Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

ΕΝΑ ΠΛΗΘΟΣ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ ΣΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ:

Τώρα να ιδούμε τι είναι τα ποιήματα. Ο θάνατος τα βόσκει κι αυτά τα μαύρα μηρυκάζουν ένα χόρτο απόρθητο που ειπώθηκε στήθος!.. Μαβιά προς το σούρουπο κι απόμερα κούτσουρα… Ήτανε λέει, δουλειά μας η Ποίηση κι αφήναμε την αλήθεια να τρέχει απ’ το χαλασμένο καζανάκι!.. Την αλήθεια, που προκύπτει στο δρόμο κι είναι ολάξαφνη… Παράξενο μα η ζωή αστράφτει περισσότερο στην εξαθλίωση! Αχ να ο κόσμος στα βρεγμένα πέρατα μετά την έξαλλη καταιγίδα όπου σωριάστηκε ο έρμος μοσκολαβωμένος!.. Διαβάζοντας απ’ το τέλος –ανάποδα- προς την αρχή –κατάντικρυ- την αλήθεια μαστορεύουμε ανέκαθεν το μέγα ψευδός… Μάθε το σύγνεφο: ποτέ του δεν αντιτάχθηκε στην αιθρία κι η καταφρόνια της αιωνιότητας από μόνη της οδηγεί στο πράγματι αιώνιο!.. Στίχοι και στίχοι –λαμπυρίθρες στ’ ουρανού το κάρβουνο… Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα! Μαύρη εκδίκηση… (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη)… Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει τα ρολά της, δεν κλείνει Κυριακές ή τα Χριστούγεννα... Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς να ρημάξω, τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα… Μα όμως να ’την η γυναίκα η κατάφυτη η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα όπου της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας «κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω»!   [κτερίσματα στίχων  από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ, 1979 – ART by Darkness and Desires ]

Η έναστρη φωτογένεια ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση: η ζωή που μικραίνει η μεγάλη αλήθεια! Θα την κάνω λαμπερό την απόγνωση μάρμαρο τη ζαριά μου θα την ρίξω στην ανέραστη άβυσσο χαρίζοντας τις εξάρες μου στην Άφαντην Αγριότητα που μ’ έφερε σ’ αυτόν τον κόσμο-μπαλτά  που κατακόβει τη φουκαριάρα μοίρα μου… Αυτή ’ναι η απαστράπτουσα Αλληγορία η άχραντη στο νου μου κατακραυγή: Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς μα ρημάξω τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα… Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες Η ΠΟΙΗΣΗ δεν γίνεται με ΙΔΕΕΣ αλλά με ΛΕΞΕΙΣ, γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ: φενάκη, φρεναπάτη, ταραχώδη κύματα, είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα; Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. Ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης»! Για του λόγου το αληθές…

ΣΥΝΟΛΟ ΦΙΛΟΔΟΞΙΑΣ
Καθώς ο νους μου στήνει τη βροχή στα πόδια της
αναπνέω καπνίζοντας κι αναστοχάζομαι
τα θεόρατα λείψανα των άστρων επισείοντας -:
ο γούργουλας του κόκορα ειν’ αριθμός
και έχει μέτρηση μα η κόλαση δεν ιδρύει παπαρούνες.
Τώρα να ιδούμε τι είναι τα ποιήματα. Ο θάνατος τα βόσκει
κι αυτά τα μαύρα μηρυκάζουν ένα χόρτο απόρθητο
που ειπώθηκε στήθος.
Ένα πλήθος καθάρματα στη σκοτεινή βιβλιοθήκη
τα ποιήματα.
Μαβιά προς το σούρουπο κι απόμερα κούτσουρα.
Συνάντησα σήμερα στην όραση περπατώντας βουναλάκια
μιαν εκκλησούλα μεινεσμένη χούφταλο.
Η αλήθεια προκύπτει στο δρόμο, ειν’ ολάξαφνη -:
τάφος δεν υπάρχει που ν’ αληθεύει
στις αλώβητες εξισώσεις.
Το μέλλον είναι μια μορφή ταλαιπωρίας του παρόντος.
(Ας με μισήσουν τα πεθερικά του τα Ιδεώδη.)
Αγνός που αγνοήθηκα κι απόμεινα
στης νύχτας το μοναχικό σκοτάδι που ξεγράφει...
Παμβώ Πενήτων η Πληθύς Παυσίλυπος και Παπυρίνος
προβλέποντας όπως ο εν τω φρέατι νυχθημερόν το χώμα.
Θυμηθήκαμε μαζί με την Πάλλευκη
τα κυρτώματα της αγάπης θυμηθήκαμε
την έρημη ξερολιθιά οπού σωρεύει μονορούφι τη σαύρα
στην ακόλαστη του πανικού χαραμίδα.
Πρόλαβα τ’ άνθη κι απ’ τους ανέλπιδους όπως τ’ άνθη
μαθαίνω τη βαθειά ζωή και δικαιώνω του Οιδίποδα
τη γενετήσια τυφλότητα.
Ο ουρανός τανύθηκε λιγάκι κι ο ήλιος
με έδειξε να πορεύομαι μόνος προς την άγρια σκέψη


ΣΤΑΘΜΙΖΟΝΤΑΣ ή ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ
Παράξενο μα η ζωή αστράφτει περισσότερο πιστεύω στην εξαθλίωση
λεπταίνει ο χρόνος, εξοντώνει η πικρή πολύφυλλη απουσία
τα δευτερόλεπτα στα τέρματα των αριθμών ωσάν μικρόβια.
Ήτανε, λέει, δουλειά μας η ποίηση κι αφήναμε την αλήθεια να τρέχει απ’ το χαλασμένο καζανάκι!

ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΑΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ
Σαν ποταμός απ’ το βουνό που παλαβώθηκε
μετά την έξαλλη καταιγίδα
τις τρομερές του Ζόφου πιστολιές
τους βαρεμένους κεραυνούς του
την καρδιά μου την έδειξα φωνάζοντας:
-Αχ να ο κόσμος στα βρεγμένα πέρατα
μετά την έξαλλη καταιγίδα
όπου σωριάστηκε ο έρμος μοσκολαβωμένος.
Βλέπεις; μια τρίχινη βροχή
τώρα την έξαψή του διώχνει
και τα γεράκια δρέπουν τ’ άμοιρα πουλιά
στο χάρο από χιλιετίες χιλιάδων αλυσωμένα

ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΠΡΟΠΟΡΕΥΕΤΑΙ ΚΑΙ ΕΠΕΤΑΙ
Διαβάζοντας απ’ το τέλος ανάποδα
προς την αρχή –κατάντικρυ– την αλήθεια  
μαστορεύουμε ανέκαθεν το μέγα ψεύδος.
Μια βάρκα πεθαμένη στης ερημιάς τ’ ακρογιάλι
(τα θλιβερά
   της κόκαλα).
Μάθε το σύγνεφο –: ποτέ του δεν αντιτάχτηκε
στην αιθρία κ’ η καταφρόνια της αιωνιότητας
από μόνη της οδηγεί στο πράγματι
   αιώνιο.
Στροβιλίζομαι ανάμεσα σε στυφά φθινόπωρα
ερεθίζοντας μια βλακώδη
   ανάσταση.
Τα μούσκλα δεν τα ’χα πει κάποτε ποιήματα
ελάσσονα του φυτικού
   βασιλείου;
Τα ’χα πει κάποτε μα σήμερα τη σβήνω την αράδα.
Όνομα μέσ’ στο στήθος δεν υπάρχει. Κι όμως
το σώμα της φωτιάς ανεμοσάλευτο
  
με φλόγες λουλουδίζοντας αναταράζει
τα συμβαίνοντα κι αυτά συγκλονίζουν
  
ένα παράξενο σύνολο που δε βρίσκει ανάδοχο.
Στα μάτια μας του παγωνιού το άλλοθι:
η φλύαρη ουρά του χασμουρήθηκε.
  
Στίχοι και στίχοι – λαμπυρίθρες στ’ ουρανού το κάρβουνο.
Βλέπεις; Ο έρωτας του ήλιου με τη νύχτα: το φεγγάρι
τουμπανιάζει το αίνιγμα.
  
Υπάρχει άραγε σχέση ευγνωμοσύνης ανάμεσα
στη χαρμόσυνη μέλισσα και σε ένα λουλούδι;
  
Παρωδία της άχραντης διάρκειας ο χρόνος
κορσέδες τα δευτερόλεπτα

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΕΚΔΙΚΟΥΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
Μαύρη εκδίκηση… (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα ’λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο-: τη νύχτα είν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χθες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα…
Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαρακτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα: ξερόκλαδα στην ερημιά κι η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το ΄λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου βαρβαρότητα.
Μα όμως νάτην η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
όπου της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

ΣΕ ΣΕΝΑ ΠΟΥ ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΣΟΥ ΘΑ ΜΟΥ ΓΙΝΕΙ ΓΕΦΥΡΑ ΝΑ ΠΕΡΑΣΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ ΣΤΟ ΚΑΥΤΕΡΟ ΓΗΙΝΟ ΑΙΜΑ

Α!.. εσύ τρισαγαπημένη που έμελλε στη λήκυθο της αγάπης σου να συλλέγεις τις ακατανόητες τρικυμίες μου,  κοίταξε τη θύελλα των βημάτων μου να χυμάει ακαταμάχητη στους εαρινούς δρόμους που ανθίζουνε χαμόγελα παιδιών! Αγαπημένη έχω λαβωμένο το νου από μια δύναμη μα τα μάτια σου αγαπημένη μέσα στις ροδοδάφνες  τι ψάχνουν να βρουν τα λησμονημένα βήματά μου και τις σιωπές μου; Τι είναι πέρα απ’ την αγάπη; να πατήσωμε πάνω στην ψυχή μας και στο νου τόσο ψηλά ανεβαίνοντας που ούτε να πονούμε ούτε ν’ αγαπούμε… Α… Όλα εσείς που με πεθαίνετε χωρίς να αγγίξω την άσπιλη σάρκα σας… Ω αν είχα μιαν άπειρη τρέλα να σας σωριάσω ανάσκελα στις υπερήφανες αράχνες των άστρων… Μέσα μου είναι ο Θεός που τον τρέμουν οι θεοί [Εκτωρ Κακναβάτος Fuga ART by h. Kopp Delaney]

[Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Για του λόγου το αληθές…]

Α!.. εσύ τρισαγαπημένη που έμελλε στη λήκυθο της αγάπης να συλλέγεις τις τρικυμίες μου…
Απόψε τα μάτια σου
αγαπημένη θ’ ανατείλουν
πάνω σε πορφυρές ανταύγειες πελάων…
Αν δεις την Αργώ μου
μεσοθάλασσα
να μάχεται με τον εαυτό της
θυμήσου πως αγάπησα πολύ
τα γαλανά σύνορα της κόρης σου
και των πελμάτων σου
τους ολάργυρους θρόους
κι άπληστος κι ακαταμάχητος
κίνησα να ψαύσω
τις εσθήτες των θεών και τους βοστρύχους
των άστρων…
Τρισαγαπημένη… ευλόγησε μου την ορμή
που υψώθηκε ως νεφέλη
απ’ την πύρινη σύγκρουση
των αιμάτων μας!..

Αγαπημένη σ’ ευχαριστώ
που μ’ έκαμες να μισώ
και να φεύγω…
άραγε υποπτεύθηκες
πως στις τρυφερές σου παλάμες
θ’ άφηνα το χρώμα και τη γεύση
του προσώπου μου
για να «φύγω» γεμάτος από
την κυανή απουσία σου…
Α!.. πού είναι το αίμα τ’ ουρανού
να χαθούμε εισδύοντας
στις ερυθρές αίθουσες του
και στις φλέβες των άστρων;

Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα
που μας ξέσχισαν το νου;
Δεν υπάρχουν ξίφη
για άλλες πληγές;
Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι;
Τόσο πολύ προσπεράσαμε
τα κυανά όνειρα των φτερών τους
που στο μέτωπο μας δεν διακρίνεται
ούτε το πτώμα μιας αστραπής!..



Δεν νοιώθω περισσότερο γιατί αγαπώ!.. Δεν καταλαβαίνω περισσότερο γιατί σκέφτομαι!..
Κι εμείς που ξεκινήσαμε
με αργυρές χίμαιρες κεντημένες
στ’ αλλόφρονα στήθια
ζωσμένοι πολύτιμα σπαθιά απ’ τη Δαμασκό,
σημαδεμένοι στον ξέφρενο νου
από δήγματα κόμπρα,
είχαμε ακούσει…
ω… είχαμε ακούσει κωδωνοκρουσίες
ανάμεσα στ’ άστρα
και θραύοντας τα λεπτά κόκκαλα
της χλόης, στους ανέμους απλώσαμε
τα βλέφαρα να νεύουν
προς την ωραία ομορφιά
για τελευταία φορά!..

Κι όμως κοιτάχτε που
κυκλωθήκαμε από τα βλέφαρα
των παρθένων…
Πάνω απ’ τον πόλο
η λευκή παλάμη του Αϊτάγκα
νεύει να παραδοθούμε.
Τ’ αστέρια με ραγισμένους τους ώμους
δεν θα μας δείξουνε πια
άλλους δρόμους…
Στις οροσειρές φάνηκαν
οι καυτεροί θρίαμβοι που αλαλάζουν
να παραδοθούμε, να παραδοθούμε…
Αχ… πού είναι μια φλόγα
να μας χαρίσει
την ησυχία της τέφρας!..

Αγαπημένη, αγαπημένη,
άνοιξε τις σκοτεινές σου παλάμες να σκεπάσεις
το λείψανο μιας επιθυμίας…
από κει ψηλά άστραφτε προς τα κάτω
το σέλας της κόμης σου
και τρίκλιζαν τα φτερά μου
σ’ αργυρά δάση θανάτου…
Τόσο που σ’ αγαπώ πώς κίνησα
να φύγω για Νιρβάνες
που πηγάζουν απ’ τα μέλη σου;
Είσαι τόσο καλή
να δεχθείς το λαβωμένο κύκνο
που έρχεται πάλι
να τυλίξει στους μηρούς σου
το λευκό κίονα του λαιμού του;
Άφησε να βυθίσω το ράμφος μου
στη σάρκα σου που ασπαίρει
από ψυχές γήινων μετάλλων
για να πνίξω τον βόγγο
του ωκεανού που κλαίει εντός μου…
Ω … πόσο αγαπώ, αγαπώ!..

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Έκτοτα Κακναβάτου, σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω. Σου φωνάζω: «σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως]

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ ΟΜΙΛΟΥΝΤΕΣ, ΠΛΗΝ ΧΩΡΙΣ ΜΙΣΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΨΕΥΔΟΜΕΝΟΥΣ:

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο ΝΑΙ ή το μεγάλο το ΟΧΙ να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το ’χει έτοιμο μέσα του το ΝΑΙ, και λέγοντάς το πέρα πηγαίνει στην τιμή και την πεποίθησή του. Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτούνταν πάλι, ΟΧΙ θα ξανάλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει εκείνο το ΟΧΙ –το σωστό- εις όλην την ζωή του [Κ.Π. Καβάφης, Che feceil gran rifiuto από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ  - ARTWORK: Goossens Ben]

 [Α να ήρθες εσύ με την αόριστη γοητεία σου. Στην Ιστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα κι έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου… Σ’ έπλασα ωραίο κι αισθηματικό, η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά. Και τόσο πλήρως σε φαντάστηκα, που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν η λάμπα μου, εθάρρεψα πως μπήκες μες στην κάμαρά μου, χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου… Για του λόγου το αληθές…]

Κεριά
Του μέλλοντος οι μέρες στέκονται εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμμένα –
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω, με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί του πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κοιτάζω τ’ αναμμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μικραίνει,
τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.



Θερμοπύλες
Τιμή σ’ εκείνους όπου στη ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες
δίκαιοι και ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία,
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι φτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους

Είναι οι προσπάθειες μας των συφοριασμένων κι η πτώσις μας βεβαία
Σ’ αυτές τις σκοτεινές κάμαρες, που περνώ μέρες βαριές, επάνω κάτω τριγυρνώ για να ’βρω τα παράθυρα. Όταν ανοίξει ένα παράθυρο θα ’ναι παρηγορία. Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται ή δεν μπορώ να τα ’βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω. Ίσως το φως θα ’ναι μια νέα τυραννία. Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει (ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ)

Η ψυχές των γερόντων
Μες στα παλιά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων η ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι η φτωχές
και πώς βαριούνται τη ζωή την άθλια που τραβούνε.
Πώς τρέμουν μην τη χάσουνε και πώς την αγαπούνε
η σαστισμένες κι αντιφατικές
μες στα παλιά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

Διακοπή
Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς,
τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.
Στης Ελευσίνος και τη; Φθίας τα παλάτια
η Δήμητρα κι η Θέτις αρχινούν έργα καλά
μες σε μεγάλες φλόγες και βαθύν καπνό, Αλλά
πάντοτε ορμά η Μετάνειρα από τα δωμάτια
του βασιλέως, ξέπλεγη και τρομαγμένη
και πάντοτε ο Πηλεύς φοβάται και επεμβαίνει.

Τρώες
Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων
είν’ η προσπάθειες μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε, κομμάτι
παίρνουμ’ επάνω μας κι αρχίζουμε
να ’χουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.

Είν’ η προσπάθειες μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφαση και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κι έξω στεκόμεθα ν’ αγωνσιστούμε.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν’ κι αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κι η Εκάβη κλαίνε.

[επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

ΜΙΑ ΕΛΙΞ ΣΤΡΙΦΟΓΥΡΙΖΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΚΟΒΕΙ ΤΟΥΣ ΛΑΙΜΟΥΣ ΤΩΝ ΠΟΤΑΜΩΝ και τα ΒΥΖΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΤΤΗΣ ΠΕΡΟΝΗΣ:

Η αρχική μορφή της γυναικός ήτο το πλέξιμο των λαιμών δυο δεινοσαύρων. Έκτοτε άλλαξαν οι καιροί και άλλαξε το σχήμα και η γυναίκα. Έγινε πιο μικρή πιο ρευστή πιο εναρμονισμένη με τα δικάταρτα (σε μερικές χώρες τρικάταρτα) καράβια που πλέουν επάνω από τη συμφορά της βιοπάλης. Η ίδια πλέει επάνω στα λέπια ενός κυλινδροφόρου περιστεριού μικράς ολκής. Οι εποχές αλλάζουν και η γυναίκα της εποχής μας μοιάζει με χάσμα θρυαλλίδος (ΦΩΣ ΕΠΙ ΦΑΛΑΙΝΑΣ από την ΥΨΙΚΑΜΙΝΟ του Ανδρέα Εμπειρίκου, εκδόσεις ΓΑΛΑΞΙΑΣ 1962 – ART by falckenhaus franz)


[Η Ποίηση είναι ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί, τ’ άνθη μιλούν και από τα πέταλά τους αναδύονται μικρούτσικες παιδίσκες. Οι εποχές αλλάζουν και η γυναίκα της εποχής μοιάζει με χάσμα θρυαλλίδας. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος… Γιατί, είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες: όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει, όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ… Για του λόγου το αληθές…]

Παράμερα στο βάθος του συρταριού… (από την ποιητική συλλογή ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
… ξεκίνησε το δεύτερο μαϊστράλι. Το σκαμπανέβασμα της λεπτοκαμωμένης βούρτσας αντεπεξήλθε επιτυχώς κατά του εαυτού μου. Τροπική θαλπωρή μα μετουσιωμένη ενώπιον μαρτύρων καιομένων κατεχωρήθη οριστικώς στα πεπραγμένα των γιγαντομάχων αντί ευτελεστάτης τιμής μιας τετιμημένης οδαλίσκης. Στα πόδια της λάμπανε βραχιόλια στο πρόσωπό της δάκρυα στο στήθος της τρεις σταγόνες. Ωραιότερο θέαμα δεν συνήντησε ποτέ ο περιπλανώμενος Εβραίος ούτε το πρότυπον συντεχνιακόν κράτος του παρελθόντος γιατί οι κλωστές που δέναν τα πόδια της δεν υπήρχαν και τα καρφιά δεν είχαν προμελετηθή. Το σύστημα δεν απεκρυσταλλώθη. Εδόθη μόνον περισσότερη ελευθερία στους ελεύθερους και έσβησε ο πόνος του καπηλειού των χθεσινών οργίων.


Χρόνος (από την ποιητική συλλογή ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Άνοιξε το στήθος της σαν μια βεντάλια και έγειρε την ώρα που σηκώνονται οι θρύλοι των σκοτεινότερων πόλεων. Μόνο μια οδοντοστοιχία κροτάλισε και το παρόν εχάθηκε για πάντα. Στα παλαιά τους βήματα έμεινε κάτι από κατιτί άλλο. Η νύχτα συνεπήρα τα υπόλοιπα κλωνάρια και στη ρίζα του δένδρου έμεινε σποδός.

Φρουρά επί φρουράς (από την ποιητική συλλογή ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Η αρχική μορφή της γυναικός ήτο το πλέξιμο των λαιμών δυο δεινοσαύρων. Έκτοτε άλλαξαν οι καιροί και άλλαξε το σχήμα και η γυναίκα. Έγινε πιο μικρή πιο ρευστή πιο εναρμονισμένη με τα δικάταρτα (σε μερικές χώρες τρικάταρτα) καράβια που πλέουν επάνω από τη συμφορά της βιοπάλης. Η ίδια πλέει επάνω στα λέπια ενός κυλινδροφόρου περιστεριού μικράς ολκής. Οι εποχές αλλάζουν και η γυναίκα της εποχής μας μοιάζει με χάσμα θρυαλλίδος.

Τα κουδούνια της Φρεγάδας (από την ποιητική συλλογή ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Η πρώτη σειρά εξηφανίσθη. Στην θέση της ξεφύτρωσε μετά παρέλευση τριάντα δύο λεπτών το ίδιο όνειρό μας με μας κρυμμένους μες τα γαλάζια φύλλα του. Μετά δυο χρόνια ξαναβγήκαμε από τη λειτουργία που παρακολούθησαν  και τα φτερά των γυναικών μας και οι γυναίκες μας ψηλές (ψηλότερες τώρα από πριν) και με κουπιά απαλά σχεδόν γλοιώδη στα χέρια τους ήρθαν να μας σταχυολογήσουν. Ήταν πρωί. Το πρωί γρήγορα έγινε βράδυ αλλά βράδυ κομψό παρόλο ότι φορούσε πανοπλία και μας οδήγησε. Τότε και μόνο τότε βγήκε ο επταετής κόνικλος από τα μαλλιά της οικουμένης και είδαμε να τρέχει προς ημάς η πρώτη σειρά μας με τρία αστέρια στο λαιμό της

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ, με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων. Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως]
με 

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2015

ΟΛΑ ΤΑ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙΑ ΔΕΙΧΝΟΥΝΕ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΟΛΑ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΣΙΩΠΗ

Ξέρεις την κόμη που έγραψε τον άνεμο; Τις ματιές που παραλληλίσανε το χρόνο; Τη σιωπή που ένιωσε τον εαυτό της; Αλλά είσαι εσύ μια νυχτερινή επινόηση που αρέσκεται στις βροχερές εκμυστηρεύσεις. Που αρέσκεται στο τριίστιο ξάνοιγμα του πόντου. Είσαι μια περίπτωση ακατόρθωτη που όταν ναυαγήσει βασιλεύει. Μια φανταχτερή καταστροφή είσαι… Α! Θέλω να ’ρθουν τα στοιχεία που ξέρουν ν’ αρπάζουν. Η μέση των συλλογισμών μου θα ευφράνει την καμπύλη τους διάθεση. Όταν ανέβουν μεγαλώνοντας τα δαχτυλίδια ο ξαφνικός ουρανός θα πάρει το χρώμα της προτελευταίας μου αμαρτίας Ενώ η τελευταία θα γοητεύεται ακόμη από τα μοναχικά τούτα λόγια!.. [Παράθυρα προς την Πέμπτη εποχή Οδυσσέας Ελύτης, ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Εκδοτική Εταιρία Ίκαρος 1978 – με ένα κολάζ του Ποιητή]

 [Από το ελάχιστο φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε. Μόνο που ’ναι πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίζεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της. Για του λόγου το αληθές…]

ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΣΗ  (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1940)
       -I-
Χαμόγελο! Η πριγκίπισσα του θέλησε
Να γεννηθεί κάτω απ’ τη δυναστεία των ρόδων!
       -IΙ-
Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μεσ’ στις εικόνες του

Γύρω απ’ την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων
Οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες

Ενώ η αθωότητα
Ξεντύνεται το τελευταίο της ψέμα

Γλυκιά περιπέτεια Γλυκιά
Η Ζωή.
       -IΙΙ- (επίγραμμα)
Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ’ τον έρωτα Έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.



ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ  (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1940)
       -I-
Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
Στα γενέθλια των γιασεμιών
Νύχτες και νύχτες στις λευκές
Αϋπνίες των κύκνων

Η δροσιά γεννιέται μεσ’ τα φύλλα
Όπως μες στον απέραντο ουρανό
Το ξάστερο συναίσθημα
       -IΙ-
Ευνοϊκές αστροφεγγιές έφεραν τη σιωπή
Και πίσω απ’ τη σιωπή μια μελωδία παρείσακτη
Ερωμένη
Αλλοτινών ήχων γόησσα

Μένει τώρα ο ίσκιος που ατονεί
Κι η ραϊσμένη εμπιστοσύνη του
Και η αθεράπευτη σκοτοδίνη του – εκεί
       -IΙΙ-
Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή

Έξω από τ’ ανοιχτό παράθυρο του ονείρου
Σιγά σιγά ξετυλίγεται
Η εξομολόγηση
Και σα θωριά λοξοδρομάει προς τ’ άστρα
       -IV-
Ένας ώμος ολόγυμνος
Σαν αλήθεια
Πληρώνει την ακρίβεια του
Στην άκρια τούτη της βραδιάς
Που φέγγει ολομόναχη
Κάτω απ’ τη μυστικιά ημισέληνο
Της νοσταλγίας μου
       -V-
Την αφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες
Μαβιές
Κόκκινες
Κίτρινες

Τ’ ανοιχτά μπράτσα της γεμίσανε ύπνο
Τα ξεκούραστα μαλλιά της άνεμο
Τα μάτια της σιωπή
       -VI-
Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
Βλέφαρο ανύσταχτο
πριν βγει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
Πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός

Καρτέρι μελλοθάνατο
Σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
Στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται
       -VII-
Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας
Όταν μοιράζονται οι σκιές την επιφάνεια
Της όρασης

Κι ο πόνος μετρημένος από εξασκημένο αυτί
Ακούσιος καταρρέει
Μεσ’ την ιδέα που αχρηστεύεται απ’ το μελαγχολικό
Σιωπητήριο

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, για να μας ΞΥΠΝΗΘΕΙ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ, που ολοένα με απίθανες χειρονομίες δρα… Γιατί όντας αρνητικό του ονείρου φαινόμαστε μαύροι και άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα]