Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΩ ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΑ ΖΗΣΩ ΜΑΖΙ ΣΟΥ

Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή. Σε περιέχω όπως το αραχωβίτικο κιούπι το λάδι. Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει μες στα πλεμόνια του το δειλινό το μπάτη. Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει τον καλπασμό του αλόγου… Δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του Περού. Ανάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου εκείνα τα δυο φωσάκια. Φωσάκια που λένε ότι είμαι τ’ ονειρεμένο σου νησί στην Ωκεανία, ξωτικό πρωτόγονο, ηλιοπλημμυρισμένο, καθάρια, γαλάζια τα νερά του, κι οι βυθοί του ανθόσπαρτοι σαν το πιο γόνιμο χωράφι [Μάτση Χατζηλαζάρου, Έρως Μελαχρινός – Art by Nekbetsun]

 [Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι του πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα, και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού. Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι σα χόρτα στην άκρη του ποταμού. Για του λόγου το αληθές… οι παρακάτω επιλογές από τη συλλογή της Μάτσης Χατζηλαζάρου ΕΡΩΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ]

Σκέπτουμαι μια ζωή
Σκέπτουμαι μια ζωή που θα ’τανε βαριά σα σήμερα,
μονάχα αν έλειπες ταξίδι. Το πρωί σκέπτουμαι
τα μέλη σου σφιχτοδεμένα –εκεί κάπως εντοπίζω
την αγκαλιά σου. Το βράδυ βλέπω τα χείλια σου σαν
το δαγκωμένο φρούτο.
Έλα, η μέρα είναι τόσο ωραία –τα ποιήματα που
αγαπώ θέλω να τα ζήσω μαζί σου.  Μπορούσα τόσα πράγματα
να τα μετατρέψω σε χαρά και να στα δώσω.
Κάθε στιγμή μπορούσα να στην κάνω μουσική
πρωτόγονη, γούνα μαλακιά, ζεστή, ηλεκτρισμένη, που
βουλιάζει βαθιά μέσα. Χορός τέλεια ελεύθερος, αντί από
μέλη να ’χεις φτερά, και πάλι φτερά ονείρου. Ή μυρουδιές
-μήπως θέλεις μυρουδιές; Τότε θα ’ναι μυρουδιές δροσερές,
σαν μικροί καταρράκτες όλο πολυτρίχι – ή σαν γιαλός
το πρωινό όπου βγαίνει και λιάζεται το φύκι, ο σταυρός,
ο αχινός – και το κύμα στην αμμουδιά δεν είναι σοβαρό,
μα παίζει. Πέρα βέβαια η θάλασσα έχει μιαν απαλή τραγικότητα.



ΛΙΑΖΟΜΑΙ ΜΕΣ ΣΤΗ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ, ΠΟΥ ΞΑΝΑΦΕΡΑΜΕ ΜΑΖΙ
Μαζί το ζούμε και το θέλουμε το πηγαινέλα της φύσης
-τις μυρουδιές του κρύου ανέμου, τα παγωμένα νίκελ
της πόλης, τον κλειστό χώρο μες στην παγωνιά όταν αχνίζουν τα τζάμια.
Ζωή μου, δίπλα σου βλέπε την αναπνοή και ακούω το καρδιοχτύπι όλων των πραγμάτων.
Ζωή μου, δίπλα σου είναι η μέρα του ήλιου του μεσονυκτίου.
Μακριά σου είναι η νύχτα του βορινού χειμώνα.

Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί
σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη
τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα,
και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού.

ΛΕΣ ΚΙ ΗΤΑΝΕ ΧΘΕΣ ΒΡΑΔΥ ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ,
τα χέρια σου δυο μικρά τρυφερά καβούρια.

Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες τα μαλλιά σου, που ’ναι
σα χάρτα στην άκρη του ποταμού.

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΔΕΝΔΡΩΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
Το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση
της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού.
Τη μυρουδιά του ήλιου τη χύνει το σφαγμένο πεπόνι.
Η Ποίησή μας είναι η ζωή.

Κάποτε ακουμπάμε τον εαυτό μας σαν ένα κουμπί γυμνό
επάνω σ’ ένα καθρέφτη και την αυγή βρίσκουμε ένα χαμομήλι
μες στον ανοιξιάτικο κάμπο.
Κάποτε ακουγόμαστε σαν την πιο θριαμβευτική κραυγή ζώου,
κι όταν ξανασταθούμε ν’ ακούσουμε ο ήχος μας είναι
σκληρό γρατσούνισμα φτυαριού πάνω στον άγονο βράχο

ΕΘΩΡΟΥΣΕΝ Ο ΝΙΟΣ ΠΙΣΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΓΝΑΝΤΕΥΤΡΑ ΚΟΥΡΤΙΝΑ
Επερίμεναν οι σπιλιάδες του Αυγούστου μες στους φουσκωμένους φλόκους.
Ένα αγιόκλημα εσκαρφάλωνε αναστενάζοντας και μοσχοβολώντας-
ίσαμε που έμπλεξε μες στο σύννεφο του δειλινού.
Τόσα δάση φλέγονται,
τόσα παγόβουνα λιώνουνε,
τόσες μανόλιες μας λιποθυμούν,
τόσοι κόμποι μας παιδεύουνε.
Εμείς ας σταθούμε γοργόνες, τα στήθια ξέσκεπα στον ήλιο
-η κεφαλή ριγμένη πίσω, τα μάτια στο κατάρτι.
Η θάλασσα είναι παντάνασσα – πλένεις όλους τους καημούς μας

ΣΗΜΕΡΑ ΜΗ ΜΟΥ ΚΡΕΝΕΤΕ. Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΠΑΝΤΡΕΥΕΤΑΙ
Αχ, γιατί να μου σιγοτραγουδάνε οι καλαμιές
στην ακροποταμιά  τι είναι πια τούτα τα νέγρικα άσματα
τα σιροπένια, οι λυγμοί και τα’ αναφιλητά.
Φέρτε, δώστε, να πιω όλες τις μυρουδιές
του γαλάζιου ατμού,
της λυρικής μελάνης,
του φουντωμένου κόκορα,
της ερωτευμένης μασχάλης.
Εκεί στο χώρα που ανατέλλουν οι πέντε ήλιοι –
εκεί θα την εύρω τη χαμένη μου αγάπη.
Εγώ όμως φόρεσα τ’ αλμυρά μου δάκρυα και πήγα
στον ξένο κάμπο όπου οι πρωινοί πόθοι των κοριτσιών
πέφτουν σαν τ’ άνθη της ανεμισμένης μυγδαλιάς.

ΑΠΛΩΝΩ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΑΖΩ ΟΛΑ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΑΗΜΟΥΣ
τα βράχια τ’ ακρογιάλια, τους αετούς, τη μουσική όλων των κλαριών, τον αφρό όλων των κυμάτων.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλους τους ασφόδελους που φύτεψα στα βράχια, όλα μου
τα μεράκια, τα ντέρτια – το τσιφτετέλι και το ζεϊμπέκικο,
το κρεμεζί μου το μαντήλι και τις γαλάζιες μου τις χάντρες.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλα μου τα κολύμπια στην Κινέτα, τον έρωτά μου με το φως
και τα βότσαλα, την αναπνοή μου όταν αγαπώ, το φόβο μου
όταν με διώχνουνε, την έξαρσή μου όταν θέλω, την χαρά μου όταν ζω.
Απλώνω την αγκαλιά μου και συνάζω,
όλες τις μέρες του χρόνου –δικές μου είναι, από τη μιαν
αυγή στην άλλη – με πλημμυρίζουνε ανοιξιάτικες ευωδίες,
ξεφάντωμα και κορεσμός του ήλιου.

Η ΝΥΧΤΑ ΕΠΕΣΕ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ – ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΡΑ;
Που ’ναι οι αχτίδες του ήλιου πάνω στα βλέφαρά μου,
που ’ναι οι καημοί της σάρκας μου πάνω στην άμμο, που ’ναι
ο γκιώνης, τα τζιτζίκια κι οι πέντε μου φωνές;
Αύριο θα σμίξω τα δυο σου σκέλη, μήπως γεννηθεί ένα μικρό
λυπητερό παιδάκι, θα το λένε Ιούς, Μανιούς, ίσως και Aqua Marina.
Φέρτε μου να γεννήσω όλα τα μωρά της πλάσης, δώστε να πεθάνω όλους τους θανάτους.
Μερικές χορδές μουσικής φτάνουνε για να τρέξουμε
γυμνοπόδαροι μες στη χλόη του Βορρά, για να μετρήσουμε
όλες τις σταγόνες του σώματός μας και για να πλέξουμε
με το ’να μας χέρι όλες τις ψάθες των ρεμβασμών μας.

[επιλογές λέξεων από τη συγκεντρωτική συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της Μάτση Χατζηλαζάρου, όπου τα λουλούδια των δένδρων είναι τα πουλιά, το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου κι Ποίησή μας η Ζωή.]


Δεν υπάρχουν σχόλια: