Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΜΩΣ ΑΠΕΙΡΕΣ ΓΛΥΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ μόνο που κρέμασαν στον ώμο τους ένα γκρίζο σύννεφο:

Αυτός ο αράπης  πλάι στην αστραφτερή γυναίκα έχει μια καρδιά τόσο πονετική όσο δεν έχουν οι λευκοί με τα εβέννινα μπαστούνια περνούν, γελάνε, χαιρετούν κι ο φίλος γύρισε από την Ελβετία τόσο ταπεινός, τόσο θλιμμένος για τους γυμνούς στα κεραμίδια κι όμως δεν υπάρχει ούτε ένα γλύκισμα της προκοπής υπάρχουν όμως άπειρες γλυκές γυναίκες μόνο που κρέμασαν στον ώμο τους ένα γκρίζο σύννεφο που όσο πάει και μαυρίζει κι ο κόσμος ξέχασε τα αδιάβροχα και τις ομπρέλες του το σύννεφο σηκώνει το μαύρο δάχτυλο του. -Δεν είμαστε για σας γλυκές ταπεινοί φωνάζουν οι γλυκές γυναίκες, πού θα κρυφτείτε πλανόδιοι πουλητές μασώντας στο στόμα σας μαστίχα ή μια βλαστήμια όλοι κοιτάζουν έκπληκτοι στους δρόμους των τοίχων κρεμασμένους πίνακες ζωγραφικής χρώματα χτυπητά κόκκινο και πράσινο κι η βροχή αργεί να ’ρθει και το χαμόγελο αργεί να ’ρθει κι η χαρά αργεί να ’ρθει όλοι κρατιούνται από το χέρι με γλυκές ματιές όμως το ξέρουν πως έπεσε κιόλας… ο πρώτος Κεραυνός! [Η ΣΥΝΝΕΦΙΑ, από την ποιητική συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945 – ART by Ben Goossens Art)

 [Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο, στο στήθος φυτρώνουν κοπάδια μαργαρίτες. Εκεί δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν: τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι Ποιητής, κληρονόμος πουλιών που πρέπει, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Για του λόγου το αληθές…]

Ο ΣΩΤΗΡΑΣ (από την ποιητική συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945)
Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δωμάτια αυτά τ’ ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι



Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μια χαραμάδα φως
δίχως μια αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη

Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ’ το βούρκο πάλι και τ’ άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου

Όχι όχι τελείωσε δεν υπάρχει σωτηρία

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυγχώρητη λησμονιά

Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κοπήκαν
την ώρα που μετρούσαν την αγωνία τους

ΤΡΙΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (από την ποιητική συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945)
ΠΡΩΤΟ ΔΑΚΡΥ
Σ’ αυτό το σπίτι βγάζουν τα παράθυρα
σπάζουν τις πόρτες σε χίλια κομμάτια
από τις πόρτες τρεις άνδρες μπήκανε χαρούμενοι
πέντε γυναίκες βγήκαν δακρυσμένες
απ’ τα παράθυρα πετούν πολύχρωμα πουλιά
μιλούνε –φίλοι μου – σαν άνθρωποι
κι έπειτα ήσυχα-ήσυχα πεθαίνουν
τότε τα κάδρα γίνονται αυτά πουλιά
και μία-μία ανοίγουν τα φτερά
οι σκυθρωπές μορφές
ενός χαμένου κόσμου

ΔΕΥΤΕΡΟ  ΔΑΚΡΥ
Αυτό το βουνό τόσο κοντά μου
απλώνω το χέρι ξεριζώνω
τα δένδρα και τους θάμνους του
τους στύλους τους ηλεκτρικούς
αυτά τα πονεμένα δόντια
μιας απελπιστικά μοναχικής ζωής

Πάνω που τρέχουν πρόβατα πονηρά
είναι ποτέ τους πονηρά τα πρόβατα;
μα αυτά εδώ πέρα πόνεσαν πολύ
κι έχουν απάνθρωπα βελάσματα

Οι άνθρωποι εδώ γενήκαν ένα με την πέτρα
χτυπούν την πέτρα και σκίζουνε τα σπλάχνα τους
απορούν κι ούτε που ξέρουνε να κλάψουν
Σήμερα κοιτάξτε καλά αυτό το βουνό
κοιτάξτε καλά αυτό το δάκρυ του θεού
γιατί αύριο θα στεγνώσει

Αύριο δε θα βλέπετε πια τίποτα

ΤΡΙΤΟ  ΔΑΚΡΥ
Μπρος μου ψηλά σ’ αυτό το βουνό
ένας λευκός άνθρωπος κόβει μαργαρίτες
σωριάζει πέτρες μέσα σ’ αυτό το σάκο του θεού
κάπου-κάπου γυρίζει και με βλέπει λυπημένος
μου ρίχνει ένα λουλούδι ξακολουθεί το δρόμο του

Στο στήθος μου φυτρώσαν κοπάδια μαργαρίτες
αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ


[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό]

ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΣ ΚΑΘΕ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΙ ΕΡΩΤΑ ΦΥΛΑΧΤΟ ΔΕΝ ΕΧΩ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΧΑΔΙ:

Με το νου, σκληρό διαμάντι, ράγισα της καρδιάς το κρύσταλλο κι ακόμη ούτε η Μούσα, η άλλη μοίρα, η μάγισσα, δάφνη δε μου κάρφωσε στην κόμη… Θα σε βρω, θα μείνουμε ώρες λέοντας τόσα, τόσα ασήμαντα κι ωραία… ιστορίες γνωστές γεμάτες γλύκα, γλέντια ναυτικών ως το ξημέρωμα για μια ζαχαρένια ή μιαν Αννίκα!.. Και θα ακούω εσένα και τα κύματα –φλοίσβος η φωνή σου, η πνοή σου αρμύρα- και ξεχνώντας τα άλυτα προβλήματα θα χαρώ ξανά της γης τα μύρα [Γιάννης Ρίτσος – ARTWORKS: igor morski]

 «Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη την είπαν ο έρωτας και η επανάσταση. Όλη σου τη σιωπή την είπε η ποίηση»: Ο Ρίτσος συνήθιζε να γράφει παράλληλα συλλογές και συνθέσεις συχνά διαφορετικής υφής και διάθεσης, αντισταθμίζοντας τους υψηλούς τόνους του έπους και της λυρικής έξαρσης με τη χαμηλότερη εσωτερική φωνή, την εκτεταμένη σύνθεση με το βραχύ, συμπυκνωμένο ποίημα, την αγωνία του με στίχους ζωικής χαράς και απόλαυσης

ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ (επιλογή)
Επιθυμία
Θα ’ρθω μιαν αυγή του Απρίλη, που άλικα
ρόδα θα μαδά στην πνοή του ανέμου,
λίγο φως να πιω στον ανθοκάλυκα
της φιλίας σου, φίλε μακρινέ μου.



Να φανούν ζητώντας τα αφανέρωτα,
σύντομα με πρόφτασε το βράδυ
προδομένος κάθε ονείρου κι έρωτα
φυλαχτό δεν έχω ούτε ένα χάδι.

Με το νου, σκληρό διαμάντι, ράγισα
της καρδιάς το κρύσταλλο, κι ακόμη
ούτε η Μούσα, η άλλη μοίρα, η μάγισσα,
δάφνη δεν μου κάρφωσε στην κόμη.

Το στερνό και μόνο εφόδιο χάλασα,
μα ως θα πλέω, καλέ μου, στην Χαλκίδα
απ’ το πλοίο θα ρίξω μες τη θάλασσα
τη βαριά του μάταιου αλυσίδα.

Θα σε βρω, θα μείνουμε ώρες λέοντας
τόσα, τόσα ασήμαντα κι ωραία.
Με τα μάτια στο γαλάζιο πλέοντας
θα γεμίσω φως τον αμφορέα.

Αντικρύ γυαλί ο γιαλός και πάνω του,
σε σαπφείρου γλάστρα, οι γλάροι κρίνοι
θα ’χε ο νους τξ χάρη του αστεφάνωτου,
δίχως πια να κρίνεται ή να κρίνει.

Θα μου λες –πρωτόγνωρο φανέρωμα! –
ιστορίες γλυκές γεμάτες γλύκα,
γλέντα ναυτικών ως το ξημέρωμα
για μια ζαχαρένια ή μιαν Αννίκα.

Και θ’ ακούω εσένα και τα κύματα
-φλοίσβος η φωνή σου, η πνοή σου αρμύρα-
και ξεχνώντας τ’ άλυτα προβλήματα
θα χαρώ της γης τα μύρα.

Κι όταν θα βραδιάσει – ωχ, έγια λέσα μας,
έγια μόλα, αδέλφι στην ορφάνια-
ομορφιές απλές θα λάμψουν μέσα μας,
όπως στο γιαλό τα πυροφάνια.

Αν κάποιος θα ’θελε να διαβάσει την ιστορία του αιώνα, θα την έβρισκε ακέραια στην ποίηση του Ρίτσου: στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό, στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία… Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωσε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά. Κι αυτό το «υπαινικτικά» λέει περισσότερα για τη βία του καθεστώτος, τις νοοτροπίες και τη συμβατική ηθική, τους ιδεολογικούς πειθαναγκασμούς. Με προσωπεία και δάνειες φωνές αρθρώνει την αλήθεια του. Οι αμφισημίες, οι αντιφάσεις, οι παλινωδίες μαρτυρούν τη σκληρή πάλη του στοχαστή που δέχεται τα δυσοίωνα μηνύματα των καιρών, ενώ έχει συνδέσει το πεπρωμένο του με το υψηλότερο όραμα της ανθρωπότητας

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

ΚΙ ΕΙΔΑ ΟΤΙ ΕΙΧΑ ΦΤΑΣΕΙ ΣΕ ΑΚΤΕΣ ΟΥΡΑΝΙΕΣ, ΝΑΥΑΓΙΣΜΕΝΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΜΟΥ:

Τα παιδιά κοιμόντουσαν ωχρά, δαγκωμένα απ’ τα γαβγίσματα του ταξιδιού, τα χωράφια ήταν ξέσκεπα κι η μέρα τόσο γαλάζια, ο οδοστρωτήρας αγκομαχούσε τυραννισμένος απ’ τις μύγες, στις άγρυπνες νύχτες μου μάρτυς μου ο Θεός κι η πεθαμένη υπηρέτρια, που ακούγοντας ένα περαστικό κουδούνι σηκώθηκε απ’ τον τάφο της ν’ ανοίξει. Και είδα ότι είχα φτάσει σε ακτές ουράνιες, ναυαγισμένος μέσα στα παπούτσια μου. Τώρα, κάθε φορά που θα δω μια σκάλα κάθομαι χάμω και κλαίω, γιατί ξέρω πως δεν θα ξαναβρεθώ – κι έραβα τις πληγές μου για να μη χαθεί ο θησαυρός που μου εμπιστεύτηκαν, για να γεννήσω έναν ακόμα στεναγμό, για να με συγχωρέσει ο άνθρωπος που ασέλγησε πάνω μου, μην ξέροντας πως αυτή είναι η δύναμή μου, σαν τις μηλιές που ανθίζουν όταν ακούσουν το λάλημα του τρελού. Όταν τέλος αποφάσισα να παραδοθώ, έφερα μεγάλες αγκαλιές άχυρο και σκέπασα τα ίχνη μου, γι’ αυτόν που ερχόταν πίσω. [Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ1972, Ανότητα ΔΙΑΣΠΟΡΑ, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by shirin neshat]

Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη
πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή – με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατά του ένα παλιό,
φανταστικό βιολί, «το ακούς;» μου λέει, «ναι», του λέω, πάντα το
άκουγα», ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι [Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ Από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ]

ΕΝΕΔΡΑ
Βασίλευε ο ήλιος πίσω απ’ τους στρατώνες, οι ζητιάνοι ψάχνανε για λίγο νερό, μα όλα τα λαγήνια ήταν αναποδογυρισμένα στην πόλη Κανά, οι γυναίκες φεύγανε κλαίγοντας μέσα στο κίτρινο σούρουπο, εγώ, κυνηγημένος, μοίραζα πάνω στο λόφο το κρασί μου με ληστές και ψευδομάρτυρες, ενώ ο σταυρός δάγκωνε κιόλας την άκρη του παλτού μου.
Ποιον ν’ αγαπήσω; Σε ποιον να εξομολογηθώ; Μονάχα ο Θεός μπορεί να καυχηθεί ότι με άκουσε να παραπονιέμαι, ήπια όλο το βούρκο στον υπόνομο που μ’ έριξαν, τ’ άντερά μου έγιναν οι δρόμοι που κυλάνε αμάξια θριάμβου, έβγαλα τα φτερά μου και τα κάρφωσα στη γριά, που την θάβαν ολομόναχη μ’ ένα σπουργίτι στο γειτονικό δένδρο, με μια παλιά κασετίνα γεμάτη στάχτη – θυμηθείτε με όταν έρθει η ώρα.
Εργόχειρα φυλακισμένων στέγνωναν στο τζάκι, ήταν φθινόπωρο κι είχαν ερημώσει τα χωράφια, άκουγα τα βήματα των καραγωγέων καταβροχθίζοντας τον κλεμμένο σανό.
Τότε είδα το μεγάλο ικρίωμα, όπου έπρεπε ν’ ανεβώ, άγνωστο αν θα στεφθώ βασιλιάς ή θα κυλίσω στο καλάθι των αποκεφαλισμένων.


ΕΞΟΦΛΗΣΗ
Η παιδική ηλικία μου γλίστρησε ανάμεσα σε παλιά ερμάρια, οι αμαξάδες βλαστημούσαν καθώς παίρνανε τη στροφή, αργά, λυγισμένοι απ’ τη σκόνη κι η κοιλιά μου σκουλήκιαζε από αναρίθμητες πείνες.
Στο υπόγειο ονειρευόταν το ραχιτικό παιδί, εγώ πίστευα στους πλανόδιους οργανοπαίχτες, που η δυστυχία τους είναι πιο ουράνια κι απ’ τους ουρανούς, πλαγιάζοντας με γυναίκες κωφάλαλες, για να μη χάσω ούτε έναν ήχο απ’ τους στεναγμούς που άκουγα γύρω μου.
Σε τι χρησίμεψαν λοιπόν οι αμαρτίες μου; Έβρεχε και κανείς δεν με άκουγε, μονάχα ο κούφιος αντίλαλος απ’ τους στάβλους, εκεί που είδα το γέρο, καθόταν στο βρεγμένο στρώμα και έκλαιγε, ζητώντας να του δώσουν την κούκλα του – τότε κατάλαβα πως δεν είμαι μόνος, και πως όταν θα ’ρθει η μέρα της Κρίσεως, εγώ θα έχω όλο το χρυσάφι να πληρώσω.
Το τέλος ήταν απροσδόκητο, με τον καπνό να μου γνέφει πάνω απ’ το σταθμό, με τους τρελούς που ψάχνανε για ένα μικρό κομμάτι κιμωλία κι εκείνους τους χλωμούς άνδρες με τα τύμπανα που φτάνουν όταν δεν υπάρχει έλεος πια.
Κι ύστερα, όταν βράδιασε, άδειασα τα παπούτσια μου απ’ όλους τους δρόμους κι έπεσα να κοιμηθώ, ενώ τα υγρά σιωπηλά χωράφια ταξίδευαν με τους τυφλοπόνικες.

ΕΡΗΜΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ
Μόλις πέθανα, βγήκα απ’ το μεγάλο καθρέφτη του πατρικού σπιτιού, το σούρουπο είχε μια παράφορη οικειότητα, η Τερέζα έλεγε το παλιό τραγούδι των αλλοπαρμένων σταθμών που ακολούθουσαν τα τρένα, κι εγώ δεν είχα πού να πάω κι αποκοιμήθηκα στα χέρια των τυφλών, που εντούτοις άναβαν τη λάμπα,
……ήταν σκοτεινή εποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλά πάνω στις γέφυρες, τραυματιοφορείς τρέχανε και πάνω στα φορεία κείτονταν μεγάλοι στεναγμοί από παλιές εξεγέρσεις,
……όταν τέλος έφτασα στο σταθμό, είχαν όλοι φύγει, ήμουν τόσο φοβισμένος που αν μ’ άγγιζες θα ράγιζα, αφήνοντας να φανεί ο θεός, στο απάνω πάτωμα έμεναν οι Φ. κι εμείς έπρεπε να κάνουμε ησυχία, γιατί η μεγάλη κυρία είχε πυρετό κι η μητέρα που την υπηρετούσε είχε μάθει να πετάει, για να μην της λερώνει το χαλί,
……φέρανε, μάλιστα, και τον επιστάτη να καταθέσει, αλλά δεν είχανε καμιά απόδειξη, γιατί το παλιό σχολικό κουδούνι ήταν πιο μακριά κι απ’ τους νεκρούς κι ο άμαξας των παιδικών καιρών έξω απ’ την πόρτα μάταια χτυπούσε απελπισμένα τα τέσσερα μαρμαρωμένα άλογα.

Ο ΗΤΤΗΜΕΝΟΣ
Γονάτισε κι ακούμπησε το μέτωπό του κάτω στο πάτωμα. Ήταν η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του, που όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στις σανίδες, σαν ένα αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.
Ο ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο – σαν το Θέο.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση!

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

ΕΝΑ ΠΛΗΘΟΣ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ ΣΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ:

Τώρα να ιδούμε τι είναι τα ποιήματα. Ο θάνατος τα βόσκει κι αυτά τα μαύρα μηρυκάζουν ένα χόρτο απόρθητο που ειπώθηκε στήθος!.. Μαβιά προς το σούρουπο κι απόμερα κούτσουρα… Ήτανε λέει, δουλειά μας η Ποίηση κι αφήναμε την αλήθεια να τρέχει απ’ το χαλασμένο καζανάκι!.. Την αλήθεια, που προκύπτει στο δρόμο κι είναι ολάξαφνη… Παράξενο μα η ζωή αστράφτει περισσότερο στην εξαθλίωση! Αχ να ο κόσμος στα βρεγμένα πέρατα μετά την έξαλλη καταιγίδα όπου σωριάστηκε ο έρμος μοσκολαβωμένος!.. Διαβάζοντας απ’ το τέλος –ανάποδα- προς την αρχή –κατάντικρυ- την αλήθεια μαστορεύουμε ανέκαθεν το μέγα ψευδός… Μάθε το σύγνεφο: ποτέ του δεν αντιτάχθηκε στην αιθρία κι η καταφρόνια της αιωνιότητας από μόνη της οδηγεί στο πράγματι αιώνιο!.. Στίχοι και στίχοι –λαμπυρίθρες στ’ ουρανού το κάρβουνο… Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα! Μαύρη εκδίκηση… (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη)… Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει τα ρολά της, δεν κλείνει Κυριακές ή τα Χριστούγεννα... Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς να ρημάξω, τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα… Μα όμως να ’την η γυναίκα η κατάφυτη η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα όπου της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας «κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω»!   [κτερίσματα στίχων  από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ, 1979 – ART by Darkness and Desires ]

Η έναστρη φωτογένεια ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση: η ζωή που μικραίνει η μεγάλη αλήθεια! Θα την κάνω λαμπερό την απόγνωση μάρμαρο τη ζαριά μου θα την ρίξω στην ανέραστη άβυσσο χαρίζοντας τις εξάρες μου στην Άφαντην Αγριότητα που μ’ έφερε σ’ αυτόν τον κόσμο-μπαλτά  που κατακόβει τη φουκαριάρα μοίρα μου… Αυτή ’ναι η απαστράπτουσα Αλληγορία η άχραντη στο νου μου κατακραυγή: Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς μα ρημάξω τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα… Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες Η ΠΟΙΗΣΗ δεν γίνεται με ΙΔΕΕΣ αλλά με ΛΕΞΕΙΣ, γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ: φενάκη, φρεναπάτη, ταραχώδη κύματα, είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα; Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. Ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης»! Για του λόγου το αληθές…

ΣΥΝΟΛΟ ΦΙΛΟΔΟΞΙΑΣ
Καθώς ο νους μου στήνει τη βροχή στα πόδια της
αναπνέω καπνίζοντας κι αναστοχάζομαι
τα θεόρατα λείψανα των άστρων επισείοντας -:
ο γούργουλας του κόκορα ειν’ αριθμός
και έχει μέτρηση μα η κόλαση δεν ιδρύει παπαρούνες.
Τώρα να ιδούμε τι είναι τα ποιήματα. Ο θάνατος τα βόσκει
κι αυτά τα μαύρα μηρυκάζουν ένα χόρτο απόρθητο
που ειπώθηκε στήθος.
Ένα πλήθος καθάρματα στη σκοτεινή βιβλιοθήκη
τα ποιήματα.
Μαβιά προς το σούρουπο κι απόμερα κούτσουρα.
Συνάντησα σήμερα στην όραση περπατώντας βουναλάκια
μιαν εκκλησούλα μεινεσμένη χούφταλο.
Η αλήθεια προκύπτει στο δρόμο, ειν’ ολάξαφνη -:
τάφος δεν υπάρχει που ν’ αληθεύει
στις αλώβητες εξισώσεις.
Το μέλλον είναι μια μορφή ταλαιπωρίας του παρόντος.
(Ας με μισήσουν τα πεθερικά του τα Ιδεώδη.)
Αγνός που αγνοήθηκα κι απόμεινα
στης νύχτας το μοναχικό σκοτάδι που ξεγράφει...
Παμβώ Πενήτων η Πληθύς Παυσίλυπος και Παπυρίνος
προβλέποντας όπως ο εν τω φρέατι νυχθημερόν το χώμα.
Θυμηθήκαμε μαζί με την Πάλλευκη
τα κυρτώματα της αγάπης θυμηθήκαμε
την έρημη ξερολιθιά οπού σωρεύει μονορούφι τη σαύρα
στην ακόλαστη του πανικού χαραμίδα.
Πρόλαβα τ’ άνθη κι απ’ τους ανέλπιδους όπως τ’ άνθη
μαθαίνω τη βαθειά ζωή και δικαιώνω του Οιδίποδα
τη γενετήσια τυφλότητα.
Ο ουρανός τανύθηκε λιγάκι κι ο ήλιος
με έδειξε να πορεύομαι μόνος προς την άγρια σκέψη


ΣΤΑΘΜΙΖΟΝΤΑΣ ή ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ
Παράξενο μα η ζωή αστράφτει περισσότερο πιστεύω στην εξαθλίωση
λεπταίνει ο χρόνος, εξοντώνει η πικρή πολύφυλλη απουσία
τα δευτερόλεπτα στα τέρματα των αριθμών ωσάν μικρόβια.
Ήτανε, λέει, δουλειά μας η ποίηση κι αφήναμε την αλήθεια να τρέχει απ’ το χαλασμένο καζανάκι!

ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΑΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ
Σαν ποταμός απ’ το βουνό που παλαβώθηκε
μετά την έξαλλη καταιγίδα
τις τρομερές του Ζόφου πιστολιές
τους βαρεμένους κεραυνούς του
την καρδιά μου την έδειξα φωνάζοντας:
-Αχ να ο κόσμος στα βρεγμένα πέρατα
μετά την έξαλλη καταιγίδα
όπου σωριάστηκε ο έρμος μοσκολαβωμένος.
Βλέπεις; μια τρίχινη βροχή
τώρα την έξαψή του διώχνει
και τα γεράκια δρέπουν τ’ άμοιρα πουλιά
στο χάρο από χιλιετίες χιλιάδων αλυσωμένα

ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΠΡΟΠΟΡΕΥΕΤΑΙ ΚΑΙ ΕΠΕΤΑΙ
Διαβάζοντας απ’ το τέλος ανάποδα
προς την αρχή –κατάντικρυ– την αλήθεια  
μαστορεύουμε ανέκαθεν το μέγα ψεύδος.
Μια βάρκα πεθαμένη στης ερημιάς τ’ ακρογιάλι
(τα θλιβερά
   της κόκαλα).
Μάθε το σύγνεφο –: ποτέ του δεν αντιτάχτηκε
στην αιθρία κ’ η καταφρόνια της αιωνιότητας
από μόνη της οδηγεί στο πράγματι
   αιώνιο.
Στροβιλίζομαι ανάμεσα σε στυφά φθινόπωρα
ερεθίζοντας μια βλακώδη
   ανάσταση.
Τα μούσκλα δεν τα ’χα πει κάποτε ποιήματα
ελάσσονα του φυτικού
   βασιλείου;
Τα ’χα πει κάποτε μα σήμερα τη σβήνω την αράδα.
Όνομα μέσ’ στο στήθος δεν υπάρχει. Κι όμως
το σώμα της φωτιάς ανεμοσάλευτο
  
με φλόγες λουλουδίζοντας αναταράζει
τα συμβαίνοντα κι αυτά συγκλονίζουν
  
ένα παράξενο σύνολο που δε βρίσκει ανάδοχο.
Στα μάτια μας του παγωνιού το άλλοθι:
η φλύαρη ουρά του χασμουρήθηκε.
  
Στίχοι και στίχοι – λαμπυρίθρες στ’ ουρανού το κάρβουνο.
Βλέπεις; Ο έρωτας του ήλιου με τη νύχτα: το φεγγάρι
τουμπανιάζει το αίνιγμα.
  
Υπάρχει άραγε σχέση ευγνωμοσύνης ανάμεσα
στη χαρμόσυνη μέλισσα και σε ένα λουλούδι;
  
Παρωδία της άχραντης διάρκειας ο χρόνος
κορσέδες τα δευτερόλεπτα

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΕΚΔΙΚΟΥΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
Μαύρη εκδίκηση… (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα ’λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο-: τη νύχτα είν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χθες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα…
Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαρακτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα: ξερόκλαδα στην ερημιά κι η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το ΄λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου βαρβαρότητα.
Μα όμως νάτην η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
όπου της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

ΣΕ ΣΕΝΑ ΠΟΥ ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΣΟΥ ΘΑ ΜΟΥ ΓΙΝΕΙ ΓΕΦΥΡΑ ΝΑ ΠΕΡΑΣΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ ΣΤΟ ΚΑΥΤΕΡΟ ΓΗΙΝΟ ΑΙΜΑ

Α!.. εσύ τρισαγαπημένη που έμελλε στη λήκυθο της αγάπης σου να συλλέγεις τις ακατανόητες τρικυμίες μου,  κοίταξε τη θύελλα των βημάτων μου να χυμάει ακαταμάχητη στους εαρινούς δρόμους που ανθίζουνε χαμόγελα παιδιών! Αγαπημένη έχω λαβωμένο το νου από μια δύναμη μα τα μάτια σου αγαπημένη μέσα στις ροδοδάφνες  τι ψάχνουν να βρουν τα λησμονημένα βήματά μου και τις σιωπές μου; Τι είναι πέρα απ’ την αγάπη; να πατήσωμε πάνω στην ψυχή μας και στο νου τόσο ψηλά ανεβαίνοντας που ούτε να πονούμε ούτε ν’ αγαπούμε… Α… Όλα εσείς που με πεθαίνετε χωρίς να αγγίξω την άσπιλη σάρκα σας… Ω αν είχα μιαν άπειρη τρέλα να σας σωριάσω ανάσκελα στις υπερήφανες αράχνες των άστρων… Μέσα μου είναι ο Θεός που τον τρέμουν οι θεοί [Εκτωρ Κακναβάτος Fuga ART by h. Kopp Delaney]

[Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Για του λόγου το αληθές…]

Α!.. εσύ τρισαγαπημένη που έμελλε στη λήκυθο της αγάπης να συλλέγεις τις τρικυμίες μου…
Απόψε τα μάτια σου
αγαπημένη θ’ ανατείλουν
πάνω σε πορφυρές ανταύγειες πελάων…
Αν δεις την Αργώ μου
μεσοθάλασσα
να μάχεται με τον εαυτό της
θυμήσου πως αγάπησα πολύ
τα γαλανά σύνορα της κόρης σου
και των πελμάτων σου
τους ολάργυρους θρόους
κι άπληστος κι ακαταμάχητος
κίνησα να ψαύσω
τις εσθήτες των θεών και τους βοστρύχους
των άστρων…
Τρισαγαπημένη… ευλόγησε μου την ορμή
που υψώθηκε ως νεφέλη
απ’ την πύρινη σύγκρουση
των αιμάτων μας!..

Αγαπημένη σ’ ευχαριστώ
που μ’ έκαμες να μισώ
και να φεύγω…
άραγε υποπτεύθηκες
πως στις τρυφερές σου παλάμες
θ’ άφηνα το χρώμα και τη γεύση
του προσώπου μου
για να «φύγω» γεμάτος από
την κυανή απουσία σου…
Α!.. πού είναι το αίμα τ’ ουρανού
να χαθούμε εισδύοντας
στις ερυθρές αίθουσες του
και στις φλέβες των άστρων;

Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα
που μας ξέσχισαν το νου;
Δεν υπάρχουν ξίφη
για άλλες πληγές;
Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι;
Τόσο πολύ προσπεράσαμε
τα κυανά όνειρα των φτερών τους
που στο μέτωπο μας δεν διακρίνεται
ούτε το πτώμα μιας αστραπής!..



Δεν νοιώθω περισσότερο γιατί αγαπώ!.. Δεν καταλαβαίνω περισσότερο γιατί σκέφτομαι!..
Κι εμείς που ξεκινήσαμε
με αργυρές χίμαιρες κεντημένες
στ’ αλλόφρονα στήθια
ζωσμένοι πολύτιμα σπαθιά απ’ τη Δαμασκό,
σημαδεμένοι στον ξέφρενο νου
από δήγματα κόμπρα,
είχαμε ακούσει…
ω… είχαμε ακούσει κωδωνοκρουσίες
ανάμεσα στ’ άστρα
και θραύοντας τα λεπτά κόκκαλα
της χλόης, στους ανέμους απλώσαμε
τα βλέφαρα να νεύουν
προς την ωραία ομορφιά
για τελευταία φορά!..

Κι όμως κοιτάχτε που
κυκλωθήκαμε από τα βλέφαρα
των παρθένων…
Πάνω απ’ τον πόλο
η λευκή παλάμη του Αϊτάγκα
νεύει να παραδοθούμε.
Τ’ αστέρια με ραγισμένους τους ώμους
δεν θα μας δείξουνε πια
άλλους δρόμους…
Στις οροσειρές φάνηκαν
οι καυτεροί θρίαμβοι που αλαλάζουν
να παραδοθούμε, να παραδοθούμε…
Αχ… πού είναι μια φλόγα
να μας χαρίσει
την ησυχία της τέφρας!..

Αγαπημένη, αγαπημένη,
άνοιξε τις σκοτεινές σου παλάμες να σκεπάσεις
το λείψανο μιας επιθυμίας…
από κει ψηλά άστραφτε προς τα κάτω
το σέλας της κόμης σου
και τρίκλιζαν τα φτερά μου
σ’ αργυρά δάση θανάτου…
Τόσο που σ’ αγαπώ πώς κίνησα
να φύγω για Νιρβάνες
που πηγάζουν απ’ τα μέλη σου;
Είσαι τόσο καλή
να δεχθείς το λαβωμένο κύκνο
που έρχεται πάλι
να τυλίξει στους μηρούς σου
το λευκό κίονα του λαιμού του;
Άφησε να βυθίσω το ράμφος μου
στη σάρκα σου που ασπαίρει
από ψυχές γήινων μετάλλων
για να πνίξω τον βόγγο
του ωκεανού που κλαίει εντός μου…
Ω … πόσο αγαπώ, αγαπώ!..

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Έκτοτα Κακναβάτου, σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω. Σου φωνάζω: «σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως]

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ ΟΜΙΛΟΥΝΤΕΣ, ΠΛΗΝ ΧΩΡΙΣ ΜΙΣΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΨΕΥΔΟΜΕΝΟΥΣ:

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο ΝΑΙ ή το μεγάλο το ΟΧΙ να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το ’χει έτοιμο μέσα του το ΝΑΙ, και λέγοντάς το πέρα πηγαίνει στην τιμή και την πεποίθησή του. Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτούνταν πάλι, ΟΧΙ θα ξανάλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει εκείνο το ΟΧΙ –το σωστό- εις όλην την ζωή του [Κ.Π. Καβάφης, Che feceil gran rifiuto από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ  - ARTWORK: Goossens Ben]

 [Α να ήρθες εσύ με την αόριστη γοητεία σου. Στην Ιστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα κι έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου… Σ’ έπλασα ωραίο κι αισθηματικό, η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά. Και τόσο πλήρως σε φαντάστηκα, που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν η λάμπα μου, εθάρρεψα πως μπήκες μες στην κάμαρά μου, χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου… Για του λόγου το αληθές…]

Κεριά
Του μέλλοντος οι μέρες στέκονται εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμμένα –
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω, με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί του πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κοιτάζω τ’ αναμμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μικραίνει,
τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.



Θερμοπύλες
Τιμή σ’ εκείνους όπου στη ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες
δίκαιοι και ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία,
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι φτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους

Είναι οι προσπάθειες μας των συφοριασμένων κι η πτώσις μας βεβαία
Σ’ αυτές τις σκοτεινές κάμαρες, που περνώ μέρες βαριές, επάνω κάτω τριγυρνώ για να ’βρω τα παράθυρα. Όταν ανοίξει ένα παράθυρο θα ’ναι παρηγορία. Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται ή δεν μπορώ να τα ’βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω. Ίσως το φως θα ’ναι μια νέα τυραννία. Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει (ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ)

Η ψυχές των γερόντων
Μες στα παλιά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων η ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι η φτωχές
και πώς βαριούνται τη ζωή την άθλια που τραβούνε.
Πώς τρέμουν μην τη χάσουνε και πώς την αγαπούνε
η σαστισμένες κι αντιφατικές
μες στα παλιά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

Διακοπή
Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς,
τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.
Στης Ελευσίνος και τη; Φθίας τα παλάτια
η Δήμητρα κι η Θέτις αρχινούν έργα καλά
μες σε μεγάλες φλόγες και βαθύν καπνό, Αλλά
πάντοτε ορμά η Μετάνειρα από τα δωμάτια
του βασιλέως, ξέπλεγη και τρομαγμένη
και πάντοτε ο Πηλεύς φοβάται και επεμβαίνει.

Τρώες
Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων
είν’ η προσπάθειες μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε, κομμάτι
παίρνουμ’ επάνω μας κι αρχίζουμε
να ’χουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.

Είν’ η προσπάθειες μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφαση και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κι έξω στεκόμεθα ν’ αγωνσιστούμε.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν’ κι αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κι η Εκάβη κλαίνε.

[επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]