Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

ΣΙΤΑΡΙ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΟ, ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΡΑΤΟ… ΑΥΤΑ ΕΧΟΥΝ ΟΙ ΜΕΣΟΒΑΣΙΛΕΙΕΣ!

Έφευγαν απ’ το πρωί μυστικές Αποστολές με πυξίδες και φλογέρες. Οι στρατιώτες σιωπηλοί φύλαγαν την Πολιτεία Έξω οι στρατηγοί βρέθηκαν κρεμασμένοι την αυγή. Η Άμυνα χαλάρωσε με την Επιτροπεία Οι προθεσμίες τελειώνουν σήμερα το βράδυ Κι όσοι κατάφεραν να περάσουν τα σύνορα Έφεραν συστατικές επιστολές από άγνωστους δωρητές. Πολλοί πνίγηκαν στον ποταμό. Άλλοι χάθηκαν από σεισμό! Τα καράβια να πιάσουν τα λιμάνια. Ο στόλος έχει ρητή διαταγή. Να ξανοιχθεί. Όσοι μείνουν. Τους άλλους τους χώσαμε στο περιγιάλι. Κι εσύ που τόλμησες να βάλεις την υπογραφή σου Κι αυτοί που αντιστάθηκαν στην πίεση, όλοι θα τιμωρηθούνε Οι σιδερένιες πόρτες θα λυγίσουν και τότε λίγοι θα τολμήσουν να μιλήσουν, Και το νερό λιγοστεύει, η ζυγαριά βαραίνει, η καρδιά στενεύει. Στον κάμπο ξαπλώθηκαν οι Κατοχές Οι βασιλιάδες μαθαίνουμε εξοντώθηκαν κοντά στη λίμνη Ο Διάδοχος χλωμός και φοβισμένος φαρμάκωσε τους Υπουργούς Κι έπεσε στο κρεβάτι κι έβαλε τριαντάφυλλα για να σκεπάσει τους καθρέφτες. Διατάχτηκαν να ’ρθουν οι Αστρολόγοι. Να κάμουν προφητεία Ν’ αποκαλύψουν τη συνωμοσία. Κανένας δεν πλησιάζει το Παλάτι Σιτάρι για το λαό Γυναίκες για το στρατό. Κι η πολιτεία βλαβερή. Αυτά έχουν οι Μεσοβασιλείες! [Μεσοβασιλεία (από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1 (1944-1964, Εκδόσεις Ύψιλον)- ART by Ahermin ]

Τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική η θάλασσα που σφαδάζει πάνω στα βράχια σαν γυναίκα αλυσοδεμένη στη στεριά. Όμως πρέπει πρώτα να χαράξουμε στην πέτρα ένα χαμόγελο, ν’ ανάψουμε στους στίχους μερικές μεγάλες φωτιές όπως το απαιτούν οι συνήθειες των ναυαγών και η φαντασία των ποιητών. Για του λόγου το αληθές…

ΣΤΡΑΤΟΚΡΑΤΙΑ (από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1 (1944-1964, Εκδόσεις Ύψιλον)
-Ι-
Το αλάτι δυναμώνει στη θάλασσα. Το θερμόμετρο
Χαμηλώνει στην κάμαρα. Στον ουρανό φωτιά και νερό.
Κι απ’ τον άλλο κόσμο γυρίζουν οι μαντατοφόροι τυφλοί.
Κανένας δεν τους περιμένει κανένας δεν τους προσέχει.
Καθώς ψιθυρίζουν λαχανιασμένοι: Έξοδος δεν υπάρχει
Ούτε να κολυμπήσεις. Τα μυστικά περάσματα είναι πιασμένα
Παντού φρουροί στέκονται σιωπηλοί σαν αστέρια. Δεν υπάρχει
Ανάμεσα στα βουνά. Δεν ωφελεί. Ο καθένας από τον άλλον χωριστά
Σημειώνει  λιποταξίες. Αδειάζει τα πυρομαχικά.
Στα σύνορα πυρκαγιά. Κι από πολύ μακριά
Ακούγονται πυροβολισμοί. Προσοχή. Προσοχή.
Ο ένοχος θα σηκωθεί. Θα χαιρετήσει συνθηματικά.
Μπαίνει το δικαστήριο. Θα μπορέσει ν’ απολογηθεί;
Μερικοί θα προσπαθήσουν να πλαστογραφήσουν τη ζωή του.
Θα αναφέρουν ταπεινωτικά επεισόδια. Μην πλανηθεί κανείς!
Είναι κι αυτός σαν κι εμένα ένα ζεστό Χριστουγεννιάτικο σύννεφο
Είμαι κι εγώ σαν κι αυτόν ένα παλιό πυρπολημένο λιμάνι
Τα μαλλιά μας κυματίζουνε περήφανα μέσα στην ερημιά
Στον ουρανό φωτιά και νερό.



Έξοδος δεν υπάρχει. Οι πόρτες κλειδωμένες και τα κλειδιά χαμένα
Από καιρό.
Είπαμε να κατέβουμε στο περιγιάλι
Να βεβαιωθούμε. Κανένας δεν βρέθηκε.
Πύργος η θάλασσα χτισμένη αδιάκοπα βρέχεται με τα νερά της
Από καιρό. Και τα νησιά; Κάπου τα ’χουμε ξαναδεί.
Κι  ας ήταν διαφορετικά. Πιο μακρινά και στολισμένα
Οι καστελάνοι μας παρακολουθούν από κοντά. Έναν καιρό
Τα μάτια τους ματωμένα. Θα προλάβουμε να σωθούμε;
Κάτω στην πολιτεία πανικός. Τα σχέδια πουλημένα στον εχτρό.
Δεν μένει πια καιρός. Είδαμε πύργους να κρέμονται στον αέρα.
Είδαμε, συμφορά μας, σταλαγματιά-σταλαγματιά να προχωράμε τα μεσημέρια
Τριαντάφυλλα φυλακισμένα στον ουρανό, ένα-ένα
Νιώσαμε να περπατάνε τ’ αστέρια.
Δεν μένει πια καιρός. Οι τολμηρότεροι μαντεύουν το μυστικό.
Κανένας ζωντανός δεν θα περάσει τον απόρθητο φραγμό.
Όσες φορές κι αν δοκιμάσει να διασπάσει τον κλοιό.
Και το νερό δυναμώνει. Δεν απλώνει.
Ανίκανος ο δυνατός, ανίκανος να καταλύσει το χιόνι.
-2-
Και τώρα που νυχτώνει κι ανεβαίνουν στις πολεμίστρες οι νυχτερίδες
Να πολεμήσουν με τα παλιά φαντάσματα με το νερό και τη σκόνη
Και τώρα που γυρίζουν από τα σύνορα οι στρατηγοί μας χλομοί
Εχτρός δεν υπάρχει. Πουθενά. Μήτε σημαιοφόρος.
Μήτε φρουρός ασπιδοφόρος ν’ αμυνθεί. Ήταν μας βεβαιώνουν
Φανταστικός ο περσινός συναγερμός.
Ατρόμητος ο νικημένος  ίδιος με τον νικητή
Ισόπαλος ο σκλαβωμένος με τον αγέρωχο Λυτρωτή
Ήτανε τάχατες, λαμπρός ο τύραννος. Ήτανε παιδί με τα απιδιά.
Πλησιάζουν, μας λένε, ολοένα πλησιάζουν την ανύπαρχτη βουνοσειρά.
Ακούσαμε τ’ άλογα να καλπάζουν κάπου εδώ κοντά
Γυρεύουν την είσοδο. Είσοδος δεν υπάρχει. Πουθενά.
Τ’ αστέρια, μας λένε, τ’ αστέρια δεν τους τρομάζουν.
Κι οι νύχτες αδειάζουν μέσα στο πέλαγος. Το καλοκαίρι παραμονεύει
Κι από τα πρόσωπα των ανθρώπων τα χιόνια μεταναστεύουν
Κι από τα σίδερα της φυλακής βγαίνουν οι φυλακισμένοι
Κι από τα μαλλιά σου λύνονται τα σκοτάδια και δραπετεύουν
Παντοτινά, κι αλλάζουν οι καιροί και ταξιδεύουν τα βουνά
Οι πολιτείες βουλιάζουν και μένουν τα ραγισμένα καμπαναριά.
-3-
Επάνω στο κεφάλι μου έρχονται και κάθονται πολεμικά πουλιά.
Δεν τραγουδάνε. Μήτε σωπαίνουν αυτά τα πουλιά. Μαντεύουν
Τη μεγάλη μας μοναξιά. Ατάραχος ο καθένας κοντά στον ποταμό
Φυλλομετράμε τον Αποχωρισμό. Συμφιλίωση δεν υπάρχει.
Κι όμως υπάρχει, μας λένε, αυτός εδώ, ένας τυφλός ταχυδρόμος
Που συνεχίζει την επικοινωνία. Ένας αδιάκοπος δρόμος
Αδιάβατος, διχαλωτός προς τα μαντεία, μια τελευταία
Βασιλική αμαξοστοιχία γι’ αυτούς που θα ξεκινήσουν μέσα στο φως
Κι απ’ τα μνήματα κανονιοβολισμοί κλονίζουνε τη γη
Οι νεκροί καρτεράνε σιωπηλοί, δεν απαντάνε
Με βιαστικά τηλεγραφήματα. Αναμονή.
Πλησιάζουν μας λένε, ολοένα πλησιάζουν
Ακούσαμε τις φλογέρες να παίζουν και τα σκυλιά
Να γαβγίζουν από την άλλη όχτη. Οι φίλοι μου δραπετεύουν.
Πουλάνε τα κλειδιά και φεύγουν. Ολοένα, ολοένα πλησιάζουν.
Κουρελιάζουν τα σύννεφα κι αρπάζουν απ’ τα μαλλιά τον άνεμο
Οι πόρτες ανοίγουν διάπλατες κι απ’ τα παράθυρα
Μπαίνουν οι καταιγίδες. Πρόσωπο φοράνε το φεγγάρι.
Απλώνουν τα παγωμένα τους δάχτυλα κι ανοίγουν το συρτάρι
Μέσα στην αγκαλιά μου σπαράζει βαθιά Πρωτομαγιά
Κι απ’ τα χείλη σου ανάλαφρο διαβαίνει το βάρος μου
Σπασμένα πολεμικά φτερά το θάρρος μου, η πυρκαγιά σου.
Μπαίνουν οι κατακτητές. Πρόσωπο φοράνε την ομορφιά σου
Κι από τον ύπνο θάνατος ένα λευκό μονοπάτι
Το χιόνι απλώνει τη λησμονιά του. Κι εδώ ένα χαμόγελο
Δεν αντέχει να πολεμήσει την αγκαλιά σου. Ποταμός δεν οπλίζεται
Να πλημμυρίσει τα μάτια σου, μήτε στρατός σηκώνεται,
Πειθαρχικός ν’ αντισταθεί, να ωριμάσει και να περάσει
Από το φως στη φωτιά. Πουθενά
Άλλος ουρανός πιο στενός δεν υπάρχει
Άλλος νεκρός πιο νεκρός, άλλη πικρή ζυγαριά να ζυγίσει
Την παιδική σου καρδιά. Ο δρόμος είναι λευκός
Βάλε την υπογραφή σου. Ο δρόμος είναι μπροστά σου
Ελεύθερος ανοιχτός. Αν θέλεις μπορείς να περάσεις γοργός
Να προλάβεις –γιατί σε λίγο θ’ ακούσεις, βαριά να βροντάνε
Τ’ αστραφτερά τους κορμιά. Μηνύματα από την καταχνιά.
-4-
Καρδιά πουθενά. Ψιθυρίζουν οι δολοφόνοι. Χρειάζεται βία.
Με χιονισμένα σπαθιά ξεκρεμάνε την προδοσία
Και πληρώνουν το θάνατο ν’ αδειάσει την πολιτεία.
Θάνατος, ισχυρίζονται δεν υπάρχει. Υπάρχει μια συνωμοσία
Που συνεχίζει το θάνατο. Μια παραλία φαρμακερή
Κι από τα χείλια της αντλούνε την αμνησία
Τα παιδιά μου και τα παιδιά σου. Κυρά μου,
Ο καιρός δυναμώνει. Κι εγώ ξεσηκώνω την ομορφιά σου.
Μέσα στα όνειρά μου, αδέσποτος, παραμερίζω τα μαλλιά σου
Κι αντικρίζω τα πολυβόλα να σπαρταράνε μέσα στην υγρασία
Το σκοτάδι ν’ αγκαλιάζει την αγκαλιά σου. Αγκαλιά δεν υπάρχει
Αποτυχία.
Κι όμως υπάρχει!
Υπάρχει ένα καράβι που ξεπερνάει τα σύνορα της γης.
Το πλήρωμα παλεύοντας με τον άνεμο μαζεύει τα πανιά.
Ο μεγαλύτερος αρπάζει το τιμόνι. Ανασαίνοντας βαριά
Προστάζει να καθαρίσουν τα τριαντάφυλλα και ν’ αμολήσουν τα πουλιά.
[Πουλιά δεν υπάρχουν] Προχωράνε μέσα στην καταιγίδα
Η ζωή ξεχειλίζει από τα μάτια τους και χρωματίζει το χιόνι
Περνάνε τα  Στενά και χαιρετάτε τραγουδώντας τα νησιά.
Ακούμε την ανάσα τους βαριά να συμπληρώνει τα νερά.
Το σίδερο περνώντας μετανιώνει. Μια μαχαιριά πληγώνει τον ύπνο τους
Ίσως να μην ξαναγυρίσουν. Ίσως να λησμονήσουν παντοτινά
Τη φωνή και τη φωτά, τον ήλιο που αλλάζει αγκαλιά.
Ολομόναχοι προχωράμε. Πρωτοχρονιά. Πρωτομαγιά
Τα στήθια τους σκουπίζουν το σκοτάδι. Αδελφωμένοι
Μάχονται με το φεγγάρι, ατενίζοντας ενωμένοι
Ο καθένας με τη δική του καρδιά, τη χιονισμένη χώρα του Νοτιά.
Νοτιάς δεν υπάρχει. Υπομονή. Μερικοί σωριάζονται
Στα καταστρώματα νεκροί. Άλλοι θα συνεχίσουν την πορεία.
Κι άλλοι θα προσπαθήσουν να τρυπήσουν την αφόρητη σιωπή.
Οι τολμηρότεροι θ’ αλλάξουν μέσα στην αλλαγή.
Οι μελλοθάνατοι θα κερδίσουν την ανωνυμία.
Το κορμί τους γεννήθηκε για να χαθεί.
Το αίμα τους γεννήθηκε για ν’ απλωθεί πάνω στη γη.

Υπάρχει μας λένε, υπάρχει αλλά δεν ζει.
Υπάρχει, μας λένε, ένα δάκρυ να κατοικήσουν
Ένα κορμί να μελετήσουν, ένα σπαθί, ένας καιρός
Ένας μεγάλος ωκεανός να καταχτήσουν τη ζωή.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες – ART by Ahermin]

Δεν υπάρχουν σχόλια: