Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

ΜΕ ΔΙΧΩΣ ΕΣΤΩ ΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΚΑΘΗΜΑΓΜΕΝΟΙ ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΕΣ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ:

Ο άνθρωπος που εισόρμησε πια στην απώτερη θλίψη με δίχως έστω ένα τριαντάφυλλο μ’ εκείνα τ’ ακατέργαστα στην ώχρα μεινεσμένα μάτια στο μισοσκέπαστο ερημόκλησο σέρνοντας τη μεγάλη ανάπηρη σιωπή στο καροτσάκι της ομιλίας ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση -: πως είμαστε καθημαγμένοι ερασιτέχνες του Πραγματικού μ’ ένα μυστήριο που βεβηλώνει τη διάνοια διχάζοντας πριν η δορά της θάλασσας σηκώσει το ανάστημα στον Άδη. Πολύκρουνη η θύελλα σπάζει τα ματογυάλια της  κι ο μέγας τρόμος αδράχνει τα μελλούμενα σχηματίζοντας αποστήματα στη μνήμη. Κατάχαμα της ασίγαστης σιγής  ένα  κινούμενο κειμήλιο-σκουλήκι. Η ζωή που μικραίνει: η μεγάλη αλήθεια. Στον όποιον πιάνει το τσαπί γίνεται τσάπισμα στον όπου πίνει το νερό γίνεται πιόμα. Έρχεται έαρ αειπάρθενο προφέροντας αρώματα κρατεί με μια κατάμαυρη λεπτότατη κλωστή στα ύπαιθρα της νύχτας το σημείο του γκιώνη που είναι άγνωστο πέρα…  [Η ΕΝΑΣΤΡΗ ΦΩΤΟΓΕΝΕΙΑ του Νίκου Καρούζου από τη συλλογή ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ, 1979]

Η έναστρη φωτογένεια ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση: η ζωή που μικραίνει η μεγάλη αλήθεια! Θα την κάνω λαμπερό την απόγνωση μάρμαρο τη ζαριά μου θα την ρίξω στην ανέραστη άβυσσο χαρίζοντας τις εξάρες μου στην Άφαντην Αγριότητα που μ’ έφερε σ’ αυτόν τον κόσμο-μπαλτά  που κατακόβει τη φουκαριάρα μοίρα μου… Αυτή ’ναι η απαστράπτουσα Αλληγορία η άχραντη στο νου μου κατακραυγή: Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς μα ρημάξω τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα… Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες Η ΠΟΙΗΣΗ δεν γίνεται με ΙΔΕΕΣ αλλά με ΛΕΞΕΙΣ, γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ: φενάκη, φρεναπάτη, ταραχώδη κύματα, είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα; Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. Ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης»! Για του λόγου το αληθές…

ΣΥΝΤΟΜΗ ΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ
Το φεγγάρι κατευνάζει κάποτε
συνήθως όμως αναστατώνει
θρασύνεται διαστέλλεται στη λαγνική
του μαύρου κοινοκτημοσύνη.
Γιατί να μας εφευρίσκει ο θάνατος;
Ερείπιο από ναυτία, γιομάτος καρβουνόσκονη
κι απόκληρος εγώ από άνηθο
στα ανοιχτά της απελπισίας
αιμάσσοντας ακατάπαυστα
μεσ’ στη διάνοια νοσοκομείο
(θυμάσαι τ’ αγριόχορτα
την ιταμή τους αδράνεια
θυμάσαι ω Μελάμφυλλη τα υδραργυρικά μας
μεσημέρια σαν του Ζόφου κατώφλια…)
Θα την κάνω λαμπερό την απόγνωση μάρμαρο
τη ζαριά μου θα τη ρίξω στην ανέραστην  άβυσσο
χαρίζοντας τις εξάρες μου
στην Άφαντην Αγριότητα που μ’ έφερε
σ’ αυτόν τον κόσμο-μπαλτά που κατακόβει
τη φουκαριάρα μοίρα μου ωσάν
τρυφερό χοιρομέρι.
Καταχωνιάζομαι
καταστροφή
κατάμεστη
καταδίκη


ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΣ ΤΙΤΛΟΣ
Χοάνη μαλθακής μελαγχολίας
-η κλειδαριά στην όραση – ομίχλη
κουκουλώνει απάνθρωπα τις αραβικές
αμνάδες μιας ανώτερης λογικής
τα θάμνα όπου τα πιο αυτοκρατορικά ζωύφια
ψηλαφούν ερωμένες με νυσταλέα βυζάκια
στραγγαλίζοντας άσπρο χαρτί και φόνισσες
γαλακτώδεις προσωπίδες
ανάμεσα στου πόνου τα τιμάρια
σε ιδιόκτητους ορίζοντες.
Αυτή είναι η απαστράπτουσα στον έβενο της Φυσικής μου
με τα πικρά μαλλιά της Αλληγορία
η αράχνη στο νου μου κατακραυγή:
η θαλπωρή-γουρούνα το τίποτα.

ΡΥΜΗΔΟΝ ή ΚΑΠΩΣ
Μου φαίνεται πως είμαι στου φωτός τα πρόθυρα
τρισέρημος από σπίθες του μέλλοντος.
Λατρεύω την απόλαυση βυσσινιά, τη στύση μέσα στο ρόδο.
Σα να ’χω πάθει λεκτική αφυδάτωση
σαν να ’χω ξεράσει βοερά στην αχραντοσύνη.
Δεν είναι τρόπος ετούτος να αρρωσταίνω στα ύψη μου
πλήρης από ένδοξη υγεία.
Λαλούν καμπύλες σήμερα μ’ αρώματα
στην φλογισμένη κόλαση της αφής μου
στο θαλερό κι απόλυτο κορμί σου ω Ανώνυμη
τέτοιος θρίαμβος
και του ορθόστητου λαιμού σου το γλυπτό
λες από ύλη κάτασπρου αγγέλου.
Δεν ήξερα τον έρωτα έτσι τραγουδιστό κι αρωματάρη
το βόγγηγμα του γαλαξία ωσάν ένα
κυμάτισμα λευκότητας. Από πότε
γνωρίζομαι εγώ με την όραση;
Είμαι στο τέρμα του μυαλού μ’ ένα χαμόγελο κρεουργημένο.
Είχα δυο τρία σύγνεφα στα χέρια μου δεν τα ’χω
τα θεϊκά κουσούρια της θάλασσας αγναντεύοντας
κι αυτό ψηλά κατάντικρυ
το πλαδαρό φεγγάρι που σεληνιάζεται (τι πάθος)
απόψε είναι ορείχαλκος και παρακμάζει καμπουριάζοντας.
Τι είναι τούτος ο αγέρας, βιολονίστας;
τι είναι ο θάνατος ανήμερα στη ζήση;
Κανένας πεθαμένος δε μετέχει στα τριαντάφυλλα
κι ας λέμε -, η γερόντισσα του ερχόμενου αιώνα
η νιόπαντρη χημεία το ξέρει
χορταριάζοντας αλλιώς τους τάφους.

Η ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΝΑ ΛΕΩ ΚΑΤΙ
Πώς θα νιώσουμε τη γεωγραφία χωρίς τις πρωτεύουσες
(εγώ, κύριοι, τη διασκεδάζω την αποτυχία μου στην ύπαρξη)
νομίζω όμως πως ο χάρτης αγνοεί τα μοιρολόγια μας
τις πεπτικές διαδικασίες των αγαθών μουσουλμάνων
(ε, δεν τη φανταζόμουνα μια τέτοια φράση)
λέγε καημένε τι στοιχίζει μετά θάνατον η ομιλία
τι να τρων τον Αισχύλο τα σκουλήκια
τι το Λάμπρο Πορφύρα…
Για κουτούς η δόξα ψάχνει για κλινήρεις του πνεύματος.
Τι είν’ ο ίδιος ο Σαίξπηρ αγνάντια στους άγιους
οπού κρατούν αγκαλιά τους τις κορφές στα Ιμαλάια…
Στο ανύπαρχτο κατατείνω
αδιάφορος κι ανατίρρητος.

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)

Δεν υπάρχουν σχόλια: