Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΤΟΥΣΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΤΟ ΑΝΑΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ:

Σαν τα νερά ενός ορκωτού δικαστηρίου ταράχθηκε η γαλήνη των ματιών της, αλλά το ανάβλεμμά της κατίσχυσε εν τέλει και πέταξε στην αιθρία του θολωτού της ονείρου όπως πετά μια μύγα από τν μύτη ενός κοιμωμένου παιδιού στην τύρβη μιας πολύφωτης σιγής. Τότε οι τηρηταί των νόμων συνελθόντες απεφάσισαν να σκοτώσουν την σιγή μια για πάντα και να στήσουν ακριβώς στο ίδιο σημείο το άγαλμα της γαλήνης των ματιών της γιατί η νέα γυναίκα κρατούσε στα χέρια της το ανάβλεμμά της σαν θαυματουργό φίδι [ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΙΣ ΦΟΡΤΗΓΟΥ ΑΤΜΟΠΛΟΙΟΥ από τη συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ 1935 - ARTWORK: Nekbetsun]


[Η Ποίηση είναι ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί, τ’ άνθη μιλούν και από τα πέταλά τους αναδύονται μικρούτσικες παιδίσκες. Οι εποχές αλλάζουν και η γυναίκα της εποχής μοιάζει με χάσμα θρυαλλίδας. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος… Γιατί, είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες: όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει, όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ… Για του λόγου το αληθές…]

Οι Δονήσεις του Λαιμοδέτου (από την ποιητική συλλογή ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Η άμμος της είναι απίστευτη. Χαρωπό το πρόσωπό της και το κάθε φύλλο της δενδροστοιχίας της καθηλωμένο. Πέρα από το στέαρ της κυπελλοφόρου αμάξης ο ουρανός της έγινε σαν μάτι μυρμηκιώντος κόμπου και χωρίς κόπο ο ζυμωτής των μεμακρυσμένων φόνων. Ο κήπος φέρει τα ίχνη μας προς την δυτική παλάμη του εξογκωμένου δρόμου και κλαίει η μικρή θρυαλλίς ανέσπερα σκυμμένη σε πάγους μαρασμού σε πάγους μάταιους σε πάγους συσχετιζομένους με την άδικη συστολή του πανούργου καταπέλτη. Καμιά πομπή δεν αντηχεί κι η λησμοσύνη που θρηνεί τα χτένια τα φαγωθέντα από τον πόντο διαρκεί σαν μια πλεκτάνη στο κέλυφος της συστηματικής ανιστορήσεως του στήθους


Τα σύρματα των αισθημάτων  (από την ίδια συλλογή)
Με την ορμή του πυρετού επιτεθείς κατέλυσε την τυραννίδα των απορρώγων βράχων. Η βοή του ερειπωθέντος συρφετού κρεμάστηκε στα σύρματα και οι εγκάφαλοι που διερράγησαν εκοίταξαν εκστατικά τον ολισθαίνοντα φόνον προς το έλκος του βαράθρου. Ο κοπετός των μικρών δενδρυλλίων μετεβλήθη σε αίνον μεγάλης διαστάσεως και τα ιπτάμενα ζωάρια των υπογείων σηράγγων απεχαιρέτισαν την δήθεν πανάκειαν που τους προσέφεραν άλλοτε στις πέντε το απόγευμα και αφού αποχαιρετίστηκαν και αναμεταξύ τους ήρχισαν να μέλπουν κατά των θώκων και κατά των θυρεών με αξιοθαύμαστον ακρίβειαν. Οι φυσιολάτραι εψήφισαν υπέρ της καταργήσεως της υποταγής και ο κρουνός ενός εκάστου κατήντησε το προσκύνημα των λεπρών καθώς και των υγιεστέρων μονάδων. Στην κορυφή του ενδοξοτέρου λόφου ιδρύθη αμμωνιούχον αιλουροκομείον και εις το κυλικείον του επετράπη η είσοδος σε όλους τους καιρούς καθώς και η συμβίωσις των δεσποινίδων μετά των ορχουμένων ποντοπόρων του ενεστώτος έτους.

Κύκλωπες και Καταστήματα  (από την ίδια συλλογή)

Η λύσις της λυπομανίας περιέχει την κόπωσιν των κλυδωνισμών του παγωμένου φρέατος. Σύμπασα η διαστολή της αναστηλώσεως των ορθίων καμήλων επί του είδους της φωτιάς που όλοι μας προτιμούμε συγκατανεύει ως περικοπή των βραχυτέρων σηματοφόρων της ανοίξεως. Εδώ περαστικά σαλπίσματα των βρυχωμένων γυπαετών εκεί σημάδια στα μάγουλα των ημίγυμνων γυναικών που μας προσμένουν αντί βοής των χήρων ερπετών. Κάτω από τους κλώνους των υπερωκεανίων σιμά σε μας θα λογισθούν ως σαλτιμπάγκοι οι χορτοφάγοι ιππείς και θα συρρέουν ως ροπή του πρακτικού σαρακηνού τα κρύσταλλά του και τα δέρματα των αχλαδιών που προτυμούν τη στύση του πέους από τα σύννεφα της νηνεμίας πλαγίων δρόμων χημικής αναιρέσεως και ανευρέσεως κόπρων και κοσμημάτων.

Το Βα-Βα των Κροάκων (από την ποιητική συλλογή ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Μοιάζουνε με ελαστικά κουνήματα κυμαινομένου όρους. Μια τρίχα αρκεί να σταματήσει η ρευστοποίησις των υποσχέσεων μας. Μια έλιξ στριφογυρίζει μέσα μας και κόβει τους λαιμούς των ποταμών και τα βυζιά της κάθε περιττής περόνης. Έξω το φως και τα σκουπίδια της αυγής. Έξω το μπάρκο-μπέστια και των θείων και των κονίκλων. Ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων. Οι πράξεις θέλουν άχυρα τα φίδια κρεμαστούς μπαξέδες από γλοιώδεις πλοκάμους μιας εσπερίδος.

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ, με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων. Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως]


Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΤΟΝ ΕΛΑΦΡΟ ΚΥΜΑΤΙΣΜΟ ΕΝΑ ΝΗΣΙ ΛΙΚΝΙΖΕΙ ΤΟΝ ΕΡΧΟΜΟ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ:

Φλοίσβος φιλί στη χαϊδεμένη άμμο – Έρωτας! Τη γαλανή του ελευθερία ο γλάρος δίνει στον ορίζοντα. Κύματα φεύγουν έρχονται, αφρισμένη απόκριση στ’ αυτιά των κοχυλιών. Ποιος πήρε την ολόξανθη και την ηλιοκαμένη; Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα. Γέρνει πανί του ονείρου, μακριά την υπόσχεσή του μουρμουρίζει – Φλοίσβος. Απόγευμα. Και η αυτοκρατορική του απομόνωση κι η στοργή των ανέμων του κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του. Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε να μη φεύγει… Όλα τα μέτωπα γυμνά και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.  [Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί, Ίκαρος 1940]

 [Από το ελάχιστο φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε. Μόνο που ’ναι πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίζεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της. Για του λόγου το αληθές…]

ΠΡΩΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Του Αιγαίου  (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1940)
       -I-
Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι


Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι

Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.
       -II-
Παιχνίδια τα νερά
Στα σκιερά περάσματα
Λένε με τα φιλιά τους την αυγή
Που αρχίζει
Ορίζοντας –

Και τ’ αγριοπερίστερα ήχο
Δονούνε στη σπηλιά τους
Ξύπνημα γαλανό μεσ’ την πηγή
Της μέρας
Ήλιος -

Δίνει ο μαΐστρος το πανί
Στη θάλασσα
Τα χάδια των μαλλιών
Στην ξεγνοιασιά του ονείρου του
Δροσιά-

Κύμα στο φως
Ξαναγεννάει τα μάτια
Όπου η ζωή αρμενίζει προς
Τ’ αγνάντεμα
Ζωή –
       -III-
Φλοίσβος φιλί στη χαϊδεμένη άμμο – Έρωτας
Τη γαλανή του ελευθερία ο γλάρος
Δίνει στον ορίζοντα
Κύματα φεύγουν έρχονται
αφρισμένη απόκριση στ’ αυτιά των κοχυλιών

Ποιος πήρε την ολόξανθη και την ηλιοκαμένη;
Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα
Γέρνει πανί του ονείρου
Μακριά την υπόσχεσή του μουρμουρίζει –
Φλοίσβος.

ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ  (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1940)
       -I-
Όλα τα σύννεφα στη Γη εξομολογήθηκαν
Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε

Κι όταν μέσ’ στα μαλλιά μου μελαγχόλησε
Το αμετανόητο χέρι

Δέθηκα σε’ ένα κόμπο λύπης
       -IΙ-
Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως θύμηση
Με το δένδρο της αμίλητο
Προς τη θάλασσα
Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως φτερούγισμα
Με την όψη της ακίνητη
Προς τη θάλασσα
Βραδιάζοντας
Δίχως έρωτα
Με το στόμα της ανένδοτο
Προς τη θάλασσα

Κι εγώ –μεσ’ στη Γαλήνη που σαγήνεψα.
       -IΙΙ-
Απόγευμα
Και η αυτοκρατορική του απομόνωση
Κι η στοργή των ανέμων του
Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του
Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε
Να μη φεύγει

Όλα τα μέτωπα γυμνά

Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, για να μας ΞΥΠΝΗΘΕΙ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ, που ολοένα με απίθανες χειρονομίες δρα… Γιατί όντας αρνητικό του ονείρου φαινόμαστε μαύροι και άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα]

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΣΑΚΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΛΥΚΟ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΤΡΟΥΠΑ ΤΟΥ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΘΟΛΑΜΙ ΤΟΥ:

Πρέπει να τσακώσουμε το λύκο μέσα στην τρούπα του, μέσα στο θολάμι του. Ναν τον κωλοσύρουμε όξω, στον ελεύθερον αγέρα. Ναν του βάλουμε μια σειρά λαμπερά άστρα –κοσμήματα- στο μέτωπο και ν’ αντικαταστήσουμε, μέσα στην καρδιά του, το μίσος του προς τους ανθρώπους με την φλογερή αγάπη προς αυτούς. Μα πως, κύριες, επιστέψατε πραγματικά πως είτανε δυνατό να το πούμε επιτυχία, και μεγάλη μάλιστα, αυτό που επλημμρίσατε τον βαθύτερο εαυτό σας με μωροφιλοδοξίες, με απληστία για επίδειξη κι επικράτηση, με άμετρη πλεονεξία μέσα στη στενή περιοχή του επιτηδεύματός σας, ή και πέραν αυτού; Μα πώς, Κύριε, θα συχωρέσετε ποτέ αυτή την κατάντια των πλασμάτων της δημιουργίας σας; Όχι, του ανθρώπου του πρέπει να ζει με το μέτωπο ψηλά, τα στήθια ξέσκεπα, την καρδιά ορθάνοιχτη σε κάθε αίτημα που δυνατόν ποτέ ν’ αντηχήσει γύρωθέ του. Ακριβώς όπως ο λύκος, που είπαμε, μέσα στο θολάμι του [Νίκος Εγγονόπουλος Η Πείρα, επιστολή προς ψευδοφιλόσοφο τινά, συνάμα δε μία τελείως άσχετη προσευχή από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ με έναν έγχρωμο πίνακα του ίδιου του ποιητή]

 [Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύφτεται η Ερινύα βαθειά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν τηνε νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό.]

Σονέτο μάλλον απαισιόδοξο (από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)
το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου
να διέκρινε άραγε των ροδόδενδρων την αρμονία;
όχι –‘όχι- μιαν απέραντη ηθικολογία
δε θα βοηθήσει να κάνουμε καλλίτερο τον κόσμο

να ελπίζεις – να ελπίζεις πάντα- πως ανάμεσα εις τους ανθρώπους
-που τους ρημάζει η τρομερή ευκολία-
θα συναντήσεις απαλές ψυχές με τρόπους
που τους διέπει καλοσύνη –πόθος ευγένειας- ηρεμία

ίσως όχι πολλές –ίσως να ’σαι άτυχος: καμία –
τότες εσύ προσπάθησε να γίνεις καλλίτερος
εις τρόπον ώστε να έρθει κάποια σχετική ισορροπία

άσε τους γύρωθέ σου να βουρλίζονται πως κάνουν κάτι
συ σκέψου –τώρα πια- με τι γλυκιά γαλήνη
προσμένεις να ’ρθει η ώρα να ξαπλώσεις στο παρήγορο θανάτου κρεβάτι



Ποίημα, απομίμησις πολλών ψαλμών αρμοσμένο γι’ αποκλειστικά ανδρική χορωδία σ’ εκκλησιαστική μουσική του Ιωάννου Σεβασστιανού Μπαχ (από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)

κατάρα –Κύριε- σ’ όποιον επιβουλεύτηκε
το ψωμί του ποιητού
κατάρa –Κύριε- σ’ εκείνον όπου έβαλε βέβηλο χέρι
στα λιγοστά χρήματα του
φτωχού ζωγράφου
που ’κλεψε τη δεκάρα
από την τεταμένη
την ταπεινή
του διακονιάρη
φούχτα
κατάρα!

χαράμι!
φαρμάκι θα γένει το ψωμί
και το κλεμμένο νόμισμα:
καρφί πυρακτωμένο στ’ άσπλαχνα τα στήθη
αυτών που έστερξαν τις ανομίες
σ’ αυτούς που αδίκησαν τη φτωχή χήρα
που εβαρέσαν το απροστάτευτο παιδί
που σπάσανε το πήλινο του διψασμένου τάσι
που αρνήθηκαν στον άρρωστο συμπόνια
που κορόιδεψαν το λεπρό
χτύπησαν τον τρελό
και τον τυφλό παραπλανήσαν
που δυσκολέψαν τη ζωή του ανήμπορου
στους ψεύδορκους
στους ατιμάσαντες
σ’ αυτούς που βασανίσανε Οβραίους είτε Χριστιανούς
μεσ’ στ’ άνομα στρατόπεδα της Γερμανίας

υπάρχει Θεός!

η μέρα περνά
η ώρα περνά
«η κοινωνία γελά»
σώζονται τα προσχήματα
όμως αυτός δεν το κατάλαβε
που έπεσε να κοιμηθή αφού διέπραξε την ανομία
πως ξημερώθηκε και ξύπνησε και περπατεί
πλέον μεσ’ στη φοβερή μαυρίλα του θανάτου
(το στόμα του από τώρα γέμισε χώματα)
κι αυτού που ψεύστηκε
κι αυτού που αδίκησε
κι αυτού που βάρεσε
θαν το πλερώσουνε και τα παιδιά τους
και λόγο –οπωσδήποτε- θα δώσουν
ίσαμε και
δέκατη Πέμπτη γενεά

υπάρχει Θεός!

ετάζονται οι καρδιές και τα νεφρά!
και πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη των ανθρώπων
κρύφτεται η Ερινύα
βαθιά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη
αμείλιχτη ανελέητη
που καλά ρούχα και οφφίκια και νομιμοφάνειες δεν ψηφά
που η καλοπέραση –μα προς Θεού- δεν τηνε νοιάζει
και τιμωρεί
σκληρά
τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό
γιατί

υπάρχει θεός!

ε! συ επίορκε
-ναι συ όπου ψευδόρκησες-
εσύ που έβλαψες με τόσην αλαφριά –τον πλησίον σου- συνείδηση
από τώρα ακούς στης νεκρικής σου ακολουθίας
τα ψαλσίματα
του πονηρού του πνεύματος τα γέλια
να σαρκάζουν;
ε! ψεύτη αστέ όσο κι αν προσπαθείς
τη μούρη σου
για συμπαθητική –κι ωραία κόμη- να μας δείξεις
μη χάνεσαι:
τη λούζει ολάκερη
της έρημης ψυχής σου η βρώμα
κι η ανανδρία
κι η ψευτιά

υπάρχει Θεός!

όπως του δίκαιου το κάθε τι θε να γενή χαλάλι
ο ανομήσας –μη σας νοιάζει- θα κριθεί

ακούσατε τα λόγια αυτά του ποιητή:
το άνομο ψωμί δεν ωφελεί
υπάρχει οπωσδήποτε Θεός:

τι κρίμα όμως ναν’ οι ανθρώποι τόσο λίγοι!

[επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων]

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

ΘΑ ΠΛΗΜΜΥΡΙΣΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΟΝΕΙΡΑ ΜΕ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ ΝΑ ΣΕ ΓΕΜΙΣΕΙ ΦΙΛΙΑ

Και το κορίτσι που ονειρεύτηκες στους ολόφωτους κάμπους μπορεί κι αυτό να ’χει το ίδιο χαμόγελο της χαραυγής όταν το αγκαλιάσεις και το φιλήσεις τυφλά… και θα συναντήσεις την αστραπή που θα σου δώσει το βλέμμα της το νεραντζοφιλημένο.  Και σ’ αυτήν την ονειρεμένη πολιτεία μπορεί κι εσύ να ’χεις την ίδια σου την καρδιά βαθιά κρυμμένη μες τη δική μας μνήμη για τους σκληρούς κι ανήσυχους καιρούς που είναι να έρθουν… Μα, έλα εσύ, τίναξε το βαρύ χαλινάρι που εμποδίζει τα όνειρα να φορέσουν αστραφτερά πουκάμισα και τραγούδησε ένα δικό σου αστέρι να σου πλαταίνει τα όνειρα, να σου φυτεύει περιβόλια με τριαντάφυλλα χελιδόνια και να σου δείχνει μ’ ένα βαθύτερο δάχτυλο τους φίλους και τους εχθρούς με τ’ όνομά τους το αληθινό… Να κατέβει ο Γαλαξίας να γίνει περιβόλι, να ’ρθουνε τα ποτάμια να γίνουν ένα ρέμα για να νιφτούν οι άνιφτοι να πιουν οι διψασμένοι να χτίσουν κι αυτοί ένα χαρούμενο σπίτι. Έτσι, θα ξέρεις περισσότερα νησιά κι από την ίδια τη θάλασσα, περισσότερα πουλιά κι από τον ίδιο τον ουρανό, μη τυχόν γελαστείς και νομίσεις πως στ’ αλήθεια οι γυναίκες τη νύχτα χάνουν την ασκήμια τους και γίνονται όμορφοι άγγελοι που γλιστράν σιωπηλά να ξεχάσουν τον πόνο της μέρας στη θερμή αγκαλιά σου [εισαγωγικό από το ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΥΓΗΣ του Νάνου Βαλαωρίτη από το βιβλίο ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1 εκδόσεις ύψιλον1983ARTWORKS: Amit Sharma]

Τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική η θάλασσα που σφαδάζει πάνω στα βράχια σαν γυναίκα αλυσοδεμένη στη στεριά. Όμως πρέπει πρώτα να χαράξουμε στην πέτρα ένα χαμόγελο, ν’ ανάψουμε στους στίχους μερικές μεγάλες φωτιές όπως το απαιτούν οι συνήθειες των ναυαγών και η φαντασία των ποιητών. Για του λόγου το αληθές…

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΥΓΗΣ (άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτο του –ΣΟΛΩΜΟΣ)
-Ι-
Σ’ εσένα που καρτεράς τη θάλασσα να ’ρθει να σε βρέξει με τα νερά της
όπως έρχεται ένα κορίτσι να σε γεμίσει φιλιά
όπως έρχεται ένας αγέρας βορινός να σου φέρει το παραμύθι του κάμπου
όπως έρχονται οι λεμονιές να χορέψουν στο ματωμένο σου στήθος
ένα βράδυ του Μαγιού απ’ τα περβόλια της Νάξος
στολισμένες με κόκκινα τριαντάφυλλα να πλημμυρίσουν τα μάτια σου όνειρα.



Σ’ εσένα που καρτεράς να ξαναρθούν τα κοιμισμένα καράβια να γεμίσουν την αγκαλιά σου θυμάρι
και να σου φέρουν ένα τραγούδι θαλασσινό που θα μαγέψει τα’ αυτιά σου
κι η θάλασσα να βγάλει ανθούς να γίνει περιβόλι
κι οι περιβολάρηδες να βυθιστούν στη μεθυσμένη αγκαλιά του Μαΐστρου.

Σ’ εσένα που καρτεράς την άνοιξη να κατέβουν οι χωριάτες με κόκκινα τριαντάφυλλα στα μαλλιά τους
με φλογέρες και με γυμνά κορίτσια στην αγκαλιά τους
να χορέψουν να πιουν και ν’ ανάψουν φωτιές μες στ’ αμπέλια
να σφίξουν τα ολόλευκα στήθια για να φύγουν τ’ αστέρια
να κλειδώσουν τ’ ασημένια τους μπράτσα στ’ αναμμένα κορμιά
να ντρέπεται ο Αυγερινός να χαμηλώνει τα μάτια του
να κοιτάζει κι η Πούλια να ζηλεύει και να παραπονιέται.

Σ’ εσένα φίλε που βγαίνεις με το πουκάμισο της χαραυγής να γιορτάσεις
σ’ εσένα με τα χαμηλωμένα μάτια και της σφιγμένη καρδιά
σ’ εσένα που λογαριάζεις πως είναι δύσκολο να λυθούνε τα μάγια
που σε κρατάνε δεμένο τόσο καιρό μέσα στην ίδια σου την αράχνη
σ’ εσένα που στάθηκες βουβός μπροστά στις αμυγδαλιές
σ’ εσένα και σ’ όλους εκείνους που έμειναν βυθισμένοι μες στο βαρύ μετάξι του ύπνου
στέλνω τ’ αναπάντεχο κι αστραφτερό τούτο μήνυμα:
«Ενωθείτε παιδιά πριν ναυαγήσουν τα στήθια σας
μες στην πυκνή σάρκα της λησμονιάς λάφυρο μιας τεχνητής καλοσύνης
κι ελάτε όπως ο άνεμος μες στις υγρές κοιλάδες
να προσκυνήσουμε γυμνοί τη μεγάλη δυναστεία του κριθαριού.
Ενωθείτε παιδιά πριν πεθάνει οριστικά το γέρικο σπαθί του μπάρμπα-Γαλαξία
κι ελάτε τρυφεροί όπως τ’ ανήλικα χορτάρια της Γκιώνας
να φορέσετε τη χιλιοκεντημένη μορφή της θύελλας
και να γαμπροστολίσετε τ’ ανθισμένα ποτάμια σας
μ’ ένα γιγάντιο σπαθάτο γαρούφαλλο
και θα γλιστρήσουν τα ίδια σας τα βουνά μες στις βαθιές κι απελπισμένες χαράδρες
και θ’ αντηχήσουν τα βήματά σας μες στην πικρή καρδιά του ανέμου
και στ’ αφιλόξενα τούτα παράλια θα προσμένουν τη δύναμή σας ένα πλήθος καράβια.
-ΙΙ-
Γι’ αυτό κι εσύ που μας άκουσες να γίνεις δάσος να κυβερνήσεις την άνοιξη
γι’ αυτό μπορεί κι εσύ που μας είδες να γίνεις ουρανός να κυβερνήσεις τα άστρα
φτάνει να το θελήσεις
κι όλες οι παιδικές σου ελπίδες μπορεί κι αυτές να ’χουν πεθάνει
οι κούκλες, τα κάστρα, οι ναύτες και τα παιχνίδια
και το κορίτσι που ονειρεύτηκες στους ολόφωτους κάμπους
μπορεί κι αυτό να ’χει το ίδιο μαρμαρωμένο χαμόγελο
όταν την αγκαλιάσεις και τη φιλήσεις τυφλά
και σ’ αυτήν την παγωμένη μας πολιτεία
μπορεί κι εσύ να ’χεις την ίδια σου την καρδιά
βαθιά κρυμμένη μες στη δική μας μνήμη
φτάνει να μην ξεφύγεις όταν θα νιώσεις την αστραπή να σιμώνει
σε μιαν άλλη πικρότερη φαντασία
φτάνει να μην απλώσεις γύρω σου τ’ αμέτρητο πλήθος
μιας εκατόφυλλης μοναξιάς
γιατί θα σηκωθείς ένα πρωί κουρασμένος ν’ αγναντέψεις τα σπίτια
και ο καπνός δε θα ’ναι πια τότε το κόκκινο φίδι
που θα τυλιχθεί στο λαιμό σου όταν στερέψει τ’ όνειρο
που θα σταθεί στο πλευρό σου να ξαναφέρει
το κορίτσι με τα γλυκά πορτοκαλιά,
το κορίτσι με τ’ άσπρα κύματα
το κορίτσι με τα νησιά με τους γλάρους και τα κοράλλια.
-ΙΙΙ-
Είναι βαθιά τα ποτάμια τους μα δεν έχουν αμυγδαλιές
είναι γυμνά τα βουνά τους μα δεν έχουν υπομονή
κι είναι δύσκολοι σύντροφοι για έναν άνθρωπο που αλλάζει καρδιά
αυτά τα χωματένια παιδιά.

Και να που θα βγαίνουν αμέτρητοι
από τα πέτρινα στήθια μιας μεγάλης αυγής
και να που θα γεννιούνται κατάχλωμοι
από τα όνειρα μιας ασάλευτης γης
θαλασσινοί που λησμόνησαν τα καράβια τους στο βυθό
βασιλιάδες που ονειρεύτηκαν μια βαθύτερη κόρη
και μυστικοί δολοφόνοι ντυμένοι σαν άγγελοι και παρθένες
θα ’ρχονται να κουρελιάσουν τον ύπνο μας μ’ ένα κρυμμένο σπαθί
κι άγνωστοι μα σοφότατοι αστρολόγοι
μας δείχνουν τους ουρανούς βυθισμένους μες στα νυχάτα τους δάχτυλα
και μαντεύουν το θάνατό μας
για τις μεγάλες μας αποφάσεις μια στάχτη παντοτινή.

Και να που θα περάσουν μια μέρα κι απ’ τη δική σας κοιλάδα
να σας αλλάξουν τα στήθια τους με κοράλλια
να σας τρυπήσουν τον Αύγουστο με το διπλό κοντάρι της χαραυγής
να σας αρπάξουν τα όμορφα παλικάρια
για να τα σπείρουν άδοξα μες στο βυθό της θάλασσας
και θα σκορπίσουν κάποτε τα κοιμισμένα καράβια σας
με τον ήλιο και με τη δύναμη ενός μεγάλου καθρέφτη
που έφεραν από μια ξένη χώρα να σας διδάσκει παντοτινά
ένα μάθημα για τις σκλαβωμένες καρδιές
ένα σύνθημα για τους σκληρούς κι ανήσυχους καιρούς.

Μα εσύ παλικάρι μου που τους είδες να φανερώνουν τα φοβερά τους αινίγματα
από τις σκοτεινές χαράδρες του χρόνου
τον άνθρωπο με ένα τρίτο χέρι
το φίδι με τα εφτά κεφάλια
και το παιδί με τα χαμένα μάτια
να ’χεις ψηλά τους πύργους σου σε κάθε πύργο κι άστρο
να σου πλαταίνει τα όνειρα
να σου κοιμίζει τις λιογέννητες πορτοκαλιές
να σου φυτεύει τα περιβόλια με τριαντάφυλλα χελιδόνια
να σου κρεμάει τ’ αφηρημένα ρολόγια στα εγέρωχα πλατανόφυλλα
και να σου δείχνει μ’ ένα βαθύτερο δάχτυλο
πίσω απ’ το κάθε χαμόγελο ένα πικρό τριαντάφυλλο
πίσω από την κάθε φωνή μιαν άλλη πικρότερη φωνή
πίσω απ’ την κάθε μορφή μιαν άλλη μορφή κρυμμένη
και γρήγορα να διαλύσεις τα μυστικά τους
τις γυναίκες, τ’ αστέρια και τα καράβια τους
μες στο ήσυχο Λευκαδίτικο λάδι.

Σκεφτείτε τώρα γείτονοι κι εσείς τα βουνά σας
και το φεγγάρι σκεφτείτε που έζησε τόσα χρόνια κοντά σας
και τα πουλιά σας που έφυγαν να πάνε σ’ άλλη χώρα
σκεφτείτε κι εσείς να βρεθείτε μια καταπράσινη χαραυγή
ολομόναχοι πάνω σε τούτη τη γη
σκεφτείτε κι αυτοί να σταματήσουν κάποτε τις αφρισμένες ακρογιαλιές
και να γίνουν αγάλματα
που θα μαντεύουν παντοτινά μια μεγάλη καταστροφή.

-ΙV-
Και στη δική μας την πολιτεία περνάν και βυθίζονται σαν αστέρια
ένα κοπάδι πνιγμένοι, ένα πλήθος καταδικασμένοι
έμποροι μιας βαθιάς τρικυμίας, έμποροι μιας ανήξερης νύχτας
έμποροι της λησμονιάς που θα σκορπίσουν με ένα σπάταλο χέρι ένα βαθύτερο ύπνο.

Ασάλευτοι κι ατάραχοι μες στη χώρα μας
σαν τα βαριά και νυσταγμένα ποτάμια
έχουν πολλοί κι ένα χαμένο γαρύφαλλο στην καρδιά
και θα σε πάρουν μια μέρα να σου δείξουν τ’ αστέρια
κι εσένα που καρτεράς το θυμάρι ν’ ανθίσει στον ουρανό
κι εσένα που καρτεράς την άνοιξη ν’ ανοίξει στα δυο
θα σ’ αγκαλιάσουν και θα σου πούνε
για τη βαθιά συλλογή που χαρίζει την ευτυχία
μες στα ήσυχα και παγωμένα βουνά
για το μεγάλο ταξίδι που θα μπορέσεις να κάνεις ασάλευτος
με το νου σου μονάχα και την καρδιά
για τους νεκρούς που θα δεις για τη δύναμη και την ομορφιά τους
για τη φλόγα που τους βοήθησε να γίνουν στάχτη
για το θάνατο που θα σου φέρει
το αθάνατο νερό της λησμονιάς.
Μα να προσέχεις τις μαγικές υποσχέσεις τους μακρινούς αστερισμούς
τους Σκορπιούς, τους Κύκνους και τους Καρκίνους
να καθαρίζεις την ομορφιά σου από τα λάθη
απ’ τις βροχές κι από την τέχνη ενός κρυμμένου καθρέφτη
και να πηγαίνεις ελεύθερος με το χέρι πάνω στο τίμιο μαχαίρι
μεγάλο παιδί τριαντάφυλλο μεγάλο παιδί χελιδόνι
μεγάλο παιδί των παιδιών σου
να συναντήσεις τη φιλόξενη καρυδιά που θα σου δώσει το αίμα της
να συναντήσεις την αστραπή που θα σου δώσει το βλέμμα της
τους φίλους και τους εχθρούς να τους φωνάζεις πάντοτε
με τ’ όνομά τους το αληθινό.
-V-
Μην του πιστεύεις λοιπόν κι ας λένε πως στον ουρανό κάθονται κρίνοι
κι ας λένε πως τα μικρά παιδιά ξέρουν περισσότερα νησιά
κι από την ίδια τη θάλασσα
κι ας λένε πως τα καράβια ξέρουν περισσότερα πουλιά
κι από τον ίδιο τον ουρανό
κι ας λένε πως τα σκυλιά πρέπει να κάτσουν φρόνιμα στα χωριά τους
να βοσκήσουν τα πρόβατα να φυλάξουν τα στάρια
για να φάνε τα χελιδόνια να μεγαλώσουν κι αυτά τη φωλιά τους
και μη γελαστείς και μη νομίζεις πως οι γυναίκες τη νύχτα
χάνουν την ασκήμια τους γίνονται όμορφοι άγγελοι
που γλιστράν σιωπηλά να ξεχάσουν τον πόνο της μέρας στη θερμή αγκαλιά σου.

Μη τους πιστεύεις κι ας λένε πως όλα θα διορθωθούν
όταν θα ’ρθουν οι κήποι ν’ αγκαλιάσουνε τα σπίτια
όταν θα ’ρθουν τα όνειρα να διώξουν τους ανθρώπους
όταν θα κατέβουν οι πρόγονοι απ’ τα ψηλά βουνά
με το δάκρυ στα χείλη κρεμασμένο
να χτίσουν πύργους να παντρευτούν γυναίκες νεραντζοφιλημένες
να σκάψουν τη θάλασσα στο τρίφυλλο ακρωτήρι
να συγγενέψουν με τις σοφές νεροφίδες
να συμμαχήσουν με τ’ αστροπελέκι
και ν’ αποχτήσουν δύναμη πολλή κι ανθρώπους
ίσαμε να ’ρθουν οι λαοί να ’ρθουν οι καιροί
να θάψουν τη μεγάλη πολιτεία να κάψουν τους ξύλινους θεούς
να πάρουν και τις γυναίκες στα χαμηλά καράβια τους νεραντζοφιλημλενες.
Μην τους πιστεύεις όταν μιλάνε για προγόνους.
Τώρα οι άνθρωποι αυτοί με τις παγωμένες καρδιές
είναι τόσο δυστυχισμένοι που δεν περιμένουν πια
να κατέβει ο Γαλαξίας να γίνει περιβόλι
να ’ρθουνε τα ποτάμια να γίνουν ένα ρέμα
για να νιφτούν οι άνιφτοι να πιουν οι διψασμένοι
να χτίσουν κι αυτοί ένα χαρούμενο σπίτι.

-VI-
Με το κόκκινο φίδι που γεννιέται στο αίμα τους
με τη διπλή φλογέρα που κοιμάται στο βλέμμα τους
τα παιδιά σας θα μεγαλώσουν κι αυτά
θα τινάξουν το βαρύ χαλινάρι που εμποδίζει τα όνειρά σας
θα φορέσουν τα αστραφτερά σας πουκάμισα
θα παρατήσουν τους χορούς και τα παιχνίδια στα τρυφερά λαγκάδια
και θα περάσουν σιωπηλοί μαρμαροτράχηλοι τις ατσαλένιες πόρτες
να πλημμυρίσουν τη γερασμένη σας πολιτεία
και τ’ αγέρωχα παλικάρια μεθυσμένα από το αίμα της χαραυγής
θα τιναχτούν να γιορτάσουν το ξύπνημά τους
να τραγουδήσουν με τη δική σας φωνή ένα δικό τους αστέρι
να ταξιδέψουν με τα δικά σας καράβια ένα δικό τους ταξίδι
ν’ αγναντέψουν με τα δικά σας βλέμματα ένα δικό τους ήλιο
να κοιμηθούν με το δικό σας ύπνο ένα λαφρύτερο ύπνο
και θα ’ρθουν αστροντυμένοι
όπως έρχεται το φεγγάρι να λιώσει στην αμασχάλη του βουνού
και θα ’ρθουν ηλιολουσμένοι
όπως έρχεται το μαχαίρι αστραφτερό να βρει το κοιμισμένο χέρι
και θα ’ρθουν ανεμοπόδαροι θαλασσοφιλημένοι
να τινάξουν στην μαραμένη σας αγκαλιά τη ζωντανή τους αγάπη
τα πλούσια κι απλοϊκά τους δώρα.

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)