Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΤΟΥΣΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΤΟ ΑΝΑΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ:

Σαν τα νερά ενός ορκωτού δικαστηρίου ταράχθηκε η γαλήνη των ματιών της, αλλά το ανάβλεμμά της κατίσχυσε εν τέλει και πέταξε στην αιθρία του θολωτού της ονείρου όπως πετά μια μύγα από τν μύτη ενός κοιμωμένου παιδιού στην τύρβη μιας πολύφωτης σιγής. Τότε οι τηρηταί των νόμων συνελθόντες απεφάσισαν να σκοτώσουν την σιγή μια για πάντα και να στήσουν ακριβώς στο ίδιο σημείο το άγαλμα της γαλήνης των ματιών της γιατί η νέα γυναίκα κρατούσε στα χέρια της το ανάβλεμμά της σαν θαυματουργό φίδι [ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΙΣ ΦΟΡΤΗΓΟΥ ΑΤΜΟΠΛΟΙΟΥ από τη συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ 1935 - ARTWORK: Nekbetsun]


[Η Ποίηση είναι ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί, τ’ άνθη μιλούν και από τα πέταλά τους αναδύονται μικρούτσικες παιδίσκες. Οι εποχές αλλάζουν και η γυναίκα της εποχής μοιάζει με χάσμα θρυαλλίδας. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος… Γιατί, είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες: όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει, όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ… Για του λόγου το αληθές…]

Οι Δονήσεις του Λαιμοδέτου (από την ποιητική συλλογή ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Η άμμος της είναι απίστευτη. Χαρωπό το πρόσωπό της και το κάθε φύλλο της δενδροστοιχίας της καθηλωμένο. Πέρα από το στέαρ της κυπελλοφόρου αμάξης ο ουρανός της έγινε σαν μάτι μυρμηκιώντος κόμπου και χωρίς κόπο ο ζυμωτής των μεμακρυσμένων φόνων. Ο κήπος φέρει τα ίχνη μας προς την δυτική παλάμη του εξογκωμένου δρόμου και κλαίει η μικρή θρυαλλίς ανέσπερα σκυμμένη σε πάγους μαρασμού σε πάγους μάταιους σε πάγους συσχετιζομένους με την άδικη συστολή του πανούργου καταπέλτη. Καμιά πομπή δεν αντηχεί κι η λησμοσύνη που θρηνεί τα χτένια τα φαγωθέντα από τον πόντο διαρκεί σαν μια πλεκτάνη στο κέλυφος της συστηματικής ανιστορήσεως του στήθους


Τα σύρματα των αισθημάτων  (από την ίδια συλλογή)
Με την ορμή του πυρετού επιτεθείς κατέλυσε την τυραννίδα των απορρώγων βράχων. Η βοή του ερειπωθέντος συρφετού κρεμάστηκε στα σύρματα και οι εγκάφαλοι που διερράγησαν εκοίταξαν εκστατικά τον ολισθαίνοντα φόνον προς το έλκος του βαράθρου. Ο κοπετός των μικρών δενδρυλλίων μετεβλήθη σε αίνον μεγάλης διαστάσεως και τα ιπτάμενα ζωάρια των υπογείων σηράγγων απεχαιρέτισαν την δήθεν πανάκειαν που τους προσέφεραν άλλοτε στις πέντε το απόγευμα και αφού αποχαιρετίστηκαν και αναμεταξύ τους ήρχισαν να μέλπουν κατά των θώκων και κατά των θυρεών με αξιοθαύμαστον ακρίβειαν. Οι φυσιολάτραι εψήφισαν υπέρ της καταργήσεως της υποταγής και ο κρουνός ενός εκάστου κατήντησε το προσκύνημα των λεπρών καθώς και των υγιεστέρων μονάδων. Στην κορυφή του ενδοξοτέρου λόφου ιδρύθη αμμωνιούχον αιλουροκομείον και εις το κυλικείον του επετράπη η είσοδος σε όλους τους καιρούς καθώς και η συμβίωσις των δεσποινίδων μετά των ορχουμένων ποντοπόρων του ενεστώτος έτους.

Κύκλωπες και Καταστήματα  (από την ίδια συλλογή)

Η λύσις της λυπομανίας περιέχει την κόπωσιν των κλυδωνισμών του παγωμένου φρέατος. Σύμπασα η διαστολή της αναστηλώσεως των ορθίων καμήλων επί του είδους της φωτιάς που όλοι μας προτιμούμε συγκατανεύει ως περικοπή των βραχυτέρων σηματοφόρων της ανοίξεως. Εδώ περαστικά σαλπίσματα των βρυχωμένων γυπαετών εκεί σημάδια στα μάγουλα των ημίγυμνων γυναικών που μας προσμένουν αντί βοής των χήρων ερπετών. Κάτω από τους κλώνους των υπερωκεανίων σιμά σε μας θα λογισθούν ως σαλτιμπάγκοι οι χορτοφάγοι ιππείς και θα συρρέουν ως ροπή του πρακτικού σαρακηνού τα κρύσταλλά του και τα δέρματα των αχλαδιών που προτυμούν τη στύση του πέους από τα σύννεφα της νηνεμίας πλαγίων δρόμων χημικής αναιρέσεως και ανευρέσεως κόπρων και κοσμημάτων.

Το Βα-Βα των Κροάκων (από την ποιητική συλλογή ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Μοιάζουνε με ελαστικά κουνήματα κυμαινομένου όρους. Μια τρίχα αρκεί να σταματήσει η ρευστοποίησις των υποσχέσεων μας. Μια έλιξ στριφογυρίζει μέσα μας και κόβει τους λαιμούς των ποταμών και τα βυζιά της κάθε περιττής περόνης. Έξω το φως και τα σκουπίδια της αυγής. Έξω το μπάρκο-μπέστια και των θείων και των κονίκλων. Ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων. Οι πράξεις θέλουν άχυρα τα φίδια κρεμαστούς μπαξέδες από γλοιώδεις πλοκάμους μιας εσπερίδος.

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ, με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων. Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως]


Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΤΟΝ ΕΛΑΦΡΟ ΚΥΜΑΤΙΣΜΟ ΕΝΑ ΝΗΣΙ ΛΙΚΝΙΖΕΙ ΤΟΝ ΕΡΧΟΜΟ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ:

Φλοίσβος φιλί στη χαϊδεμένη άμμο – Έρωτας! Τη γαλανή του ελευθερία ο γλάρος δίνει στον ορίζοντα. Κύματα φεύγουν έρχονται, αφρισμένη απόκριση στ’ αυτιά των κοχυλιών. Ποιος πήρε την ολόξανθη και την ηλιοκαμένη; Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα. Γέρνει πανί του ονείρου, μακριά την υπόσχεσή του μουρμουρίζει – Φλοίσβος. Απόγευμα. Και η αυτοκρατορική του απομόνωση κι η στοργή των ανέμων του κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του. Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε να μη φεύγει… Όλα τα μέτωπα γυμνά και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.  [Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί, Ίκαρος 1940]

 [Από το ελάχιστο φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε. Μόνο που ’ναι πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίζεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της. Για του λόγου το αληθές…]

ΠΡΩΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Του Αιγαίου  (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1940)
       -I-
Ο έρωτας
Το αρχιπέλαγος
Κι η πρώρα των αφρών του
Κι οι γλάροι των ονείρων του
Στο πιο ψηλό κατάρτι του ο ναύτης ανεμίζει
Ένα τραγούδι


Ο έρωτας
Το τραγούδι του
Κι οι ορίζοντες του ταξιδιού του
Κι η ηχώ της νοσταλγίας του
Στον πιο βρεμένο βράχο της η αρραβωνιαστικιά προσμένει
Ένα καράβι

Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.
       -II-
Παιχνίδια τα νερά
Στα σκιερά περάσματα
Λένε με τα φιλιά τους την αυγή
Που αρχίζει
Ορίζοντας –

Και τ’ αγριοπερίστερα ήχο
Δονούνε στη σπηλιά τους
Ξύπνημα γαλανό μεσ’ την πηγή
Της μέρας
Ήλιος -

Δίνει ο μαΐστρος το πανί
Στη θάλασσα
Τα χάδια των μαλλιών
Στην ξεγνοιασιά του ονείρου του
Δροσιά-

Κύμα στο φως
Ξαναγεννάει τα μάτια
Όπου η ζωή αρμενίζει προς
Τ’ αγνάντεμα
Ζωή –
       -III-
Φλοίσβος φιλί στη χαϊδεμένη άμμο – Έρωτας
Τη γαλανή του ελευθερία ο γλάρος
Δίνει στον ορίζοντα
Κύματα φεύγουν έρχονται
αφρισμένη απόκριση στ’ αυτιά των κοχυλιών

Ποιος πήρε την ολόξανθη και την ηλιοκαμένη;
Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα
Γέρνει πανί του ονείρου
Μακριά την υπόσχεσή του μουρμουρίζει –
Φλοίσβος.

ΚΛΙΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ  (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1940)
       -I-
Όλα τα σύννεφα στη Γη εξομολογήθηκαν
Τη θέση τους ένας καημός δικός μου επήρε

Κι όταν μέσ’ στα μαλλιά μου μελαγχόλησε
Το αμετανόητο χέρι

Δέθηκα σε’ ένα κόμπο λύπης
       -IΙ-
Η ώρα ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως θύμηση
Με το δένδρο της αμίλητο
Προς τη θάλασσα
Ξεχάστηκε βραδιάζοντας
Δίχως φτερούγισμα
Με την όψη της ακίνητη
Προς τη θάλασσα
Βραδιάζοντας
Δίχως έρωτα
Με το στόμα της ανένδοτο
Προς τη θάλασσα

Κι εγώ –μεσ’ στη Γαλήνη που σαγήνεψα.
       -IΙΙ-
Απόγευμα
Και η αυτοκρατορική του απομόνωση
Κι η στοργή των ανέμων του
Κι η ριψοκίνδυνη αίγλη του
Τίποτε να μην έρχεται Τίποτε
Να μη φεύγει

Όλα τα μέτωπα γυμνά

Και για συναίσθημα ένα κρύσταλλο.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, για να μας ΞΥΠΝΗΘΕΙ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ, που ολοένα με απίθανες χειρονομίες δρα… Γιατί όντας αρνητικό του ονείρου φαινόμαστε μαύροι και άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα]

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΣΑΚΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΛΥΚΟ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΤΡΟΥΠΑ ΤΟΥ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΘΟΛΑΜΙ ΤΟΥ:

Πρέπει να τσακώσουμε το λύκο μέσα στην τρούπα του, μέσα στο θολάμι του. Ναν τον κωλοσύρουμε όξω, στον ελεύθερον αγέρα. Ναν του βάλουμε μια σειρά λαμπερά άστρα –κοσμήματα- στο μέτωπο και ν’ αντικαταστήσουμε, μέσα στην καρδιά του, το μίσος του προς τους ανθρώπους με την φλογερή αγάπη προς αυτούς. Μα πως, κύριες, επιστέψατε πραγματικά πως είτανε δυνατό να το πούμε επιτυχία, και μεγάλη μάλιστα, αυτό που επλημμρίσατε τον βαθύτερο εαυτό σας με μωροφιλοδοξίες, με απληστία για επίδειξη κι επικράτηση, με άμετρη πλεονεξία μέσα στη στενή περιοχή του επιτηδεύματός σας, ή και πέραν αυτού; Μα πώς, Κύριε, θα συχωρέσετε ποτέ αυτή την κατάντια των πλασμάτων της δημιουργίας σας; Όχι, του ανθρώπου του πρέπει να ζει με το μέτωπο ψηλά, τα στήθια ξέσκεπα, την καρδιά ορθάνοιχτη σε κάθε αίτημα που δυνατόν ποτέ ν’ αντηχήσει γύρωθέ του. Ακριβώς όπως ο λύκος, που είπαμε, μέσα στο θολάμι του [Νίκος Εγγονόπουλος Η Πείρα, επιστολή προς ψευδοφιλόσοφο τινά, συνάμα δε μία τελείως άσχετη προσευχή από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ με έναν έγχρωμο πίνακα του ίδιου του ποιητή]

 [Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύφτεται η Ερινύα βαθειά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν τηνε νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό.]

Σονέτο μάλλον απαισιόδοξο (από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)
το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου
να διέκρινε άραγε των ροδόδενδρων την αρμονία;
όχι –‘όχι- μιαν απέραντη ηθικολογία
δε θα βοηθήσει να κάνουμε καλλίτερο τον κόσμο

να ελπίζεις – να ελπίζεις πάντα- πως ανάμεσα εις τους ανθρώπους
-που τους ρημάζει η τρομερή ευκολία-
θα συναντήσεις απαλές ψυχές με τρόπους
που τους διέπει καλοσύνη –πόθος ευγένειας- ηρεμία

ίσως όχι πολλές –ίσως να ’σαι άτυχος: καμία –
τότες εσύ προσπάθησε να γίνεις καλλίτερος
εις τρόπον ώστε να έρθει κάποια σχετική ισορροπία

άσε τους γύρωθέ σου να βουρλίζονται πως κάνουν κάτι
συ σκέψου –τώρα πια- με τι γλυκιά γαλήνη
προσμένεις να ’ρθει η ώρα να ξαπλώσεις στο παρήγορο θανάτου κρεβάτι



Ποίημα, απομίμησις πολλών ψαλμών αρμοσμένο γι’ αποκλειστικά ανδρική χορωδία σ’ εκκλησιαστική μουσική του Ιωάννου Σεβασστιανού Μπαχ (από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)

κατάρα –Κύριε- σ’ όποιον επιβουλεύτηκε
το ψωμί του ποιητού
κατάρa –Κύριε- σ’ εκείνον όπου έβαλε βέβηλο χέρι
στα λιγοστά χρήματα του
φτωχού ζωγράφου
που ’κλεψε τη δεκάρα
από την τεταμένη
την ταπεινή
του διακονιάρη
φούχτα
κατάρα!

χαράμι!
φαρμάκι θα γένει το ψωμί
και το κλεμμένο νόμισμα:
καρφί πυρακτωμένο στ’ άσπλαχνα τα στήθη
αυτών που έστερξαν τις ανομίες
σ’ αυτούς που αδίκησαν τη φτωχή χήρα
που εβαρέσαν το απροστάτευτο παιδί
που σπάσανε το πήλινο του διψασμένου τάσι
που αρνήθηκαν στον άρρωστο συμπόνια
που κορόιδεψαν το λεπρό
χτύπησαν τον τρελό
και τον τυφλό παραπλανήσαν
που δυσκολέψαν τη ζωή του ανήμπορου
στους ψεύδορκους
στους ατιμάσαντες
σ’ αυτούς που βασανίσανε Οβραίους είτε Χριστιανούς
μεσ’ στ’ άνομα στρατόπεδα της Γερμανίας

υπάρχει Θεός!

η μέρα περνά
η ώρα περνά
«η κοινωνία γελά»
σώζονται τα προσχήματα
όμως αυτός δεν το κατάλαβε
που έπεσε να κοιμηθή αφού διέπραξε την ανομία
πως ξημερώθηκε και ξύπνησε και περπατεί
πλέον μεσ’ στη φοβερή μαυρίλα του θανάτου
(το στόμα του από τώρα γέμισε χώματα)
κι αυτού που ψεύστηκε
κι αυτού που αδίκησε
κι αυτού που βάρεσε
θαν το πλερώσουνε και τα παιδιά τους
και λόγο –οπωσδήποτε- θα δώσουν
ίσαμε και
δέκατη Πέμπτη γενεά

υπάρχει Θεός!

ετάζονται οι καρδιές και τα νεφρά!
και πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη των ανθρώπων
κρύφτεται η Ερινύα
βαθιά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη
αμείλιχτη ανελέητη
που καλά ρούχα και οφφίκια και νομιμοφάνειες δεν ψηφά
που η καλοπέραση –μα προς Θεού- δεν τηνε νοιάζει
και τιμωρεί
σκληρά
τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό
γιατί

υπάρχει θεός!

ε! συ επίορκε
-ναι συ όπου ψευδόρκησες-
εσύ που έβλαψες με τόσην αλαφριά –τον πλησίον σου- συνείδηση
από τώρα ακούς στης νεκρικής σου ακολουθίας
τα ψαλσίματα
του πονηρού του πνεύματος τα γέλια
να σαρκάζουν;
ε! ψεύτη αστέ όσο κι αν προσπαθείς
τη μούρη σου
για συμπαθητική –κι ωραία κόμη- να μας δείξεις
μη χάνεσαι:
τη λούζει ολάκερη
της έρημης ψυχής σου η βρώμα
κι η ανανδρία
κι η ψευτιά

υπάρχει Θεός!

όπως του δίκαιου το κάθε τι θε να γενή χαλάλι
ο ανομήσας –μη σας νοιάζει- θα κριθεί

ακούσατε τα λόγια αυτά του ποιητή:
το άνομο ψωμί δεν ωφελεί
υπάρχει οπωσδήποτε Θεός:

τι κρίμα όμως ναν’ οι ανθρώποι τόσο λίγοι!

[επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων]

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

ΓΙΑΤΙ Ν’ ΑΝΑΒΑΛΟΥΜΕ ΠΑΝΤΑ ΤΗΝ ΩΡΙΜΗ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

Ζήσαμε πάντα σε υγρές κι ανεξερεύνητες πολιτείες, ζήσαμε εκείνα τα θλιβερά και μονότονα καλοκαίρια, κλεισμένοι πίσω από τα σίδερα της θάλασσας, δοσμένοι στη πικρή μας προσμονή… με τη μνήμη πληγωμένη από μάτια και ταξίδια δεμένη πίσω απ’ ένα καράβι που δεν θα γυρίσει, μες στους απέραστους καπνούς και τα βραχνά τραγούδια… περιμένοντας ένα γράμμα που δεν έρχεται κι έναν καθρέφτη να μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου, τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά… κι ένα χέρι μαλακό και λεπτό σαν τη στοργή, ένα χέρι μαλακό μπορεί να σε τραβήξει τραγουδώντας στα βάθη του πέλαγου στις μακρινές πολιτείες… Ξέρεις θα ’ρθει μια μέρα που θα φορέσουμε αλογάριαστα ολόγυμνοι τον εαυτό μας και ατέλειωτες νύχτες συντροφεύοντας τις ακριβές μας αμφοβολίες, θα ξαναβρούμε, την κρίσιμη τούτη στιγμή όρκους της νιότης μας και αισθήματα που ήταν πιο πλούσια απ’ το άναμμα της σάρκας…  [Μανόλης Αναγνωστάκης ΜΙΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ]
 [Μες τη κλειστή μοναξιά μου έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια, στην αγνή παρουσία σου καθρέφτισα τη χαμένη ψυχή μου. Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένανε κι ούτε κανένας με γνώριζε… Για του λόγου το αληθές…]
ΑΝΑΜΟΝΗ
Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμα ανάμεσά μας!

Όμως πρέπει να γύρισε ύστερα από τόσα χρόνια
Αυτές τις ώρες την προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας με το μολύβι κόκκινα στόματα απάνω στο χαρτί
Όπως και να ’τανε έπρεπε να τρίξει η πόρτα
Ας είναι κι απ’ τον άνεμο.

Ας είν’ με δυο ημικύκλια στεγνά πάνω στα χείλη
Στο μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φθάνει που θα ’ρθει μοναχά ύστερα από χρόνια
Μόνο που θα ’ρθει!...
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα απάνω στο χαρτί.

… Νόμισα πως θα πνιγόμουνα!


ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΗ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ
Αυτή η μέρα πέρασε χωρίς καμιάν απόχρωση
Τόσο διαφορετική από τις άλλες μέρες
(ίσως η απαρχή ομοίων ημερών)
Έσβησεν έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε
Χωρίς να παιχνιδίσει ο ήλιος στα κλαδιά
Τράβηξε τις κουρτίνες της με διάκρισην η νύχτα.

Μια μέρα τόσο διάφορη απ’ τις άλλες
Χωρίς τα σύμβολα του «πλην» και του «συν» π’ αυλακώνουν τη σκέψη
Χωρίς να βαραίνει καν τη ζυγαριά της μνήμης
Πες σα μια σαπουνόφουσκα που τρυπήσαμε με την καρφίτσα
Σαν τον καπνό τσιγάρου χωρίς άρωμα.

Έτσι έπεσε ένα φύλλο από το καλαντάρι
Δίχως τον παραμικρότερο ήχο
(Χάθηκε και δεν ψάξαμε να το βρούμε)
Έμεινε το συρτάρι μας όπως τ’ αφήσαμε.

Ίσως –λες- πως δεν ήτανε καν μια μέρα
Μόνο που σήμερα φωνάζουν αρνητικά οι αριθμοί
Το ρολόι γυρισμένο ένα ακόμη εικοσιτετράωρο
-Λες – πως περάσαμε ασυνείδητα τα μεσάνυχτα
Έναν ολόισιο ασφαλτοστρωμένο δρόμο.

ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ…
Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο να στο πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.

Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δε βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ’ την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και στη Σαγκάη, είναι κάτι κι αυτό δε μπορείς να το αμφισβητήσεις.

Καπνίσαμε –θυμίσου- ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
-Ξεχνώ πάνω σε τι –κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον.

Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι εκεί θα ’ρθεις και θα με ζητήσεις
Δεν μπορεί, θε μου, να φύγει κανείς ποτέ μονάχος του.
……………………………………………….
Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή
Που μου διηγήθηκεν ολόκληρη την ιστορία του Σαμ Ντέυλαν
«Είναι αργά» μου είπε κάποτε «θα ’πρεπε πια να πηγαίνουμε
Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο που σκοτώθηκε.
Πέθανε στην αγκαλιά μου και ψιθύριζε ένα γυναικείο όνομα
Είναι πολύ γελοίο να πεθαίνεις και να ψιθυρίζεις ένα γυναικείο όνομα».
Το μούτρο του άσπριζε παράξενα. Ύστερα δεν τον ξαναείδα.

13.12.43
Θυμάσαι  που σου ’λεγα: όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι.
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δεν θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε
Ένα μαντίλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού
Κι έβρεχε αλήθεια πολύ κι ήτανε έρημοι οι δρόμοι
Με μια λεπτήν ακαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οι άνθρωποι τόσο λησμονημένοι
-Γιατί μας άφησαν όλοι; Γιατί μας άφησαν όλοι; Κι έσφιγγα τα χέρια σου
Δε είχε τίποτα τ’ αλλόκοτο η φωνή σου.

… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε
Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες
Με μιαν επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν
Ξεχνούσες τα δάκρυα, τη χαρά και τη μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκά πανιά που ανεμίζονται.
Ίσως δεν μένει τίποτα άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε.

Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο. Γιατί,
Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και δεν προσμένω απάντηση
Κανείς δεν θα αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου.

Κι εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται
Μια μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει
Κι ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου
Τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά.

ΜΙΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ
Ζήσαμε πάντα σε υγρές κι ανεξερεύνητες παραλίες
Στα σιωπηλά καφενεία με τις ετοιμοθάνατες καρέκλες
Τα σούρουπα έρχονται και ξανάρχονται κι η θάλασσα είναι ατέλειωτη
Με τα θαμπά καράβια που φεύγουν και πλανιούνται στο σκοτάδι.
Είναι ωραίο και θλιβερό να θυμάσαι τόσα βράδια
Δεμένα με απέραστους καπνούς και με δυο κατάμαυρα μάτια
Κι ένα χέρι που μάκραινε και χαιρετούσε απ’ το λιμάνι
(«Πορτ Σάιδ – Αλεξάνδρεια» Στις 20 του Ιούλη)
Ζήσαμε εκείνα τα θλιβερά και μονότονα καλοκαίρια
Κλεισμένοι πίσω από τα σίδερα της θάλασσας
Μετρώντας ένα-ένα τα κύματα και τ’ άστρα
Δοσμένοι στην πικρή μας προσμονή.
Άγονες μνήμες.
Τι σκέφτονται όλα αυτά τα καράβια μες στη νύχτα
Που χορεύουν δεμένα τόσα χρόνια και δεν γέρασαν
Τυλιγμένα απ’ τις φουρτούνες τόσων και τόσων ταξιδιών
Τι θυμούνται τ’ αναμμένα τροπικά δειλινά
Τα φώτα που λυγίζουν και βουτάνε στο νερό
Τα παιδιά που δεν κοιμούνται και κλαίνε τα βράδια
(«Πορτ Σάιδ – Αλεξάνδρεια» Στις 20 του Ιούλη)
Ήταν τα μάτια της θλιμμένα σαν τα καλοκαιριάτικα απογέματα
Κλεισμένα βαθιά στα μυστικά της θάλασσας
Κι ένα χέρι μαλακό και λεπτό σαν τη στοργή
Ένα χέρι μαλακό μπορεί να σε τραβήξει
Τραγουδώντας στα βάθη του πέλαγου στις μακρινές πολιτείες.

Ζήσαμε πάντα σε υγρές κι ανεξερεύνητες παραλίες
Με τη μνήμη πληγωμένη από μάτια και ταξίδια
Δεμένη πίσω απ’ ένα καράβι που δεν θα γυρίσει
Μες στους απέραντους καπνούς και τα βραχνά τραγούδια
(«Πορτ Σάιδ – Αλεξάνδρεια» Στις 20 του Ιούλη)

ΟΙ ΝΙΚΗΜΕΝΟΙ
Ανέβαλες την τελευταία πάντα μέρα τη φυγή σου
Είχαμε μέσα κι οι δυο μας βαθιά τον πανικό του χωρισμού.

Νοσταλγούσαμε τόσο να χαρίσουμε τις αβέβαιες πλάνες μας στ’ όνειρο
Όμως ποιος δεν λογάριασε τα λευκά καλοκαίρια που πλήγωσαν τα χρόνια μας
Ποιος δεν επίστεψε πως δεν είχαμε ακόμη πληρώσει το χρέος μας ολάκερο
Και βρίσκουμε την κρίσιμη τούτη στιγμή αιχμάλωτους όρκους στη νιότη μας, αισθήματα πιο πλούσια απ’ το άναμμα της σάρκας
Ξέρεις πως πια ξεχάσαμε τα αμέριμνα παιδιά που σπαταλούσαν το γέλιο τους
Ξέρεις πως θα ’ρθει μια μέρα που θα φορέσουμε αλογάριαστα ολόγυμνοι τον εαυτό μας
Συντροφεύοντας τις ακριβές μας αμφιβολίες, ξαγρυπνήσαμε ατέλειωτες νύχτες χωρίς δίπλα μας να ’ναι κανείς ν’ ακούσει την αγωνία της φωνής μας
Αγαπήσαμε μια τρικυμία καινούργια, κι όμως γιατί ν’ αναβάλουμε πάντα την ώριμη χρονολογία;

Και μένουμε δυο νικημένοι μ’ ολιγόπιστα μάταια φερσίματα.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της αγάπης, το φόβο που μας ενώνει με τους άλλους, ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη σιωπή, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. Πόσα κρυμμένα τιμαλφή όμως μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα θα περιμένουμε με φωτογραφία άγνωστου καλλιτέχνη: ΩΡΙΜΗ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΣΚΙΡΤΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΖΑΡΚΑΔΙΩΝ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΣ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΝ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ:

Αυτός ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας αδημονώντας στων φύλλων τον πυθμένα τον έκτο μήνα των ερώτων… Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, να σε, στα Στενά! Στα στενά τα χέρια μου άνοιξα, στα Στενά τα χέρια μου άδειασα κι άλλα πλούτη δεν είδα κι άλλα πλούτη δεν άκουσα παρά βρύσες κρύες να τρέχουν. Ρόδια ή Ζέφυρο ή Φιλιά. Τα φιλιά τα παλιά θ’ απολύσω που η λαχτάρα μου άγιασε! Ο καθείς και τα όπλα του… Αμαρτία μου να ’χα κι εγώ μιαν αγάπη, μακρινή μητέρα Ρόδο μου Αμάραντο! Πού να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ, πού να βρω τις κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω. Ιδού η στεριά με τα σκέλη μου γυμνά στον ήλιο και πάλι δύο οι θάλασσες στο μακρύ ατελείωτο ψίθυρο των δένδρων και πάλι κόρες όμορφες και γυμνές και λείες ωσάν το βότσαλο με το λίγο μαύρο στις κόχες των μηρών. Ιδού στον έκτο μήνα των ερώτων στα σπλάχνα μου σαλεύει σπόρος ακριβός  [Οδυσσέας Ελύτης, ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, εκδόσεις Ίκαρος 1977]

[Ο Ποιητής των νεφών και των κυμάτων κοιμάται μέσα μου! Στη θηλή της θύελλας τα σκοτεινά του χείλη και η ψυχή του πάντοτε με της θαλάσσης το λάκτισμα πάνω στα πόδια του όρους… Τα θεμέλια του στα βουνά και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους και πάνω τους η μνήμη καίει άκαυτη βάτος. Ιδού η στεριά με τα σκέλη μου γυμνά στον ήλιο και πάλι δύο οι θάλασσες στο μακρύ ατελείωτο ψίθυρο των δένδρων και πάλι κόρες όμορφες και γυμνές και λείες ωσάν το βότσαλο με το λίγο μαύρο στις κόχες των μηρών. Ιδού στον έκτο μήνα των ερώτων στα σπλάχνα του σαλεύει σπόρος ακριβός(…) ]

ΤΑ ΠΑΘΗ: Μοίρα των αθώων, είσαι η δική μου μοίρα
-Α-
Ιδού εγώ λοιπόν,
ο πλασμένος για τις μικρές κόρες και τα νησιά του Αιγαίου
ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών
και μύστης των φίλων της ελιάς
ο ηλιοπότης και ακριφοκτόνος.
Ιδού εγώ κατάντικρυ
του μελανού φορέματος των αποφασισμένων
και της άδειας των ετών, που τα τέκνα της άμβλωσε,
γαστέρας, το άγκρισμα!
Λύνει αέρας τα στοιχειά και βροντή προσβάλλει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, να σε, στα Στενά!
Στα Στενά τα χέρια μου άνοιξα
Στα Στενά τα χέρια μου άδειασα
κι άλλα πλούτη δεν είδα, κι άλλα πλούτη δεν άκουσα
παρά βρύσες κρύες να τρέχουν
Ρόδια ή Ζέφυρο ή Φιλιά.
Ο καθείς και τα όπλα του, είπα:
Στα Στενά τα ρόδια μου θ’ ανοίξω
Στα Στενά φρουρούς τους ζέφυρους θα στήσω
τα φιλιά τα παλιά θ’ απολύσω που η λαχτάρα μου άγιασε!
Λύνει αέρας τα στοιχειά και βροντή προσβάλλει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, είσαι η δική μου Μοίρα!


-Β-
Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου
Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι και εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια
και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων,
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι!
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων,
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

-α-
Στον πηλό το στόμα ☼ μου ακόμη και σε ονόμαζε
Ρόδινο νεογνό ☼ στικτή πρώτη δροσιά
Κι από τότε σου ’πλαθε  ☼ βαθιά στα χαράματα
Τη γραμμή των χειλιών ☼ και τον καπνό της κόμης
Την άρθρωση σου ’δινε  ☼ και το λάμδα το έψιλον
Την αέρινη άσφαλτη ☼ περπατηξιά

Κι απ’ την ίδια εκείνη  ☼ στιγμή μέσα μου ανοίγοντας
Άγνωστη φυλακή  ☼ φαιά κι άσπρα πουλιά
Στον αιθέρα ερίζοντας  ☼ ανέβηκαν κι ένιωσα
Πως για σένα τα αίματα  ☼ για σένα τα δάκρυα
Στους αιώνες το πάλεμα  ☼ το φρικτό και το υπέροχο
Η σαγήνη για σένα και  ☼ η ομορφιά

Στα πνευστά των δένδρων ☼ και κρούοντας ο πυρρίχιος
Δόρατα και σπαθιά ☼ να λες άκουσα Εσύ
Μυστικά προστάγματα ☼ και παρθενοβίωτα
Με την έκλαμψη πράσινων ☼ αστέρων λόγια
Και πάνω απ’ την άβυσσο  ☼ αιωρούμενη γνώρισα
ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ  ☼ ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ!

ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΠΡΩΤΟ: Η πορεία προς το μέτωπο
Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.
Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ' αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.
Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.
Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους - ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ' άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να 'ναι.
Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι.
Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ' όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που 'χαν λευκάνει απ' τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του '97 ή του '12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ' τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα - έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ' αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.
Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν' απαντούμε απ' τ' άλλο μέρος να' ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου», «οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.
Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες

-β-
Νέος πολύ και γνώρισα  ☼ των εκατό χρονώ φωνές
Όχι του δάσους μια στιγμή  ☼ στα στέρνα ο πεύκινος τριγμός
Μόνο του σκύλου που αλυχτά  ☼ στα βουνά τ’ ανδροβάδιστα
Των χαμηλών σπιτιών καπνοί  ☼  και κείνων που ψυχορραγούν
Η ανομολόγητη ματιά  ☼ του κόσμου του άλλου η ταραχή

Όχι που αργούν στον άνεμο  ☼ των πελαργών μικρές κρωξιές
Πέφτει η γαλήνη σα βροχή  ☼ και γρούζουν τα κηπευτικά
Μόνο του ζώου που σπαρταρά  ☼ τα πνιχτά κι ασυλλάβιστα
Της Παναγίας δύο φορές  ☼ ο μαύρος γύρος των ματιών
Στην πεδιάδα της ταφής  ☼ και στην ποδιά των γυναικών

Μόνο της θύρας χτύπημα  ☼ κι όταν ανοίξεις πια κανείς
Μήτε σημάδι καν χεριού  ☼ στη λίγη πάχνη των μαλλιών
Χρόνους πολλούς κι αν καρτερώ  ☼ γαληνεμό δεν έλαβα
Στων αδελφών τη μοιρασιά  ☼ μου ’δοθη ο κλήρος ο λειψός
Η πετροκόλλητη σαγή  ☼ και το ζακόνι των φιδιών

[Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς, στη μόνη ακτή του κόσμου, της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν και χαρές ανείδωτες με σκιάσανε τη παρθένα ζωή μια στιγμή να φωτίσουν. Αμαρτία μου να ’χα κι εγώ μιαν αγάπη, μακρινή μητέρα Ρόδο μου Αμάραντο! Πού να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ, πού να βρω τις κρυφές συλλαβές όπου πάσχιζα την ταυτότητά μου ν’ αρθρώσω - από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του Οδυσσέα Ελύτη]