Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΠΟΛΛΑ ΘΑ ΛΕΝ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΑΥΤΟΙ:

Σκύβοντας πάνω στης ψυχής μου τη συσκότιση στίχους ισχνούς θα επιδείξω αποκλεισμένους από απρόσμενη κακοκαιρία που πλήγωσε θανάσιμα κάποιο δειλό μου λυκαυγές. Πολλά θα λεν οι στίχοι αυτοί, θα δείτε, θα διαβάσετε. Ο τελευταίος μόνο στίχος τίποτε δεν θα λέει. Κοιτώντας τους προηγούμενους θα κλαίει! [ΕΡΕΒΟΣ από την ομότιτλη συλλογή της Κικής Δημουλά – ARTWORKS: Ahermin ]

 [Ανακινήστε καλά προ της χρήσεως… Προς τούτο εσωκλείονται οδηγίες. Αν τις διαβάσεις προσεκτικά – σύνθεση, προφυλάξεις, δοσολογία – θα δεις ότι τις ίδιες ακριβώς παρενέργειες επιφυλάσσει η μικρή δόση αγάπης και η μεγάλη. Οι λέξεις φταίνε, Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν. Για του λόγου το αληθές… Ιδού…]

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ (από τη συλλογή ΕΡΕΒΟΣ 1956)
Φορέσαμε μια ξαστεριά στα μάτια,
τη νύχτα
με τις φωτοβολίδες της ελπίδας κεντήσαμε,
και με συνέπεια εφοδιαστήκαμε.



Σκοτώσαμε την επιφύλαξη
με την αιχμή του απόλυτου,
και τη σιωπή μας
μ’ ένα καΐκι προσωρινότητας φυγαδέψαμε.

Στρώσαμε το τραπέζι του αναπάντεχου
με δυο ποτήρια να κεράσουμε το ενδεχόμενο,
κι ανάβοντας το κερί της ευαισθησίας
πλάι στην καρδιά μας,
διαβάζουμε το λυρικό σαν όλα τηλεγράφημα
γεμάτο ανακωχή, ίσως και ειρήνη,
που μια στιγμή συνεπαρμένη
και κατάφωτη το φέρνει
συντεταγμένο από τη μοίρα μας
που με κηδεμονία αγέρωχη μας δένει.

ΚΕΝΟ
Με τη σφεντόνα διαίσθηση
ρίχνουμε θάνατο στη σωτηρία μας
εκ των ενδεχομένων.
Το κρίμα το σηκώνει ατάραχη η πείρα.
Τα περασμένα ψιχαλίζουν μέσα μας
τη μοχθηρία του φευγαλέου.

Καταιγίδα τώρα πέφτει πάνω μας
το απραγματοποίητο.
Λουζόμαστε με μελαγχολία
καθώς ξυπνάμε
στην ανελέητη κάψα της ανάγκης.

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ (από τη συλλογή ΕΡΕΒΟΣ 1956)
Στον ουρανό ακροβατεί μεγάλη σκοτεινιά.
Κι έτσι καθώς με πήρε το παράθυρο αγκαλιά,
με το ένα χέρι
στο δωμάτιο μέσα σέρνω
του δρόμου την απίστευτη ερημιά,
με το άλλο παίρνω
μια χούφτα συννεφιά
και στην ψυχή μου σπέρνω

ΑΠΟΓΕΥΜΑ (από τη συλλογή ΕΡΕΒΟΣ 1956)
Ένα κομμάτι άνεμος που έπεσε στο δρόμο
κάθισε κι έπαιξε
στα σύρματα του ηλεκτρικού
μια μελωδία σιγανή
αφιερωμένη στη διάθεσή μου.
Αυτή για μια στιγμή μονάχα
ανασηκώθηκε και κοίταξε
ύστερα αμετάπειστη και αδιάφορη
ξανακαθίστηκε εντός μου

 [επιλογές λέξεων από την ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΜΑΖΙ στο ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ της Κικής Δημουλά. Λοιπόν, κάποια φορά ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ, στου σεντονιού τις όχθες, ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ. ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ο φιλοπαίγμων μύθος μας ακολουθεί, εκτός αν κλαίει το φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «Διότι» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Μη φοβάσαι, είσαι ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΗΧΟΥ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ. Γι’ αυτό πάρε μαζί σου για σιγουριά την απαίτηση να μην σ’ αγγίξω διόλου και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω ώστε να μην σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις. ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ]

ΣΙΤΑΡΙ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΟ, ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΡΑΤΟ… ΑΥΤΑ ΕΧΟΥΝ ΟΙ ΜΕΣΟΒΑΣΙΛΕΙΕΣ!

Έφευγαν απ’ το πρωί μυστικές Αποστολές με πυξίδες και φλογέρες. Οι στρατιώτες σιωπηλοί φύλαγαν την Πολιτεία Έξω οι στρατηγοί βρέθηκαν κρεμασμένοι την αυγή. Η Άμυνα χαλάρωσε με την Επιτροπεία Οι προθεσμίες τελειώνουν σήμερα το βράδυ Κι όσοι κατάφεραν να περάσουν τα σύνορα Έφεραν συστατικές επιστολές από άγνωστους δωρητές. Πολλοί πνίγηκαν στον ποταμό. Άλλοι χάθηκαν από σεισμό! Τα καράβια να πιάσουν τα λιμάνια. Ο στόλος έχει ρητή διαταγή. Να ξανοιχθεί. Όσοι μείνουν. Τους άλλους τους χώσαμε στο περιγιάλι. Κι εσύ που τόλμησες να βάλεις την υπογραφή σου Κι αυτοί που αντιστάθηκαν στην πίεση, όλοι θα τιμωρηθούνε Οι σιδερένιες πόρτες θα λυγίσουν και τότε λίγοι θα τολμήσουν να μιλήσουν, Και το νερό λιγοστεύει, η ζυγαριά βαραίνει, η καρδιά στενεύει. Στον κάμπο ξαπλώθηκαν οι Κατοχές Οι βασιλιάδες μαθαίνουμε εξοντώθηκαν κοντά στη λίμνη Ο Διάδοχος χλωμός και φοβισμένος φαρμάκωσε τους Υπουργούς Κι έπεσε στο κρεβάτι κι έβαλε τριαντάφυλλα για να σκεπάσει τους καθρέφτες. Διατάχτηκαν να ’ρθουν οι Αστρολόγοι. Να κάμουν προφητεία Ν’ αποκαλύψουν τη συνωμοσία. Κανένας δεν πλησιάζει το Παλάτι Σιτάρι για το λαό Γυναίκες για το στρατό. Κι η πολιτεία βλαβερή. Αυτά έχουν οι Μεσοβασιλείες! [Μεσοβασιλεία (από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1 (1944-1964, Εκδόσεις Ύψιλον)- ART by Ahermin ]

Τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική η θάλασσα που σφαδάζει πάνω στα βράχια σαν γυναίκα αλυσοδεμένη στη στεριά. Όμως πρέπει πρώτα να χαράξουμε στην πέτρα ένα χαμόγελο, ν’ ανάψουμε στους στίχους μερικές μεγάλες φωτιές όπως το απαιτούν οι συνήθειες των ναυαγών και η φαντασία των ποιητών. Για του λόγου το αληθές…

ΣΤΡΑΤΟΚΡΑΤΙΑ (από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1 (1944-1964, Εκδόσεις Ύψιλον)
-Ι-
Το αλάτι δυναμώνει στη θάλασσα. Το θερμόμετρο
Χαμηλώνει στην κάμαρα. Στον ουρανό φωτιά και νερό.
Κι απ’ τον άλλο κόσμο γυρίζουν οι μαντατοφόροι τυφλοί.
Κανένας δεν τους περιμένει κανένας δεν τους προσέχει.
Καθώς ψιθυρίζουν λαχανιασμένοι: Έξοδος δεν υπάρχει
Ούτε να κολυμπήσεις. Τα μυστικά περάσματα είναι πιασμένα
Παντού φρουροί στέκονται σιωπηλοί σαν αστέρια. Δεν υπάρχει
Ανάμεσα στα βουνά. Δεν ωφελεί. Ο καθένας από τον άλλον χωριστά
Σημειώνει  λιποταξίες. Αδειάζει τα πυρομαχικά.
Στα σύνορα πυρκαγιά. Κι από πολύ μακριά
Ακούγονται πυροβολισμοί. Προσοχή. Προσοχή.
Ο ένοχος θα σηκωθεί. Θα χαιρετήσει συνθηματικά.
Μπαίνει το δικαστήριο. Θα μπορέσει ν’ απολογηθεί;
Μερικοί θα προσπαθήσουν να πλαστογραφήσουν τη ζωή του.
Θα αναφέρουν ταπεινωτικά επεισόδια. Μην πλανηθεί κανείς!
Είναι κι αυτός σαν κι εμένα ένα ζεστό Χριστουγεννιάτικο σύννεφο
Είμαι κι εγώ σαν κι αυτόν ένα παλιό πυρπολημένο λιμάνι
Τα μαλλιά μας κυματίζουνε περήφανα μέσα στην ερημιά
Στον ουρανό φωτιά και νερό.



Έξοδος δεν υπάρχει. Οι πόρτες κλειδωμένες και τα κλειδιά χαμένα
Από καιρό.
Είπαμε να κατέβουμε στο περιγιάλι
Να βεβαιωθούμε. Κανένας δεν βρέθηκε.
Πύργος η θάλασσα χτισμένη αδιάκοπα βρέχεται με τα νερά της
Από καιρό. Και τα νησιά; Κάπου τα ’χουμε ξαναδεί.
Κι  ας ήταν διαφορετικά. Πιο μακρινά και στολισμένα
Οι καστελάνοι μας παρακολουθούν από κοντά. Έναν καιρό
Τα μάτια τους ματωμένα. Θα προλάβουμε να σωθούμε;
Κάτω στην πολιτεία πανικός. Τα σχέδια πουλημένα στον εχτρό.
Δεν μένει πια καιρός. Είδαμε πύργους να κρέμονται στον αέρα.
Είδαμε, συμφορά μας, σταλαγματιά-σταλαγματιά να προχωράμε τα μεσημέρια
Τριαντάφυλλα φυλακισμένα στον ουρανό, ένα-ένα
Νιώσαμε να περπατάνε τ’ αστέρια.
Δεν μένει πια καιρός. Οι τολμηρότεροι μαντεύουν το μυστικό.
Κανένας ζωντανός δεν θα περάσει τον απόρθητο φραγμό.
Όσες φορές κι αν δοκιμάσει να διασπάσει τον κλοιό.
Και το νερό δυναμώνει. Δεν απλώνει.
Ανίκανος ο δυνατός, ανίκανος να καταλύσει το χιόνι.
-2-
Και τώρα που νυχτώνει κι ανεβαίνουν στις πολεμίστρες οι νυχτερίδες
Να πολεμήσουν με τα παλιά φαντάσματα με το νερό και τη σκόνη
Και τώρα που γυρίζουν από τα σύνορα οι στρατηγοί μας χλομοί
Εχτρός δεν υπάρχει. Πουθενά. Μήτε σημαιοφόρος.
Μήτε φρουρός ασπιδοφόρος ν’ αμυνθεί. Ήταν μας βεβαιώνουν
Φανταστικός ο περσινός συναγερμός.
Ατρόμητος ο νικημένος  ίδιος με τον νικητή
Ισόπαλος ο σκλαβωμένος με τον αγέρωχο Λυτρωτή
Ήτανε τάχατες, λαμπρός ο τύραννος. Ήτανε παιδί με τα απιδιά.
Πλησιάζουν, μας λένε, ολοένα πλησιάζουν την ανύπαρχτη βουνοσειρά.
Ακούσαμε τ’ άλογα να καλπάζουν κάπου εδώ κοντά
Γυρεύουν την είσοδο. Είσοδος δεν υπάρχει. Πουθενά.
Τ’ αστέρια, μας λένε, τ’ αστέρια δεν τους τρομάζουν.
Κι οι νύχτες αδειάζουν μέσα στο πέλαγος. Το καλοκαίρι παραμονεύει
Κι από τα πρόσωπα των ανθρώπων τα χιόνια μεταναστεύουν
Κι από τα σίδερα της φυλακής βγαίνουν οι φυλακισμένοι
Κι από τα μαλλιά σου λύνονται τα σκοτάδια και δραπετεύουν
Παντοτινά, κι αλλάζουν οι καιροί και ταξιδεύουν τα βουνά
Οι πολιτείες βουλιάζουν και μένουν τα ραγισμένα καμπαναριά.
-3-
Επάνω στο κεφάλι μου έρχονται και κάθονται πολεμικά πουλιά.
Δεν τραγουδάνε. Μήτε σωπαίνουν αυτά τα πουλιά. Μαντεύουν
Τη μεγάλη μας μοναξιά. Ατάραχος ο καθένας κοντά στον ποταμό
Φυλλομετράμε τον Αποχωρισμό. Συμφιλίωση δεν υπάρχει.
Κι όμως υπάρχει, μας λένε, αυτός εδώ, ένας τυφλός ταχυδρόμος
Που συνεχίζει την επικοινωνία. Ένας αδιάκοπος δρόμος
Αδιάβατος, διχαλωτός προς τα μαντεία, μια τελευταία
Βασιλική αμαξοστοιχία γι’ αυτούς που θα ξεκινήσουν μέσα στο φως
Κι απ’ τα μνήματα κανονιοβολισμοί κλονίζουνε τη γη
Οι νεκροί καρτεράνε σιωπηλοί, δεν απαντάνε
Με βιαστικά τηλεγραφήματα. Αναμονή.
Πλησιάζουν μας λένε, ολοένα πλησιάζουν
Ακούσαμε τις φλογέρες να παίζουν και τα σκυλιά
Να γαβγίζουν από την άλλη όχτη. Οι φίλοι μου δραπετεύουν.
Πουλάνε τα κλειδιά και φεύγουν. Ολοένα, ολοένα πλησιάζουν.
Κουρελιάζουν τα σύννεφα κι αρπάζουν απ’ τα μαλλιά τον άνεμο
Οι πόρτες ανοίγουν διάπλατες κι απ’ τα παράθυρα
Μπαίνουν οι καταιγίδες. Πρόσωπο φοράνε το φεγγάρι.
Απλώνουν τα παγωμένα τους δάχτυλα κι ανοίγουν το συρτάρι
Μέσα στην αγκαλιά μου σπαράζει βαθιά Πρωτομαγιά
Κι απ’ τα χείλη σου ανάλαφρο διαβαίνει το βάρος μου
Σπασμένα πολεμικά φτερά το θάρρος μου, η πυρκαγιά σου.
Μπαίνουν οι κατακτητές. Πρόσωπο φοράνε την ομορφιά σου
Κι από τον ύπνο θάνατος ένα λευκό μονοπάτι
Το χιόνι απλώνει τη λησμονιά του. Κι εδώ ένα χαμόγελο
Δεν αντέχει να πολεμήσει την αγκαλιά σου. Ποταμός δεν οπλίζεται
Να πλημμυρίσει τα μάτια σου, μήτε στρατός σηκώνεται,
Πειθαρχικός ν’ αντισταθεί, να ωριμάσει και να περάσει
Από το φως στη φωτιά. Πουθενά
Άλλος ουρανός πιο στενός δεν υπάρχει
Άλλος νεκρός πιο νεκρός, άλλη πικρή ζυγαριά να ζυγίσει
Την παιδική σου καρδιά. Ο δρόμος είναι λευκός
Βάλε την υπογραφή σου. Ο δρόμος είναι μπροστά σου
Ελεύθερος ανοιχτός. Αν θέλεις μπορείς να περάσεις γοργός
Να προλάβεις –γιατί σε λίγο θ’ ακούσεις, βαριά να βροντάνε
Τ’ αστραφτερά τους κορμιά. Μηνύματα από την καταχνιά.
-4-
Καρδιά πουθενά. Ψιθυρίζουν οι δολοφόνοι. Χρειάζεται βία.
Με χιονισμένα σπαθιά ξεκρεμάνε την προδοσία
Και πληρώνουν το θάνατο ν’ αδειάσει την πολιτεία.
Θάνατος, ισχυρίζονται δεν υπάρχει. Υπάρχει μια συνωμοσία
Που συνεχίζει το θάνατο. Μια παραλία φαρμακερή
Κι από τα χείλια της αντλούνε την αμνησία
Τα παιδιά μου και τα παιδιά σου. Κυρά μου,
Ο καιρός δυναμώνει. Κι εγώ ξεσηκώνω την ομορφιά σου.
Μέσα στα όνειρά μου, αδέσποτος, παραμερίζω τα μαλλιά σου
Κι αντικρίζω τα πολυβόλα να σπαρταράνε μέσα στην υγρασία
Το σκοτάδι ν’ αγκαλιάζει την αγκαλιά σου. Αγκαλιά δεν υπάρχει
Αποτυχία.
Κι όμως υπάρχει!
Υπάρχει ένα καράβι που ξεπερνάει τα σύνορα της γης.
Το πλήρωμα παλεύοντας με τον άνεμο μαζεύει τα πανιά.
Ο μεγαλύτερος αρπάζει το τιμόνι. Ανασαίνοντας βαριά
Προστάζει να καθαρίσουν τα τριαντάφυλλα και ν’ αμολήσουν τα πουλιά.
[Πουλιά δεν υπάρχουν] Προχωράνε μέσα στην καταιγίδα
Η ζωή ξεχειλίζει από τα μάτια τους και χρωματίζει το χιόνι
Περνάνε τα  Στενά και χαιρετάτε τραγουδώντας τα νησιά.
Ακούμε την ανάσα τους βαριά να συμπληρώνει τα νερά.
Το σίδερο περνώντας μετανιώνει. Μια μαχαιριά πληγώνει τον ύπνο τους
Ίσως να μην ξαναγυρίσουν. Ίσως να λησμονήσουν παντοτινά
Τη φωνή και τη φωτά, τον ήλιο που αλλάζει αγκαλιά.
Ολομόναχοι προχωράμε. Πρωτοχρονιά. Πρωτομαγιά
Τα στήθια τους σκουπίζουν το σκοτάδι. Αδελφωμένοι
Μάχονται με το φεγγάρι, ατενίζοντας ενωμένοι
Ο καθένας με τη δική του καρδιά, τη χιονισμένη χώρα του Νοτιά.
Νοτιάς δεν υπάρχει. Υπομονή. Μερικοί σωριάζονται
Στα καταστρώματα νεκροί. Άλλοι θα συνεχίσουν την πορεία.
Κι άλλοι θα προσπαθήσουν να τρυπήσουν την αφόρητη σιωπή.
Οι τολμηρότεροι θ’ αλλάξουν μέσα στην αλλαγή.
Οι μελλοθάνατοι θα κερδίσουν την ανωνυμία.
Το κορμί τους γεννήθηκε για να χαθεί.
Το αίμα τους γεννήθηκε για ν’ απλωθεί πάνω στη γη.

Υπάρχει μας λένε, υπάρχει αλλά δεν ζει.
Υπάρχει, μας λένε, ένα δάκρυ να κατοικήσουν
Ένα κορμί να μελετήσουν, ένα σπαθί, ένας καιρός
Ένας μεγάλος ωκεανός να καταχτήσουν τη ζωή.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες – ART by Ahermin]

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

ΜΕΣ ΤΗΝ ΚΛΕΙΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΙΣΑ ΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΜΟΥ

Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα, λεπίδι του Πόθου μου αδυσώπητο, ανελέητο κύμα της νιότης, ορίζοντα λευκέ της Αστραπής και του Ονείρου, νικήτρα μονάχη της σκέψης, Χαρά, Χαρά, ζεστή αγαπημένη σαν τη θάλασσα ατέλειωτη, τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά, μερόνυχτα να τριγυρνώ χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου… Κάμε να σ’ ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένο του Πόθου μου… Άσε να ονειρευτώ τις νεκρές αναμνήσεις μου… Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη! [συνονθύλευμα στίχων από τα ΠΕΝΤΕ ΜΙΚΡΑ ΘΕΜΑΤΑ των ΕΠΟΧΩΝ του Μανόλη Αναγνωστάκη – ART by felicity]

Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους στίχους μιας ζωής] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ. «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς!]

Αναζήτηση (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ)
Οι πολιτείες ήταν λευκές, οι νύχτες φορτωμένες βαριές αναμνήσεις
Θολά προμηνύματα για κάποια μακρινά κι αναπότρεπτα ταξίδια
Τώρα πια δεν φωνάζω τώρα πια δεν σκέφτομαι κάτι σταμάτησε μέσα μου
Μπορώ να δω τη μορφή μου στον καθρέφτη, μπορώ να διακρίνω μια μάσκα χλομή κι ολότελα ξένη.

Θα ’ρθω μια μέρα γυμνός απ’ αγάπη και μίσος
Αλύγιστος κι αδυσώπητος, μ’ οδηγό τη σιωπή μου και σύντροφο. Φίλε: αν νομίζεις πως δεν ήρθα πάλι αργά, δείξε μου κάποιο δρόμο
Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα για να πίστέψω πολύ και να πεθάνω.



Τώρα (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ)
Κι όμως Δημήτρη, ξανά πίσω δεν πρέπει να γυρίσουμε
Χρέος μας είναι πια να μη γυρίσουμε.

Ας ξανατραγουδήσουμε πάλι εκείνο το τραγούδι που λέγαμε στην αρχή
Ας ξανασκεφτούμε τα ίδια πράγματα όπως όταν ξεκινήσαμε
Γιατί όλα, ξέρεις, πως τελειώνουνε και μόνο ένα δεν τελειώνει
Γιατί και η ίδια η ζωή, Δημήτρη, είναι κι αυτή όμορφη
Όσο κι αν έζησε κανείς μέρες πολύ κακές
Όσο κι αν είναι μοιραίο να τις ζήσει ή κι αν τις ζει ακόμα.

Τώρα που φτάσαμε εδώ δεν πρέπει να ξαναγυρίσουμε.
πιο καλά θα σταθούμε εδώ, μα όχι πάλι πίσω.

Επιτάφιον (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ)
Εδώ αναπαύεται
Η μόνη ανάπαυση της ζωής του
Η μόνη του στερνή ικανοποίηση
Να κείτεται μαζί με τους αφέντες του
Στην ίδια κρύα γη, στον ίδιο τόπο.

Πέντε μικρά θέματα (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ)
-1-
Μες στην κλειστή μοναξιά μου
Έσφιξα τη ζεστή παιδική σου άγνοια
Στην αγνή παρουσία καθρέφτισα τη χαμένη ψυχή μου

Εμείς αγαπήσαμε. Εμείς
Προσευχόμαστε πάντοτε. Εμείς
Μοιραστήκαμε το ψωμί και τον κόπο μας

Κι εγώ μέσα σε σένα και σ’ όλους
-2-
Ίσκιοι βουβοί αραγμένοι στη σκάλα
Μάτια θολά που κράτησαν εικόνες θαλασσινές
Κύματα με τη γλυκιά αγωνία στην κάτασπρη ράχη

Γυμνός κυλίστηκα μέσα στην άμμο μα δεν υποτάχτηκα
Και δεν αγάπησα μόνον εσένα που τόσο με κράτησες
Όπως αγάπησα τα ναυαγισμένα καράβια με τα τραγικά ονόματα
Τους μακρινούς φάρους, τα φώτα ενός απίθανου ορίζοντα
Τις νύχτες που γύρευα μόνος να βρω το χαμένο εαυτό μου
Τις νύχτες που μόνος γυρνούσα χωρίς κανείς να με νιώσει
Τις νύχτες που σκότωσα μέσα μου κάθε παλιά μου αυταπάτη

-3-
Δρόμοι παλιοί που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
Κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών περπατώ
Νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά

Κάμε να σε ανταμώσω, κάποτε, φάσμα χαμένου του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ κρατώντας
Ακόμα μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες

(Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς
Να γνωρίζω κανένανε κι ούτε
Κανένας με γνώριζε)
-4-
Κάτω απ’ τα ρούχα μου δε χτυπά πια η παιδική μου καρδιά
Λησμόνησα την αγάπη που ’ναι μόνο αγάπη
Μερόνυχτα να τριγυρνώ χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου
Ορίζοντα λευκέ της αστραπής και του ονείρου
Ένιωσα το στήθος να σπάζει στη φυγή σου

Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
Λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη της σκέψης μου
-5-
Χαρά, Χαρά, ζεστή αγαπημένη
Τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά
Στα γυμνά μου μπράτσα το είδωλό σου συντρίβω
Χαρά μακρινή, σαν τη θάλασσα ατέλειωτη
Κουρέλι ακριβό της πικρής αναζήτησης
Άσε να φτύσω το φαρμάκι της ψεύτρας σου ύπαρξης
Άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου
(Ανελέητο κύμα της νιότης μου).

Ω ψυχή, την αγωνία ερωτευμένη!

 [επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της αγάπης, το φόβο που μας ενώνει με τους άλλους, ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη σιωπή, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. Πόσα κρυμμένα τιμαλφή όμως μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα θα περιμένουμε - ARTWORKS: Feliciti

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥΣ ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ:

… Ερημικά κοχύλια οι άνθρωποι, μες στα γαλάζια βάθη τους τη νύχτα προσδοκούν και το κοράλλι της καρδιάς δεν άνθησε στα χείλια… Μα όχι, ε θέλω ταπεινός στους ταπεινούς κι εγώ κι άγνωστος στης ανυπαρξίας να βυθιστώ τα θάμπη. Μούσα, το χέρι δώσε μου και καν’ το μου οδηγό κι απ’ την αψίδα των σκιών στο φως ο νους μου θα ’μπει! Και τότε εγώ ο ανίσχυρος στη μέση θα σταθώ και να ’χω κύκλο πάνοπλους αντάρτες μου τους στίχους, να βάζω τ’ άστρα κράνος μου στο μέτωπο τ’ ορθό και των εχθρών μου ατρόμητος να προσπερνώ τους στοίχους… [Γιάννης Ρίτσος – ARTWORKS: Poetry Sacrifice]

«Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη την είπαν ο έρωτας και η επανάσταση. Όλη σου τη σιωπή την είπε η ποίηση»: Ο Ρίτσος συνήθιζε να γράφει παράλληλα συλλογές και συνθέσεις συχνά διαφορετικής υφής και διάθεσης, αντισταθμίζοντας τους υψηλούς τόνους του έπους και της λυρικής έξαρσης με τη χαμηλότερη εσωτερική φωνή, την εκτεταμένη σύνθεση με το βραχύ, συμπυκνωμένο ποίημα, την αγωνία του με στίχους ζωικής χαράς και απόλαυσης

ΤΡΑΚΤΕΡ (επιλογή)
Διέξοδος
Μητέρα Ποίηση, δέξου με το σώμα μου σταυρός
και πάνω του καρφώσανε τη ζωή μου Ναζωραίο
σε ανάξιους εμοιράστηκε ο δικός μου θησαυρός
κι έχω το φτύσμα ταπεινών στο πρόσωπο τ’ ωραίο.

Εκδίκηση ήχων της πληγής, κάνε, την οιμωγή,
-ποτέ δε γεύτηκα ήσυχος μελαχρινό καρβέλι-
στον ιδρώ, που ’χυσα σκυφτός καρπίζοντας τη γη,
της ακτινοβολίας σου λάμψε τα δίκαια βέλη

Ω απόψε, αιχμάλωτος σιωπώ στη μάθη της θανής
για τις παλάμες μου βαρύ ’ναι της οργής το βόλι
αγάπη χάριζα παντού, δεν μ’ είδε όμως κανείς
κι είμαι ένας σπόρος ομορφιάς σε άγονο περιβόλι.

Τη ράχη του μου γύρισε το σύμπαν, και στη σκιά
των ήλιων σέρνομαι χλωμό σκουλήκι, κι αν απ’ ώρα
κεντούσα των αγέννητων παιδιών στοργής φασκιά,
με αρνήθηκαν και σε άρνηση του νου σαπίζει η οπώρα.

Φίλο δεν βρήκα ούτε ένανε, στο ίδιο σκεβρό σκαμνί
να μείνουμε ώρες σιωπηλοί, το στήθος να φουσκώνει
στην ευτυχία μιας επαφής και των δακρύων σταμνί
να ρέει για να ξεπλύνουμε απ’ τα χέρια μας τη σκόνη.

Και μια ύποπτη μόνο ματιά την τόλμη μου νικά
-χαμάλης άρρωστων γενεών στην πλάτη έχω τα βάρη-
την πολιτεία της ομορφιάς που ’χτιζα ευγενικά
την γκρέμισαν με αλαλαγμούς  πολιορκητές βαρβάροι.

Σφαλάει  τ’ αυτιά μου ο εμπαιγμός στης ζωής τη μουσική,
τα νέα μου μάτια στο φακό της ειρωνείας θαμπώνω
κι όποιο χαλίκι σήκωσα στο δρόμο μου είδα εκεί
βουνό που βάραινε τη γη του μερμηγκιού τον πόνο.

Υπεραξίας υδρατμοί τυφλώνουνε το φως
στον ανθοκάλυκα της γης βόσκει μονάχα η κάμπη
πέτρα του κόσμου ο εγκέφαλος κι απόμεινε κουφός
στον ύμνο του ήλιου που γελούν οι σμαραγδένιοι κάμποι.

Στον εαυτό τους κλειδωμένοι οι άνθρωποι κατοικούν
στη θάλασσα της μοναξιάς, ερημικά κοχύλια,
μες στα γαλάζια βάθη τους τη νύχτα προσδοκούν
και το κοράλλι της καρδιάς δεν άνθησε στα χείλια.

Μα όχι, δε θέλω ταπεινός στους ταπεινούς κι εγώ
κι άγνωστος στης ανυπαρξίας να βυθιστώ τα θάμπη.
Μούσα, το χέρι δώσε μου και καν’ το μου οδηγό
κι απ’ την αψίδα των σκιών στο φως ο νους μου θα ’μπει.

Μες στους καθρέφτες των ματιών σου θα γελάει φαιδρή
κάθε πληγή μου με τα χείλη αιματωμένα ακόμη
το ανάστημά μου θα γραφτεί σαν την πελώρια δρυ
μπρος στην αυγή, και χιόνια ετών δε θα ’χω στην κόμη.

Τον κόρφο σου άνοιξε –νεκρού λίκνο- να με δεχτείς,
-μήτε κλωστή δε με κρατά στο χείλος της αβύσσου-
κάνε ν’ αστράψει η πτώση μου διάττων μεσονυχτίς
και ν’ αναπνεύσω όλη τη ζωή μες στο σκοτεινό κλουβί σου.

Και τότε εγώ ο ανίσχυρος στη μέση να σταθώ
και να ’χω κύκλο πάνοπλους αντάρτες μου τους στίχους,
να βάζω τ’ άστρα κράνος μου στο μέτωπο τ’ ορθό
και των εχθρών μου ατρόμητος να προσπερνώ τους στοίχους.



ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ
Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Μπέμπελ και Μπουχάριν
τους στρίμωξα στο νου κουκί κουκί.
Να με, λοιπόν, κατέκτησα την χάριν
να κρίνω με τη διαλεκτική.

«Αχώριστος η θεωρία και η πράξη»
συχνά σκοντάφτω στην εφαρμογή,
μα η κριτική μου είναι πάντοτε εν τάξει,
όλους και όλα τα ελέγχει, τα εξηγεί.

Τις συγκεντρώσεις των προλεταρίων
απ’ το παράθυρό μου τις κοιτώ
ως να συγκινηθώ μέχρι δακρύων
και γράφω στίχους πλέον των 100.

Τη σκέψη αφήνω διάφανο μπαλόνι
στον άδειο ν’ ανεμίζεται ουρανό,
να βλέπω την εντύπωση που απλώνει
το χρώμα που αντιφέγγει το κενό.

Τώρα το «Καπιτάλ» του Μαρξ κηρύττω,
μα αποφεύγω την κάθε συμπλοκή
γιατί, ξέρω, θανάσιμα θα πλήττω
αν κάποτε με βάλουν φυλακή

Αν κάποιος θα ’θελε να διαβάσει την ιστορία του αιώνα, θα την έβρισκε ακέραια στην ποίηση του Ρίτσου: στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό, στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία… Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωσε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά. Κι αυτό το «υπαινικτικά» λέει περισσότερα για τη βία του καθεστώτος, τις νοοτροπίες και τη συμβατική ηθική, τους ιδεολογικούς πειθαναγκασμούς. Με προσωπεία και δάνειες φωνές αρθρώνει την αλήθεια του. Οι αμφισημίες, οι αντιφάσεις, οι παλινωδίες μαρτυρούν τη σκληρή πάλη του στοχαστή που δέχεται τα δυσοίωνα μηνύματα των καιρών, ενώ έχει συνδέσει το πεπρωμένο του με το υψηλότερο όραμα της ανθρωπότητας

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΩ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΑ ΖΗΣΩ ΜΑΖΙ ΣΟΥ

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή. Σε περιέχω όπως το αραχωβίτικο κιούπι το λάδι. Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη. Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει τον καλπασμό του αλόγου… Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού. Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό πρωτόγονο, ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια, γαλάζια τα νερά του, κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι [Μάτση Χατζηλαζάρου, Έρως Μελαχρινός – Art by Nekbetsun]

 [Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι του πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα, και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού. Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι σα χόρτα στην άκρη του ποταμού. Για του λόγου το αληθές… οι παρακάτω επιλογές από τη συλλογή της Μάτσης Χατζηλαζάρου ΕΡΩΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ]

Σκέπτουμαι μια ζωή
Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ’τανε βαριά σα σήμερα,
μονάχα αν έλειπες ταξίδι. Το πρωί σκέπτουμαι
τα μέλη σου σφιχτοδεμένα –εκεί κάπως εντοπίζω
την αγκαλιά σου. Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν
το δαγκωμένο φρούτο.
Έλα, η μέρα είναι τόσο ωραία –τα ποιήματα που
αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου.  Μπορούσα τόσα πράγματα
να τα μετατρέψω σε χαρά και να στα δώσω.
Κάθε στιγμή μπορούσα να στην κάνω μουσική
πρωτόγονη, γούνα μαλακιά, ζεστή, ηλεκτρισμένη, που
βουλιάζει βαθιά μέσα. Χορός τέλεια ελεύθερος, αντί από
μέλη να ’χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου. Ή μυρουδιές
-μήπως θέλεις μυρουδιές; Τότε θα ’ναι μυρουδιές δροσερές,
σαν μικροί καταρράκτες όλο πολυτρίχι – ή σαν γιαλός
το πρωινό όπου βγαίνει και λιάζεται το φύκι, ο σταυρός,
ο αχινός – και το κύμα στην αμμουδιά δεν είναι σοβαρό,
μα παίζει. Πέρα βέβαια η θάλασσα έχει μιαν απαλή τραγικότητα.



ΛΙΑΖΟΜΑΙ ΜΕΣ ΣΤΗ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ, ΠΟΥ ΞΑΝΑΦΕΡΑΜΕ ΜΑΖΙ
Μαζί το ζούμε και το θέλουμε το πηγαινέλα της φύσης
-τις μυρουδιές του κρύου ανέμου, τα παγωμένα νίκελ
της πόλης, τον κλειστό χώρο μες στην παγωνιά όταν αχνίζουν τα τζάμια.
Ζωή μου, δίπλα σου βλέπε την αναπνοή και ακούω το καρδιοχτύπι όλων των πραγμάτων.
Ζωή μου, δίπλα σου είναι η μέρα του ήλιου του μεσονυκτίου.
Μακριά σου είναι η νύχτα του βορινού χειμώνα.

Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί
σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη
τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,
και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.

ΛΕΣ ΚΙ ΗΤΑΝΕ ΧΘΕΣ ΒΡΑΔΥ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ,
τα χέρια σου δυο μικρά τρυφερά καβούρια.

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες τα μαλλιά σου, που ’ναι
σα χάρτα στην άκρη του ποταμού.

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΔΕΝΔΡΩΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση
της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.
Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.
Η Ποίησή μας είναι η ζωή.

Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό
επάνω σ’ ένα καθρέφτη και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι
μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.
Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,
κι όταν ξανασταθούμε ν’ ακούσουμε ο ήχος μας είναι
σκληρό γρατσούνισμα φτυαριού πάνω στον άγονο βράχο

ΕΘΩΡΟΥΣΕΝ Ο ΝΙΟΣ ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΓΝΑΝΤΕΥΤΡΑ ΚΟΥΡΤΙΝΑ
Επερίμεναν οι σπιλιάδες του Αυγούστου μες στους φουσκωμένους φλόκους.
Ένα αγιόκλημα εσκαρφάλωνε αναστενάζοντας και μοσχοβολώντας-
ίσαμε που έμπλεξε μες στο σύννεφο του δειλινού.
Τόσα δάση φλέγονται,
τόσα παγόβουνα λιώνουνε,
τόσες μανόλιες μας λιποθυμούν,
τόσοι κόμποι μας παιδεύουνε.
Εμείς ας σταθούμε γοργόνες, τα στήθια ξέσκεπα στον ήλιο
-η κεφαλή ριγμένη πίσω, τα μάτια στο κατάρτι.
Η θάλασσα είναι παντάνασσα – πλένεις όλους τους καημούς μας

ΣΗΜΕΡΑ ΜΗ ΜΟΥ ΚΡΕΝΕΤΕ. Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ
Αχ, γιατί να μου σιγοτραγουδάνε οι καλαμιές
στην ακροποταμιά  τι είναι πια τούτα τα νέγρικα άσματα
τα σιροπένια, οι λυγμοί και τα’ αναφιλητά.
Φέρτε, δώστε, να πιω όλες τις μυρουδιές
του γαλάζιου ατμού,
της λυρικής μελάνης,
του φουντωμένου κόκορα,
της ερωτευμένης μασχάλης.
Εκεί στο χώρα που ανατέλλουν οι πέντε ήλιοι –
εκεί θα την εύρω τη χαμένη μου αγάπη.
Εγώ όμως φόρεσα τ’ αλμυρά μου δάκρυα και πήγα
στον ξένο κάμπο όπου οι πρωινοί πόθοι των κοριτσιών
πέφτουν σαν τ’ άνθη της ανεμισμένης μυγδαλιάς.

ΑΠΛΩΝΩ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΖΩ ΟΛΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΑΗΜΟΥΣ
τα βράχια τ’ ακρογιάλια, τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων των κυμάτων.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλους τους ασφόδελους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου
τα μεράκια, τα ντέρτια – το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,
το κρεμεζί μου το μαντήλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως
και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, το φόβο μου
όταν με διώχνουνε, την έξαρσή μου όταν θέλω, την χαρά μου όταν ζω.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλες τις μέρες του χρόνου –δικές μου είναι, από τη μιαν
αυγή στην άλλη – με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,
ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.

Η ΝΥΧΤΑ ΕΠΕΣΕ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ – ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΡΑ;
Που ’ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,
που ’ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, που ’ναι
ο γκιώνης, τα τζιτζίκια κι οι πέντε μου φωνές;
Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να πεθάνω όλους τους θανάτους.
Μερικές χορδές μουσικής φτάνουνε για να τρέξουμε
γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε
όλες τις σταγόνες του σώματός μας και για να πλέξουμε
με το ’να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.

[επιλογές λέξεων από τη συγκεντρωτική συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της Μάτση Χατζηλαζάρου, όπου τα λουλούδια των δένδρων είναι τα πουλιά, το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου κι Ποίησή μας η Ζωή.]