Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΝΑ ΞΕΧΝΑΣ ΑΝΟΙΧΤΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ

Στ’ αγκίστρια του απογέματος, στ’ αγκάθια των χρωμάτων, έχουν πιαστεί και κρέμονται εικόνες. Απ’ τη ζωή μας μέσα κι έξω από τη ζωή μας και σπαρταράν χωρίς αλληλουχία: εικόνα μιας βροχής και δίπλα εικόνα γέφυρας βράδυ και, στη σειρά, εικόνα προσώπων, χωρίς όχθες και χωρίς πέρασμα. Αλλά λίγο να τις κουνήσει ανόητα ο άνεμος συγχέονται. Κι έχεις μια εικόνα προσώπων πάνω σε γέφυρα βράδυ με βροχή. Στ’ αγκίστρια του απογέματος, στ’ αγκάθια των χρωμάτων, έχουν πιαστεί και κρέμονται αποσιωπητικές εικόνες. Κρέμεται μια εικόνα παράθυρου. Τα κουρτινόφυλλα σπαρμένα με κατιόν φθινόπωρο όλο από πλατανόφυλλα. Εικόνα ενός χεριού που πνέει σαν άνεμος παλινορθώσεως των φύλλων. Εικόνα και το μεγάλο κύμα χρόνου που ορμάει και σε παίρνει, γιατί κάθε φορά ξεχνάς ανοιχτή του ονείρου την πόρτα. Τι με λυπεί, τι με λυπεί;    [ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ]

[Ο διάλογος της συνείδησης με τη ματαιότητα, της μνήμης με το φευγαλέο της ύπαρξης, βρίσκει ΣΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ την καλύτερή της ίσως έκφρασή του σε ολόκληρη την ελληνική μεταπολεμική ποίηση, με τη λιτότητα του λόγου να συναγωνίζεται την πρωτοτυπία και τη δραστικότητά του. Χαρακτηριστικό και συνεχώς επανερχόμενο θεματικό στοιχείο σ’ αυτή τη συλλογή είναι η φωτογραφία, ως υποστασιοποιημένη μορφή της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στο ον και το μη ον, στη διάρκεια και στη φθορά… Ίσως τα ωραιότερα ποιήματα της ΔΗΜΟΥΛΑ είναι οι στοχασμοί της πάνω σε φωτογραφίες..]

ΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΥΣΙΩΝ
Τώρα θα κοιτάζεις μία θάλασσα.

Η διάθεση να σε εντοπίσω
στη συστρεφόμενη εντός μου γη των απουσιών
έτσι σε βρίσκει:
πικρή παραθαλάσσια αοριστία.

Εκεί δεν έχει ακόμα νυχτώσει
κι ας νύχτωσε τόσο εδώ
των τόπων οι κρίσιμες ώρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σαν φώς και ούτε φώς,
η ώρα του εαυτού σου έχει πέσει.

Χορεύουν φύκια
κάτω απ το τζάμι του νερού.
Τα ρηχά, έχουν κι αυτά
τα βάσανά τους και τα γλέντια τους.

Τώρα, θα έχουν λύσει τα μαλλιά τους
οι αγνές ησυχίες τριγύρω
με τη σιωπή σου θα τις κάνεις
γυναίκες σου εκπληρωμένες.

Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Η σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στον αέρα
κι ανεβαίνει. Σε κρατάει στο ράμφος της.
Που ξέρω εγώ τα ευαίσθητα σημεία του πελάγους
για να σε καταλάβω;

Θα κοιτάζεις μία έρημη θάλασσα.
Το βλέμμα σου δεν παραλλάζει
από πλαγιά που γλυκά
και με ανακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μες στην απομάκρυνση.
Αναπνέεις με το στέρνο των μακρινών ηρεμιών,
που έχω γι αυτές διαβάσει
στους πολύτομους κόπους που έδεσα.
Σ' ένα αβαθή σου στεναγμό βούλιαξε ένα βαπόρι.
Δεν θα ήτανε βαπόρι. Θα ήτανε σκιάχτρο
στα υγρά περβόλια της φυγής
να μην πηγαίνουν οι διαθέσεις
να την τσιμπολογάνε.

Η τερατώδης του πελάγους δυνατότητα,
η κίνηση του πλάτους,
φθάνει στα πόδια σου αφρός,
ψευτοεραστής στα πρώτα βότσαλα.
Τούς σκάει ένα φιλί και ξεμεθάει.

Τώρα, θα σου έχουν πει ό,τι είχαν να σου πουν
Οι αναδιπλώσεις των κυμάτων
και θα επιστρέφεις κάπου.
Θα παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μία άλλη άπλα,
αλλού γυμνή κι αλλού ντυμένη με βλάστηση.

Η σκέψη σου, μετά από τόση θάλασσα,
κατέβηκε από γλάρος,
βάζει το δέρμα της προσαρμογής και χάνεται.
Όπου είναι θάμνος, πράσινη
όπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Εκεί που οι καλαμιές σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
όπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
όπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι όπου δαγκώνει η πέτρα, πέτρινη.


Στην ψυχή σου δεν φθάνει κανείς
ούτε δια ξηράς ούτε δια θαλάσσης.

Αυτό το δισκίο,
το ακουμπισμένο στο μαύρο ατμοσφαιρικό τραπέζι,
πού το περνάς κι εσύ, όπως κι οι άλλοι, για φεγγάρι,
ασ' το, δεν είναι φεγγάρι.
Είναι το βραδινό μου χάπι
το ψυχοτρόπο.
 (από τη συλλογή της Κικής Δημουλά  ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Εκδόσεις Στιγμή 1990)

ΚΑΛΧΑΣ
Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
βοηθάω τη νύχτα να μακραίνει,
να πλαταίνει,
να σβήνει τα χαραμοφάικα φωτάκιa.

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
γυμνάζω μαύρα «αποκλείεται»
εξαπολύω γυμνασμένα «αποκλείεται»
και ξεσκίζουν κάτι άστρα τελευταία.

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
αλλάζω φύλο, γίνομαι σκοτάδι.
Πού θα μου πας λιποψυχία,
κάπου θα σε πετύχω
τώρα που ορκίστηκα άυπνη.
Τα υπνωτικά μου μιλιγκράμ
αγγελικά κοιμούνται
κι ο εγκέφαλος μου ξαγρυπνάει
και γλυκά τα νανουρίζει.

Δεν κοιμάμαι, κοιμάμαι,
βοηθάω τη νύχτα να μακραίνει,
γράφω συνθήματα στους τοίχους των ονείρων:
κάτω τα ξημερώματα των ορνιθοτροφείων,
κάτω η φαυλοκρατία των ελπίδων
«και σπίτια θα σας χτίσουμε
και δρόμους θα σας κάνουμε
και βροχή θα σας φέρουμε
κι ανέμους, κι ανέμους».

Δεν κοιμάμαι, δεν κοιμάμαι,
περιμένω κάτι αποβράσματα σκοτάδια
να μπω στο ρετιρέ του Μάντη Κάλχα.
Θα τον σκοτώσω.
Με βούτηξε  σ’ ολόκληρη θυσία
για να πνεύσεις.
Μα εσύ κουρνιάζεις, άπνοια,
πάνω σε κάθε προφητεία
με το πάσο σου.
(από τη συλλογή της Κικής Δημουλά  ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Εκδόσεις Στιγμή 1990)

ΕΝΑΝΤΙΟΔΡΟΜΙΑ
Το φως είναι χαλασμένο είπες.
Κάποιος διακόπτης πάλι στη μέση.
Αλλά δεν φοβάμαι.
Ξέρω των σκοταδιών τους νόμους.
Θα βοηθήσουν και οι γρίλιες.
Οι φωτισμένες γρίλιες στο ταβάνι
όταν περνάνε τ’ αυτοκίνητα στο δρόμο.
Τρομερά βιαστικές.
Σαν να υπάρχει άλλος κόσμος,
πιο φευγαλέος από τούτον,
και τρέχουν να τον μικροκρύψουν.

Στη βιβλιοθήκη μια μικρή θεά των Κυκλάδων
με τα χέρια σταυρωμένα.
Στόμα και μάτια
είναι συμφωνημένο να μην υπάρχουν.
Ελλειπτική εποπτεύει
κι αυτό ρίχνει ένα φως.
Πιο εκεί, δεύτερη όραση
υψώνονται τα κιάλια.
Άραγε
πόσο κοντά ό,τι σου αντιστέκεται το φέρνουν
και πόσο το αξεδιάλυτο
πιο καθαρό το πλησιάζουν;
Ποτίζεις φαίνεται συχνά τους τοίχους με ρέμβη
κι ευδοκιμούν εδώ κι εκεί φωτογραφίες.
Στο άναμμα ενός σπίρτου
προφταίνω να δω ένα αγόρι.
Σε κατακόρυφη νεότητα ανεβαίνει
ώσπου χάνω τα ίχνη του σε άλλες ηλικίες.
Σε άλλη φωτογραφία
αστράφτει ο ασβέστης μιας κολόνας,
που, ελπίζω, αυλή προσδιορίζει,
πόδι κληματαριάς είναι,
βήμα ίσκιου μεσημεριάτικου
σε προϋπάντησή σου!

Οι φωτισμένες γρίλιες στο ταβάνι
μεγάλη βεντάλια που μόνη της κλείνει –
κάποια ζέστα τελείωσε.
Στο σβήσιμο του σπίρτου
βουλιάζει ένα καράβι από σμάλτο.
Ησυχία!
όποιος πνίγεται δεν φωνάζει πάντα βοήθεια!
Μια βαλίτσα στην άκρη,
γεμάτη, θα φύγεις;
Θα φύγεις;
Στο άναμμα του σπίρτου
από την πίσω πόρτα της σιωπής σου
φεύγεις.
Στο μεγάλο παλιό ξυπνητήρι
όλα βαίνουν καλώς.
Η δωδεκάτη κάπως ξεφτισμένη,
όπως είναι σε κάθε ρολόι.
Όσο μπορεί αργεί ο γέροντας δείκτης
κι όσο μπορεί μεθάει ο άλλος,
τρεκλίζοντας προχωρεί και στηρίζεται
στα μικρά των στιγμών μαύρα κάγκελα
να δώσει της ώρας το πέρασμα
στην πλήρη λεπτομέρεια του.

Στο σβήσιμο του σπίρτου
έχεις μισοξαπλώσει
Φωσφορίζουν οι παντόφλες ανάποδα:
του αριστερού ποδιού δεξιά.
Πώς θα ξεκουραστείς
στην εναντιοδρομία;
Οι φωτισμένες γρίλιες στο ταβάνι
φυσαρμόνικες που τεντώνουν
να βρουν την κάτω-κάτω νότα ενός τρόπου.
Στενό και μακρύ το κρεβάτι,
σοκάκι του ύπνου.
Τα χέρια σου προβαδίζουν χαλαρώνοντας
Στο δρόμο τα ερωτεύεται η απομάκρυνση.

Στο άναμμα ενός σπίρτου
έκανες την ευγενική προσπάθεια
να φτιάξεις μια φράση μικρή με λέξεις
που τις κερδίζουμε καμιά φορά στα ζάρια.
Μαζί πάντα πήγες να πεις.
Στο σβήσιμο του σπίρτου αποκοιμήθηκες.
Κουράζουνε πολύ κι αμέσως οι αφοσιώσεις,
ακόμα κι όταν είσαι σε προσχέδιο.
Όπως τους Μαθητές Του.
Λοιπόν κοιμήσου!
 (από τη συλλογή της Κικής Δημουλά  ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Εκδόσεις Στιγμή 1990)

[επιλογές λέξεων από την ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΜΑΖΙ στο ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ της Κικής Δημουλά. Λοιπόν, κάποια φορά ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ, στου σεντονιού τις όχθες, ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ. ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ο φιλοπαίγμων μύθος μας ακολουθεί, εκτός αν κλαίει το φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «Διότι» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Μη φοβάσαι, είσαι ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΗΧΟΥ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ. Γι’ αυτό πάρε μαζί σου για σιγουριά την απαίτηση να μην σ’ αγγίξω διόλου και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω ώστε να μην σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις. ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: