Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

ΑΥΡΙΟ, ΛΕΣ, ΚΑΙ ΜΕΣΑ Σ’ ΑΥΤΗΝ ΤΗ ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΒΟΛΗ ΠΑΡΑΜΟΝΕΥΕΙ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΠΕΛΩΡΙΟ ΠΟΤΕ:

ΠΟΙΗΤΗΣ: Ένα περίεργο επεισόδιο διαβάσαμε τελευταία στις εφημερίδες- ένας άνδρας πήγε σ’ ένα απ’ αυτά τα «σπίτια», πήρε μια γυναίκα, μα μόλις μπαίνουν στο δωμάτιο, αντί να γδυθεί και να επαναλάβει την αιώνια κίνηση, γονάτισε μπροστά της, λέει, και της ζητούσε να τον αφήσει να κλάψει στα πόδια της. Εκείνη βάζει τις φωνές, «εδώ έρχονται για άλλα πράματα», οι άλλοι απ’ έξω δοσ’ του χτυπήματα στην πόρτα. Με τα πολλά άνοιξαν και τον διώξανε με τις κλωτσιές – ακούς εκεί διαστροφή να θέλει, λέει, να κλάψει μπρος σε μια γυναίκα. Εκείνος έστριψε τη γωνιά και χάθηκε καταντροπιασμένος. Κανείς δεν τον ξανάδε πια. Και μόνο εκείνη η γυναίκα, θα ’ρθει η αναπότρεπτη ώρα, μια νύχτα που θα νοιώσει με πόνο ξαφνικά, πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθιά, την πιο μεγάλη ερωτική πράξη μην αφήνοντας έναν άνδρα να κλάψει στα πόδια της [Τάσος Λειβαδίτης, Καντάτα, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1960 –ARTWORK: Ana Rasha]

 [ΣΚΗΝΙΚΟ: συνοικιακός δρόμος σύγχρονης πόλης. Αρχίζει να βραδιάζει… Ο ΠΟΙΗΤΗΣ σκυμμένος στο τραπέζι γράφει. Φαίνεται όμως πως η έμπνευση είναι δύστροπη απόψε. Πετάει το στυλό και βγαίνει στο μπαλκόνι ν’ ανασάνει λίγο… Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΣΚΕΤΟ: ψηλός, βλογιοκομμένος άνδρας, περνάει συχνά από αυτό το δρόμο, πάντα κατά το ηλιοβασίλεμα – και κανείς δεν ξέρει από πού έρχεται, ούτε πού πάει. Μόνο τα παιδιά που παίζουν, μόλις τον δουν, σταματάνε το παιχνίδι και τον τριγυρίζουν. Εκείνος χαμογελάει. Κάθεται ύστερα σ’ ένα σκαλοπάτι κι αρχίζει κάθε φορά κι από ένα παραμύθι. Και τα μάτια των παιδιών, μεγάλα κι ερωτηματικά μέσα στο βράδυ, τον κοιτάζουν. Σήμερα θα τους πει μια ιστορία παλιά όσο κι ο κόσμος. Α, ναι – συχνά του αρέσει να μιλάει σε ύφος βιβλικό]

Ασήμαντες λέξεις ειπωμένες αδιάφορα που σε συντρίβουν για πάντα (από την ΚΑΝΤΑΤΑ, Κέδρος 1960)


ΠΟΙΗΤΗΣ: Ω αρετή της συγγνώμης, αρετή της υπομονής, αρετή της αυταπάρνησης,
μα πάνω απ’ όλα, υπέρτατη αρετή, σαν τους απλούς ανθρώπους,
να δέχεσαι υπάκουα, κατανυχτικά το πέρασμα του χρόνου,
κατανοώντας αόριστα το βαθύ μυστήριο της αιώνιας κίνησης και αλλαγής
και σχεδόν συγκατανεύοντας – σα να ’σαι λίγο κι εσύ ο δημιουργός του.

Κι α, ποια άλλη, αλήθεια, πιο απροσμέτρητη λεηλασία υπάρχει της απρόσιτης αιωνιότητας απ’ το τραγούδι.
[Κοιτάζει στο βάθος την πολιτεία]
Τι βράδυ έπεσε αθόρυβα και ανέκκλητα
σαν τη σκιά του αιώνιου χωρισμού πάνω από έναν μεγάλο έρωτα.
Ανάβουν τα φώτα, οι απίθανες ρεκλάμες στους κινηματογράφους,
οι βιτρίνες με τους απαγορευμένους παραδείσους
μεταξωτά μισόγυμνα φορέματα με πόδια και κεφάλι
παριστάνοντας απεγνωσμένα τις γυναίκες, λαχεία νοσταλγίες,
τα μπαρ με τα ξένα ονόματα κι οι τράπεζες που κλείνουν,
τα σκοτεινά χρηματοκιβώτια σα μεγάλα υδρωπικά φέρετρα
κι οι υπάλληλοι που πηγαινοέρχονται πάνω στις άσπρες και μαύρες πλάκες, σαν τα θλιβερά πιόνια
σ’ ένα πελώριο φανταστικό σκάκι – αόρατα χέρια παίζουν ένα παιχνίδι τρομερό.

«Είναι αργά αύριο», λέει ο θυρωρός της πολυκατοικίας,
η γυναίκα κρατάει αγκαλιασμένο ένα παλιό, ξεθωριασμένο εικόνισμα μιας αγίας,
«μα είναι θαυματουργό», κλαίει εκείνη, σ’ έναν κόσμο που κανείς δεν πιστεύει
κι ο θυρωρός κλείνει τη βαριά τζαμωτή πόρτα
κατάμουτρα στις δυο άγιες θλιμμένες γυναίκες. Και πέφτει το βράδυ.

Τυχαίες συναντήσεις, χειρονομίες ανεπαίσθητες, βλέμματα αφηρημένα
δίχως πρόθεση –μικρές, αόριστες λεπτομέρειες ορθώνοντας σιγά-σιγά
ένα βαρύ πεπρωμένο. «Αύριο», λες,
και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο
το πελώριο ποτέ.

Ασήμαντες λέξεις ειπωμένες αδιάφορα
που σε συντρίβουν για πάντα.

Ο άνθρωπος με το κασκέτο (από την ΚΑΝΤΑΤΑ, Κέδρος 1960)
Και τις ημέρες εκείνες οι άντρες με τις καπαρντίνες και τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες πήραν το έγγραφο της διαταγής
Και πήγαν να τον συλλάβουν.
Ήταν δε αυτός ο άνθρωπος φτωχός, επιγραφοποιός το επάγγελμα.
Κι είχεν απαρνηθεί τη μητέρα του και τα εργαλεία του,
κι ό,τι πιο άγιο και βαθύ έχει ο άνθρωπος σε τούτον τον κόσμο.
Και μάζευε, έλεγε η διαταγή, κρυφά τους μεροκαματιάρηδες και τους χερομάχους,
και τους μιλούσε για την ελπίδα και το μέλλον – κι άλλες τέτοιες βλασφημίες.
κι οι ταπεινοί χαμογέλαγαν κι οι τυφλοί σκιρτούσαν κι οι φτωχοί πλούτιζαν από φιλία.
Οι διψασμένοι βρίσκαν ένα αυλάκι νερό. Κι οι κυνηγημένοι μια πόρτα.
Κι οι απελπισμένοι γύριζαν τώρα τραγουδώντας σιγά μέσα στη νύχτα
έναν παράξενο σκοπό.
Που ενώ μιλούσε για βάσανα, ξαλάφρωνε όλο της ψυχής σου το βάρος.
Και την άλλη μέρα, ώρα λύχνου, οι άνδρες με τις χαμηλωμένες ρεπούμπλικες (για να μη φαίνονται τα τυφλά τους τα μάτια), χτύπησαν τη μικρή ξύλινη πόρτα, δυτικά της πόλης, κοντά στα παλιά βυρσοδεψεία.
Κι αυτός άνοιξε. Και τον ερώτησαν: Πώς λέγεσαι;
Κι εκείνος απάντησε

Και τ’ όνομά του ήταν μεγάλο σαν οποιοδήποτε ανθρώπινο όνομα

[αποσπάσματα από την ΚΑΝΤΑΤΑ του Τάσου Λειβαδίτη, αυτού που σφύριζε την Παλόμα, του άλλου που νόμιζε πως ήτανε σοφός… Το πιο τρομερό απ’ όλα, ένας αγνωστικιστής, αυτός με την κουρασμένη μνήμη, κάποιος που μας έμοιαζε πολύ – άπειροι τύποι σαν την άμμο της θαλάσσης και σαν τ’ άστρα του ουρανού και σαν τα σκιρτήματα της ψυχής άπειροι]

Δεν υπάρχουν σχόλια: