Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΜΩΣ ΑΠΕΙΡΕΣ ΓΛΥΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ μόνο που κρέμασαν στον ώμο τους ένα γκρίζο σύννεφο:

Αυτός ο αράπης  πλάι στην αστραφτερή γυναίκα έχει μια καρδιά τόσο πονετική όσο δεν έχουν οι λευκοί με τα εβέννινα μπαστούνια περνούν, γελάνε, χαιρετούν κι ο φίλος γύρισε από την Ελβετία τόσο ταπεινός, τόσο θλιμμένος για τους γυμνούς στα κεραμίδια κι όμως δεν υπάρχει ούτε ένα γλύκισμα της προκοπής υπάρχουν όμως άπειρες γλυκές γυναίκες μόνο που κρέμασαν στον ώμο τους ένα γκρίζο σύννεφο που όσο πάει και μαυρίζει κι ο κόσμος ξέχασε τα αδιάβροχα και τις ομπρέλες του το σύννεφο σηκώνει το μαύρο δάχτυλο του. -Δεν είμαστε για σας γλυκές ταπεινοί φωνάζουν οι γλυκές γυναίκες, πού θα κρυφτείτε πλανόδιοι πουλητές μασώντας στο στόμα σας μαστίχα ή μια βλαστήμια όλοι κοιτάζουν έκπληκτοι στους δρόμους των τοίχων κρεμασμένους πίνακες ζωγραφικής χρώματα χτυπητά κόκκινο και πράσινο κι η βροχή αργεί να ’ρθει και το χαμόγελο αργεί να ’ρθει κι η χαρά αργεί να ’ρθει όλοι κρατιούνται από το χέρι με γλυκές ματιές όμως το ξέρουν πως έπεσε κιόλας… ο πρώτος Κεραυνός! [Η ΣΥΝΝΕΦΙΑ, από την ποιητική συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945 – ART by Ben Goossens Art)

 [Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο, στο στήθος φυτρώνουν κοπάδια μαργαρίτες. Εκεί δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν: τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι Ποιητής, κληρονόμος πουλιών που πρέπει, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Για του λόγου το αληθές…]

Ο ΣΩΤΗΡΑΣ (από την ποιητική συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945)
Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δωμάτια αυτά τ’ ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι



Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μια χαραμάδα φως
δίχως μια αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη

Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ’ το βούρκο πάλι και τ’ άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου

Όχι όχι τελείωσε δεν υπάρχει σωτηρία

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυγχώρητη λησμονιά

Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κοπήκαν
την ώρα που μετρούσαν την αγωνία τους

ΤΡΙΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (από την ποιητική συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945)
ΠΡΩΤΟ ΔΑΚΡΥ
Σ’ αυτό το σπίτι βγάζουν τα παράθυρα
σπάζουν τις πόρτες σε χίλια κομμάτια
από τις πόρτες τρεις άνδρες μπήκανε χαρούμενοι
πέντε γυναίκες βγήκαν δακρυσμένες
απ’ τα παράθυρα πετούν πολύχρωμα πουλιά
μιλούνε –φίλοι μου – σαν άνθρωποι
κι έπειτα ήσυχα-ήσυχα πεθαίνουν
τότε τα κάδρα γίνονται αυτά πουλιά
και μία-μία ανοίγουν τα φτερά
οι σκυθρωπές μορφές
ενός χαμένου κόσμου

ΔΕΥΤΕΡΟ  ΔΑΚΡΥ
Αυτό το βουνό τόσο κοντά μου
απλώνω το χέρι ξεριζώνω
τα δένδρα και τους θάμνους του
τους στύλους τους ηλεκτρικούς
αυτά τα πονεμένα δόντια
μιας απελπιστικά μοναχικής ζωής

Πάνω που τρέχουν πρόβατα πονηρά
είναι ποτέ τους πονηρά τα πρόβατα;
μα αυτά εδώ πέρα πόνεσαν πολύ
κι έχουν απάνθρωπα βελάσματα

Οι άνθρωποι εδώ γενήκαν ένα με την πέτρα
χτυπούν την πέτρα και σκίζουνε τα σπλάχνα τους
απορούν κι ούτε που ξέρουνε να κλάψουν
Σήμερα κοιτάξτε καλά αυτό το βουνό
κοιτάξτε καλά αυτό το δάκρυ του θεού
γιατί αύριο θα στεγνώσει

Αύριο δε θα βλέπετε πια τίποτα

ΤΡΙΤΟ  ΔΑΚΡΥ
Μπρος μου ψηλά σ’ αυτό το βουνό
ένας λευκός άνθρωπος κόβει μαργαρίτες
σωριάζει πέτρες μέσα σ’ αυτό το σάκο του θεού
κάπου-κάπου γυρίζει και με βλέπει λυπημένος
μου ρίχνει ένα λουλούδι ξακολουθεί το δρόμο του

Στο στήθος μου φυτρώσαν κοπάδια μαργαρίτες
αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ


[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό]

ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΣ ΚΑΘΕ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΙ ΕΡΩΤΑ ΦΥΛΑΧΤΟ ΔΕΝ ΕΧΩ ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΧΑΔΙ:

Με το νου, σκληρό διαμάντι, ράγισα της καρδιάς το κρύσταλλο κι ακόμη ούτε η Μούσα, η άλλη μοίρα, η μάγισσα, δάφνη δε μου κάρφωσε στην κόμη… Θα σε βρω, θα μείνουμε ώρες λέοντας τόσα, τόσα ασήμαντα κι ωραία… ιστορίες γνωστές γεμάτες γλύκα, γλέντια ναυτικών ως το ξημέρωμα για μια ζαχαρένια ή μιαν Αννίκα!.. Και θα ακούω εσένα και τα κύματα –φλοίσβος η φωνή σου, η πνοή σου αρμύρα- και ξεχνώντας τα άλυτα προβλήματα θα χαρώ ξανά της γης τα μύρα [Γιάννης Ρίτσος – ARTWORKS: igor morski]

 «Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη την είπαν ο έρωτας και η επανάσταση. Όλη σου τη σιωπή την είπε η ποίηση»: Ο Ρίτσος συνήθιζε να γράφει παράλληλα συλλογές και συνθέσεις συχνά διαφορετικής υφής και διάθεσης, αντισταθμίζοντας τους υψηλούς τόνους του έπους και της λυρικής έξαρσης με τη χαμηλότερη εσωτερική φωνή, την εκτεταμένη σύνθεση με το βραχύ, συμπυκνωμένο ποίημα, την αγωνία του με στίχους ζωικής χαράς και απόλαυσης

ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ (επιλογή)
Επιθυμία
Θα ’ρθω μιαν αυγή του Απρίλη, που άλικα
ρόδα θα μαδά στην πνοή του ανέμου,
λίγο φως να πιω στον ανθοκάλυκα
της φιλίας σου, φίλε μακρινέ μου.



Να φανούν ζητώντας τα αφανέρωτα,
σύντομα με πρόφτασε το βράδυ
προδομένος κάθε ονείρου κι έρωτα
φυλαχτό δεν έχω ούτε ένα χάδι.

Με το νου, σκληρό διαμάντι, ράγισα
της καρδιάς το κρύσταλλο, κι ακόμη
ούτε η Μούσα, η άλλη μοίρα, η μάγισσα,
δάφνη δεν μου κάρφωσε στην κόμη.

Το στερνό και μόνο εφόδιο χάλασα,
μα ως θα πλέω, καλέ μου, στην Χαλκίδα
απ’ το πλοίο θα ρίξω μες τη θάλασσα
τη βαριά του μάταιου αλυσίδα.

Θα σε βρω, θα μείνουμε ώρες λέοντας
τόσα, τόσα ασήμαντα κι ωραία.
Με τα μάτια στο γαλάζιο πλέοντας
θα γεμίσω φως τον αμφορέα.

Αντικρύ γυαλί ο γιαλός και πάνω του,
σε σαπφείρου γλάστρα, οι γλάροι κρίνοι
θα ’χε ο νους τξ χάρη του αστεφάνωτου,
δίχως πια να κρίνεται ή να κρίνει.

Θα μου λες –πρωτόγνωρο φανέρωμα! –
ιστορίες γλυκές γεμάτες γλύκα,
γλέντα ναυτικών ως το ξημέρωμα
για μια ζαχαρένια ή μιαν Αννίκα.

Και θ’ ακούω εσένα και τα κύματα
-φλοίσβος η φωνή σου, η πνοή σου αρμύρα-
και ξεχνώντας τ’ άλυτα προβλήματα
θα χαρώ της γης τα μύρα.

Κι όταν θα βραδιάσει – ωχ, έγια λέσα μας,
έγια μόλα, αδέλφι στην ορφάνια-
ομορφιές απλές θα λάμψουν μέσα μας,
όπως στο γιαλό τα πυροφάνια.

Αν κάποιος θα ’θελε να διαβάσει την ιστορία του αιώνα, θα την έβρισκε ακέραια στην ποίηση του Ρίτσου: στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό, στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία… Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωσε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά. Κι αυτό το «υπαινικτικά» λέει περισσότερα για τη βία του καθεστώτος, τις νοοτροπίες και τη συμβατική ηθική, τους ιδεολογικούς πειθαναγκασμούς. Με προσωπεία και δάνειες φωνές αρθρώνει την αλήθεια του. Οι αμφισημίες, οι αντιφάσεις, οι παλινωδίες μαρτυρούν τη σκληρή πάλη του στοχαστή που δέχεται τα δυσοίωνα μηνύματα των καιρών, ενώ έχει συνδέσει το πεπρωμένο του με το υψηλότερο όραμα της ανθρωπότητας

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

ΚΙ ΕΙΔΑ ΟΤΙ ΕΙΧΑ ΦΤΑΣΕΙ ΣΕ ΑΚΤΕΣ ΟΥΡΑΝΙΕΣ, ΝΑΥΑΓΙΣΜΕΝΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΜΟΥ:

Τα παιδιά κοιμόντουσαν ωχρά, δαγκωμένα απ’ τα γαβγίσματα του ταξιδιού, τα χωράφια ήταν ξέσκεπα κι η μέρα τόσο γαλάζια, ο οδοστρωτήρας αγκομαχούσε τυραννισμένος απ’ τις μύγες, στις άγρυπνες νύχτες μου μάρτυς μου ο Θεός κι η πεθαμένη υπηρέτρια, που ακούγοντας ένα περαστικό κουδούνι σηκώθηκε απ’ τον τάφο της ν’ ανοίξει. Και είδα ότι είχα φτάσει σε ακτές ουράνιες, ναυαγισμένος μέσα στα παπούτσια μου. Τώρα, κάθε φορά που θα δω μια σκάλα κάθομαι χάμω και κλαίω, γιατί ξέρω πως δεν θα ξαναβρεθώ – κι έραβα τις πληγές μου για να μη χαθεί ο θησαυρός που μου εμπιστεύτηκαν, για να γεννήσω έναν ακόμα στεναγμό, για να με συγχωρέσει ο άνθρωπος που ασέλγησε πάνω μου, μην ξέροντας πως αυτή είναι η δύναμή μου, σαν τις μηλιές που ανθίζουν όταν ακούσουν το λάλημα του τρελού. Όταν τέλος αποφάσισα να παραδοθώ, έφερα μεγάλες αγκαλιές άχυρο και σκέπασα τα ίχνη μου, γι’ αυτόν που ερχόταν πίσω. [Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ1972, Ανότητα ΔΙΑΣΠΟΡΑ, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by shirin neshat]

Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη
πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή – με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατά του ένα παλιό,
φανταστικό βιολί, «το ακούς;» μου λέει, «ναι», του λέω, πάντα το
άκουγα», ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι [Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ Από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ]

ΕΝΕΔΡΑ
Βασίλευε ο ήλιος πίσω απ’ τους στρατώνες, οι ζητιάνοι ψάχνανε για λίγο νερό, μα όλα τα λαγήνια ήταν αναποδογυρισμένα στην πόλη Κανά, οι γυναίκες φεύγανε κλαίγοντας μέσα στο κίτρινο σούρουπο, εγώ, κυνηγημένος, μοίραζα πάνω στο λόφο το κρασί μου με ληστές και ψευδομάρτυρες, ενώ ο σταυρός δάγκωνε κιόλας την άκρη του παλτού μου.
Ποιον ν’ αγαπήσω; Σε ποιον να εξομολογηθώ; Μονάχα ο Θεός μπορεί να καυχηθεί ότι με άκουσε να παραπονιέμαι, ήπια όλο το βούρκο στον υπόνομο που μ’ έριξαν, τ’ άντερά μου έγιναν οι δρόμοι που κυλάνε αμάξια θριάμβου, έβγαλα τα φτερά μου και τα κάρφωσα στη γριά, που την θάβαν ολομόναχη μ’ ένα σπουργίτι στο γειτονικό δένδρο, με μια παλιά κασετίνα γεμάτη στάχτη – θυμηθείτε με όταν έρθει η ώρα.
Εργόχειρα φυλακισμένων στέγνωναν στο τζάκι, ήταν φθινόπωρο κι είχαν ερημώσει τα χωράφια, άκουγα τα βήματα των καραγωγέων καταβροχθίζοντας τον κλεμμένο σανό.
Τότε είδα το μεγάλο ικρίωμα, όπου έπρεπε ν’ ανεβώ, άγνωστο αν θα στεφθώ βασιλιάς ή θα κυλίσω στο καλάθι των αποκεφαλισμένων.


ΕΞΟΦΛΗΣΗ
Η παιδική ηλικία μου γλίστρησε ανάμεσα σε παλιά ερμάρια, οι αμαξάδες βλαστημούσαν καθώς παίρνανε τη στροφή, αργά, λυγισμένοι απ’ τη σκόνη κι η κοιλιά μου σκουλήκιαζε από αναρίθμητες πείνες.
Στο υπόγειο ονειρευόταν το ραχιτικό παιδί, εγώ πίστευα στους πλανόδιους οργανοπαίχτες, που η δυστυχία τους είναι πιο ουράνια κι απ’ τους ουρανούς, πλαγιάζοντας με γυναίκες κωφάλαλες, για να μη χάσω ούτε έναν ήχο απ’ τους στεναγμούς που άκουγα γύρω μου.
Σε τι χρησίμεψαν λοιπόν οι αμαρτίες μου; Έβρεχε και κανείς δεν με άκουγε, μονάχα ο κούφιος αντίλαλος απ’ τους στάβλους, εκεί που είδα το γέρο, καθόταν στο βρεγμένο στρώμα και έκλαιγε, ζητώντας να του δώσουν την κούκλα του – τότε κατάλαβα πως δεν είμαι μόνος, και πως όταν θα ’ρθει η μέρα της Κρίσεως, εγώ θα έχω όλο το χρυσάφι να πληρώσω.
Το τέλος ήταν απροσδόκητο, με τον καπνό να μου γνέφει πάνω απ’ το σταθμό, με τους τρελούς που ψάχνανε για ένα μικρό κομμάτι κιμωλία κι εκείνους τους χλωμούς άνδρες με τα τύμπανα που φτάνουν όταν δεν υπάρχει έλεος πια.
Κι ύστερα, όταν βράδιασε, άδειασα τα παπούτσια μου απ’ όλους τους δρόμους κι έπεσα να κοιμηθώ, ενώ τα υγρά σιωπηλά χωράφια ταξίδευαν με τους τυφλοπόνικες.

ΕΡΗΜΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ
Μόλις πέθανα, βγήκα απ’ το μεγάλο καθρέφτη του πατρικού σπιτιού, το σούρουπο είχε μια παράφορη οικειότητα, η Τερέζα έλεγε το παλιό τραγούδι των αλλοπαρμένων σταθμών που ακολούθουσαν τα τρένα, κι εγώ δεν είχα πού να πάω κι αποκοιμήθηκα στα χέρια των τυφλών, που εντούτοις άναβαν τη λάμπα,
……ήταν σκοτεινή εποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλά πάνω στις γέφυρες, τραυματιοφορείς τρέχανε και πάνω στα φορεία κείτονταν μεγάλοι στεναγμοί από παλιές εξεγέρσεις,
……όταν τέλος έφτασα στο σταθμό, είχαν όλοι φύγει, ήμουν τόσο φοβισμένος που αν μ’ άγγιζες θα ράγιζα, αφήνοντας να φανεί ο θεός, στο απάνω πάτωμα έμεναν οι Φ. κι εμείς έπρεπε να κάνουμε ησυχία, γιατί η μεγάλη κυρία είχε πυρετό κι η μητέρα που την υπηρετούσε είχε μάθει να πετάει, για να μην της λερώνει το χαλί,
……φέρανε, μάλιστα, και τον επιστάτη να καταθέσει, αλλά δεν είχανε καμιά απόδειξη, γιατί το παλιό σχολικό κουδούνι ήταν πιο μακριά κι απ’ τους νεκρούς κι ο άμαξας των παιδικών καιρών έξω απ’ την πόρτα μάταια χτυπούσε απελπισμένα τα τέσσερα μαρμαρωμένα άλογα.

Ο ΗΤΤΗΜΕΝΟΣ
Γονάτισε κι ακούμπησε το μέτωπό του κάτω στο πάτωμα. Ήταν η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του, που όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στις σανίδες, σαν ένα αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.
Ο ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο – σαν το Θέο.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση!