Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

ΠΙΣΩ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΚΕΙΝΩΝ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ… (μπροστά μας είναι μια πόρτα σαν άνθρωπος)


Έρχεται πρώτα στον Ποιητή η λέξη «πολιτεία» γεμάτη πρόσωπα που δεν γνωρίζουμε. Στενάχωροι δρόμοι πανύψηλα τείχη τριγύρω.
Κατόπιν η λέξη «καράβι» που σημαίνει ελπίδα και η λέξη «αετός» που παριστάνει τον ουρανό.
Σύμβολα της μοναξιάς στρογγυλά σαν χαλίκια στην ακρογιαλιά, ανεπανόρθωτα σαν τον ήλιο.
Τριγύρω τα περικλείει η λέξη «θάλασσα» που είναι το πρόσωπο της Παναγιάς, απέραντη όσο είναι ο πόνος μας.
Δίπλα σ’ αυτήν ένας καβαλάρης που τη μορφή του μου είναι αδύνατον να διακρίνω. Χαμένος παντοτινά μέσα στη νύχτα των ονείρων είναι το άστρο που λαχταράμε να μας φωτίσει, το χέρι που κάποτε θα ’ρθει να σμίξει με το δικό μας.
Πίσω μας είναι τα πρόσωπα εκείνων που αγαπήσαμε. Ντυμένοι ανάλογα με τις αναμνήσεις που έχομε απ’ αυτούς, άλλοτε με την πορφύρα των βασιλιάδων ή τους χιτώνες των ηρώων κι άλλοτε σιδηρόφραχτοι σαν πολεμιστές του Μεσαίωνα.
Το βλέμμα τους στραμμένο πάντοτε στο ηλιοβασίλεμα απαράλλαχτοι με τις υποσχέσεις που δώσαμε, με τους όρκους που δεν κρατήσαμε στο γυρισμό των ανέμων.
Μπροστά μας είναι μια πόρτα σαν άνθρωπος. Γιατί οι άνθρωποι είναι πόρτες κι αυτοί, άλλες κλειδωμένες κι άλλες ορθάνοιχτες και σε σπρώχνει η περιέργεια να τις ανοίξεις η δίψα να τις διαβείς και η ελπίδα σε τυραννάει πως ίσως κάποτε από αυτές να ’τανε μια που θα σ’ έβγαζε στον ήλιο.
Και μιαν άλλη που ’χε τα γιασεμιά της κρυμμένα ή μια τρίτη που δεν μπόρεσες ποτέ να την ανοίξεις. Και τώρα είναι πια αργά, είναι αδύνατο να γυρίσεις, γιατί άλλαξε ο ποταμός τόσες φορές τα νερά του και οι άνεμοι που φυσούν σε σπρώχνουν ολοένα μακρύτερα από την πατρική σου γη.
[ΟΝΟΜΑΣΤΙΚΑ από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΣΤΟΑ 1944-1958 - Art by paul bond magic]



ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Από τα Σούσα ως τα Εκβάτανα είναι πολλές παρασάγγες. Όμως το πνεύμα όπως το φως, σ’ ένα βλεφάρισμα του ματιού πηγαινοέρχεται.
Τριγύρω είναι σκαμμένη μια μεγάλη τάφρος. Το νερό είναι βαθύ και μελανό δίχως πάτο. Όμως οι άνθρωποι δεν ανησυχούν. Έμαθαν να περπατάνε πάνω στα νερά.
Η κορόνα που φοράει ο μονάρχης είναι βαριά κι ατίμητη. Ο κοινός θνητός δεν την σηκώνει στα χέρια του μήτε αντέχει μα την κοιτάξει πολλή ώρα κατάματα. Όμως ο Δυσσέας αν τύχαινε σ’ αυτά τα μέρη, όχι μόνο θα ’βρισκε έναν τρόπο να τη σηκώσει στα χέρια του σαν να ’ταν πούπουλο, αλλά με λίγη τύχη θα ξέφευγε ακόμα και την τιμωρία.
Στα περίχωρα είναι ένα θεριό σε μια σπηλιά. Όμως δεν το αφανίζουν. Το θρέφουν με θυσίες κι αναθήματα. Όταν εξαγριώνεται και τα ρημάζει όλα έχουν ανθρώπους που το βλέμμα τους γυμνασμένο αναχαιτίζει το χάος όταν ξεσπάσει. Έτσι η πολιτεία δεν έχει ανάγκη από τειχιά.
Πέντε λόγια είπαν στο βάρβαρο Πρέσβη οι Λακεδαιμόνιοι. Όμως αυτά άρκεσαν για εικοσιπέντε αιώνες.
Το χαλινάρι είναι αβάσταχτο όταν το άλογο τεντώνεται να πεταχθεί με ορμή μπροστά. Όμως ο καβαλάρης ξέρει πως από την αντοχή του χεριού του κρέμεται η ζωή του

ΣΤΙΓΜΑΤΑ
Α
Η φτέρνα του Αχιλλέα
Είναι η απέραντη
Αδυναμία του ήλιου
Β
Η πείνα φτιάχνει τα μήλα
Η δίψα το νερό
Και η τιμωρία τον Τάνταλο
Γ
Τι φταίω αν μου δίνουν
Φτερά οι Θεοί
Και νύχια οι άνθρωποι.
Δ
Σαν το νερό αδιάκοπα
Μακραίνει απ’ την πηγή του
Ο άνθρωπος .
Ε
Όπως η νύχτα τ’ αστέρια
Ο καημός
Φτιάχνει τα πρόσωπα

ΜΟΝΟΣΤΙΧΟ: βάρβαρο χέρι απλώθηκε ν’ αρπάξει ό,τι είχε μείνει

ΑΠΟΚΡΥΦΑ
Ι
Κάθονται οι άνθρωποι αυτοί πάντοτε στην απέναντι όχτη, χωρίς να κλαίνε, χωρίς να γελάνε, με συννεφιασμένα πρόσωπα. Ακουμπισμένοι μερικοί στις ασπίδες, άλλοι καθαρίζοντας τα τουφέκια τους. Ακίνητοι σαν αγάλματα παρακολουθούνε τον ποταμό. Κατεβαίνουμε τότες κι εμείς κι αγναντεύουμε από την άλλη όχτη τα σκουριασμένα κανόνια τους, τα τυφλά τους άλογα, τα παμπάλαια σπαθιά τους και προσπαθούμε αδιάκοπα με χειρονομίες, με φωνές με συνθήματα να συνεννοηθούμε, να ’ρθουμε σε συμφωνία, να πάψει η ατέλειωτη αυτή αγωνία. Ανώφελες όλες μας οι προσπάθειες. Εκείνοι δεν ενδιαφέρονται για μας. Δεν σκοτίζονται. Ίσως ν’ αγνοούνε και την ύπαρξή μας. Ίσως να είναι ένα παιχνίδι που θα τελειώσει μια μέρα. Ίσως να είμαστε ακόμα ανώριμοι να τους δεχθούμε. Κι όμως ο καθένας από τον άλλο κρυφά, έχουμε όλοι βαθιά μας μια φριχτή υποψία που γίνεται πια βεβαιότητα: «Οι άνθρωποι αυτοί είμαστε εμείς οι ίδιοι».
ΙΙ
Στην κάτω γειτονιά τα σπίτια έχουν αδειάσει. Ένας μονάχα έμεινε, ο τελώνης, κι αυτός δεν είναι πια ο ίδιος. Η γυναίκα του, οι κόρες του και τ’ άλλα παιδιά του, λένε πως σηκώνεται κάθε βράδυ και υποδέχεται φανταστικούς ταξιδιώτες κάτω στο τελωνείο. Και να σκεφτείς πως ταξιδιώτες έχουμε μήνες να ιδούμε, με την καινούρια κατάσταση. Όλοι είναι απελπισμένοι. Όσοι έχουμε μείνει, κάθε μέρα λιγότεροι, ζούμε στα σύνορα της φρίκης. Η σιωπή γίνεται τόσο διαπεραστική που είναι αδύνατο να ησυχάσουμε. Περνάμε τη νύχτα ξαγρυπνώντας στα παραθύρια, το μέτωπο κολλημένο στα παγωμένα τζάμια. Όταν χιονίζει βλέπουμε στις όχτες ελέφαντες χιονισμένους, κι άλλα παράξενα θεάματα, που τα ξεχνάμε το πρωί. Ίσως οι νύχτες αυτές να ’ναι μια παρεξήγηση, να ’ναι οράματα ενός τυραννισμένου λαού. Τ’ απόρθητα μυστήρια μιας απέραντης αυτοκρατορίας.
ΙΙΙ
Κανείς δεν έλειψε. Όπως είχε συμφωνηθεί συναντήθηκαν, έδεσαν το σκοινί σ’ ένα ψηλό δεντρί, κι ύστερα τον κρέμασαν. Κι αυτός αμίλητος σαν αυτούς. Τον κοίταζαν να κρέμεται. Η ώρα δεν μας έπαιρνε. Πήραμε τ’ άρματα και φύγαμε. Όταν περνούσαμε το ποτάμι είχε νυχτώσει. Στο χάνι μας περίμεναν. Φάγαμε κι ύστερα κοιμηθήκαμε. Ο ύπνος μας ήταν βαρύς γιατί ήμασταν τσακισμένοι. Τ’ άλλο πρωί σηκωθήκαμε νωρίς και κατεβήκαμε πάλι στο ποτάμι. Αφήσαμε τ’ άλογα δεμένα μες στις σπηλιές και περάσαμε αντίκρυ.
Εκεί μας καρτερούσαν δυο παιδιά απ’ το γειτονικό χωριό με ψωμιά αυγά και τυρί. κρυφογελούσαν ανάμεσά τους κι έλεγαν για μας: «Για δες, παίζουν αμπάριζες»
IV
Είχαν περάσει αρκετές μέρες κι ακόμα δεν παρατήρησα καμιά αλλαγή στις εκφράσεις, στους τρόπους ή στις χειρονομίες. Έβρεχε συνεχώς απ’ το πρωί ως το βράδυ. Κανένα σημάδι να δείξει, ή τουλάχιστον μια επιγραφή, σε άλλη γλώσσα, πάνω στον τοίχο. Ακόμα τίποτα. Οι φίλοι, οι συνάδελφοί μου, το μεσημέρι στα γεύματα, κρατούσαν τα προσχήματα. Οι επιθεωρητές κάθε πρωί στη θέση τους μας παρακολουθούσαν, την ώρα που μπαίναμε. Ο ένας σημείωνε με το μολύβι ένα κόκκινο σημάδι δίπλα στο όνομα, ο άλλος μετρούσε. Στις δώδεκα, την ώρα που φεύγαμε, πάλι ατάραχοι μετρούσαν και σημείωναν. Όταν άδειαζε το κτίριο, όταν έκλειναν τα γραφεία, έμπαιναν οι θυρωροί και σκούπιζαν, έκαιγαν τα πεταμένα χαρτιά και δοκίμαζαν τα κουδούνια. κατόπιν έφευγαν και αυτοί και πήγαιναν στα σπίτια τους να γευματίσουν με την οικογένεια. Χαμπάρι δεν είχαν.

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες… Επιμένει ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο δισέγγονος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ο «Διαμαντένιος Γαληνευτής», ο έλληνας ποιητής που ταξίδεψε και δίδαξε ποίηση και την ελληνική ποίηση σ’ όλο τον κόσμο!.. Συναναστράφηκε με τα πιο φωτεινά πνεύματα της εποχής –Έλιοτ, Ντύλαν Τόμας, Όντεν, Εμπειρίκος, Ελύτης – δηλώνοντας ακόμα και σήμερα, εποχή της κρίσης, «απαίσια αισιόδοξος», γιατί, όπως λέει, άμα βλέπεις το άδικο και αγριεύεις, είσαι αισιόδοξος δεν σκύβεις κεφάλι


Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

ΕΛΑ ΝΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ… (γιατί η Ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας):


Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου (ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη!..Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου (τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου. Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Και ύστερα τόσους στρατιώτες τι τους θέλω; (τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τα άλογά μου θα στα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θα κρατήσω, που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη, γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου, μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά, αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις. Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.[ΤΟ ΣΚΑΚΙ από τη συλλογή του Μανόλη Αναγνωστάκη Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ   ART by GARY and CATHERINE battle chess – Στον τίτλο σε παρένθεση το ακροτελεύτιο δίστιχο από το ποίημα ΕΚΕΙ που παρατίθεται ολόκληρο στο τέλος της ανάρτησης]




ΟΤΑΝ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ…
Όταν τα βράδια
Τρυπάς το στήθος μου μ’ ένα μαχαίρι
Και ψάχνεις να βρεις
Εδώ ένα περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Εκεί ένα καφενείο που το λέγαμε η «Συνάντηση»
Εκεί ένα σούρουπο ή ένα κρυμμένο βιβλίο –
Όχι, μα δεν την είχα εγώ αγαπήσει.
Αύριο, το ξέρεις, πως δεν θα ’μαστε πια εμείς
Κι ύστερα θα σβηστεί κι η θύμησή μας
Και μια γυναίκα θα γερνά ύστερα από χρόνια
Μ’ ένα φορτίο ζωής αβάσταχτο ατέλειωτο
Και μια γυναίκα ίσως να κλαίει σε μια γωνιά
Το στήθος της να το τρυπά μ’ ένα μαχαίρι
Να ψάχνει να βρει ένα περίπατο στ’ ακροθαλάσσι
Ένα βιβλίο κρυμμένο ή ένα σούρουπο.

(Και δεν θα ’ναι για σένα, ούτε για μένα)

ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ…
Κάθε πρωί
Καταργούμε τα όνειρα
Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο
Κάθε πρωί
Χαιρετάμε τους χθεσινούς φίλους
Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμονικές
-Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά

(Ασήμαντες
Απαριθμήσεις
-Τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους.

Μα πού τελειώνει η μοναξιά;)

ΚΙ ΗΘΕΛΕ ΑΚΟΜΗ…
Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει. Όμως εγώ
δεν παραδέχθηκα την ήττα. Έβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
Πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες.
Μιλάτε, δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Τον πανικό που στραγγαλίζει την καρδιά σας σα σημαία
Καρφώσατε σ’ εξώστες, με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
Η πρόγνωσίς σας ασφαλής : Θα πέσει η πόλις.

Εκεί, προσεκτικά, σε μια γωνιά, μαζεύω με τάξη,
Φράζω με σύνεση το τελευταίο μου φυλάκιο
Κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω
Με τα κομμένα κρανία τα παράθυρα, πλέκω
Με κομμένα μαλλιά το δίχτυ μου και περιμένω.

Όρθιος, και μόνος σαν και πρώτα περιμένω.

ΕΚΕΙ…
Εκεί θα τα βρεις.

Κάποιο κλειδί
Που θα πάρεις
Μονάχα εσύ που θα πάρεις
Και θα σπρώξεις την πόρτα
Θ’ ανοίξεις το δωμάτιο
Θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως

Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν
Οι καθρέφτες θα λάμψουν
Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο
Εκεί θα τα βρεις
Κάπου – απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα
Απ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,
Καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες,
Μισοκαμμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.
Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως
Ύστερα θα σκαλίσεις τα παράθυρα
Προσεκτικά τις κουρτίνες
Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν
Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες
Θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι
Κι εσύ θα πάρεις το κλειδί
Και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις
Θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο
Βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά.

Τότε θα ξέρεις.

(Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε,
Αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας)

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της αγάπης, το φόβο που μας ενώνει με τους άλλους, ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη σιωπή, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. Πόσα κρυμμένα τιμαλφή όμως μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα θα περιμένουμε… Και ποιος να μας προσέξει, ποιος να μας λησμονήσει στη θέση που καθόμαστε; Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας. Το θέμα είναι τώρα τι λες!.. Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους στίχους μιας ζωής] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ. «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς]


Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

ΣΜΙΞΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ ΚΛΩΝΑΡΙ ΥΣΤΑΤΗΣ ΧΑΡΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΠΙΛΟ ΝΕΡΟ ΤΟ ΝΕΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ


Εσύ δεν μπορείς να ξέρεις αυτή τη λύπη. Έρχεται κι αδειάζει μέσα σου καλόβολη στέρνα κοντά στις καλλιέργειες. Δεν την ξέρεις αυτή τη λύπη, Βύτο.
Πρώτη παπαρούνα πρώτο καλοκαίρι με γυμνά μπράτσα και ξαφνικά νύχτα αγρύπνιας.
Η θάλασσα αγαπιέται με το πρωινό και κρύβουν τ’ αυγά τους στις ρίζες των φυτών.
Τα χέρια σου δεν είναι γι’ αγάπη γι’ ανθόνερο κι άφεση αμαρτιών.
Ξέρεις την αγάπη του καλοκαιριού με τ’ αγιόκλημα την αγάπη των υδάτινων ζώων και των γιασεμιών με τον λευκό τοίχο.
Η αγάπη σου δάχτυλο τεντωμένο για Κει. Βαρύ το παραμύθι σου.
 Μυρίζει κρασί και ζεστό χώμα ο αγέρας της αυγής φορτώνεται καημούς και γλυκαίνει τον ήλιο.
Άσε με να αγκαλιαστώ τη γης με τα ρύζια και τα στάχυα με τις πορείες ταπεινών εντόμων.
Βαρύς ο ουρανός σου Βύτο. Κάνε να βρέξει ήπια.
Στα χέρια σου τώρα οι αμφορείς με τις πηγές του ουρανού.
Στα πνευμόνια σου οι αγέρηδες απ’ τις ερημοκορφές.
Ο Μινώταυρος αγγίζει τα χώματα πριν στα παραδώσει.
Σε χρίζει ελεύθερο.
Εγώ πιστή στην εικόνα μου στην ώρα του γυρισμού είμαι ό,τι θυμούνται τα φύλλα, ό,τι ξέρουν τα νυχτερινά νερά σαν τρέχουν κατά τη μέρα.
Βύτο, ελάφια γεννιούνται μες τα μάτια σου.
Μην τεντώσεις το τόξο. Θέριεψαν οι φλέβες σου απ’ τα χαλινάρια του κόσμου προϊστορικά ποτάμια και κυβερνούν.
Τώρα θα ονοματίζουμε τα βουνά, νεαρά θα τα λέμε, γερασμένα και τις ψυχές πιστές θα τις λέμε, ελεύθερες…
 Σμίξε τα χέρια σου κλωνάρι ύστατης χαράς για το άσπιλο νερό το νέο βάφτισμα [ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΛΙΕΙΗΣ από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ ΛΥΚΟΙ και ΣΥΝΝΕΦΑ 1963 από την ενότητα Βύτος και Αλιείη

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Βύτος και Αλιείη, μυθικά πρόσωπα που επέλεξε η ποιήτρια να «πρωταγωνιστήσουν» στην πρώτη συλλογή της. Κατά μία μυθολογική παράδοση ο Βύτος είναι σύζυγος της Θεάς του έρωτα και της γονιμότητας, της Αφροδίτης. Ο Βύτος και η σύντροφός του, η Αλιείη συμπλέκονται στο ποίημα με τον κρητικό μύθο του Μινώταυρου. Τα μυθολογικά αυτά πρόσωπα λειτουργούν ως πρόδηλα σήματα της σύνδεσης της τότε εικοσιπεντάχρονης αλλά και τόσο ώριμης ήδη ποιήτριας με τις πατρογονικές ρίζες του τόπου της και των ανθρώπων του]  



ΕΝΩΠΙΟΣ ΕΝΩΠΙΩ
ΒΥΤΟΣ:  
Μεγάλε Ταύρε του Μίνωα
λυχνάρια σπιτικά οι ήλιοι της δημιουργίας σου.
Στη λευκή άμμο του σπηλαίου σου
παραμυθένια άφησε χνάρια ο κόσμος
με τις μαγγανείες της νύχτας
τους ελιγμούς των βλαστών στη βροχή
τα κοριτσίστικα χρυσοβράχιολα
στις γιορτές της ευφορίας.
Ήρθαμε με τα πέδιλα λυτά
και την απεραντοσύνη των θαλασσών.
Ψυχή της Αλιείς
θα ονειρευτεί
κι οι τρυγητές της μέρας
θα βρεθούν στη σκιά της μυγδαλιάς
να σιγοτραγουδήσουν.

Η Αλιείη στους νυχτερινούς περιπάτους της
αγκαλιάζει τις πέτρες
το μελλούμενο χορτάρι
κι ως την αυγή
η ομορφιά έχει ανθίσει στους αθώους.

Ήρθα γυμνός από μνήμες
γυμνός από φόβο
γυμνός από ύμνους και βωμούς.
Στους ώμους μόνο η γύρη των πεύκων
στα δάχτυλά μου ξεψυχάν
τα τελευταία τζιτζίκια φέτο.
Τέλεψε το έργο σου.
Βασίλεψαν τα μάτια σου.
Σου ετοιμάσανε κλινάρι
στην πιο δροσερή γωνιά της γης.

ΑΛΙΕΙΗ:  
Για ό,τι έγινε κι ό,τι μέλλεται
είμαστε εδώ μάρτυρες μοναδικοί.
Όλα σωστά
κι οι λύπες μας κι αυτές ετοιμασία.
Ξεπλύθηκα στην αρμύρα
που αγγίζει τις κνήμες σου
κύμα από σκίνα στους κροτάφους μου
λούστηκα με φεγγαρόνερο
κι είναι θερμός ο λαιμός μου
μοιράστηκα την αγρύπνια και τη φωτιά
των βοσκών
στα δύσκολα βουνά.

Τι να παραγγείλουμε στους ουρανούς
για την ανάπαψή σου;
Τολμηρά δεσποτικό πια το φως σου
ανοίγει περάσματα
μεσ’ απ’ τα τρυφερά μυστικά της νύχτας
και προσπερνά.
Πλέξαμε φιλόξενα κιλίμια
για το δισταγμό σου.
Μια μυρωδιά απαντοχής
απ’ τις μασχάλες των βουνών.
Κουράστηκαν τα παράθυρα του αγνώστου
να χτυπάνε στον αγέρα.
Ο ήλιος πια χωρίς περηφάνια
προσφέρεται σ’ ένα πιάτο ελιές
σε μια κούπα μέλι.
Άνεμος.
Να μου ’ρχεται απ’ τις υπώρειες των όντων
κι ανεβαίνει
και σκάνε ώριμοι σιδηρόχρωμοι ορίζοντες.
Θάμπος
αγέρας μεταλλικός
παίρνει τις κορφές
τις οδηγεί πάλι στη ρίζα.
Αγέρας μεταλλικός
χωρίς αντίσταση οι κλώνοι
χωρίς αντίσταση
οι μοναχικές φαντασίες
κι οι φόβοι.
Ακίνητες οι πυρκαγιές κι οι πλημμύρες
χαμογελούν, υπόσχονται.

Ταραχή
παντοδύναμα τα νέα πλάσματα
πηλός το θαύμα στα δάχτυλά τους
και τραγουδάει.
Ο άνεμος από παραλίες
και χώματα ειρηνικά
χαιρετισμοί και παινέματα
για τον μεγάλο Ταξιδευτή.

Αναχωρεί.

Μόνοι καλλιεργητές
μόνοι τρυγητές εμείς.
Χαρά στ’ αμπέλια μας.

Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ
Αχνοφαίνονται τα πλεούμενα, Ιφιγένεια.
Λιβάνι στρώθηκαν τα σκαλοπάτια
προς τη θάλασσα.
Το βήμα σου, το φόρεμα και τα μαλλιά
απεσταλμένοι του ανέμου.

Έρχονταν μια-μια δυο-δυο οι νύχτες
στις ρώγες των δαχτύλων σου
και στην κορφή της πλάτης
αβασίλευτος πάντα ένας ήλιος.

Ανήμπορη να μετρήσεις τους αμπελώνες
τα χωράφια και τους ελαιώνες σου
χανόσουν σε καλοκαιριάτικο όνειρο.

Εκεί στο ξύλινο μπαλκόνι σου
θέριευαν τα γεράνια
μεγάλωναν τα σπιτικά πουλιά
κι έπαιζες τα δειλινά με χαϊμαλιά
και ιστορίες αγάπης.

Βασιλοκόρη
ξέχναγες τα ωραία σαντάλια σου
όταν ο λιονταρογέννητος ουρανός
σε γυναικεία του στιγμή
ακουμπούσε στα γόνατά σου.

Ιφιγένεια, κάθε καΐκι κι ένας άγριος Απρίλης
κάθε γοργόνα πλώρης
κι ένα γιορτερό ακρογιάλι.

Γέροντες σοφοί
πριν απ’ την αρχή των δένδρων
γέροντες πολύξεροι
είχαν διηγηθεί
-πριν ακόμα γεννηθεί η Αφροδίτη
πίσω απ’ τα σύννεφα-
την ιστορία της κοπέλας
που φιλική ήταν στους ανέμους.
Κι εσύ
-μάρμαρο το φως
δέσμια κρατά την κεφαλή σου=
μίλησες στη θάλασσα την Παναγιά
γλυκά σκυμμένη
στο γιο της το Σεπτέμβρη
για τους πολεμιστές
και τις κακές τους σκέψεις.

Δεν πιστεύουν οι πολεμιστές.
Ταύροι είναι
με ήλιους ζωγραφιστούς στις πανοπλίες
και τις κνήμες
βαριά φυτεμένες στο χώμα.
Δεν πιστεύουν στους καρπούς της αναμονής
στις θάλασσες που επιστρέφουν
όλο και πιο πλούσιες –
αναγεννιούνται και οι βυθοί.

Χρειάζεται ο καιρός του πουλαριού
των ψηλών κάκτων
της νεροφίδας
και των αστεριών ως να ξαναφανούν.
Χρειάζεται η αιωνιότητα της εμπιστοσύνης.
Μιλάνε για τη μάχη
τη θρέφουν μαζί με τ’ άλογα
και τις αγριοπέρδικες.
Όλα είναι έτοιμα, λένε.
Τα αιχμηρά όπλα, τα ηνία
η γη ανασκαμμένη για τα σώματα
ο θυμός, οι φωνές των γυναικών.
Κι ο άνεμος;

Φάνηκαν τα πρώτα δελφίνια, Ιφιγένεια.
Τα πουλιά και τα καράβια ακολουθούν.
Κλαρί λεμονανθού ανθίζει η καλοσύνη
στο περβόλι σου.
Κι όμως ο λαιμός σου προσφέρεται
αόρατο μονοπάτι του κακού.

Θόρυβος στο ακρογιάλι.
Στις πλάκες του λιμανιού
πατήματα ανδρών, τρεξίματα
μαντάτα, πρόσωπα.
Αρνήθηκε, είπαν.

Αρνήθηκε η Ιφιγένεια.
Για την αγάπη, έλεγε
για την γλυκιά καρδιά
για ειρηνικές πολίχνες
να φροντίσουμε τα καρποφόρα
τις βροχές να δεχθούμε στην ώρα τους
για τις βοσκές
για τους αγγέλους.

Αρνήθηκε.

Να μη φτάσουν οι πολεμιστές·
να ομορφύνουν τα κάστρα
απ’ τον κισσό
να τρανέψουν τα παιδιά.
Για τη χαρά, είπε
κι ανέβηκε στους ουρανούς.

Έκπληκτοι οι στρατιωτικοί
ανέβαλαν τον πόλεμο
και την Ελένη βρήκαν ταπεινή
να ετοιμάζει το δείπνο.


ΛΑΦΙΚΤΟΣ
Πώς το ’λεγαν εκείνο το ζώο
ελέφαντα είχε ψυχή
χαρουπιάς κορμοστασιά
και μεγάλα νύχια ορνέου
απόκτησε έτσι απλά
όπως κανονικά βρέχει τον Απρίλη.

Πώς το ’λεγαν εκείνο το θηρίο
που μοίραζε τα σπλάχνα του
στις πλατείες
εκεί που ανεβαίνει θολωτό θυμιατό
η ευωδιά των ανθρώπων;
Παλιά ήταν ο Κένταυρος
κι η Σφίγγα
τα πουλιά που είχαν διαίσθηση γυναίκας.
Τώρα μόλις διακρίνονται
τα μονοπάτια των μυρμηγκιών
και μένουν αγέρωχα
τα μάτια της κουκουβάγιας
να περιγελούν.

Στις δημοσιές ψήνουν τροφές
και τρεμοσβήνουν σημαδιακές φωνές
στις κορφές των γύρω λόφων.
Βραδινές νεροποντές
συμφιλιώνουν τα κλαδιά και τις ρίζες
σε δασωμένους τόπους.

Όλα τα περιδιάβασε ο Λάφικτος
-ας είναι τέτοιο τ’ όνομά του –
κι είχε γερά τα γόνατά
όπως οι άντρες
όταν ονειρεύονται να συνδυάσουν
περπάτημα και πέταγμα
και μαλακά τ’ αυτιά –
ζεστές χινοπωρινές φωλιές
μονάκριβων πουλιών.
Τα τοπία και τα πρόσωπα
ταπεινή συνοδεία ακολουθούνε.
Κρατούσε την ανάσα του
σαν βρισκόταν στις λευκές κάμαρες
των κοριτσιών:
ζεστά ρούχα φροντισμένα
τραγουδιστός αέρας
και τα κεφάλια σκυμμένα στοργικά
πειθήνιοι ακροατές
κάποιας εσωτερικής μελλούμενης ιστορίας.

Έμενε στα πάρκα
με τους κύκνους και τα παιδιά
στην πληκτική υγρασία του σούρουπου
όταν όλα αποτραβιούνται
στις μικρές πόλεις
και στο παλιό παλάτι της εξοχής
γλυκά γίνονται γαλάζιες οι στέγες.

Μερικοί απ’ την αγάπη τους
στην περιπέτεια της γης
-όλο νοσταλγία για τα πρώτα βουνά
τα πρώτα ερπετά και κελαρύσματα –
πίστεψαν πως ο Λάφικτος
για μήνυμα ήρθε
απ’ τους ωραίους εκείνους καιρούς
του καινούριου.
Κι άλλοι για την Αιωνιότητα λέγαν
για νέους κύκλους
νέες ζωές και καταστροφές
νέες πατρίδες και ξενιτέματα
λέγαν για τον Λάφικτο
νέα αρχή του παντός.

Μαζεύονταν οι γυναίκες
στις μαλτεζόπλακες
αμίλητο περνούσε το φεγγάρι
μεσ’ απ’ τα κοιμισμένα λουλούδια
ξενυχτούσαν πότε στον τρόμο
πότε στη μαγεία έταζαν τη νιότη τους.
Στις αλέες του δειλινού
τ’ ανύπαντρα αγόρια αναζητούσαν
τη ματιά του Λάφικτου
ν’ ανδρωθούν.
Αποκοιμιόταν η πολίχνη
και το παραμύθι
με μορφή ζώου
αγρυπνούσε στα τείχη.

Ατέλειωτες οι κουβέντες
στα εμπορικά, στις εκκλησιές
στις μικρές συγκεντρώσεις των φίλων.
Μελετούσαν την καταγωγή
και τα πάθη του θηρίου
-όλα υποθέσεις-
και το ξεχνούσαν.

Άοπλη βρίσκεται πάντα η μοναξιά
φάροι αφιλόξενοι τα παράθυρα
οι κήποι αγέλαστοι
ψυχραίνουν κι αναριγούν.
Πικρά τα φυτά του χειμώνα
λυπημένοι οι βλαστοί
δεν τολμούνε τη χαρά.
Τις νύχτες στις κορφές
τα πρωινά στις παραλίες
ξημερώματα βουβά των νερών
χλομή ελπίδα
ενατένιζε το φως ο Λάφικτος
την ώρα που ο ήλιος ο πρώτος
φανέρωνε επιδεικτικά
αιώνιους θρήνους.

Κατέβαιναν καμιά φορά
ως τα υγρά χώματα
κοπάδια άγριων σκυλιών.
Φοβισμένα και πανίσχυρα
υπάκουαν στην πείνα και το κρύο
άφηναν τ’ ανώμαλα χνάρια
του αγώνα
και τις φωνές τους μπλεγμένες
στα κλαριά.
Λίγη πάντα η συντροφιά των ζώων.

Κουράζει η Ερημία
σαν τη βροχή
και χάνεται σ’ απελπισμένες ενατενίσεις
η τρυφεράδα των ματιών.

Βήματα στοργικά τον έφερναν τον Λάφικτο
στις πίσω αυλές
την ώρα της ετοιμασίας του δείπνου.
Περίεργες οι μικρές
κι αυτοί οι πατεράδες
περίεργοι μόνο τον κοιτούσαν.
Αχνοχάραζε ο αρχαίος θυμός
ξηρός αγέρας στα πνευμόνια του
κι η κοιλιά του ταραζόταν.
Μεγάλωναν τα νύχια του στη μόνωση
κι ερχόταν η ανάμνηση
των παππούδων
ζώα βαριά
αποσύρονταν
απ’ την κίνηση
κι αναστέναζαν τα δάση.

Παρουσιάστηκαν θεοί στ’ όνειρό του
ευλογούσε η πριγκίπισσα φωτιά
το χνότο του
κι άλλοι αρχόντοι
του σιδήρου και του κακού
τον προκαλούσαν
σε λιβάδια ερημωμένα
σε παλιούς χορούς μίσους
και για μεθύσι.
Ανέβηκε ο ήλιος του Μάρτη.
Στην πεδιάδα οι τοίχοι της εκκλησιάς
περίβολος ο ορίζοντας.
Ήταν ακόμα δυο χρυσές αχλαδιές
χωρίς καρπό
κι ένα μαχαίρι.
Πώς δεν ακούστηκε τέτοια καταστροφή!
Πνιχτά στέρεψαν οι βρύσες
σβήσαν τα κορίτσια.
Αντιστάθηκαν ίσως τα νερά
τα λουλούδια στους βωμούς
και οι λευκές ταράτσες.
Ο Λάφικτος ειρηνεμένο ζουζούνι
πήγαινε κατά το καλοκαίρι
στις ωραίες τοποθεσίες των ουρανών.
Μόνο στα φύλλα ανανεώνεται ακόμα
ένα διάστημα ανεκπλήρωτο

οργισμένης μοναξιάς. 

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ:  Το Έσω σώμα  ή η αρχή ενός ατελείωτου ταξιδιού: Προσπαθώντας να ιχνηλατήσω τα ορατά και ίσως τα κρυμμένα σημάδια της πορείας της ποιήτριας Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ μέσα στον χρόνο, ανέτρεξα στις αρχές αυτής της πορείας, στο πριν από 50 χρόνια εκδομένο πρώτο βιβλίο της Λύκοι και σύννεφα (1963). Η προσοχή μου αγκιστρώθηκε στον πρώτο στίχο της πρώτης ενότητας εκείνου του βιβλίου, της ενότητας «Βύτος και Αλιείη», και στην αφιέρωση της ενότητας. Ο στίχος είναι «Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού» και η αφιέρωση είναι «Του Νίκου Καζαντζάκη». Στο ποίημα ο στίχος εκφέρεται από την ποιητική περσόνα, όπως λέμε, την περσόνα του Βύτου. Κατά μία μυθολογική παράδοση ο Βύτος είναι σύζυγος της Θεάς του έρωτα και της γονιμότητας, της Αφροδίτης. Ο Βύτος και η σύντροφός του, η Αλιείη, η γυναικεία περσόνα, συμπλέκονται στο ποίημα με τον κρητικό μύθο του Μινώταυρου. Τόσο τα μυθολογικά πρόσωπα του ποιήματος όσο και η αφιέρωση της ενότητας στον εκλεκτό και αγαπημένο νονό της Αγγελάκη-Ρουκ, τον Νίκο Καζαντζάκη, σκέφτηκα ότι λειτουργούν ως πρόδηλα σήματα της σύνδεσης της τότε εικοσιπεντάχρονης αλλά και τόσο ώριμης ήδη ποιήτριας με τις πατρογονικές ρίζες του τόπου της και των ανθρώπων του. Από εκεί και πέρα άρχισε η κυοφορία του ποιητικού έργου της και το ρίζωμά του μέσα στον χρόνο με 15 ποιητικά βιβλία – τουλάχιστον έως το 2011 που κυκλοφόρησε Η ανορεξία της ύπαρξης… Ξαναγυρίζω όμως στην αρχή της πορείας και ξαναπιάνω το νήμα του πρώτου στίχου, «Το σώμα μου έγινε η αρχή ενός ταξιδιού», επειδή μου φαίνεται ότι ο στίχος αυτός είναι η άκρη του κουβαριού που μπορεί να μας οδηγήσει έξω από τη σπηλιά του Μινώταυρου, στο φως της ζωής και της ποίησης που διανύθηκαν με την επίγνωση ότι το σώμα είναι η αρχή ενός ταξιδιού ή, για να το πω αλλιώς, ότι «κατά βάθος ο ποιητής έχει ένα θέμα: το ζωντανό σώμα του», σύμφωνα με την πολύ γνωστή ρήση του Σεφέρη από τις Μέρες 1945-1951, που η Αγγελάκη-Ρουκ έβαλε ως επιγραφή στο βιβλίο της Μαγδαληνή το μεγάλο θηλαστικό (1974)… [απόσπασμα από το ΣΧΟΛΙΟ του Ευριπίδη Γαραντούδη στο περιοδικό ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ]