμπαινε η απέραντη Σιωπή. Φορέματα πολύτιμα
μενεξελιά και πράσινα μαλάματα κι ασήμια
σε παχουλούς λαιμούς αστράφτανε σ’ αφράτα χέρια.
Κι οι Μάγοι προχωρήσανε λαμπροί  βαστώντας αψηλές
δάδες που φώτισαν πιο δυνατό το Ναό. Κι ως προχωρούσανε
στο κέντρο ο χώρος άδειαζε σιγά-σιγά γαλήνευε. Και οι μέθυσοι
μαζεύοντας τις σάρκες τους σε μάλλινα ζουνάρια φεύγανε
και χάνονταν περίφοβοι ένας-ένας απ’ τις θύρες.
Και τότε ανάμεσα απ’ τους Μάγους πρόβαλε
λευκή σα λίθος ακριβός απίστευτα χλωμή φορώντας
μαύρο βαρύτιμο ένδυμα μ’ ένα μακρύ σταυρό από φίλντισι
πάνω στα στήθη που ανασαίναν ήσυχα κι ανάτελαν
εκείνη που την πρόσμενα τόσον καιρό σ’ όλο το μάκρος
της ζωής μου που αφανίστηκε σε σκοτεινά παράφορα έργα.
Κι έστρεψε προς εμένα και με κοίταξε με μάτια πάμφωτα
κι ύστερα χαμογέλασε κι ήταν σα νάνοιγαν μεμιάς
τα φοβερά παραπετάσματα που σκέπαζαν τα μάτια μου
η θλίψη κι ο θυμός σα νάφευγαν απ’ της ψυχής τα δώματα.
Δειλό το χέρι της πανάκριβο αχτιδοβολώντας μεσ’ απ’ τις πτυχές
του μαύρου ρούχου ωσάν αδάμαντας εσάλευψε
κι ακούμπησε στο χέρι μου. Κι έτρεμε εκείνη σύγκορμη
και δε μιλούσε μόνο πρόσμενε το Γάμο τον υπέρτατο
κι εκοίταζε σαν αίθριος ουρανός την άνοιξη
πάνω απ’ τον κόσμο.

Θυμάμαι ακόμα. Η πράξη υπήρχε μέσα μου. Την ένιωθα
σαν ένα λαμπερό κουκί που σάλευε κι αύξαινε αφάνταστα γοργά
γινότανε μια πέτρα αγκαθωτή τρυπώντας και ματώνοντας
τη σάρκα μου. Και το αίμα βούιζε χείμαρρος. Δεν πρόφτασα
την κίνηση να φράξω στου μυαλού το πέρασμα. Το χέρι μου
τεράστιο υψώθηκε. Κι ως νάμουν χωρισμένος σε δυο σώματα
το είδα βαρύ και βάρβαρο να πέφτει απότομα να υψώνεται
ξανά κι ύστερα αμέτρητες φορές να πέφτει αλύπητα
χτυπώντας δυνατά βουλιάζοντας σε σάρκα δροσερή ματώνοντας.
Κι ο χτύπος τούτος έφερνε στη θολωμένη μνήμη εικόνες
από παλιά πανάρχαια μαγαζιά την ώρα που οι ψωμάδες
κάτω απ’ την πύρα του αναμμένου φούρνου κατακόκκινοι
έσκυβαν σε τεράστιες σκάφες και χτυπούσαν αναγέρνοντας
το ολόγυμνο πηχτό ζυμάρι με τα χέρια τους.
Τότε σταμάτησα και κοίταξα το φονικό. Στο ξάστερο
μυαλό μου τώρα η πράξη και η συναίσθηση της πράξης έσμιξαν.
Οι Μάγοι
όχι πια Μάγοι μα άνθρωποι πανύψηλοι του Νόμου
με πρόσωπα άσπρα κι αυστηρά σηκώσανε τα χέρια τους
και μ’ άδραξαν. τριγύρα η αυξανόμενη σιωπή. Τα φώτα
λιγόστευαν σιγά-σιγά και σβήνανε. Μονάχα οι εικόνες
της Εκκλησιάς πληθαίνοντας αθώρητα γεμίζοντας
κρατώντας πάνω μου τ’ αμίλητά τους βλέμματα
χαμογελούσανε γλυκά μ’ ένα χαμόγελο που μόλις
εχάραξε παράξενο απάνω στα ζωγραφισμένα πρόσωπα.

Έτσι με σύρανε. Έξω πρόσμενε το φως
του κόσμου. Ολοένα αυξάνοντας σε κύκλους ακατάπαυστους
απέραντο περίζωνε τα χαλασμένα οικήματα κι ανέβαινε πηχτό
κι αθόρυβο σκεπάζοντας το κάθε πέρασμα. Κι έμεινα εκεί
μονάχο μ’ άφησαν κι ακόμα εκεί είμαι
χαμένος έρημος παλεύοντας χωρίς φωνή με τούτη την απέραντη
τυφλή παγκόσμια φρίκη.

ΕΞΟΔΟΣ
Τότε τον είδα πίσω απ’ το συρματόπλεγμα – έστριβε
το φως του προβολέα. Το μούτρο του
γινόταν άσπρο χάνονταν σ’ ανεξερεύνητο σκοτάδι. Κι ήταν
γεμάτος με πληγές από παλιούς βασανισμούς
χτυπήματα στα κόκαλα
χαμένος μεσ’ στη συλλογή μια φοβερή σακούλα μ’ όνειρα.
Γυρόφερνε το φως ο χώρος γιόμιζε
λουρίδες φωτεινές και μαύρες. Κοίταζα τον άνθρωπο
που κράταγε τον πάσαλο σφιχτά κι επάλευε
να σηκωθεί τα μάτια του στραμμένα πάνω μου.
Κι ήθελε να φωνάζει –το λαρύγγι του αδειανό.
Καμιά φωνή δεν έφτανε ως εμένα. Επάλευε
να κρατηθεί – το φως
χαράκωνε τη νύχτα και τον ουρανό.

Είπα καιρός να σύρω το δεσμώτη απ’ τα δεσμά.
Καιρός να φύγουμε απ’ τη χώρα τούτη. Ετρόμαξα.
Μπορεί να ορμήσουν πάνω μας σκυλιά και φύλακες. Μπορεί
ν’ αστράψουν άξαφνα πυροβολώντας τα όπλα. Είναι καιρός
είπα να φύγουμε απ’ το φόβο κι από τη σιωπή.

Γύρω πηχτή γαλήνη. Καμιά κίνηση.
Κανένας θόρυβος. Όλα έρημα στον τόπο τούτο με το φοβερό
τεράστιο συρματόπλεγμα. Μονάχα
κάπου μακριά ένα σκοτεινό λαχάνιασμα
σαν να ’ταν μηχανές αθόρυβα δουλεύοντας
η ανάσα τους σβηνότανε στην άβυσσο της νύχτας.

Έτσι γοργά προχώρησα. Άδραξα τον άνθρωπο
βαστώντας τα ξερά του κόκκαλα. Και περπατήσαμε
σκυφτοί πέρα απ’ το φως. Πέτρες και χώματα
και λάκκοι. Κι ύστερα πέτρες ξανά και πέτρες σε σωρούς.
-Κρατήσου πάνω μου ψιθύρισα κρατήσου
κούφιο κορμί του ανθρώπου. Τον κράτησα. Και τότε
νάτην η θύρα ολάνοιχτη. Στο φως πανύψηλος ο φύλακας
το μούτρο σκοτεινό. Μια μελαψή γυναίκα εμίλαγε-
τα μαύρα της μαλλιά ανεμίζανε στο φως- ψιθύριζε
βαστούσε τα βυζιά της κόκκινα και τα ’δειχνε στο φύλακα
ένα τεράστιο μάτι πυρωμένο ο φύλακας. Περάσαμε
σκυφτοί κοιτάζοντας με τρόμο. Μήτε γύρισε κανείς
να μπήξει τη φωνή: Σταθείτε! ένα αυτοκίνητο
πιο χαμηλά χαμένο στη μαυρίλα αθόρυβα ανασαίνοντας
και γύρα του κινούμενοι ίσκιοι κατεβάζανε κι αράδιαζαν
χάμου στη γη κασόνια σύρματα καρφιά και πάσσαλους.
Έτσι περάσαμε
γοργά τη θύρα. Προχωρήσαμε.
Πέτρες και χώματα και λάκκοι κι ύστερα πέτρες ξανά.
Δεν τέλειωνε το μαύρο συρματόπλεγμα. Κι ιδού.
Ξάφνου μια άλλη τεράστια θύρα πρόσμενε-
στην άκρη ο φύλακας πανύψηλος. Μια ολόγυμνη
γυναίκα μελαψή –ανεμίζανε στο φως τα μαύρα της μαλλιά-
μιλούσε και του πρόσφερε τα δυο βυζιά της κόκκινα ψιθύριζε
να τα ζυγιάσει ο φύλακας. Σταθήκαμε.
Προσμέναμε βουβοί ν’ αστράψει τ’ όπλο ν’ ακουστεί η φωνή.
Δε σάλεψε κανείς. Περάσαμε κανείς δεν πρόσεξε.
Πιο κάτω ένα αυτοκίνητο λαχάνιαζε –κατέβαζαν
κασόνια σύρματα και ξύλα. Προχωρήσαμε.
Και το σκοτάδι ολοένα βάθαινε γινόταν αδιαπέραστο.
Κρατούσα το κορμί του ανθρώπου δυνατά. Και περπατούσαμε.
Κι άξαφνα εκεί ένα φως. Κι ιδού μια θύρα πρόσμενε.
Και τη διαβήκαμε σκυφτοί. Και προχωρήσαμε. Και να
πιο κάτω μ’ άλλη θύρα κι άλλη κι άλλη. Οι φύλακες
παντού πανύψηλοι στη ζώνη τα περίστροφα κουβέντιαζαν
καθένας και με μια
γυναίκα μαύρη –ανέμιζαν τα ολόγυμνα μααλλιά-
ψιθύριζαν βαστούσαν τα βυζιά τους κόκκινα
για να τ’ αγγίξει ο φύλακας. Πελώριες
ολάνοιχτες οι θύρες πρόσμεναν κι εστάζανε σκουριά.
Και πέρα από την κάθε θύρα ένα αυτοκίνητο
λαχάνιαζε χωρίς σταματημό μες στη σιωπή της νύχτας.

Ζώνη στη ζώνη. Πέτρες λάκκοι χώματα. Πέτρες ξανά
και σύρματα. Και παρουσία καμιά. Μονάχα
ο προβολέας οργώνοντας την ερημιά. Βαδίζαμε.
Σπασμένα γόνατα σπασμένοι αρμοί. Κι ο τρόμος αύξαινε.
Τώρα το φως θα στρίψει απάνω μας τώρα θα ορμήσουν
σκυλιά και φύλακες. Οι θύρες θα κλειστούν με πάταγο.
Τώρα οι φωνές και η ταραχή θα σκίσουνε
τη φοβερή γαλήνη.

Κανείς. Κανένας φύλακας δε σάλεψε. Καμιά κραυγή
δεν τάραξε τον άνεμο. Κι οι θύρες ανοιχτές.
Περνούσαμε. Πιο πέρα οι άλλες θύρες.
Βαδίζαμε. Γινήκαμε ένα με τη γη
συνέχεια σκύβοντας. Και πάντα οι θύρες ανοιχτές.
Και πάντα οι φύλακες αδιάφοροι μιλώντας με γυμνές
γυναίκες που κρατούσανε
στα χέρια τους τα κόκκινα βυζιά.
Και πάνω στο σκοτάδι ένα αυτοκίνητο
και γύρω οι ίσκιοι που κατέβαζαν
κασόνια σύρματα καρφιά και ξύλα.

Φτάσαμε εδώ στο Μεταίχμιο: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ τη θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοi. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]