Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

ΟΛΟΙ ΔΙΨΑΝΕ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΡΑ. ΟΛΟΙ ΜΑΣΑΝΕ ΜΙΑ ΜΠΟΥΚΙΑ ΟΥΡΑΝΟ ΠΑΝΟΥ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΙΚΡΑ ΤΟΥΣ

Αυτά τα δένδρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό, αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα, αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται παρά μόνο στον ήλιο, αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο. Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή, σφίγγε στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια, σφίγγει στο φως τις οργανές ελιές του και τα’ αμπέλια του, σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως. Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο!.. Μαρμάρωσαν τα δένδρα, τα ποτάμια και οι φωνές μες στον ασβέστη του ήλιου. Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκίνα. Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό. Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μια μπουκιά ουρανό πάνω απ’ την πίκρα τους. Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια, μια βαθιά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα [κι άλλα αποσπάσματα από την ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ του Γιάννη Ρίτσου]




ΟΤΑΝ ΣΦΙΓΓΟΥΝ ΤΟ ΧΕΡΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΒΕΒΑΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (αποσπάσματα από την 1η Ενότητα)
όταν χαμογελάνε, ένα μικρό χελιδόνι φεύγει μέσ’ απ’ τα άγρια
γένια τους.
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ’ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με
            ταμπούρλα.
Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κι η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιές της πλατείας
από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφή σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχή χτυπάει στα κόκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιά και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο που βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μια μεγάλη σημαία, μια μεγάλη φωτιά κατακόκκινη
και κάθε αυγή χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ’ τα χέρια τους
για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα

ΔΕΝΔΡΟ ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ, ΠΕΤΡΑ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ ΠΕΡΑΣΑΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (αποσπάσματα από την 4η Ενότητα)
Τράβηξαν ολόισια στην αυγή με την ακαταδεξιά του ανθρώπου που πεινάει,
μέσα στ’ ασάλευτα μάτια τους είχε πήξει ένα άστρο,
στον ώμο του κουβάλαγαν το λαβωμένο καλοκαίρι.

Από δω πέρασε  ο στρατός με τα φλάμπουρα κατάσαρκα,
με το πείσμα δαγκωμένο στα δόντια τους σαν άγρυπνο γκόρτσι,
με τον άμμο του φεγγαριού  μες στις χοντρές αρβύλες τους
και με την καρβουνόσκονη της νύχτας κολλημένη μέσα στα ρουθούνια και στ’ αυτιά τους.

Δένδρο το δένδρο, πέτρα την πέτρα πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.
Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μια οργιά ουρανό – για να τον δώσουν.
Πάνου στα καραούλια πέτρωναν σαν τα καψαλιασμένα δένδρα,
κι όταν χόρευαν στην πλατεία, μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια
και κουδουνίζανε τα γυαλικά στα ράφια.

Α, τι τραγούδι τραγουδάνε τα κορφοβούνια =
ανάμεσα στα γόνατά τους κράταγαν το σκουτέλι του φεγγαριού και δειπνούσαν,
και σπάγαν τα αχ μέσα στα φυλλοκάρδια τους
σα να ’σπαγαν μια ψείρα ανάμεσα στα δυο χοντρά τους νύχια.

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες τη νύχτα να ταΐσεις τα όνειρα;
Ποιος θα σταθεί στον ίσκιο της ελιάς με το τζιτζίκι μη σωπάσει το τζιτζίκι,
τώρα που ο ασβέστης του μεσημεριού βάφει τη μάντρα ολόγυρα του ορίζοντα
σβήνοντας τα μεγάλα αντρίκια ονόματά τους;

Το χώμα τούτο που μοσχοβολούσε τα χαράματα,
το χώμα που ήτανε δικό τους και δικό μας – αίμα τους – πώς μύριζε το χώμα-
και τώρα πώς κλειδώσανε την πόρτα τους τ’ αμπέλια μας,
πώς λίγνεψε το φως στις στέγες και στα δένδρα –
ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ’ το χώμα
κι άλλοι μισοί στα σίδερα;

Με τόσα φύλλα να σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα,
με τόσα φλάμπουρα να λάμπει ο ουρανός,
και τούτοι μες τα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου να ’ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.
Κάτω απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σχοινί –προσμένουνε την ώρα, δεν κοιμούνται, δεν πεθαίνουν,
προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση. Τούτο το χώμα
είναι δικό τους και δικό μας – δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει.

Η ΑΝΟΙΞΗ ΕΧΕΙ ΕΦΤΑ ΟΡΦΑΝΑ ΑΠΟΚΟΙΜΙΣΜΕΝΑ ΣΤΗΝ ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ (αποσπάσματα από την 7η Ενότητα)
Το σπίτι, ο δρόμος, η φραγκοσυκιά, τα φλούδια του ήλιου στην αυλή που τα τσιμπολογούν οι κότες.
Τα ξέρουμε, μας ξέρουνε. Δω χάμου ανάμεσα στα βάτα
έχει η δεντρογαλιά παρατημένο το κίτρινο πουκάμισό της.

Δω χάμου είναι η καλύβα του μερμηγκιού κι ο πύργος της σφήγκας με τις πολλές πολεμίστρες,
στην ίδια ελιά το τσόφλι του περσινού τζίτζικα και η φωνή του φετινού τζίτζικα,
στα σκίνα ο ίσκιος σου που σε παίρνει από πίσω σαν σκυλί αμίλητο, πολύ βασανισμένο,
πιστό σκυλί –τα μεσημέρια κάθεται δίπλα στον χωματένιο ύπνο σου μυρίζοντας τις πικροδάφνες,
τα  βράδια κουλουριάζεται στα πόδια σου κοιτάζοντας ένα άστρο.

Είναι μια σιγαλιά από αχλάδια που αυγαταίνουνε στα σκέλια του καλοκαιριού,
μια νύστα από νερό που όλο χαζεύει μες στης χαρουπιάς τις ρίζες
η άνοιξη έχει εφτά ορφανά αποκοιμισμένα στην ποδιά της,
έναν αητό μισοπεθαμένο στα μάτια της,
κι εκεί ψηλά, πίσω από το πευκόδασο,
στεγνώνει το ξωκλήσι του Αι-Γιαννιού του Νηστευτή
σαν άσπρη κουτσουλιά του σπουργιτιού σ’ ένα πλατύ φύλλο μουριάς που την ξερνάει η κάψα.

Ετούτος ο τσοπάνος τυλιγμένος την προβιά του
έχει σε κάθε τρίχα του κορμιού του ένα στεγνό ποτάμι
έχει ένα δάσος βαλανιδιές σε κάθε τρύπα της φλογέρας του
και το ραβδί του έχει τους ίδιους ρόζους
με το κουπί που πρωτοχτύπησε το γαλάζιο του Ελλήσποντου.

Δεν χρειάζεται να θυμηθείς. Η φλέβα του πλάτανου
έχει το αίμα σου, το ίδιο και το σπερδούκλι του νησιού κη η κάππαρη.
Το αμίλητο πηγάδι από βαθιά ανεβάζει στο καταμεσήμερο
μια στρογγυλή φωνή από μαύρο γυαλί κι άσπρο άνεμο,
μια στρογγυλή φωνή σαν τα παλιά πιθάρια, - η ίδια η πανάρχαιη φωνή,
κι ο ουρανός ξεπλένει με λουλάκι τα λιθάρια και τα μάτια μας.

Την πάσα νύχτα το φεγγάρι αναποδογυρίζει στα χωράφια τους μεγάλους σκοτωμένους,
ψάχνει τα πρόσωπά τους με άγρια, παγωμένα δάχτυλα
να βρει τον γιο του απ’ την κοψιά του σαγονιού κι απ’ τα πέτρινα φρύδια,
ψάχνεις τις τσέπες τους. Πάντα κάτι θα βρει. Κάτι βρίσκουμε.
Ένα φυλαχτό με τίμιο ξύλο. Ένα τσιγάρο στραπατσαρισμένο.
Ένα κλειδί, ένα γράμμα, ένα ρολόι σταματημένο στις εφτά.
Κουρντίζουμε και πάλι το ρολόι. Περπατάνε οι ώρες.
Όταν μεθαύριο λιώσουνε τα ρούχα τους
και μείνουνε γυμνοί ανάμεσα στα στρατιωτικά κουμπιά τους
έτσι που μένουν τα κομμάτια του ουρανού ανάμεσα από τα καλοκαιριάτικα άστρα
έτσι που μένει το ποτάμι ανάμεσα στις ροδοδάφνες
έτσι που πάει το μονοπάτι ανάμεσα στις λεμονιές στο έμπα της άνοιξης,
τότε μπορεί να βρούμε τ’ όνομά τους και μπορεί να το φωνάξουμε: αγαπάω.

Τότε. Μα πάλι αυτά τα πράγματα είναι σαν πολύ μακρινά,
είναι λιγάκι σαν πολύ κοντινά, σαν όταν πιάνεις στο σκοτάδι ένα χέρι και λες καλησπέρα
με την πικρή καλογνωμιά του ξενιτεμένου όταν γυρνάει στο πατρικό του
και δεν τον γνωρίζουν μήτε οι δικοί του,
γιατί αυτός έχει γνωρίσει το θάνατο
κι έχει γνωρίσει τη ζωή πριν απ’ τη ζωή και πάνου από το θάνατο
και τους γνωρίζει. Δεν πικραίνεται. Αύριο, λέει. Κι είναι σίγουρος
πως ο δρόμος ο πιο μακρινός είναι ο πιο κοντινός στην καρδιά του Θεού.

Και να την ώρα πια που το φεγγάρι τον φιλάει σιμά στ’ αυτί με κάποια στεναχώρια,
τα φύκια, οι γλάστρα, το σκαμνί κι η πέτρινη ανεμόσκαλα το λένε καλησπέρα
και τα βουνά κι οι θάλασσες κι οι πολιτείες κι ο ουρανός του λένε καλησπέρα
και τότε πια τινάζοντας τη στάχτη του τσιγάρου του απ’ του μπαλκονιού τα κάγκελα
μπορεί να κλάψει απ’ τη σιγουριά του
μπορεί να κλάψει απ’ τη σιγουριά των δένδρων και των άστρων και των αδελφών του

Η Ρωμιοσύνη (γραμμένη το 1945-47 και τυπωμένη πρώτη φορά το 1954  είναι μια μεγάλη ποιητική σύνθεση χωρισμένη σε επτά μέρη-ενότητες. Στη σύνθεση αυτή ο ποιητής, συνδέοντας με τρόπο προσωπικό διάφορα στοιχεία της ιστορικής παράδοσης και ποικίλους εκφραστικούς τρόπους, μας δίνει ανάγλυφη τη μορφή της Ελλάδας και των ανθρώπων της στον αδιάκοπο αγώνα τους για ελευθερία, δικαιοσύνη και ανθρωπιά.

 «Γιάννης Ρίτσος - ποιητής της τελευταίας προ Ανθρώπου εκατονταετίας»:  Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα έστελνε ο ποιητής μέσα απ' τον κατοχικό ζόφο, τον Αύγουστο του 1942, όταν η Αντίσταση ανδρωνόταν κι η υπόσχεση ενός κόσμου ωραίου που θα αναδυόταν απ' τα ερείπια έμοιαζε να παίρνει σάρκα. Από τότε, η βαρβαρότητα άλλαξε πολλά πρόσωπα. Τα νέα δεινά του τόπου έμελλε να τα νιώσει στο πετσί του, μάρτυρας (με τη διπλή σημασία) της μισαλλοδοξίας και της απανθρωπιάς στις αλλεπάλληλες εκτοπίσεις του. Του 'μελλε ακόμα, εκείνες τις σημαίες που ονειρευόταν, να τις δει να κουρελιάζονται μία μία. «Σκισμένες όλες οι σημαίες κατά μήκος όλου του χρόνου», έγραφε κιόλας μες στη δικτατορία, όταν ξεσπούσε η κρίση στις σοσιαλιστικές χώρες.  «Μεθαύριο», λοιπόν, αν κάποιος θα 'θελε να διαβάσει την ιστορία της εκατονταετίας, θα την εύρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου: Στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό· στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία· στη μεταπλασμένη ποιητικά βιογραφία του, εγκατασπαρμένη σε ποικίλες συνθέσεις. Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωνε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά.


Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΑΙΩΝΕΣ ΤΩΡΑ ΧΤΥΠΑΩ ΤΟΝ ΤΟΙΧΟ, ΜΑ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΑΕΙ (όμως εγώ ξέρω πως πίσω απ’ τον τοίχο είναι ο θεός. Γιατί μόνον εκείνος δεν απαντάει):

Είχαν όλοι κοιμηθεί, παραμέρισα το παλιό ερμάρι και κατέβηκα, κανείς δεν ήξερε αυτή τη μυστική σκάλα στο σπίτι, μόνο η μισοπάλαβη υπηρέτρια όταν στέκονταν εκεί κοντά, άρχιζε, χωρίς λόγο, να κλαίει, κι ύστερα ήταν ο δρόμος έρημος, πλάι μου ερχόταν μια γυναίκα κουτσαίνοντας, και πιο εκεί δεν είχαμε τίποτα, στο λόφο ήταν μαζεμένοι, αποβράσματα λογής-λογής, μεθύστακες, λιποτάχτες, «Κύριε, του λέω, κάνε ένα θαύμα να σ’ αναγνωρίσουμε» «πήγαινε κι αμάρτανε, μου λέει είναι αργά» κι ένιωσα τη δύναμη που συγχωρεί και που κάνει την άρπα να παίζει μόνη της πλάι στον άνθρωπο που χάνεται, από μακριά ακούγαμε κιόλας τις πυρκαγιές που τριζοβολούσαν, κι όταν έμαθα πως άρχισε η εξέγερση, βάλθηκα να χτυπάω τον τοίχο, ώσπου οι σοβάδες έπεσαν μ’ ένα ξερό κρότο, αφήνοντας να φανεί το αμάξι που περίμενε, ακριβώς την ώρα που ο πατέρας ανέβαζε τις βαλίτσες, η μητέρα στέκονταν στη σκιά, με μια βεντάλια, νιόνυφη, «να μου προσέχεις τη μητέρα» του λέω, μα ο πατέρας δεν μ’ άκουσε, καθόταν πίσω από τα τζάμια του νοσοκομείου, γέρος, κι η μητέρα έκλαιγε που δεν τον πρόφτασε ζωντανό – ύστερα έκλεισαν την πόρτα του αμαξιού και ξεκίνησαν για το γαμήλιο ταξίδι. [ΓΑΜΗΛΙΟ ΤΑΞΙΔΙ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ, από την ενότητα Μικρές Ιστορίες 1972, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by Chihanou Shiota]


ΤΑ ΣΦΑΓΕΙΑ (από τις Μικρές Ιστορίες του Νυχτερινού Επισκέπτη)
Ο κατηγορούμενος ήταν ένα φτωχό, λιγδωμένο γκαρσόνι «γιατί έφτυνες στο κονιάκ;» τον ρώταγαν, «πρέπει να ζήσω κι εγώ» έλεγε εκείνος, είχαν φέρει κι έναν ψευδομάρτυρα, σκεπασμένον από πάνω ως κάτω, «αχρείε, σε γνώρισα, του λέω, είσαι εσύ που δε μ’ άφησες ν’ ανέβω» «καλύτερα μου λέει, γιατί αν τον συναντήσεις στη σκάλα, τότε τι θα κάνεις;» κι ο περίεργος άνθρωπος ξαναστάθηκε απέξω, εκεί που σφάζαν τα ζώα, «πες τα όλα» του φώναζαν κι άρχισε να διηγείται για μια επίσκεψη, και πώς του έπεσε το καπέλο απ’ τις σκάλες, μπροστά σε όλους, «εκείνοι γελούσαν, έλεγε, μα εγώ όπως έσκυψα να το πιάσω είδα τα πόδια του Κυρίου»,
κι όταν περασμένα μεσάνυχτα, φέρανε τους καινούργιους, άσε, είπα μέσα μου, μην τους το πεις, θα το μάθουν γρήγορα μόνοι τους…

Ο ΑΘΩΟΣ (από τις Μικρές Ιστορίες του Νυχτερινού Επισκέπτη)
Το σπίτι ήταν έρημο, το έβαφαν και μόλις είχαν φύγει οι ελαιοχρωματιστές, κάποιος καθόταν στο πάτωμα και μοίραζε αδιάκοπα τα χαρτιά, «με κλέβει» μου λέει και μου ’δειξε αντίκρυ μες στη σκιά, πιο εκεί έστεκε η Μαρία φοβισμένη, «κι αυτό το σπλαχνικό φως που πέφτει απ’ το παράθυρο, δεν είναι απόδειξη της μοιχείας;» φώναξε ο Ιωσήφ, καθώς αργότερα μπήκαμε στο μπαρ, άναβαν τα φώτα, πίσω απ’ το τζάμι καθόταν ο θλιμμένος μουσικός, «δεν ξέρω να παίζω, μου λέει, αλλά το κάνω γι’ αυτόν» και μου ’δειξε τον ετοιμοθάνατο, ο διάδρομος ήταν σκοτεινός, ακουμπισμένοι στον τοίχο περιμέναμε τη σειρά μας κι όταν ύστερα μ’ άρπαξαν απ’ το γιακά και με πέταξαν στην πάροδο, «εγώ, τους λέω, δεν είμαι ικανός για έγκλημα, ορίστε η απόδειξη», τράβηξα το σεντόνι και τους έδειξα το σκοτεινό κυπαρίσσι, «μ’ αυτό, τους λέω, έζησα – τι να τους κάνω τους άλλους».

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Έφυγε ξαφνικά μια μέρα του φθινοπώρου, πάνω στο τραπέζι είχε αφήσει ένα γράμμα, «μη με διώξεις» έγραφε, και μιλούσε για ένα μακρύ ακατοίκητο προαίσθημα, τα φώτα ήταν όλα αναμμένα στο σπίτι, για να μην καταλάβω πως, ίσως δεν είχε έρθει ποτέ, ενώ πλάι στο γράμμα είχε ακουμπήσει το μυστήριο του θανάτου του, που οι αράχνες το ’χαν κιόλας σκεπάσει, «πώς με βρήκες, μου λέει, εγώ δεν υπήρξα», «γι’ αυτό» του λέω, κι ήταν σαν να ’χαμε γεννηθεί και μεγαλώσει σ’ ένα αμάξι, που έτρεχε μες το ανατρίχιασμα των δρόμων,
μα ούτε και μπορούσα να παλέψω μ’ αυτήν την πρόσοψη του σπιτιού, που οι τοίχοι του φαγωμένοι κατέβαιναν βαθύτερα απ’ το αίμα μου, μες στο σκοτάδι της νύχτας.

Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Μέσα σ’ όλα αυτά υπήρχε κάτι σκοτεινό και διφορούμενο, μια ρωγμή που μόλις διακρινόταν στον τοίχο, και συχνά καθόμουν στ’ ανοιχτό παράθυρο, ώσπου η νύχτα μ’ έτρωγε σιγά-σιγά, κι έμενε εκείνο το ελάχιστο, που μόνο κανείς μ’ αυτό ανεβαίνει, έξω η ησυχία και οι ανεπαίσθητοι υπαινιγμοί από αιώνιες συνομιλίες, ο χωρικός περνούσε με τα χοντά του ξυλοπάπουτσα, και τότε ένιωθα πως όλα έγιναν κι εγώ ακολουθούσα μόνο από μακριά κι έμπαινα από δωμάτιο σε δωμάτιο, να βρω ποιος ζει τη ζωή μου, μα πιο πολύ με τρόμαξε η ωχρότητα του γιατρού, και λέω γιατρού, γιατί δεν υπήρχε κανένας άρρωστος, μόνο η ταπεινή αφοσίωσή μου, «ναι, γιατρέ, του λέω, κανείς δεν λείπει, κανείς ποτέ δεν έλειψε», και, μάρτυς μου ο Θεός, εκείνη τη στιγμή στο βάθος της κάμαρας ξαναπέρασε η οπτασία.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ (απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη)
Όπως κι αν ήταν, σ’ αυτό το πένθιμο σπίτι ήμουν ο τελευταίος απ’ τους υπηρέτες, αυτός που είχε γνωρίσει κάτω απ’ τη σκάλα τον άλλον οικοδεσπότη, το ξύπνημα όμως ήταν εντελώς διαφορετικό, έπρεπε να προσέχω τις άρρωστες γριές, που νέες, τότε, ορκιζόντουσαν να πεθάνουν νωρίς, και τα δένδρα είχαν ακούσει τόσα ερωτικά λόγια, που καμιά φορά τη νύχτα προχωρούσαν αλλιώς μέσα στον κήπο, και λέγοντας όλα, δεν ήταν παρά εκείνη η νύχτα που ακούμπησα το προσωπείο πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα στους ξένους, σαν να ’ταν να ζήσω κι άλλη φορά, εκείνοι ακίνητοι με κοίταζαν να κατεβαίνω, γιατί δεν είχα άλλη διέξοδο παρά μόνο το χαλί, που το δίπλωσα αργά-αργά και με τέτοιο τρόπο, που να μη φανεί το χειρότερο.
Κι ενώ όλοι απαιτούσαν μιαν άμεση απάντηση, εγώ τους άφηνα στην πλάνη τους, που ήταν η μόνη μουσική…

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση! [ΓΙΟΡΤΗ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΩΣ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΙΜΟΠΤΥΣΗ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ (… και τώρα πια δεν έχουμε ούτε δάχτυλα, ούτε επιστροφή να πιάσουμε):

Κοιτάξαμε τριγύρω μας την πόλη βουλιαγμένη
μες στην ομίχλη των πουλιών, που φύγαν με τα πλοία, ακούσαμε τον ήλιο να βουίζει σ’ άδεια λατομεία,
όπου η βροχή της χτεσινής μας νιότης λιμνασμένη λασπώνει τα μάτια με τα νεκρά φτερά των σπουργιτιών. Σκύψαμε πάνω από γκρεμούς να αφουγκραστούμε
τον πόνο μας και πάνω από ρυάκια να για δούμε
τα μάτια σου στα μάτια μας –κλειδί των φεγγαριών.
Τη νύχτα αναζητήσαμε –κι αυτή μας πλημμυρά, ποθήσαμε τη σιωπή –μα ήρθε η απουσία,
τα γιασεμιά αγαπήσαμε – κι εκείνα τη χαρά και στα κοχύλια ακούμε τη δική μας ιστορία:
Είμαστε απλοί, ανεπίστρεπτοι και σύντομοι διαβάτες, δεν μας πλανεύει τ’ όνειρο ενός εξαίσιου τέλους,
τα ωραία κορίτσια ερωτευτήκαμε –κι εκείνα τους αγγέλους,
χαμογελάσαμε στην άνοιξη –κι εκείνη στα παιδιά της. Κλάψαμε για ό,τι χάσαμε, ήμασταν άνθρωποι πολύ, άνθρωποι ως την τελευταία αιμόπτυση της δύσης, άνθρωποι να προσμένουμε στο μώλο, που δε θα γυρίσεις, άνθρωποι να ποθούμε αυτό, που ξέμαθε να μας ποθεί!.. [επιλογές ποιημάτων από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη Παλιοί Κήποι – ART by KHM Orangen]




ΔΑΚΡΥΣΕΣ…
Δάκρυσες – κι έβρεχε όλη μέρα
ξεχείλισαν οι στέρνες και τα λούκια
λάσπωσαν γλάστρες, λάσπωσαν μπουμπούκια
και των ματιών μου λίγο η ξέρα.

Απ’ των χεριών σου την βεντάλια
το φως ανόρεχτα λιποταχτούσε.
Πώς θέλαμε η πόρτα να χτυπούσε
να στρίβαμε ίδια τα κεφάλια…

Πριν μας αγιάσει το άρωμά σου
μας πήραν τη γιορτή, την πήραν ίσκιοι
κι όταν αργά των αστεριών οι μίσχοι
άρχισαν να λυγούν προς την καρδιά σου

τρόμαξα. Τι μας πέθανε εδώ μέσα;
κι ευθύς το φως σηκώθηκα ν’ ανάψω
ώρες πολέμαα κάτι να σου γράψω
Δάκρυσες – κι έβρεχε όλη μέρα…

Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ
Μακριά, η ζωή. Κι εδώ, ραγισματιά πάνω στη θλίψη,
άμμος εδώ ανακατεμένη με σκουριά των ουρανών,
κούραση θάλασσας πικρή, σωροί αγρύπνιας των ουρανών
γυμνό η αγάπη μας σπαθί κι ο πόνος δίχως τύψη.

Σάπια καράβια τραβηγμένα πέρα από το χρόνο,
πέρα απ’ την εγκατάλειψη, να μας αδειάζουν τη ματιά
και σε κατάστρωμα σκιών σκίζει η βροχή τη μοναξιά
-φωνή, που μας γεφύρωσες τη νιότη με τον πόνο!..

Νύχτα είναι και καπνιά μες στον καρπό της νοσταλγίας.
«Περίμενε»! είπε, κι ήτανε το πρόσωπό της φως κεριού,
πυρπολημένη απόγνωση κάποιου χαμόγελου πικρού,
και τα μαλλιά της έπεφταν κρουνοί μελαγχολίας

στη στέρνα του οίκτου, σπάζοντας σε σιωπές κι αστέρια.
«Χρόνια και χρόνια πίναμε καφέ σε χείλη πηγαδιού
στραγγίζοντας τους δρόμους μας σε τάσι ολάσπρου φεγγαριού
πες μου, λοιπόν, ποια να ’ναι αυτή, που θα ’δενε τα χέρια

γύρω απ’ το χθες και το αύριο, στεφάνι στην καρδιά σου;»
-«Πικρό δαφνόφυλλο τη σκέψη μου στα δόντια μου μασώ,
δωσ’ μου το χέρι σου, όμορφη, κι εγώ τη μοίρα μου θα πω:
Να δαχτυλίδια οι τροπικοί της γης στα δάχτυλά σου,

να, οι εποχές οι ανήξερες, που απ’ το όνειρο φλεβίζουν,
να, η χούφτα σου η ολόχρυση γούρνα με τις νεκρές στιγμές,
να τος κι ο δρόμος της χαράς, που ξεψυχάει προς το χθες,
να, οι χωρισμοί, που αρμόζουνε σε μας και μας ορίζουν»

-«Τα χείλια μας λειψά είναι απ’ το φιλί της ευτυχίας
κι ωστόσο για ν’ αγιάσουνε τραγούδια νέα θα μπορούν.
Ξέρω τη μοίρα μου, τη λεν τ’ άστρα στο νότο όταν γκρεμνούν.
Τράβηξε το ξερόφυλλο της ματαιοδοξίας…»

Παρένθεση φθινόπωρου έκλεισε τ’ όνομά μας,
τα μάτια μας θησαύρισαν τα μάτια μας με προσμονή,
τα χέρια μας γεμίσανε τα χέρια μας με σιωπή,
τα βήματά μας θάφτηκαν κάτω απ’ τα βήματά μας

κι οι βλεφαρίδες μάκρυναν του πόθου το ταξίδι.
Σταγόνα νιότης σκόρπισες σ’ ένα μαντίλι απαντοχή,
ορόσημο του πάθους μας ναυάγησες μες στη βροχή,
σ’ έκοψε χρώμα ανάμνησης ο ορίζοντας λεπίδι.

-«Περίμενα, είπα κι άκουσα η δειλία να βουίζει,
τυλίξου τώρα στο μανδύα των ουρανών»
βρέχει το σύννεφο του ατέλειωτου φτερά χελιδονιών
στο τρομαγμένο διάστημα, τα χέρια ως μας χωρίζει.

«Θα σε θυμάμαι, στοχασμό, δάκρυ ή ανατριχίλα
στο παραμίλημα του χθες, στης νέας ελπίδας το παλμό,
φούσκωσε, φούσκωσε η καρδιά μου απ’ της ζωής το στεναγμό,
όπως απ’ την παλιά βροχή φουσκώνουνε τα ξύλα»

… Μακριά, η ζωή. Κι εδώ, η βουή απ’ τα μάτια τα φευγάτα.
Πάνω στη θλίψη ράγισμα και κάτω η άμμος να μετρά
τα βήματα, τα αισθήματα. .. Μια αξέχαστη βραδιά
δυο ανθρώποι είδαν τις μοίρες τους, μα χώρισαν για πάντα.

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ Μ.
Θλίψη παλιάς νοτιάς, της νιότης πικραγκάθι,
ζητάς με νέους χυμούς οδύνης να μας θρέψεις.
Έχουμε οργώσει τα τοπία μας με σκέψεις
να βρούμε της ζωής το κατακάθι.

Μην κλαις. Μουσκεύει η ανάμνηση, σκουριάζει η πόρτα,
στις δεκαεφτά πτυχές του ανέμου μας γυρεύουν
τα πεθαμένα καλοκαίρια και σαλεύουν
παράξενα στη μνήμη μας τα χόρτα.

Καίνε στις χούφτες μας ταξίδια τα χαλίκια
καθώς πετροβολάμε το αύριο μ’ ελπίδες
πηδούν νεκρές χαρές στα μάτια μας οι ακρίδες
κι ολημερίς φωνάζουν τα τζιτζίκια

στο κοιμητήρι που γαλάζια μεσημέρια
σταλάζουνε μέσα στους τάφους το λιοπύρι
-μα άσε δεν είναι στάχτη των χειλιών σου η γύρη
κι ούτε κορδέλα μαύρη έχεις στα χέρια.

Εδώ τα όνειρα ήσυχα βλασταίνουν
τα στάχυα από έγνοια κι από λυγμό έχουν μεστώσει
μα να θερίσει εδώ κανείς δε θα σιμώσει.
Το σούρουπο μονάχα κατεβαίνουν

τα συμπονετικά πουλιά για να τσιμπήσουν
κάτι από λήθη, από στοργή κι από χρυσάφι.
Όμως μη βλέπεις πόσο πλήθυναν οι τάφοι
τα μάτια σου καράβια θα γεμίσουν.

Μην κλαις. Μουσκεύει η ανάμνηση, πονάει το χώμα
γύραν οι ελιές την ηλικία του λόφου
θα ’ρθουν τα σύννεφα του παιδικού μας ζόφου
για να μας πουν πως ζούμε, ζούμε ακόμα.

Τίποτε… Δεν αντέχω να κοιτώ το βάθος
παντού κλωθογυρίζει η σαύρα, το σφαλάγγι
κι εμείς από ’να νέον οίκτο έχουμε ανάγκη
κι από ’να καινούριο πάθος.

Τι γίνεται όταν ο ποιητής «αυτό που γυρεύει είναι όχι η μετουσίωση, αλλά ακριβώς το άγγιγμα του αμετουσίωτου, του ατόφιου, του μη επιδεχόμενου μορφοποίηση»; Και ποιά θα είναι η ποίηση του ποιητή που υπερασπίζεται αυτό ακριβώς που δεν μπορεί να μορφοποιηθεί, αυτό που δεν μπορεί να εκφραστεί; Μοιραία θα οδηγηθεί σε μια καταλυτική αντίφαση και σε μια ιδιαίτερη ποίηση τόσο γόνιμη όσο και το πάθος της υπεράσπισής της. Ο Βύρων Λεοντάρης έχοντας συνείδηση αυτού του πάθους, έγραψε για τον Καρυωτάκη: «Οριακός ποιητής με ποιήματα αμετάκλητα – δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας» καθώς δεν περπατούσε «στο χείλος του γκρεμού» γράφοντας, αλλά είχε «αντικρύσει κατά μέτωπο τον γκρεμό», εκεί όπου «η ποίηση φτάνει στην οριακή της στιγμή». Αυτήν την οδό ακολούθησε και ο ίδιος, γράφοντας ποιήματα σαν «δοκίμια αυτογνωσίας της ποιητικής λειτουργίας», γνωρίζοντας συγχρόνως πως ο βαθύτερος πυρήνας της λειτουργίας αυτής είναι και θα παραμείνει άβατο.


Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

ΚΑΛΑ ΒΡΕ ΑΔΕΛΦΕ ΜΗΝ ΚΑΝΕΙΣ ΕΤΣΙ, ΔΕΝ ΜΑΣ ΒΛΕΠΕΙΣ ΕΠΙΣΚΕΥΑΖΟΥΜΕ ΤΩΡΑ ΤΗΝ ΚΟΣΜΟΘΕΩΡΙΑ (καλώς ορίσατε όλοι σας απόψε στην κατακόκκινη αμηχανία):

Δαγκωματιές τα κύματα μαινόμενα της απριλιάτικης θάλασσας απάνω στα αγριάνθρωπα βράχια. Δίχως ενήλικα μιλήματα μαθαίνουμε καλύτερα την αλήθεια λογχίζοντας τον τρόμο της ζωής μ’ ένα άγραφο βλέμμα, πεισματάρα μαυρίλα στη θλίψη μου πιασμένη στο δόκανο του ενδόμυχου, δεν έβγαλε ποτέ του δόντια ο καιρός μα είναι αμετάπειστος ξυλοκοπώντας ο μεγάλος μαστροπός την ατίθαση αιωνιότητα ‘ λέξη να σου πετύχει / Ζαλώθηκα τους χωρισμούς κι αναπνέω λυπηρά συμπράσματα μην τυραννιέσαι σκίσ’ το γρήγορα το εξώφυλλο της ειμαρμένης, μαράθηκα λέει μόνη της η νύχτα δείχνοντας με το δάχτυλο τ’ αστέρι της πρησμένο, τον ωτακουστή, και μόνη της η μαύρη ξεχειλίζει από χρησμούς υδραργύρου, δεν είναι όπως λένε φόνισσα είναι μονάχα η φιλαρέσκεια του απείρου, θηράματα βοερής απουσίας τα πράγματα τσέπες από τίποτα, γκέμια γερά του Φαέθωνα οι αόρατες κλωστές των σωματιδίων ένα τέτοιο πλήγιασμα στην υπεξαίρεση του πειράματος, η αιμόφυρτη σφαδάζει επιδερμίδα / βάραθρα που ανοίγουν έρημα οι νηφάλιες κι αδίκαστες μαχαιριές…/ το μαθηματικό μας μονόπραχτο. Κι όμως εγώ χαιρόμουνα την αναστάτωση κλονίζοντας την κοπριά της αγωνίας που θέλει κάποτε να ευνουχίσει την άνθηση για να μην επανέλθει / κανένας τίποτα δεν καταβροχθίζει, ματαιοπονία / Ο κύκλος είναι λυτρωτής εξολοθρεύει την κακούργα αιτιότητα ο κύκλος τριχιά στο λαιμούδι του φιλόσοφου δυόσμος στα ρουθούνια του φωτισμένου διανύοντας υποδιαιρέσεις πικραινόμουνα δεκάδες απογεύματα, δεκάδες γοερά τηλεφωνήματα οι αναρίθμητες γόπες απ’ τα τσιγάρα στους επαιρόμενους καταρράχτες τα στομφώδη νερά της γεωγραφίας καθημαγμένη κι ανώνυμη μέλισσα στα χώματα… Ο φριχτός εφιάλτης θεραπεύει τις οκάδες. Εωσφόρος και Έσπερος τα ενώτια του Ερέβους – χαλάρωση, χαλάρωση…  (Η ΒΙΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ από τη συλλογή Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 – ART by anna silivonchik paintings)



17 ΙΟΥΛΙΟΥ 1979
Μακρινός ο ήχος απ’ τα πένθη
στο ακόρεστο ξέφωτο που οδεύουμε
τόσο λεπτή σαν κλωστούλα φυσαρμόνικα
στα σαρκώδη χείλη της βραδιάς η απουσία
ξετινάζοντας
όνειρα πρησκόμενα
κι αγιάτρευτα.
Είμαι πικρός κι επώδυνος
από αρχαϊκότητα
ωσάν το στρουθί που ραμφίζει
τα μικρά του ευρήματα
Είμαι σήμερα κλειδωμένος στην ευτυχία.
Τη μουσική μου δεν τη θέλω πια
σας τη χαρίζω.

LAHOUT
Αναδεύουμε κατάλοιπα της μυθιστορίας
ποίμνιο από φυσαλίδες τα νοήματά μας
κι ο ποιμένας
κανένας.
Ενορία μου δεν σ’ έχω πια στην καρδιά μου.
Συνέχεια αιμορραγεί το Άπειρο κριθαρένιο
κι η ποίηση όλο κι όλο
η σφιχτή εξάρτηση της υγείας μου.
Χαράχθηκαν ένα-ένα τώρα στου πόνου μου το κρατίδιο
τα βαρβαρικά μου δάκρυα.
Η ώρα είναι ένατη κι αχνοτρέμει η αδειοσύνη
μεροκαματιάρηδες  οι άνεμοι αλφαδιάζουν ορίζοντες
εδάφια με κρέας απ’ το ευαγγέλιο η οσμή τους
καθαγιάζει πάντοτε
τις αναφαίρετες γιορτάδες
κι η αγωνία μου παγκοσμίου φήμης παγιδεύοντας
τα ξυπνητά μου ονειρώδη
νωθρότητα με δίχως ναργιλέδες.
Το μπόλι της αγάπης δεν το δέχθηκε ο κόσμος
υστέρημα η Άνοιξη
ανύπαρχτο πουγγί
μπλόφα χοντρή η Άνοιξη το θαλασσί
εγγύηση χωρίς εγγυητή.
Καλά βρε αδελφέ μην κάνεις έτσι, δε μας βλέπεις;
Επισκευάζουμε τώρα την κοσμοθεωρία.

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΚΑΝΕΙ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΚΑΠΩΣ ΑΡΠΑΧΤΙΚΑ
Θα προκαλέσουμε συγκινήσεις ή θα συνθέσουμε λογισμούς; Αδιάφορο. βρισκόμαστε πάντα στην αντίφαση: την ακρόπολη της λογικής. Πρέπει να χαιρόμαστε στο ανοιξιάτικο ύψος της Μεγάλης Τετάρτης τη γλυκιά μελανότητα. Να λοιπόν ένα συμμέτοχο σκουλήκι. Προέλευση και απόληξη-: δυο πελώριες ηλιθιότητες. Τι να προσθέσουμε την ώρα τούτη στο συγκεκριμένο σκουλήκι; Να προσθέσουμε άραγε το θάνατό του; Τι ναν τον κάνει; Ναν το ξέρεις άλλωστε-: χειρότερος απ’ όλους τους δρόμους το αυτοσυναίσθημα. Στου στήθους θα ’λεγα την απανωσιά, στου νου τη βάρβαρη σοροκάδα. Μικρή πατουλιά – μεγάλος λαγός η φεύγουσα αλήθεια. Ταμείο της φωνασκίας ο άνεμος, τους ποιητάδες νοσηλεύει. Χάνομαι στα πορτοκαλιά ματογυάλια. Κάτσε στ’ αυγά σου κι ας’ τονε στην τρέλα του τον κάθε μουχλιασμένο επαναστάτη – να επωάζει του μέλλοντος τη διαφάνεια σαν πάπια με γαμήλιο πτέρωμα. Για πάρε λιγάκι το μονοπάτι. Σαν ν’ ακούω κάτι βήματα. Να ’ναι κάποιος; Όχι, δεν είναι ξυλοκόπος, είναι ο Διάπυρος, αυτός που λευκαίνει το αίμα του στα νερένια προσκυνητάρια: τα ρυάκια θυμούμενος αδιάκοπα τις απόκοτες ομορφάδες απάνω σ’ ένα μεταξωτό δευτερόλεπτο Βιαστική εξουσία του Πλήθους και ίσως η πράσινη του Φεδερίκο νύχτα, όπου την έχει ασβεστώσει το θνησιμαίο φεγγάρι. Για να τηράξουμε λοιπόν εμείς οι ενεοί την άλγεβρα της τρυφερότητας με άλλα μάτια. Να διακηρύξουμε τα ορατά δικαιώματα της νυχτοσύνης αντίκρυ στην οντολογική της ημέρας επισημότητα. Για να ιδούμε, πούθε κλάνει η κότα; Να φανερώσουμε άχραντοι πώς νιώθουμε την υπόσταση να στεγάζεται κάτω απ’ τα ομοιοκατάληκτα βλέφαρα… Μα εσένα  ποιοιείναι τώρα το ποσοστό σου στο μυστήριο; Μήπως εκείνο το κίτρινο φελονάκι της φιλέρημης γαζίας; Το αρνί που φεύγει το μπουλούκι-: ή του λύκου ή του μαχαιριού. Δεν έχει άλλη διαζευκτικότητα. Κι αποπάνω σεληνόφωτο καταυγάζει τυχαίως αλογίσια μεγάλα κόκαλα. Δίπλα τους ακατάδεκτος θάμνος. Αυτά τα κόκκαλα ωσάν απόρρητα δώρα στην Περσεφόνη. Κι αποθυμήθηκα να ’ναι ακανόνιστο στην έκταση το χώμα. Η ορφική κατάρτιση του σκούληκα δίχως τη σκέψη κι ο θαυμαστής της ολότητας, ο αγέρας, την ώρα τούτη βοριάς μαχαιροβγάλτης. Ένα καλοσαπουνισμένο εγώ, είναι εκείνο που θα ’λεγα-: το πιο βρόμικο πράμα.

ΛΥΧΝΑΡΑΚΙ ΣΤΟ ΑΠΕΡΙΝΟΗΤΟ
Να μην τα ’βλεπα αυτά τα αιματωμένα κι ασάλευτα κυνήγια
η γκόμενα του έαρος Αρτέμιδα δεν κάνει σαββατιάτικη πολιτική
καταλάμπει φιλήδονα τα ψεύτικα φλουριά της αντηλιάς μου
τα ανταλλάζει με γλυκιά φθαρτότητα μεσημεράκι
καθώς ο χρόνος είναι μάρτυρας πως έσεται η μαύρη νύχτα
όπου φιμώθηκε από Εφτά Μελλούμενα της λάμψεως ο τρίποδας
του βύσσινου Φωτός ο ανθηρότατος γιόκας
το στόμα του δεν ξανοίγει πια στις αγέλαστες Φαιδρυάδες.
Μαλαματένια όσφρηση του λάγνου φεγγαριού στους γιασεμόκηπους
καλώς ορίσατε όλοι σας απόψε στην κατακόκκινη αμηχανία.
Εγώ ετοιμάζω σιγά-σιγά τα τελευταία μου αστραπόβροντα.
Σαν βγεις στον πηγαιμό για το ρυάκι
να μην εύχεσαι τίποτα
μονάχα το νεράκι να ξαναδοξάζεις.

ΤΑΥΤΟΦΩΝΙΑ
Χρείες του κόσμου χρείες της ζωής τα κελαηδήματα.
Κυνηγόσκυλο είναι ο ήλιος ‘η μακελειό από υδρογόνο;
Τρίτος στίχος δεν υπάρχει.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές … επιλογές λέξεων από τις ποιητικές συλλογές του, κάτι σαν Δοκιμές Νάρκης του Άλγους, που «εν Φαντασία και Λόγω, κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το μαχαίρι του χρόνου… Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή δουλειά δεν είχε ο διάβολος…


Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

ΚΡΕΜΕΤΑΙ ΣΕ ΜΙΑ ΚΛΩΣΤΗ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΜΑΣ ΩΡΙΜΟ ΓΙΑ ΕΘΕΛΟΥΣΙΑ ΕΞΟΔΟ:

Όταν μου χάρισαν ένα σπαθί των σαμουράι σε τι χρειάζονται στα σάλωνα οι νυχτοφύλακες, προς τι ο βόγγος τ’ αναπλιού και η ιθάκη, είπα, αρκεί ο μύθος ότι κάποτε αγνόησα το δέρας των σκυθών στην τρυφηλή κολχίδα και τη μανία μας της θαλασσοπορίας, ύστερα σε αίμα δίσεκτο εμβαπτισμένη πήρα τη στράτα μου της θύελλας σαν γιος πικρός ο πιο μικρός απ’ τους εφτά ο πικροκωνσταντίνος… Πελιδνό στα σκέλια μου έσφιγγα το σαββατόβραδο να διαλαλεί την έχθρα του στους πετεινούς και στους σηματοδότες ώσπου ζητούσε έλεος μέχρι που πίστεψε στον ανδρισμό μου κι ευχιόταν τη συντέλεια του κόσμου αυτοστιγμεί… Πρόφταινε δεν πρόφταινε η οργή μου η στρίγγλα σαν μπαρμπερίνικη σπαθιά σε εικόνισμα στα δυο να κόψει σπίτια αρραβωνιάσματα να ξεχυθούνε τα κορίτσια με τα νυχτικά τους μπροστά η φωνή θέλουμε να γεννήσουμε κι εσύ όρθια στα νερά σαν άγιο λείψανο μόλις που πρόφτασες να φυλαχθείς όπως η ξέρα ξεφεύγει τη βιτσιά του οίακα ίσια καταπάνω σου ως ερχόμουν σαν το τριήραρχο σε πέρση, μ’ άλλα λόγια πριν σ’ ερωτευθώ… Ξάφνου λαμπάδιασε σε ξερολίθια το καταμεσήμερο η σαύρα κένταγε το γυάλινο μαγνάδι στο φαντό της μέρας πράσινο το φαντό και κρεμεζί κι η σαύρα κίτρινη ο ήλιος μαύρος η φωνή σου απέναντι αρμένιζε η τρεχαντήρα μέσα σε κίνηση από τον ουρανό κατρακυλούσε αστραπιαία ένα αυτοκίνητο ίδιο με τα θανάσιμα μαλλιά σου απέραντη επικράτεια τα μάτια σου, επιτέλους με τους καίσαρες γίνομαι κατακτητής να σε τι μου χρειάζεται το σπαθί των σαμουράι (παράξενο στ’ αλήθεια προορισμό που ’χουνε κάποτε τα πράγματα) λοιπόν αρχίζω: πρώτα εσύ επτάκερε δαβίδ ή έστω ένας νυχτοφύλακας από τα σάλωνα απόγονος του πτολεμαίου φιλοπάτορα από την κω αν μπορεί ποτέ να γίνει αυτό θεέ μου… Το σαββατόβραδο η πιο αγαπημένη ώρα του κυρίου άφηνε στα σκέλια μου την τελευταία πνοή του. [ΑΓΑΠΗ ΙΙ από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972 κι άλλη ΑΓΑΠΗ από την ίδια συλλογή μαζί με ΕΠΟΧΗ ΑΡΧΑΙΟΥ ΘΥΜΟΥ πίσω απ’ την εικόνα – ART by Knezovich Stephen)



ΑΓΑΠΗ I (από τη συλλογή ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972)
Περίεργο που τα ζυγωματικά σου
παίζουνε τέτοιο ρόλο στην αναψηλάφηση
των μυστηρίων:
απ’ τους ιππείς ας πούμε δεν έμεινε ούτε ένας ξέρεις
ακόμη κι ο γιος του λυσικράτη ακάλυπτος στα φάρσαλα
ακόμη και ο σμινίας φράνσις μόρισσον
τιμωρημένος στο ελ κεμπίρ
κι ο φεντερίκο γκαρθία εκτός νόμου
κι ο πρεσβευτής σερ άνταμς που απήχθη
ανοίχτε λοιπόν το φράγμα.

Τα δυο υψώματα τα ζυγωματικά σου
τα κρατούσαν παρτιζάνοι
μικρά κατσίκια βόσκανε στα ζυγωματικά σου
ο πόλεμος θα ’φευγε απ’ το λόχο του
με δεκαπέντε μέρες άδεια
κι ήσουν στο φράχτη σαν απλωμένο
σεγκούνι από τα τρίκαλα,
αχ τρυφερή ανωμαλία στο αίμα μου
ψωμάκι ζύμωνες απ’ το χωράφι μας
απ’ τα βότσαλα του γέλιου σου
σταράκι της αναπνοής μου
και πάλι με ρωτούσες όπως αιματηρό δυστύχημα
που αν αγαπούμε μας ρωτά
το σκούρο σίδερο και τις βραδινές εφημερίδες.

Η ιστορία των δυο μας όπως ξέρεις
είναι σαν άδειος κάλυκας οβίδας
γεμάτος από θάνατο κωφάλαλο
κι όμως οι κύριοι δικαστές
ακόμη δεν κατάλαβαν το ρόλο
που τα ζυγωματικά σου παίζουνε
στις αναψηλαφήσεις
όταν πικρίζει το χορτάρι πάνω τους
και φεύγουν τα μικρά κατσίκια˙
έτσι μπορεί να δικαστούνε πάλι
οι αθηναίοι στρατηγοί
για το ατύχημα στις αργινούσες
δηλαδή να δικαστώ εγώ
ακόμη και για την πατρίδα που έχασα
στην πρέφα
και για την άπρεπη χειρονομία μου στα σκέλη σου,
ώς εκεί ω αγαπημένη των καιρών.
Είσαι για μένα μια παράβαση
ίσως ανεπανόρθωτη˙
θα πάρω ακόμα μια φορά το θάρρος
για την απαλλαγή των δικαστών
απ' την ευθύνη που συντρίβει,
θα υποβάλω ένα σχέδιο για τη στρογγυλότητα
των περιπτώσεων, ας πούμε της κοιλιάς σου
γλυκό μου πρόστιμο,
τιμάριθμέ μου.

Εγώ λέω πως θα γλιτώσω σαν
αστυνόμος της τροχαίας σ’ επισφαλή διάβαση
έχεις μια βαριά ευθύνη
να εκκολάψεις τα αυγά μου σε κρύπτες μυστικές
συντροφιά με κώδικες απόκρυφους και μύθους
θα το κάνεις γιατί είσαι θαρραλέα
όπως ουρά κατσίκας σε ράχη κυκλαδίτισσα
ας πούμε της αντίπαρος,
ή όπως λάθος της πρόσθεσης
που μασά τα νεύρα μου ρουφά τη λέμφο
και ρίχνει στα σκυλιά τα υπόλοιπα
έτσι έγινε και με το γιο του λυσικράτη στα φάρσαλα
έτσι και με το σμινία φράνσις μόρρισον
στο ελ κεμπίρ
τα ίδια και με το φρεντερίκο γκαρθία
στη γουιπούθκοα,
ο σερ άνταμς
μάλλον σκηνοθέτησε την περιπέτεια του, ας τον
να ’σαι λοιπόν περήφανη όπως το δηλητήριο
που πιάνει αιχμάλωτες τις χειρονομίες μας
να ’σαι γενναία όπως η διακοπή του ρεύματος
που στριμώχνει τη λύσσα μας
τη βιάζει κι ύστερα
ανάβουνε τα φώτα και νιώθουμε το ζεστό
το καυτερό της σπέρμα ν’ ανεβαίνει
την αορτή σαν πέστροφα ως το κεφάλι
ν’ αυτοσχεδιάζει ευθύς την ανατίναξη
(στο διάολο ύστερα η αφλογιστία φαρμάκι)
κι παρθενιά μας ξεπορτίζει πια ξεφτέρι
της γεύσης της πίκρας της κατάνευσης
έτσι θα εκπληρώσεις την αποστολή σου
αγαπημένη των καιρών
κι εγώ ικανοποιημένος θα φωνάξω
σε νίκησα ιουστινιανέ
διακοσμητή.

ΕΠΟΧΗ (από τη συλλογή ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972)
Γνωρίζω το βρυχηθμό σας
όμοιο με σκέλια σαραντάπηχου
κατεβαίνει από τη ράχη του βατοπεδιού
βγάζει λόγους μες στα καφενεία
παίρνει το σαρωνικό ένα χερόβολο τον τσαλακώνει
κι αγωνιά κι αγωνιά όπως ναυτολογικό γραφείο
για τα σκάφη όταν βράζουν τα μπουγάζια.

Πρόκειται για το μισό σου χέρι που έμεινε
κρεμασμένο στο λαιμό μου
να ωρύεται μανιακό να κουδουνίζει
ν’ ανοίγουνε οι πόρτες τρελές απ’ τη λαχτάρα
να κόβεται το τελευταίο βαγκόνι
παίρνοντας τον κατήφορο του σκοτωμού
να κρέμεται σε μια κλωστή το πάθος μας
κι ο πράκτοράς του που ειδικεύτηκε
στο δράμα του θεανθρώπου.
Αυτός δεν είναι ο βρυχηθμός σας,
ένας κοινός τόπος;
τι να περιμένω λοιπόν από αυτόν;
μήπως δεν είναι ένας ισόθερμος
ένας ισοβαρής ένας εξοφλημένος,
ένας ώριμος για εθελουσία έξοδο;
Να γιατί στον τράχηλό μου το μισό σου χέρι
φύεται κάτασπρο όπως η λέξη βοήθεια
κόβει την αγωνία μας σε κέρματα μικρά
πληρώνει σύνταξη στις χήρες
εξαγοράζει προϋσταμένους
κρεμάει απ’ τα πολύ ψηλά παράθυρα
σεντόνια άσπρα της υποταγής
και παίρνουμε μιαν απόφαση άψογα ευθύγραμμη
όπως στενεύει ο δρόμος σε πρωινή βροχή
γκαστρώνεται γεννά νεφρά πελώρια
τα τσακίζει τρέφεται επιζεί.
πέστε μου δεν αρχίζουν έτσι όλοι
οι βρυχηθμοί σας οι ύμνοι σας
για το μεγαλείο τόσων προγόνων
και τη νομοθεσία τάχα για
χρήζοντα βοηθείας πρόσωπα και τα λοιπά;

Τέλος ο άλλοτε γενναίος ήχος ατόνισε
χαμήλωσε ως το γελαδίσιο μουκανητό
ίσα μ’ έναν αριθμό τριψήφιο εξωμότη
που μόνη ζωντάνια του έμεινε
να βλέπει απ’ τις γρίλιες τις γυναίκες
να γδύνονται
φοβούμαι πως αυτή ήταν όλη όλη
η ιστορία του γένους των ανθρώπων
με τους γενναίους της παραφοράς, της παρακμής
έχει γεια λοιπόν αγάπη μου σε παρθεναγωγείο
αλέστα τώρα όλοι στο κατάστρωμα
με τα τσεκούρια όρθια της οργής
θα την σπάσουμε την πόρτα που πάει στο υπόγειο
εκεί το αίμα μας κλωστή κουβάρι
δώστε το στο θησέα
να κλείσει πια η εποχή ετούτη
του μίνωα.

ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΘΥΜΟΥ (από τη συλλογή ΤΕΤΡΑΨΗΦΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΒΔΟΜΗ ΧΟΡΔΗ 1972)
Άκουσε κύριε την προσευχή των αρχαίων προγόνων μου
σε ειδική διασκευή για σένα
χρόνια τώρα επιπλέει στο αίμα όπως η γλίνα
ή όπως δοχείο άδειο από λευκοσίδερο
που κλωτσάει στο δρόμο το αλάνι
βασανίζοντας τη γειτονιά και σένα κύριε
δε θέλουμε λοιπόν να κάνεις τίποτα για μας
ούτε παρεμβατισμοί ούτε πρεσβείες
φτάνουν τα χρέη μας και οι τοκογλύφοι
γερά κρατάει η ράτσα από το πετροκάμινο
τ’ αρχαίο πείσμα
απ’ τα υπόλοιπα θα φτιάχνουμε βαπόρια
μερικά ντουφέκια για τις αναπαραστάσεις
και πιο πολύ φωνές πολλές φωνές
να τις κρεμάμε στα σύννεφα
με τα ρόδια και τα κιτροκύδωνα
ώσπου να ωριμάσουν να τις παντρευτούμε
(Μας αρέσει ο κύκλος έστω κι αριστοκράτης
φτάνει να μη διστάσει αν χρειαστεί
να γίνει πολεμίστρα να φάει τις σάρκες του
κανόνι να γίνει να βροντά νυχτοήμερα
για λευτεριά σαν χρειαστεί)
Κύριε
είσαι μέσα στα πόδια μας όπως μικρό παιδί
δεν το πατάμε μην νευριάσουμε απ’ το κλάμα του
δεν, λέω, πολέμησες καλά στην καπαδοκία
στην τίρυνθα και στον τελευταίο πόλεμο
έφεδρος λοχίας σιτιστής.
Για τον σταυρό της πολεμικής αξίας μην επιμένεις
δεν τον παίρνεις
μάθαμε που έκανες του κεφαλιού σου
σου φτάνει ένα σπιτάκι σε συνοικισμό
θα σου φέρουμε και ινδικό λιβάνι που σ’ αρέσει
να το μασάς αφού είσαι οπιομανής και λάγνος
ούτε που παίρνει το κεφάλι σου από πειθαρχία,
μην δεν πουλήθηκες στη βιρμανία;
μη δεν παζάρεψες με τους ερυθρόδερμους
σαστισμένος από την περηφάνια τους;
τάχα δεν λύγισες μπροστά
στους αγέρωχους σουηδούς;
πόσες φορές σε πιάσαμε ξαναμμένο να
τηράς τα γυμνά πόδια της χήρας του ψωμά
ώσπου τραβήχτηκες στην καλαμπάκα
νηστεύοντας του θανατά,
φυσικά ξανάρθες, μα ήσουν αλλιώτικος:
απ’ τη φλογερή μας γλώσσα θυμόσουν μόνο
την πιο φθαρμένη λέξη
πάνω σ’ αυτήν απαίτησες να ορκιστούμε
με τα ξεφτίδια του αρχαίου θυμού
ώσπου οι οπαδοί σου λύγισαν
χύμηξαν οι λεβαντίνοι οι βενετσάνοι οι οσμανλήδες
βιάσανε τον ερωτόκριτο κοτζάμ παλικάρι
έκοβε τις φλέβες του ο αχελώος
σε καταριόταν η φθιώτιδα κι η αλικαρνασσός
τα θυμάσαι κύριε;
ένα βραδάκι πράο όπως γιαούρτι στον κεσέ
ήρθες δειλός και συντριμμένος σαν πρωτομηνιά
μα πάλι απ’ την αρχή συνωμοτούσες
έπειθες τις μανάδες μας
με βοτάνια ξόρκια και μ’ αγιωτικά
να φύγει από τον παρνασσό η μάγισσα
πώς έγινε πάλι και σε λυπηθήκαμε;

Ξαφνικά το κεφάλι σου μετασχηματίστηκε
σε αρχαίο ρολόγι
διάταξε να φύγουνε τα τρένα
να σαλπάρουνε τα πλοία
οι φαντάροι να πάνε στα σπίτια τους,
οι δρόμοι να τυλιχθούν ρολά
να μπούνε στις αποθήκες
κι άλλα τέτοια του χαμού παράταιρα
πέντε και μισή ακριβώς έσπασε εκείνο το σπυρί σου
κι έβγαλες φωνή όπως η σκεβρωμένη πόρτα
ανοίγει μόνη της ύστερα από τόσα χρόνια
να περάσει ο αόρατος
ο τελευταίος αυτοκράτορας
ένα αερικό ή ο γάτος
ζήτησες μια γυναίκα μ’ ένα μάτι στη μήτρα της
πλάγιασες μαζί της μας ξαναγέννησες
έτσι πάλι σ’ έχουμε στην οικογένεια
μα τη φορά ετούτη ξέρε το
είσαι από δεύτερο χέρι, ένα πετσί.

[Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Αρχέγονο εργαλείο πλειστόκαινο μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου, απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο… Πού θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα; Εντός μου η νύχτα ταξιδεύει στα ύφαλα του ονείρου – τέτοιες επιλογές στίχων από τις συλλογές Έκτορα Κακναβάτου για σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό σου γήινο αίμα… και μόνο ένα βήμα θα μένει πάντα, ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω!.. Σου φωνάζω: σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως κι ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου]