Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΗ ΔΙΨΑ ΜΟΥ ΝΑ ΠΡΑΫΝΕΙ:

Φτάσαμε εδώ. Τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ μια θάλασσα τόσο στεγνή. Κι εκείνοι που τη γνώριζαν και τη χειροκροτούσαν τώρα την αντικρίζουνε με μια αδιαφορία παράξενη, μήτε νεκροί μήτε και ζωντανοί. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρα μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοι. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή. Οι φίλοι μας κι οι φίλοι σας ξυπνήσανε και μας χαιρέτησαν. Δεν τους πιστέψαμε ποτέ όσο βάσταγαν ένα άλλο νόμισμα κι όλο χαμογελούσαν [ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ από την ομότιτλη ποιητική συλλογή του Τάκη Σινόπουλου 1951 – ART by IASON Dreαmfall]

 [Φτάσαμε εδώ στο ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ μια θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοι. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… Για του λόγου το αληθές…]

Ελπήνωρ (από την ποιητική συλλογή ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 1951)
Τοπίο θανάτου. Η πετρωμένη θάλασσα τα μαύρα κυπαρίσσια
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από το αλάτι και το φως
τα κούφια βράχια ο αδυσώπητος ήλιος απάνω
και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα
μονάχα απέραντη αρυτίδωτη πηχτή σιγή.




Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε
όχι ο πιο γέροντας: Κοιτάχτε ο Ελπήνωρ πρέπει να ’ναι εκείνος.
Εστρέψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποταμιά το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Ελπήνωρ πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς
σκαλίζοντας την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Και τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Ελπήνορα
Ελπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ’ αυτή τη χώρα;
είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά
τον περσινό χειμώνα κι είδαμε στα χείλη σου το αίμα το πηχτό
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στου σκαρμού το ξύλο.
Μ’ ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψαμε στην άκρη του γιαλού
ν’ ακούς του ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης.
Τώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; πώς βρέθηκες σ’ αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;

Δε γύρισε να δει. Δεν άκουσε. Και τότε πάλι εφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Ελπήνορα που ’χες λαγού μαλλί
για φυλαχτάρι  κρεμασμένο στο λαιμό σου Ελπήνορα
χαμένε στις απέραντες παράγραφους της ιστορίας
εγώ σε κράζω και σα σπήλαιο αντιλαλούν τα στήθια μου
πώς ήρθες φίλε αλλοτινέ πώς μπόρεσες
να φτάσεις το κατάμαυρο καράβι που μας φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω απ’ τον ήλιο αποκρίσου
αν η καρδιά σου επιθυμεί μαζί μας να ’ρθεις αποκρίσου.

Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Το φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη.
Η θάλασσα τα κυπαρίσσια τ’ ακρογιάλι πετρωμένα
σ’ ακινησία θανατερή. Και μόνο αυτός ο Ελπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μες στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ’ την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς
με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ’ ακρωτηριασμένα δάχτυλα
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό χωρίς φτερά χωρίς ηχώ γαλάζιο αιθέρα.

Ιωάννα (από την ποιητική συλλογή ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 1951)
-Ι-
Ο τοίχος ήτανε βαρύς άσπρος κάτω τ’ αυλάκι
με το χορτάρι και το βρώμικο νερό κι απάνω
κοντά στο φοβερό καζάνι με τη σκοτεινή φωτιά
καθόταν η Ιωάννα. Πίσω σάλευαν αλλόκοτες
κι άμορφες σκιές. Μια μια περνούσε
μπροστά κι Αυτή με τη βαριά κουτάλα
εβούταγε κι εμοίραζεν αμίλητη. Ο αγέρας
πηχτός ακινητούσε ολόγυρα. Καμιά κρυαγή
δεν έσκιζε το λασπωμένο φως μονάχα
ο αβέβαιος ψίθυρος από τις σκιές που πλήθαιναν
ολοένα και γιορτάζανε το χώρο εκείνο.

Κι εγώ ήμουνα στο δρόμο. Πού τον γνώρισα
το δρόμο αυτό κι ανατριχιάζω τώρα
που επήξανε μέσα μου ασάλευτες οι μνήμες;
Την κοίταγα βαθιά κι αχόρταγα μα Εκείνη
βασανισμένη από μια θλίψη ολότελα θανάσιμη
δεν ένιωθε δεν πρόσεχε κι όσο κι αν αγωνιζόμουν
ποτέ το βλέμμα μου δεν έσμιγα το βλέμμα της
το καυτερό. Τριγύρα στάλαζε αγωνία πηχτή
κι αιώνια. Ξάφνου –πόσος πέρασε καιρός;
τα χείλη της σαλέψανε κι άκουσα σα να γύρισα
σε χρόνια βυθισμένα μέσα σε τόσες καταχνιές
μουρμουριστή όλο πάθος τη φωνή της:
Φίλε μου κοίταξε τη ζωή μοιράζω με τα χέρια μου
στις σκιές τη ζωή που ζώντας εζύγιασα
στην πλάστιγγα και βάραινε στο μέρος της φθοράς.
Έτσι μίλησε κι όρμησαν φρικιαστικές μέσα μου οι μνήμες.
Όμως παράξενο τα μάτια της δεν κοίταγαν εμένα
μόνο πέφτανε δίπλα μου σα νάταν κάποιος άλλος
κι εκείνον έκραζε με τέτοια σκοτεινή λαχτάρα: Φίλε.
Ωστόσο τίποτα δεν σάλεψε μες στη σιγή. Καμιά
δεν έφτασεν απόκριση για Εκείνη. Τότε γύρισα
με δύναμη να ιδώ ποιος ήταν που δεν μίλησε.
Κανείς. Μήτε ίσκιος, μήτε σώμα δεν φαινόταν.
Ο δρόμος έρημος εγώ καταμεσής. Η Ιωάννα
τυραννισμένη από έναν πόνο οξύ είχε σκύψει το κεφάλι
κι εβούταγε κι εμοίραζε κι οι σκιές
πληθαίνανε και προχωρούσανε και διάβαιναν
αδιάκοπα μπροστά της.

Ξάφνου αναπάντεχα σαν από μιαν αόρατη θύρα
πρόβαλε ο εφιάλτης του παλιού καιρού η φριχτή της μάνα
με τα φαρμακερά στενά και ρουφηγμένα χείλη
μυξιάρα ζαρωμένη κι άπλυτη καθώς συνήθιζε
κι έσκυψε πάνω απ’ το κορμί της Ιωάννας και την κοίταγε
καθώς εκοίταγε άπληστα το καθετί. Και τότε
τρομάζοντας βαθιά και σκοτεινά φώναξα: Ιωάννα
Ιωάννα στρίψε τα μάτια σου τα οδυνηρά σε μένα.
Δεν άκουσε. Δε γύρισε. Κι όταν απαυδισμένος
δοκίμασα να κράξω πάλε Ιωάννα δεν επρόφτασα.
Μεμιάς σκοτείδιασε και μες στο σκότος σβήσαν όλα
κι η Ιωάννα βρέθηκε στο δρόμο και κοντά της
ένα υποκείμενο ξεφύτρωσε που κάπου τόχα ιδεί
κάποτε που τριγύριζα σε συνοικίες φονιάδων
με μούτρο πράσινο και μαύρα λιγδερά μαλλιά.
Πέρασαν δίπλα μου τα μάτια μου γυρέψανε
τα μάτια της. Δεν έστριψεν η θλίψη ολοένα
και πιο βαθιά χαράκωνε το χλωμό πρόσωπό της.
Η νύχτα έπεφτε γύρα εφιαλτική κι όταν εφτάσανε
στου δρόμου την καμπή φάνηκε κάποιος τρίτος
-κάπου τον ήξερα κι αυτόν έμοιαζε καταδότης.
Τη βάλαναν στη μέση και προχώραγαν και ξάφνου
καθώς ένα βαθύ μαύρο φτιασιδωμένο φως ερχόταν
από ψηλά και χύνονταν απάνω τους η Ιωάννα
ξάφνου σωριάστηκε και πάλι αρπάχθηκε βαριά
στον ένα απάνου κι ύστερα ρυτιδωμένη ρυπαρή
κουβάρι μαύρο ολόμαυρο χωρίς ποδάρια πια
με δυο ξύλινα δεκανίκια τρίκλιζε και προχωρούσε
μες στο πηχτό σκοτάδι εκεί που έστριβε ο δρόμος.
Και τότες έκραξα δε βάσταξα με τρομερή κραυγή:
Ιωάννα! και σφάλιζαν τα μάτια μου κι ο νους μου θόλωσε
κι όταν πια ο αγέρας με συνέφερε που εφύσαγε
πρώτη φορά πάνω στη γη τόσο ταχύς και διάφανος
ένα αγνό φως χλιαρό βαλσαμικό στάλαζε εντός μου
βοτάνι μαγικό για μιαν θανατερήν αρρώστια.
-ΙΙ-
Το πρόσωπό σου μόλις  που το γνώρισα μέσα στ’ αλλόκοτο
πλήθος των οραμάτων που με κύκλωναν καθώς επρόβαλε
βασανισμένο από τον κάματο μα ακόμα επώδυνα λαμπρό
τοπίο ασάλευτο χαρακωμένο από μια θλίψη αγιάτρευτη
γυμνό σα λάβα πούχει πήξει απίστευτα νεκρό νεκρό.
Μονάχα τ’ αλαφρό σάλεμα του άμμου εδώθε απ’ το κενό
μονάχα η μουδιασμένη ανανέωση του ανέμου
μαρτύραγαν την παρουσία σου σ’ αυτή τη χώρα.
Ακόμα είχες εκείνο το σημάδι πάνω απ’ το φρύδι σου.’
Δίπλα στα βλέφαρα οι ρυτίδες έδειχναν τη ζωή πούχες περάσει.
Και τότε σ’ αναγνώρισα πώς μπόρεσα τέτοια κραυγή ν’ αφήσω;
Ιωάννα! κι εντός μου ξύπνησαν ανάστατες οι μνήμες
Ιωάννα κοίταξε γύρω σου ερημιά ατελεύτητη δεν έχει
πού ν’ ακουμπήσεις τώρα τη στεγνή καρδιά σου Ιωάννα.
Περιπλανήθηκα σε ξέρες χρόνια αμέτρητα με σάπια ξύλα
σε θάλασσες νεκρές. Ζώνες αμμουδερές άνεμοι πυρωμένοι
με δέσανε σε τούτο το τοπίο βάρβαρου ήλιου.
Το φως έκαψε τ’ όνομά μου και τα χέρια μου και η νύχτα η νύχτα
ποτέ δεν έρχεται τη δίψα μου να πραΰνει. Ιωάννα
σε μένα γύρισε το καυτερό σου βλέμμα σου μιλώ.
Τότε που δοκιμάσαμε πίσω απ’ τ’ άσπρο τοίχο λαχανιάζοντας
τον άνομο έρωτα κι η μάνα σου η φριχτή κρυφάκουγε
το βόγγο μας τότε που σαν λόγχη γυμνή με παίδευε
δαιμονική θανάσιμη η ομορφιά σου Ιωάννα
δεν χόρταινες μα κοίυαγες μακριά και γύρευες μιαν άλλη δίψα
πιο φοβερή πιο οδυνηρή και πιο τυραννική
δίψα σαν τούτη του αδυσώπητου ήλιου που ρημάζει
τώρα το σώμα σου. Άκου Ιωάννα που μιλώ.
Στρέψε το βλέμμα σου το καυτερό σε μένα.

Το πρόσωπό της σάλεψε μέσα στ’ αλλόκοτο
πλήθος των οραμάτων που με κύκλωναν σα νάτανε
πρώτη φορά που τόσο δυνατά τόσο πρωτόγονα την έσφιγγε
το φως. Και ξάφνου γύρισε τα μάτια της επάνω μου
και την εκοίταξα με δύναμη και τοτες είδα. Ήταν τυφλή
τέλεια τυφλή κι έμπηξα μια κραυγή πώς μπόρεσα
τέτοια κραυγή τρομαχτική ν’ αφήσω; Ιωάννα
Ιωάννα ποιος δαίμονας σε τύφλωσε πώς βρέθηκες
στη χώρα αυτή δίχως λαλιά δίχως σημάδι μνήμης;
Τα χείλη της μείναν κλειστά κι ασάλευτα σαν τον κλειστό
κι ασάλευτο άνεμο. Τα ολόγυμνα τριγύρα βράχια
χωνεύανε σιγά σιγά μέσα στο φως κι ο ακμαίος ήλιος
βασίλευε παντοτινός τύραννος μες στη δύναμή του.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]

Δεν υπάρχουν σχόλια: