Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΣΑΚΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΛΥΚΟ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΤΡΟΥΠΑ ΤΟΥ, ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΘΟΛΑΜΙ ΤΟΥ:

Πρέπει να τσακώσουμε το λύκο μέσα στην τρούπα του, μέσα στο θολάμι του. Ναν τον κωλοσύρουμε όξω, στον ελεύθερον αγέρα. Ναν του βάλουμε μια σειρά λαμπερά άστρα –κοσμήματα- στο μέτωπο και ν’ αντικαταστήσουμε, μέσα στην καρδιά του, το μίσος του προς τους ανθρώπους με την φλογερή αγάπη προς αυτούς. Μα πως, κύριες, επιστέψατε πραγματικά πως είτανε δυνατό να το πούμε επιτυχία, και μεγάλη μάλιστα, αυτό που επλημμρίσατε τον βαθύτερο εαυτό σας με μωροφιλοδοξίες, με απληστία για επίδειξη κι επικράτηση, με άμετρη πλεονεξία μέσα στη στενή περιοχή του επιτηδεύματός σας, ή και πέραν αυτού; Μα πώς, Κύριε, θα συχωρέσετε ποτέ αυτή την κατάντια των πλασμάτων της δημιουργίας σας; Όχι, του ανθρώπου του πρέπει να ζει με το μέτωπο ψηλά, τα στήθια ξέσκεπα, την καρδιά ορθάνοιχτη σε κάθε αίτημα που δυνατόν ποτέ ν’ αντηχήσει γύρωθέ του. Ακριβώς όπως ο λύκος, που είπαμε, μέσα στο θολάμι του [Νίκος Εγγονόπουλος Η Πείρα, επιστολή προς ψευδοφιλόσοφο τινά, συνάμα δε μία τελείως άσχετη προσευχή από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ με έναν έγχρωμο πίνακα του ίδιου του ποιητή]

 [Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύφτεται η Ερινύα βαθειά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν τηνε νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό.]

Σονέτο μάλλον απαισιόδοξο (από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)
το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου
να διέκρινε άραγε των ροδόδενδρων την αρμονία;
όχι –‘όχι- μιαν απέραντη ηθικολογία
δε θα βοηθήσει να κάνουμε καλλίτερο τον κόσμο

να ελπίζεις – να ελπίζεις πάντα- πως ανάμεσα εις τους ανθρώπους
-που τους ρημάζει η τρομερή ευκολία-
θα συναντήσεις απαλές ψυχές με τρόπους
που τους διέπει καλοσύνη –πόθος ευγένειας- ηρεμία

ίσως όχι πολλές –ίσως να ’σαι άτυχος: καμία –
τότες εσύ προσπάθησε να γίνεις καλλίτερος
εις τρόπον ώστε να έρθει κάποια σχετική ισορροπία

άσε τους γύρωθέ σου να βουρλίζονται πως κάνουν κάτι
συ σκέψου –τώρα πια- με τι γλυκιά γαλήνη
προσμένεις να ’ρθει η ώρα να ξαπλώσεις στο παρήγορο θανάτου κρεβάτι



Ποίημα, απομίμησις πολλών ψαλμών αρμοσμένο γι’ αποκλειστικά ανδρική χορωδία σ’ εκκλησιαστική μουσική του Ιωάννου Σεβασστιανού Μπαχ (από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)

κατάρα –Κύριε- σ’ όποιον επιβουλεύτηκε
το ψωμί του ποιητού
κατάρa –Κύριε- σ’ εκείνον όπου έβαλε βέβηλο χέρι
στα λιγοστά χρήματα του
φτωχού ζωγράφου
που ’κλεψε τη δεκάρα
από την τεταμένη
την ταπεινή
του διακονιάρη
φούχτα
κατάρα!

χαράμι!
φαρμάκι θα γένει το ψωμί
και το κλεμμένο νόμισμα:
καρφί πυρακτωμένο στ’ άσπλαχνα τα στήθη
αυτών που έστερξαν τις ανομίες
σ’ αυτούς που αδίκησαν τη φτωχή χήρα
που εβαρέσαν το απροστάτευτο παιδί
που σπάσανε το πήλινο του διψασμένου τάσι
που αρνήθηκαν στον άρρωστο συμπόνια
που κορόιδεψαν το λεπρό
χτύπησαν τον τρελό
και τον τυφλό παραπλανήσαν
που δυσκολέψαν τη ζωή του ανήμπορου
στους ψεύδορκους
στους ατιμάσαντες
σ’ αυτούς που βασανίσανε Οβραίους είτε Χριστιανούς
μεσ’ στ’ άνομα στρατόπεδα της Γερμανίας

υπάρχει Θεός!

η μέρα περνά
η ώρα περνά
«η κοινωνία γελά»
σώζονται τα προσχήματα
όμως αυτός δεν το κατάλαβε
που έπεσε να κοιμηθή αφού διέπραξε την ανομία
πως ξημερώθηκε και ξύπνησε και περπατεί
πλέον μεσ’ στη φοβερή μαυρίλα του θανάτου
(το στόμα του από τώρα γέμισε χώματα)
κι αυτού που ψεύστηκε
κι αυτού που αδίκησε
κι αυτού που βάρεσε
θαν το πλερώσουνε και τα παιδιά τους
και λόγο –οπωσδήποτε- θα δώσουν
ίσαμε και
δέκατη Πέμπτη γενεά

υπάρχει Θεός!

ετάζονται οι καρδιές και τα νεφρά!
και πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη των ανθρώπων
κρύφτεται η Ερινύα
βαθιά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη
αμείλιχτη ανελέητη
που καλά ρούχα και οφφίκια και νομιμοφάνειες δεν ψηφά
που η καλοπέραση –μα προς Θεού- δεν τηνε νοιάζει
και τιμωρεί
σκληρά
τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό
γιατί

υπάρχει θεός!

ε! συ επίορκε
-ναι συ όπου ψευδόρκησες-
εσύ που έβλαψες με τόσην αλαφριά –τον πλησίον σου- συνείδηση
από τώρα ακούς στης νεκρικής σου ακολουθίας
τα ψαλσίματα
του πονηρού του πνεύματος τα γέλια
να σαρκάζουν;
ε! ψεύτη αστέ όσο κι αν προσπαθείς
τη μούρη σου
για συμπαθητική –κι ωραία κόμη- να μας δείξεις
μη χάνεσαι:
τη λούζει ολάκερη
της έρημης ψυχής σου η βρώμα
κι η ανανδρία
κι η ψευτιά

υπάρχει Θεός!

όπως του δίκαιου το κάθε τι θε να γενή χαλάλι
ο ανομήσας –μη σας νοιάζει- θα κριθεί

ακούσατε τα λόγια αυτά του ποιητή:
το άνομο ψωμί δεν ωφελεί
υπάρχει οπωσδήποτε Θεός:

τι κρίμα όμως ναν’ οι ανθρώποι τόσο λίγοι!

[επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων]

Δεν υπάρχουν σχόλια: