Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ ΟΜΙΛΟΥΝΤΕΣ, ΠΛΗΝ ΧΩΡΙΣ ΜΙΣΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΨΕΥΔΟΜΕΝΟΥΣ:

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα που πρέπει το μεγάλο ΝΑΙ ή το μεγάλο το ΟΧΙ να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το ’χει έτοιμο μέσα του το ΝΑΙ, και λέγοντάς το πέρα πηγαίνει στην τιμή και την πεποίθησή του. Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτούνταν πάλι, ΟΧΙ θα ξανάλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει εκείνο το ΟΧΙ –το σωστό- εις όλην την ζωή του [Κ.Π. Καβάφης, Che feceil gran rifiuto από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ  - ARTWORK: Goossens Ben]

 [Α να ήρθες εσύ με την αόριστη γοητεία σου. Στην Ιστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα κι έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου… Σ’ έπλασα ωραίο κι αισθηματικό, η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά. Και τόσο πλήρως σε φαντάστηκα, που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν η λάμπα μου, εθάρρεψα πως μπήκες μες στην κάμαρά μου, χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου… Για του λόγου το αληθές…]

Κεριά
Του μέλλοντος οι μέρες στέκονται εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμμένα –
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Η περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω, με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί του πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κοιτάζω τ’ αναμμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μικραίνει,
τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.



Θερμοπύλες
Τιμή σ’ εκείνους όπου στη ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες
δίκαιοι και ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία,
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι φτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους

Είναι οι προσπάθειες μας των συφοριασμένων κι η πτώσις μας βεβαία
Σ’ αυτές τις σκοτεινές κάμαρες, που περνώ μέρες βαριές, επάνω κάτω τριγυρνώ για να ’βρω τα παράθυρα. Όταν ανοίξει ένα παράθυρο θα ’ναι παρηγορία. Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται ή δεν μπορώ να τα ’βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω. Ίσως το φως θα ’ναι μια νέα τυραννία. Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει (ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ)

Η ψυχές των γερόντων
Μες στα παλιά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων η ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι η φτωχές
και πώς βαριούνται τη ζωή την άθλια που τραβούνε.
Πώς τρέμουν μην τη χάσουνε και πώς την αγαπούνε
η σαστισμένες κι αντιφατικές
μες στα παλιά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

Διακοπή
Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς,
τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.
Στης Ελευσίνος και τη; Φθίας τα παλάτια
η Δήμητρα κι η Θέτις αρχινούν έργα καλά
μες σε μεγάλες φλόγες και βαθύν καπνό, Αλλά
πάντοτε ορμά η Μετάνειρα από τα δωμάτια
του βασιλέως, ξέπλεγη και τρομαγμένη
και πάντοτε ο Πηλεύς φοβάται και επεμβαίνει.

Τρώες
Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων
είν’ η προσπάθειες μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε, κομμάτι
παίρνουμ’ επάνω μας κι αρχίζουμε
να ’χουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.

Είν’ η προσπάθειες μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφαση και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κι έξω στεκόμεθα ν’ αγωνσιστούμε.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν’ κι αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κι η Εκάβη κλαίνε.

[επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]

Δεν υπάρχουν σχόλια: