Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

ΚΙ ΕΙΔΑ ΟΤΙ ΕΙΧΑ ΦΤΑΣΕΙ ΣΕ ΑΚΤΕΣ ΟΥΡΑΝΙΕΣ, ΝΑΥΑΓΙΣΜΕΝΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΜΟΥ:

Τα παιδιά κοιμόντουσαν ωχρά, δαγκωμένα απ’ τα γαβγίσματα του ταξιδιού, τα χωράφια ήταν ξέσκεπα κι η μέρα τόσο γαλάζια, ο οδοστρωτήρας αγκομαχούσε τυραννισμένος απ’ τις μύγες, στις άγρυπνες νύχτες μου μάρτυς μου ο Θεός κι η πεθαμένη υπηρέτρια, που ακούγοντας ένα περαστικό κουδούνι σηκώθηκε απ’ τον τάφο της ν’ ανοίξει. Και είδα ότι είχα φτάσει σε ακτές ουράνιες, ναυαγισμένος μέσα στα παπούτσια μου. Τώρα, κάθε φορά που θα δω μια σκάλα κάθομαι χάμω και κλαίω, γιατί ξέρω πως δεν θα ξαναβρεθώ – κι έραβα τις πληγές μου για να μη χαθεί ο θησαυρός που μου εμπιστεύτηκαν, για να γεννήσω έναν ακόμα στεναγμό, για να με συγχωρέσει ο άνθρωπος που ασέλγησε πάνω μου, μην ξέροντας πως αυτή είναι η δύναμή μου, σαν τις μηλιές που ανθίζουν όταν ακούσουν το λάλημα του τρελού. Όταν τέλος αποφάσισα να παραδοθώ, έφερα μεγάλες αγκαλιές άχυρο και σκέπασα τα ίχνη μου, γι’ αυτόν που ερχόταν πίσω. [Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ1972, Ανότητα ΔΙΑΣΠΟΡΑ, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by shirin neshat]

Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη
πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή – με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατά του ένα παλιό,
φανταστικό βιολί, «το ακούς;» μου λέει, «ναι», του λέω, πάντα το
άκουγα», ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι [Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ Από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ]

ΕΝΕΔΡΑ
Βασίλευε ο ήλιος πίσω απ’ τους στρατώνες, οι ζητιάνοι ψάχνανε για λίγο νερό, μα όλα τα λαγήνια ήταν αναποδογυρισμένα στην πόλη Κανά, οι γυναίκες φεύγανε κλαίγοντας μέσα στο κίτρινο σούρουπο, εγώ, κυνηγημένος, μοίραζα πάνω στο λόφο το κρασί μου με ληστές και ψευδομάρτυρες, ενώ ο σταυρός δάγκωνε κιόλας την άκρη του παλτού μου.
Ποιον ν’ αγαπήσω; Σε ποιον να εξομολογηθώ; Μονάχα ο Θεός μπορεί να καυχηθεί ότι με άκουσε να παραπονιέμαι, ήπια όλο το βούρκο στον υπόνομο που μ’ έριξαν, τ’ άντερά μου έγιναν οι δρόμοι που κυλάνε αμάξια θριάμβου, έβγαλα τα φτερά μου και τα κάρφωσα στη γριά, που την θάβαν ολομόναχη μ’ ένα σπουργίτι στο γειτονικό δένδρο, με μια παλιά κασετίνα γεμάτη στάχτη – θυμηθείτε με όταν έρθει η ώρα.
Εργόχειρα φυλακισμένων στέγνωναν στο τζάκι, ήταν φθινόπωρο κι είχαν ερημώσει τα χωράφια, άκουγα τα βήματα των καραγωγέων καταβροχθίζοντας τον κλεμμένο σανό.
Τότε είδα το μεγάλο ικρίωμα, όπου έπρεπε ν’ ανεβώ, άγνωστο αν θα στεφθώ βασιλιάς ή θα κυλίσω στο καλάθι των αποκεφαλισμένων.


ΕΞΟΦΛΗΣΗ
Η παιδική ηλικία μου γλίστρησε ανάμεσα σε παλιά ερμάρια, οι αμαξάδες βλαστημούσαν καθώς παίρνανε τη στροφή, αργά, λυγισμένοι απ’ τη σκόνη κι η κοιλιά μου σκουλήκιαζε από αναρίθμητες πείνες.
Στο υπόγειο ονειρευόταν το ραχιτικό παιδί, εγώ πίστευα στους πλανόδιους οργανοπαίχτες, που η δυστυχία τους είναι πιο ουράνια κι απ’ τους ουρανούς, πλαγιάζοντας με γυναίκες κωφάλαλες, για να μη χάσω ούτε έναν ήχο απ’ τους στεναγμούς που άκουγα γύρω μου.
Σε τι χρησίμεψαν λοιπόν οι αμαρτίες μου; Έβρεχε και κανείς δεν με άκουγε, μονάχα ο κούφιος αντίλαλος απ’ τους στάβλους, εκεί που είδα το γέρο, καθόταν στο βρεγμένο στρώμα και έκλαιγε, ζητώντας να του δώσουν την κούκλα του – τότε κατάλαβα πως δεν είμαι μόνος, και πως όταν θα ’ρθει η μέρα της Κρίσεως, εγώ θα έχω όλο το χρυσάφι να πληρώσω.
Το τέλος ήταν απροσδόκητο, με τον καπνό να μου γνέφει πάνω απ’ το σταθμό, με τους τρελούς που ψάχνανε για ένα μικρό κομμάτι κιμωλία κι εκείνους τους χλωμούς άνδρες με τα τύμπανα που φτάνουν όταν δεν υπάρχει έλεος πια.
Κι ύστερα, όταν βράδιασε, άδειασα τα παπούτσια μου απ’ όλους τους δρόμους κι έπεσα να κοιμηθώ, ενώ τα υγρά σιωπηλά χωράφια ταξίδευαν με τους τυφλοπόνικες.

ΕΡΗΜΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ
Μόλις πέθανα, βγήκα απ’ το μεγάλο καθρέφτη του πατρικού σπιτιού, το σούρουπο είχε μια παράφορη οικειότητα, η Τερέζα έλεγε το παλιό τραγούδι των αλλοπαρμένων σταθμών που ακολούθουσαν τα τρένα, κι εγώ δεν είχα πού να πάω κι αποκοιμήθηκα στα χέρια των τυφλών, που εντούτοις άναβαν τη λάμπα,
……ήταν σκοτεινή εποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλά πάνω στις γέφυρες, τραυματιοφορείς τρέχανε και πάνω στα φορεία κείτονταν μεγάλοι στεναγμοί από παλιές εξεγέρσεις,
……όταν τέλος έφτασα στο σταθμό, είχαν όλοι φύγει, ήμουν τόσο φοβισμένος που αν μ’ άγγιζες θα ράγιζα, αφήνοντας να φανεί ο θεός, στο απάνω πάτωμα έμεναν οι Φ. κι εμείς έπρεπε να κάνουμε ησυχία, γιατί η μεγάλη κυρία είχε πυρετό κι η μητέρα που την υπηρετούσε είχε μάθει να πετάει, για να μην της λερώνει το χαλί,
……φέρανε, μάλιστα, και τον επιστάτη να καταθέσει, αλλά δεν είχανε καμιά απόδειξη, γιατί το παλιό σχολικό κουδούνι ήταν πιο μακριά κι απ’ τους νεκρούς κι ο άμαξας των παιδικών καιρών έξω απ’ την πόρτα μάταια χτυπούσε απελπισμένα τα τέσσερα μαρμαρωμένα άλογα.

Ο ΗΤΤΗΜΕΝΟΣ
Γονάτισε κι ακούμπησε το μέτωπό του κάτω στο πάτωμα. Ήταν η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του, που όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στις σανίδες, σαν ένα αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.
Ο ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο – σαν το Θέο.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση!

Δεν υπάρχουν σχόλια: