Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

ΔΕΣ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΑΛΗΘΕΨΕ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΝΑΡΧΑΙΟ ΟΝΕΙΡΟ

Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τα’ απάνω ένα πουλί καλύτερο, απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου. Σπασμένα φλιτζάνια στα χαλιά, πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά ένα νέο δένδρο χωρίς ανθούς ή ένα αγνό νέο βλέφαρο ή ένας λατρεμένος λόγος που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά. Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή τι κούραση τι κούραση κίτρινο φόρεμα – κεντημένος ένας αετός – πράσινος παπαγάλος – κλείνω τα μάτια – κράζει πάντα πάντα πάντα η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς τι μάτια παθιασμένα τι γυναίκες τι έρωτες τι φωνές τι έρωτες φίλε αγάπη αίμα φίλε φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τι κρύο. Ήτανε παγωνιά δεν ξέρω πια την ώρα που πεθάναν όλοι κι έμεινα μ’ ένα ακρωτηριασμένο φίλο και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά [Η Δύσκολη Κυριακή από την ποιητική συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945 – WORKART: michael-maier)

 [Το αιωνόβιο τ’ όνειρο χαϊδεύει τ’ άσπρα του τα μαλλιά κι έτσι, μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο, στο στήθος φυτρώνουν κοπάδια μαργαρίτες. Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν: τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι Ποιητής, κληρονόμος πουλιών που πρέπει, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Για του λόγου το αληθές…]

Ο Πυρετός της Χαράς (από την ποιητική συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945)
Ηλεκτρικές κουρτίνες σ’ άλλη εποχή
ηλεκτρικοί πολυέλαιοι
δυο πρωινά παράθυρα
δυο μάτια φωτισμένα
η σκιά του ανθρώπου διαβαίνει
μέρα να ’ναι για νύχτα
κι η φωνή: μην τρέχεις μην φεύγεις
σ’ αγαπώ
la voix du reve



Τ’ Όνειρο (από την ποιητική συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945)
Το αιωνόβιο το όνειρο
χαϊδεύει τα’ άσπρα του μαλλιά

Παιδιά γδυθήκανε στο φως
πετάξανε το τόπι κι ανακράξαν θρίαμβος
ένας φραγκόπαπας δείχνει με το δάχτυλό του το Λυκαβηττό
ένα γυμνό χαμογελάει στα κορίτσια
ψηλώνουν στα κλωνάρια τους φωνάζουνε
είναι κουτσός είναι κουτσός
βουτάνε ντροπιασμένες έπειτα στο κόκκινο νερό

Νέες γυναίκες γδυθήκαν στη σκιά
στ’ απέραντο λιμάνι τρομαγμένες
ένας χειρούργος στο μπαλκόνι παίζει τα νυστέρια του
παραφυλάνε κουρασμένοι εκφορτωτές
να κόψουν τα σκοινιά του καραβιού
να κουρελιάσουνε τ’ απάρθενα φορέματα
να στασιάσουν να κρεμάσουνε τον καπετάνιο
στο μεγάλο κατάρτι τ’ ουρανού
να σφίξουνε τα δάχτυλα οι γυναίκες
να κλείσουνε τα μάτια να στενάξουνε
να δείξουνε τα δόντια τους τις γλώσσες τους

Αρχίζει το ταξίδι της χαράς

Η πονεμένη γδύθηκε στο σκοτάδι
αναρριχήθη στο άθλιο σπίτι και
σταμάτησε τη μάταιη μουσική
γέλασε στον καθρέφτη σήκωσε τα χέρια
έβαψε το πρόσωπό της με το χρώμα
μιας προσμονής είδε τον ήλιο
μέσα στο ρολόγι της τότε θυμήθηκε:
-Δες το ποίημα αλήθεψε
και το νόθο αγόρι και το χρώμα
χαρίζουν τη χαρά
και τον τόπο αυτό πώς να φωτογραφήσουν
είναι ο τόπος της υποκρισίας
είναι η χώρα που παραμονεύουν
παιδιά που ’χασαν την αγνότητά τους
κι απλώνουνε τα χέρια στ’ ανοιχτά παράθυρα
να πέσουν τ’ άρρωστα φιλιά
να πέσουν κλαίγοντας απ’ τα παράθυρα
τα νέα λιγόζωα ορφανά
σφίγγοντας μες το πληγωμένο χέρι τους
μια τουφα άσπρα μαλλιά

Απ’ το πανάρχαιο όνειρο

Ομορφιά (από την ποιητική συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945)
Ράντισε την ασκήμια με ομορφιά
πήρε μια κιθάρα
πήρε ένα ποτάμι πλάι πλάι
Τραγουδώντας

Έχασε τη φωνή του
του την έκλεψε η έξαλλη γυναίκα
που ’κοψε το κεφάλι της στα κόκκινα νερά
κι ο φτωχός δεν έχει πια φωνή να τραγουδήσει
και το ποτάμι το ήρεμο κεφάλι
κυλάει με βλέφαρα κλειστά

Τραγουδώντας

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό]

Δεν υπάρχουν σχόλια: