Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΤΟΥΣΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΤΟ ΑΝΑΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ:

Σαν τα νερά ενός ορκωτού δικαστηρίου ταράχθηκε η γαλήνη των ματιών της, αλλά το ανάβλεμμά της κατίσχυσε εν τέλει και πέταξε στην αιθρία του θολωτού της ονείρου όπως πετά μια μύγα από τν μύτη ενός κοιμωμένου παιδιού στην τύρβη μιας πολύφωτης σιγής. Τότε οι τηρηταί των νόμων συνελθόντες απεφάσισαν να σκοτώσουν την σιγή μια για πάντα και να στήσουν ακριβώς στο ίδιο σημείο το άγαλμα της γαλήνης των ματιών της γιατί η νέα γυναίκα κρατούσε στα χέρια της το ανάβλεμμά της σαν θαυματουργό φίδι [ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΙΣ ΦΟΡΤΗΓΟΥ ΑΤΜΟΠΛΟΙΟΥ από τη συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ 1935 - ARTWORK: Nekbetsun]


[Η Ποίηση είναι ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί, τ’ άνθη μιλούν και από τα πέταλά τους αναδύονται μικρούτσικες παιδίσκες. Οι εποχές αλλάζουν και η γυναίκα της εποχής μοιάζει με χάσμα θρυαλλίδας. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος… Γιατί, είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες: όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει, όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ… Για του λόγου το αληθές…]

Οι Δονήσεις του Λαιμοδέτου (από την ποιητική συλλογή ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Η άμμος της είναι απίστευτη. Χαρωπό το πρόσωπό της και το κάθε φύλλο της δενδροστοιχίας της καθηλωμένο. Πέρα από το στέαρ της κυπελλοφόρου αμάξης ο ουρανός της έγινε σαν μάτι μυρμηκιώντος κόμπου και χωρίς κόπο ο ζυμωτής των μεμακρυσμένων φόνων. Ο κήπος φέρει τα ίχνη μας προς την δυτική παλάμη του εξογκωμένου δρόμου και κλαίει η μικρή θρυαλλίς ανέσπερα σκυμμένη σε πάγους μαρασμού σε πάγους μάταιους σε πάγους συσχετιζομένους με την άδικη συστολή του πανούργου καταπέλτη. Καμιά πομπή δεν αντηχεί κι η λησμοσύνη που θρηνεί τα χτένια τα φαγωθέντα από τον πόντο διαρκεί σαν μια πλεκτάνη στο κέλυφος της συστηματικής ανιστορήσεως του στήθους


Τα σύρματα των αισθημάτων  (από την ίδια συλλογή)
Με την ορμή του πυρετού επιτεθείς κατέλυσε την τυραννίδα των απορρώγων βράχων. Η βοή του ερειπωθέντος συρφετού κρεμάστηκε στα σύρματα και οι εγκάφαλοι που διερράγησαν εκοίταξαν εκστατικά τον ολισθαίνοντα φόνον προς το έλκος του βαράθρου. Ο κοπετός των μικρών δενδρυλλίων μετεβλήθη σε αίνον μεγάλης διαστάσεως και τα ιπτάμενα ζωάρια των υπογείων σηράγγων απεχαιρέτισαν την δήθεν πανάκειαν που τους προσέφεραν άλλοτε στις πέντε το απόγευμα και αφού αποχαιρετίστηκαν και αναμεταξύ τους ήρχισαν να μέλπουν κατά των θώκων και κατά των θυρεών με αξιοθαύμαστον ακρίβειαν. Οι φυσιολάτραι εψήφισαν υπέρ της καταργήσεως της υποταγής και ο κρουνός ενός εκάστου κατήντησε το προσκύνημα των λεπρών καθώς και των υγιεστέρων μονάδων. Στην κορυφή του ενδοξοτέρου λόφου ιδρύθη αμμωνιούχον αιλουροκομείον και εις το κυλικείον του επετράπη η είσοδος σε όλους τους καιρούς καθώς και η συμβίωσις των δεσποινίδων μετά των ορχουμένων ποντοπόρων του ενεστώτος έτους.

Κύκλωπες και Καταστήματα  (από την ίδια συλλογή)

Η λύσις της λυπομανίας περιέχει την κόπωσιν των κλυδωνισμών του παγωμένου φρέατος. Σύμπασα η διαστολή της αναστηλώσεως των ορθίων καμήλων επί του είδους της φωτιάς που όλοι μας προτιμούμε συγκατανεύει ως περικοπή των βραχυτέρων σηματοφόρων της ανοίξεως. Εδώ περαστικά σαλπίσματα των βρυχωμένων γυπαετών εκεί σημάδια στα μάγουλα των ημίγυμνων γυναικών που μας προσμένουν αντί βοής των χήρων ερπετών. Κάτω από τους κλώνους των υπερωκεανίων σιμά σε μας θα λογισθούν ως σαλτιμπάγκοι οι χορτοφάγοι ιππείς και θα συρρέουν ως ροπή του πρακτικού σαρακηνού τα κρύσταλλά του και τα δέρματα των αχλαδιών που προτυμούν τη στύση του πέους από τα σύννεφα της νηνεμίας πλαγίων δρόμων χημικής αναιρέσεως και ανευρέσεως κόπρων και κοσμημάτων.

Το Βα-Βα των Κροάκων (από την ποιητική συλλογή ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Μοιάζουνε με ελαστικά κουνήματα κυμαινομένου όρους. Μια τρίχα αρκεί να σταματήσει η ρευστοποίησις των υποσχέσεων μας. Μια έλιξ στριφογυρίζει μέσα μας και κόβει τους λαιμούς των ποταμών και τα βυζιά της κάθε περιττής περόνης. Έξω το φως και τα σκουπίδια της αυγής. Έξω το μπάρκο-μπέστια και των θείων και των κονίκλων. Ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων. Οι πράξεις θέλουν άχυρα τα φίδια κρεμαστούς μπαξέδες από γλοιώδεις πλοκάμους μιας εσπερίδος.

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ, με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων. Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως]


Δεν υπάρχουν σχόλια: