Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

ΕΝΑ ΠΛΗΘΟΣ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ ΣΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ:

Τώρα να ιδούμε τι είναι τα ποιήματα. Ο θάνατος τα βόσκει κι αυτά τα μαύρα μηρυκάζουν ένα χόρτο απόρθητο που ειπώθηκε στήθος!.. Μαβιά προς το σούρουπο κι απόμερα κούτσουρα… Ήτανε λέει, δουλειά μας η Ποίηση κι αφήναμε την αλήθεια να τρέχει απ’ το χαλασμένο καζανάκι!.. Την αλήθεια, που προκύπτει στο δρόμο κι είναι ολάξαφνη… Παράξενο μα η ζωή αστράφτει περισσότερο στην εξαθλίωση! Αχ να ο κόσμος στα βρεγμένα πέρατα μετά την έξαλλη καταιγίδα όπου σωριάστηκε ο έρμος μοσκολαβωμένος!.. Διαβάζοντας απ’ το τέλος –ανάποδα- προς την αρχή –κατάντικρυ- την αλήθεια μαστορεύουμε ανέκαθεν το μέγα ψευδός… Μάθε το σύγνεφο: ποτέ του δεν αντιτάχθηκε στην αιθρία κι η καταφρόνια της αιωνιότητας από μόνη της οδηγεί στο πράγματι αιώνιο!.. Στίχοι και στίχοι –λαμπυρίθρες στ’ ουρανού το κάρβουνο… Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα! Μαύρη εκδίκηση… (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη)… Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει τα ρολά της, δεν κλείνει Κυριακές ή τα Χριστούγεννα... Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς να ρημάξω, τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα… Μα όμως να ’την η γυναίκα η κατάφυτη η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα όπου της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας «κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω»!   [κτερίσματα στίχων  από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ, 1979 – ART by Darkness and Desires ]

Η έναστρη φωτογένεια ανέκαθεν ήξερε την άσωστη κατάσταση: η ζωή που μικραίνει η μεγάλη αλήθεια! Θα την κάνω λαμπερό την απόγνωση μάρμαρο τη ζαριά μου θα την ρίξω στην ανέραστη άβυσσο χαρίζοντας τις εξάρες μου στην Άφαντην Αγριότητα που μ’ έφερε σ’ αυτόν τον κόσμο-μπαλτά  που κατακόβει τη φουκαριάρα μοίρα μου… Αυτή ’ναι η απαστράπτουσα Αλληγορία η άχραντη στο νου μου κατακραυγή: Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς μα ρημάξω τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα… Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες Η ΠΟΙΗΣΗ δεν γίνεται με ΙΔΕΕΣ αλλά με ΛΕΞΕΙΣ, γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ: φενάκη, φρεναπάτη, ταραχώδη κύματα, είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα; Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα. Ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης»! Για του λόγου το αληθές…

ΣΥΝΟΛΟ ΦΙΛΟΔΟΞΙΑΣ
Καθώς ο νους μου στήνει τη βροχή στα πόδια της
αναπνέω καπνίζοντας κι αναστοχάζομαι
τα θεόρατα λείψανα των άστρων επισείοντας -:
ο γούργουλας του κόκορα ειν’ αριθμός
και έχει μέτρηση μα η κόλαση δεν ιδρύει παπαρούνες.
Τώρα να ιδούμε τι είναι τα ποιήματα. Ο θάνατος τα βόσκει
κι αυτά τα μαύρα μηρυκάζουν ένα χόρτο απόρθητο
που ειπώθηκε στήθος.
Ένα πλήθος καθάρματα στη σκοτεινή βιβλιοθήκη
τα ποιήματα.
Μαβιά προς το σούρουπο κι απόμερα κούτσουρα.
Συνάντησα σήμερα στην όραση περπατώντας βουναλάκια
μιαν εκκλησούλα μεινεσμένη χούφταλο.
Η αλήθεια προκύπτει στο δρόμο, ειν’ ολάξαφνη -:
τάφος δεν υπάρχει που ν’ αληθεύει
στις αλώβητες εξισώσεις.
Το μέλλον είναι μια μορφή ταλαιπωρίας του παρόντος.
(Ας με μισήσουν τα πεθερικά του τα Ιδεώδη.)
Αγνός που αγνοήθηκα κι απόμεινα
στης νύχτας το μοναχικό σκοτάδι που ξεγράφει...
Παμβώ Πενήτων η Πληθύς Παυσίλυπος και Παπυρίνος
προβλέποντας όπως ο εν τω φρέατι νυχθημερόν το χώμα.
Θυμηθήκαμε μαζί με την Πάλλευκη
τα κυρτώματα της αγάπης θυμηθήκαμε
την έρημη ξερολιθιά οπού σωρεύει μονορούφι τη σαύρα
στην ακόλαστη του πανικού χαραμίδα.
Πρόλαβα τ’ άνθη κι απ’ τους ανέλπιδους όπως τ’ άνθη
μαθαίνω τη βαθειά ζωή και δικαιώνω του Οιδίποδα
τη γενετήσια τυφλότητα.
Ο ουρανός τανύθηκε λιγάκι κι ο ήλιος
με έδειξε να πορεύομαι μόνος προς την άγρια σκέψη


ΣΤΑΘΜΙΖΟΝΤΑΣ ή ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ
Παράξενο μα η ζωή αστράφτει περισσότερο πιστεύω στην εξαθλίωση
λεπταίνει ο χρόνος, εξοντώνει η πικρή πολύφυλλη απουσία
τα δευτερόλεπτα στα τέρματα των αριθμών ωσάν μικρόβια.
Ήτανε, λέει, δουλειά μας η ποίηση κι αφήναμε την αλήθεια να τρέχει απ’ το χαλασμένο καζανάκι!

ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΑΠΑΝΩ ΣΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ
Σαν ποταμός απ’ το βουνό που παλαβώθηκε
μετά την έξαλλη καταιγίδα
τις τρομερές του Ζόφου πιστολιές
τους βαρεμένους κεραυνούς του
την καρδιά μου την έδειξα φωνάζοντας:
-Αχ να ο κόσμος στα βρεγμένα πέρατα
μετά την έξαλλη καταιγίδα
όπου σωριάστηκε ο έρμος μοσκολαβωμένος.
Βλέπεις; μια τρίχινη βροχή
τώρα την έξαψή του διώχνει
και τα γεράκια δρέπουν τ’ άμοιρα πουλιά
στο χάρο από χιλιετίες χιλιάδων αλυσωμένα

ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΠΡΟΠΟΡΕΥΕΤΑΙ ΚΑΙ ΕΠΕΤΑΙ
Διαβάζοντας απ’ το τέλος ανάποδα
προς την αρχή –κατάντικρυ– την αλήθεια  
μαστορεύουμε ανέκαθεν το μέγα ψεύδος.
Μια βάρκα πεθαμένη στης ερημιάς τ’ ακρογιάλι
(τα θλιβερά
   της κόκαλα).
Μάθε το σύγνεφο –: ποτέ του δεν αντιτάχτηκε
στην αιθρία κ’ η καταφρόνια της αιωνιότητας
από μόνη της οδηγεί στο πράγματι
   αιώνιο.
Στροβιλίζομαι ανάμεσα σε στυφά φθινόπωρα
ερεθίζοντας μια βλακώδη
   ανάσταση.
Τα μούσκλα δεν τα ’χα πει κάποτε ποιήματα
ελάσσονα του φυτικού
   βασιλείου;
Τα ’χα πει κάποτε μα σήμερα τη σβήνω την αράδα.
Όνομα μέσ’ στο στήθος δεν υπάρχει. Κι όμως
το σώμα της φωτιάς ανεμοσάλευτο
  
με φλόγες λουλουδίζοντας αναταράζει
τα συμβαίνοντα κι αυτά συγκλονίζουν
  
ένα παράξενο σύνολο που δε βρίσκει ανάδοχο.
Στα μάτια μας του παγωνιού το άλλοθι:
η φλύαρη ουρά του χασμουρήθηκε.
  
Στίχοι και στίχοι – λαμπυρίθρες στ’ ουρανού το κάρβουνο.
Βλέπεις; Ο έρωτας του ήλιου με τη νύχτα: το φεγγάρι
τουμπανιάζει το αίνιγμα.
  
Υπάρχει άραγε σχέση ευγνωμοσύνης ανάμεσα
στη χαρμόσυνη μέλισσα και σε ένα λουλούδι;
  
Παρωδία της άχραντης διάρκειας ο χρόνος
κορσέδες τα δευτερόλεπτα

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΕΚΔΙΚΟΥΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
Μαύρη εκδίκηση… (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα ’λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο-: τη νύχτα είν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χθες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα ’θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεκτα…
Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαρακτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα: ξερόκλαδα στην ερημιά κι η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το ΄λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου βαρβαρότητα.
Μα όμως νάτην η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
όπου της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)

Δεν υπάρχουν σχόλια: