Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΑΓΓΕΛΩΝ ΕΝΤΟΣ ΑΤΜΟΜΗΧΑΝΗΣ ΑΣΘΜΑΙΝΟΥΣΑΣ ΤΕΤΕΛΕΣΜΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΑΥΡΙΑΝΗΣ ΣΥΝΟΥΣΙΑΣ:

Καμιά προκοπή. Παντού στάχτη. Παντού φόνοι. Κάθε μέρα φέρνει μιαν άλλη μέρα και εξαντλείται βαθμηδόν η παρακαταθήκη των στιλβωτηρίων. Λίγοι γενναίοι ακόλουθοι ξεπετσώνουν τα μπράτσα τους και φορούν μεγάλες ομπρέλες μπρος σε καθρέφτες γαλακτερούς. Οι νέες που έμειναν ριζωμένες επάνω στα ίχνη τους γονιμοποιούν τις σκιές τους. Δυο νεράιδες ασθμαίνουν. Ένας κόλουρος επιμένει. Οι τρίχες της κεφαλής του απεδείχθησαν τετελεσμένα γεγονότα (ΦΕΝΑΚΗ από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ – Art by SUNSTER sunartiqueA Rose is a Rose)


[Η Ποίηση είναι ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί, τ’ άνθη μιλούν και από τα πέταλά τους αναδύονται μικρούτσικες παιδίσκες. Οι εποχές αλλάζουν και η γυναίκα της εποχής μοιάζει με χάσμα θρυαλλίδας. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος… Γιατί, είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες: όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει, όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ… Για του λόγου το αληθές…]

Η χρησιμότης της βραδιάς
Το κρύο μάτι της εκεχειρίας δεν προστατεύεται από τα κρύσταλλα. Μόνον τα τριαντάφυλλα γέρνουν κουρασμένα στα διαγράμματα της φιλίας πότε μ’ ένα δάκρυ και πότε μ’ ένα χαμόγελο πλεγμένο στα κράσπεδα της πενιχρής κωμόπολης. Φυσικά καρούλια δεσπόζουν αντί χρωματουργείων στις ψυχές των νέων ποτηριών του ξανθού γιαλού και πάνω από το λευκό κεκρύφαλό της μια γυναίκα ευτυχώς ξυπνημένη σπάζει τα τελευταία καρύδια της βραδιάς. Όλα τα άλλα θρύψαλα συγκεντρωμένα δεν φτάνανε για να κτιστεί  όπως έπρεπε κι όπως το επιθυμούσαν το δίκορφο κονάκι γιατί στην άκρη του θαυματουργούσε το πολύκαρπο δενδρί της μαύρης.


Ασβέστης
Δεν έχομε κυδώνια. Μας πήραν το ισόποσο του βραχυτέρου μας πολτού και μένουν κάτω από το φλοίσβο του οι νεαρές λεοπαρδάλεις μόνο και μόνες τους  με τα μαύρα φλουριά τους και την ψυχρή ερήμωση του τελευταίου γλάρου. Δεν έχομε κυδώνια. Φορτία ευκαλύπτων πεθαίνουν μέσα στην παλάμη των παλμών μας και ό,τι κι αν πούμε και ό,τι κι αν δούμε κερνάμε την εξέχουσα νοημοσύνη των αρωματισμένων μειρακίων. Δεν έχομε κυδώνια ή μήπως έχομε την κυδωνόπλαστη τραχύτερή τους μορφή καταιγισμών κόποι και χλιαρά σταχυολογήματα μεταβατικών και αρνητικόν κλωθογύσριμα πόλου και τρύπα.

Το καλώς ήλθατε των πραματευτάδων
Ενωρίτερα και από την αυριανή της συνουσία η δεινοπαθείσασα αιχμή της τελευταίας οροσειράς χαμήλωσε τα βλεφαρα για να δεχθεί τα δώρα των αυτομάτων περιστροφών. Τριάντα μέλη της ερμαφρόδιτης συνομιλίας κατέσχον την ανεπανόρθωτον δενδροστοιχίαν εν χορδαίς και οργάνοις ενώ τα νυμφοπάζαρα έβριθαν με αστακούς κυρίως και με κομψές λεμονάδες του κουτιού. Επειδή όμως κανείς δεν σήκωσε το δίχτυ που άλλοι σ’ αυτή τη χώρα ονομάζουν βαυαρική προεξοχή η λεπίς των υφασμάτων σχίστηκε σε δυο και βγήκε μια για πάντα ο κοσμήτωρ της ιερής μανίας απαράλλαχτα σαν το πουλί που βγαίνει από μια κάλτσα.

Παρουσία αγγέλων εντός ατμομηχανής (από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Όταν με τη βαρύτητα του ανέμου που συναρπάζει τα φρόκαλα μεσ’ από τα πόδια των μανάδων εσάλπισε το πεφταστέρι τις τελευταίες εντολές των θεανθρώπων, σηκώθηκε υπερήφανος ο φθόγγος και μ’ ευκαμψία τελείου μηχανικού λεπτολογήματος παρέσυρε την ευτυχία προς τα πελάγη μιας παμμεγίστης παλιρροίας. Τότε συνέβη να φτερνιστούν οι φυσητήρες και όλα τα κήτη ανέστρεψαν την κοιλιά τους και κατεπονττίσθησαν αύτανδρα τα περασμένα κουφάρια υπέρ της εκλάμψεως της αναγεννήσεως της ευτυχίας υπέρ της εκλπηρώσεως των εσχατιών υπέρ της ειρήνης υπέρ της αμαυρώσεως υπέρ της εκλάμψεως της αληθείας υπέρ της κατισχύσεως των ρόδων και της μαγικής αράχνης εν έτει χαράς για τον αιώνα των μεγάλων ολισθημάτων των κυμάτων επάνω στα στεκούμενα καράβια.

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ, με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων. Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως]

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΨΗΛΗ ΚΟΡΜΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΠΑΛΑΜΕΣ ΤΗΣ ΚΑΙΕΙ Η ΑΠΟΥΣΙΑ:

Η επιθυμία γεννάει το δρόμο της όπου θέλει να περπατήσει. Φεύγει… Αλλά είσαι εσύ μια νυχτερινή επινόηση που αρέσκεται στις βροχερές εκμυστηρεύσεις. Που αρέσκεται στο τριίστιο ξάνοιγμα του πόντου. Είσαι μια περίπτωση ακατόρθωτη που όταν ναυαγήσει βασιλεύει. Μια φανταχτερή καταστροφή είσαι…  Κι όμως πίσω από το αγνοημένο αυτό βουναλάκι υπάρχει ένα συναίσθημα. Δεν έχει δάκρυα ούτε συνείδηση. Δεν φεύγει δεν επιστρέφει… Έλα λοιπόν αλαργινή εξαφάνιση! Τίποτε άλλο δεν ποθούν περισσότερο οι αγκαλιές των κήπων. Στην αφή της παλάμης σου θ’ αναγαλλιάσουν οι καρποί που τώρα μετεωρίζονται άσκοποι. Στο διάφανο στήριγμα της κορμοστασιάς σου τα δένδρα θα βρουν τη μακροχρόνια εκπλήρωση των ψιθυρισμένων τους απομονώσεων. Στην πρώτη σου ξεγνοιασιά θ’ αυξήσουν τα χορτάρια σαν ελπίδες. Η παρουσία σου θα δροσίσει τη δροσιά… Στη λειτουργία των δυσκολότερων ονείρων μια σίγουρη παλινόρθωση… [αποσπάσματα από τα ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ του Οδυσσέα Ελύτη  και στη φωτογραφία ΚΟΛΑΖ του ποιητή]

 [Από το ελάχιστο φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε. Μόνο που ’ναι πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίζεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της. Για του λόγου το αληθές…]

ΠΑΡΑΘΥΡΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΕΠΟΧΗ  (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1940) 
                     

                     -I-

Ξέρεις την κόμη που έγραψε τον άνεμο; Τις ματιές που παραλληλίσανε το χρόνο; Τη σιωπή που ένιωσε τον εαυτό της;
Αλλά είσαι εσύ μια νυχτερινή επινόηση που αρέσκεται στις βροχερές εκμυστηρεύσεις. Που αρέσκεται στο τριίστιο ξάνοιγμα του πόντου. Είσαι μια περίπτωση ακατόρθωτη που όταν ναυαγήσει βασιλεύει. Μια φανταχτερή καταστροφή είσαι…
Α! Θέλω να ’ρθουν τα στοιχεία που ξέρουν ν’ αρπάζουν. Η μέση των συλλογισμών μου θα ευφράνει την καμπύλη τους διάθεση. Όταν ανέβουν μεγαλώνοντας τα δαχτυλίδια ο ξαφνικός ουρανός θα πάρει το χρώμα της προτελευταίας μου αμαρτίας
Ενώ η τελευταία θα γοητεύεται ακόμη από τα μοναχικά τούτα λόγια!
                      -IΙ-
Ένα ποδοβολητό τελειώνει στην άκρη της ακοής. Μια σουρωμένη καταιγίδα χυμάει μέσα στο νεανικό στήθος που σπαταλάει την ανεξήγητη φεγγοβολή του.
Η επιθυμία έχει μια πολύ ψηλή κορμοστασιά και στις παλάμες της καίει η απουσία.
Η επιθυμία γεννάει το δρόμο της όπου θέλει να περπατήσει. Φεύγει…

Κι ένας λαός από χέρια προς εκείνη ανάβει θαυμασμού παρανάλωμα!
                           -IΙΙ-
Τι όμορφη! Έχει πάρει τη μορφή της σκέψης που την αισθάνεται όταν αυτή αισθάνεται πως της είναι αφιερωμένη…
                           -IV-
Στ’ αμπέλια που δεν έχουνε ηλικία κρύφτηκαν οι καλοκαιρινές μου εγκαταλείψεις. Ένας κυματισμός ονείρου τραβήχθηκε τ’ άφησε εκεί δε ρώτησε. Στα κουφά δίχτυα τους το βόμβο στριφογύρισαν σμήνη μέλισσες. Τα στόματα μοιάσανε στα χρώματα φύγαν μέσ’ από τ’ άνθη. Τα νερά πολύ πρωινά σταμάτησαν τη μηλιά τους νυχτερινή κι άθικτη.

Είναι για να μην ξέρεις πια τίποτε.

Κι όμως πίσω από το αγνοημένο αυτό βουναλάκι υπάρχει ένα συναίσθημα. Δεν έχει δάκρυα ούτε συνείδηση.

Δεν φεύγει δεν επιστρέφει.
                                  -V-
Ένα δίχτυ συγκρατεί τον ήχο που αποκοίμισε πολλές αλήθειες. Ανάμεσα στα πορτοκάλια του δειλινού της γλιστρά η αμφιβολία. Φυσάει το αμέριμνο στόμα. Η γιορτή του κάνει να λάμπουν οι επιθυμητές επιφάνειες. Μπορεί να πιστέψει κανείς ως και τον εαυτό του. Να νιώσει την παρουσία της ηδονής ως μέσα στις κόρες των ματιών του.
Των ματιών του που ρέουνε από την πλάτη του έρωτα. Και βρίσκουνε την παρθενική τους ασέλγεια μέσα στη διάφανη δροσιά της πιο νυχτερινή χλόης μου.
                      -VI-
Ένα ζαρκάδι τρέχει την κορυφογραμμή. Κι εσύ δεν ξέρεις τίποτε γι’ αυτό είναι τόσο καθαρό το διάστημα. Κι αν μάθεις ποτέ η βροχή που θα σε κατακλύσει λυπητερή θα είναι.

Φεύγα ζαρκάδι! Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυφογραμμή.
                           -VII-
Παραμύθια γαλουχήσανε τη βλάστηση της ηλικίας αυτής που ανεβάζει τις νεραντζιές και τις λεμονιές ως την έκπληξη των ματιών μου. Τι θα ήταν η ευτυχία με το ακατόρθωτο σώμα της αν είχε μπερδευτεί μεσ’ στις ερωτοτροπίες της των χλωρών αυτών εκμυστηρεύσεων; Δυο χέρια περιμένουνε. Στον αγκώνα τους στηρίζεται ολόκληρη γη. Στην αναμονή τους ολόκληρη ποίηση. Πίσω από το λόφο υπάρχει το μονοπάτι που χάραξε η φρέσκια περπατηξιά της διάφανης εκείνης κόρης. Είχε φύγει μέσα απ’ το πρωί των ματιών μου (καθώς τα βλέφαρα είχανε κάνει το χατίρι του ήλιου τους) είχε κρυφτεί πίσω απ’ τον ίσκιο της επιθυμίας μου –κι όταν μια θέληση πήγε να την κάνει δική της αυτή χάθηκε φυσημένη από στοργικούς ανέμους που η προστασία τους ήτανε φωτεινή. Το μονοπάτι αγάπησε το λόφο κι αυτός πια ξέρει καλά το μυστικό.
Έλα λοιπόν αλαργινή εξαφάνιση! Τίποτε άλλο δεν ποθούν περισσότερο οι αγκαλιές των κήπων. Στην αφή της παλάμης σου θ’ αναγαλλιάσουν οι καρποί που τώρα μετεωρίζονται άσκοποι. Στο διάφανο στήριγμα της κορμοστασιάς σου τα δένδρα θα βρουν τη μακροχρόνια εκπλήρωση των ψιθυρισμένων τους απομονώσεων. Στην πρώτη σου ξεγνοιασιά θ’ αυξήσουν τα χορτάρια σαν ελπίδες. Η παρουσία σου θα δροσίσει τη δροσιά.
Τότε θ’ ανοίξεις μέσα μου τα ριπίδια των συναισθημάτων. Δάκρυα συνειδήσεων πολύτιμες πέτρες επιστροφές κι απουσίες. Κι ενώ θα τρέχει ο ουρανός κάτω απ’ τις γέφυρες των πλεγμένων χεριών μας ενώ οι πιο πολύτιμοι κάλυκες θα ταιριάζουνε στα μάγουλά μας θα δώσουμε το σχήμα του έρωτα που λείπει από τις οράσεις αυτές
Τότε θα δώσουμε
Στη λειτουργία των δυσκολότερων ονείρων μια σίγουρη παλινόρθωση!

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, για να μας ΞΥΠΝΗΘΕΙ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ, που ολοένα με απίθανες χειρονομίες δρα… Γιατί όντας αρνητικό του ονείρου φαινόμαστε μαύροι και άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα. Γι’ αυτό φεύγα ζαρκάδι, Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυφογραμμή]

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

ΠΛΑΙ ΣΤΟ ΛΑΜΠΡΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΚΟΜΑ

Πάντοτε αγαπούσα -με πάθος –κάθε εκδήλωση της ζωής όμως δεν μ’ ένοιαζε ο θάνατοςτώρα που μ’ άφησες να ξαποσταίνω πλάι στο λαμπρό φως των ωραίων ματιών σου, τώρα αγαπώ ακόμη περισσότερο τη ζωή και δεν θα ’θελα να πεθάνω πια ποτέ (ΤΟ ΛΙΚΝΟΝ Ο ΛΥΧΝΟΣ από την ποιητική συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου  ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)

 [Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύφτεται η Ερινύα βαθειά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν τηνε νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό. Για του λόγου το αληθές…]

Το γράμμα (από την ίδια συλλογή)
ένα πουλί τραγουδούσε
όπως νανουρίζουν ένα μωρό
κι αυτοί που μετρούν τα όνειρά μου
ευλογούσανε το δαχτυλίδι το χρυσό

στη γεύση του ψωμιού της εβδομάδος
εκόβανε σε δύο την κλωστή
παιχνίδια έρωτα κι αγάπης
πόσο μακριά μας να βρίσκονται οι ποταμοί;

το σπίτι γερά το ’χουμε φυλαγμένο
με χορταρένια κοντάρια και σπαθιά
και τα πλατάνια των ωραίων καραβιώνε
σαλεύουνε ωσάν φιλιά μεσ’ στο πρωί

κι ως είναι Κυριακή ακόμα
στα φεγγαρένια σου μαλλιά: δάση γιασεμιών
το προπατορικό αμάρτημά μας δύει
στης απουσίας τα σαρκάσματα των παρειών

το στόμα έχει αυτές τις αντηχήσεις
το αντρίκειο αίμα έχει αυτή τη μυρουδιά
γνώμονας τρυφερότητας το θολό βλέμμα:
έλα να πούμε την αλήθεια στα παιδιά

ό,τι ποτέ το χέρι μας αγγίζει
κάτω απ’ άλλης πατρίδας μας τον ουρανό
είναι το στάρι το ευλογημένο και οι θωπείες
που ανοίγουν της αγάπης τον κρουνό

είναι η αγάπη: η αγάπη που την νύχτα παγιδεύει
χύνει τ’ αστέρια όλα στον κόρφο τον κρυφό
που διώχνει μακριά τα βότσαλα (τα ξερά ξύλα)
μη βρεις ποτέ το δρόμο μακρινό

μαζί θα τον διαβούμε με πέρδικες στο πλάι
μ’ ένα τραγούδι σαν τριαντάφυλλο ανοιχτό
πάντα θα έχουμε κοινό το προσκεφάλι
κι από μια χούφτα πάντοτες θα πίνουμε νερό



Η Σημαία (από την ίδια ποιητική συλλογή)
Μην αψηφάς την αγάπη:
δεν είναι έμορφα τα κλαϋμένα μάτια.
Όμως να μην αργήσεις:
θα μας ξανάρθεις γρήγορα, πάλι δεν είναι;
Εγώ, κάθε φορά που πάει ν’ αποτολμήσω κάτι
έρχεται από το σύννεφο ελπίδων
όλο άσπρες κι απαλά ρόδινες απατηλές νταντέλλες.
Συνετιστείτε:
κάθε μέρα δεν είναι δυνατόν να στήνεται η καρμανιόλα.
Λίγο-λίγο θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά σας:
άσπρη σημαία.
Η άσπρη σημαία είναι το σημάδι
πως παραδίδεστε και πως τα κάστρα πια για πάντα καταρρέουν.

Η αρμόνικα (από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)
τη μητέρα μου θα τηνε βλέπω μόνο –και πάντα-
νέα κι ωραία
ως ήτο

ψηλή ξανθιά
με το γλυκό
κι απαλά θλιμμένο της
βλέμμα

στέκεται μπρος στον ολόσωμο καθρέφτη:
ελέγχει το άψογο της κομψοτάτης
αμφιέσεώς της
καθώς σε λίγο
πρόκειται να βγει

(απ’ τα στόρια των παραθύρων
γιομίζει το δωμάτιο
ένα ήρεμο πρωινό φως)

πλάι μια παιδική μουσικούλα
χαράς
και γιορτής

Άνθη (από την ίδια συλλογή)
μάτια που πλέον δεν βλέπετε
βλέμματα όπου δεν
σας ελκύει πια η μορφή του κόσμου

είσαστε αστέρια

φωτίζετε

[επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων]

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

ΣΕ ΔΕΚΑ ΣΤΙΧΟΥΣ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΣΤΟ ΧΑΜΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΚΡΟΥΕΙ ΤΟ ΣΥΝΤΡΙΜΜΕΝΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΥΠΟΛΟΙΠΟ:

Ο πρώτος στίχος, ντυμένος τη λιβρέα του ιδανικού, δεξιώνεται την έξαρση στηριγμένη στο μπράτσο της νεότητάς μου. Στίχος εύρωστος και ωραίος. Τι κρίμα να μην είναι ο τελευταίος. Ο δεύτερος, δεν ξέρω πώς, μου έμεινε μισός κι αυτός λοξά γραμμένος σάμπως μετανιωμένος. Ο τρίτος πήγε μονάχος του και γράφτηκε εκεί στη στέπας της φυγής σου. Στης νοσταλγίας σου τη χλόη τον επόμενο ενταφίασα. Στων τρυφερών επιστολών σου τη ψευδαίσθηση ο άλλος εστεγάστηκε. Ο έκτος και ο έβδομος, σκαρφαλωμένοι στο στύλο της αδημονίας, αγνάντευαν. Δύο μαζί σχεδόν πνιγμένους τους ανέσυρα απ’ την παλίρροια της προσφοράς σου. Κι ο τελευταίος, τόσο μα τόσο απόκρημνος είναι, που απ’ την κορφή του, αγκαλιασμένη με τον ίλιγγο του ματαίου, γκρεμίζεται η συνέχεια. (ΦΘΟΡΑ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΕΡΕΒΟΣ 1956, ART by Gkaziani Mary)

 [Ανακινήστε καλά προ της χρήσεως… Προς τούτο εσωκλείονται οδηγίες. Αν τις διαβάσεις προσεκτικά – σύνθεση, προφυλάξεις, δοσολογία – θα δεις ότι τις ίδιες ακριβώς παρενέργειες επιφυλάσσει η μικρή δόση αγάπης και η μεγάλη. Οι λέξεις φταίνε, Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν. Για του λόγου το αληθές… Ιδού…]

Αναζήτησις (από τη συλλογή ΕΡΕΒΟΣ 1956)
Φεύγω
Για πού δεν θα σου πω
Έτσι θα καμωθώ
πως κάποιο μυστικό έχω από σένα.



Θα κρυφοκοιτάξω τους βυθούς
θα συμφιλιωθώ με τη θάλασσα
εμπιστεύοντάς της την αντάρα μου,
θ’ ανακατέψω τ’ άστρα με το ύψος μου,
θα παραμερίσω με τις προσευχές μου
το ενιαίο του ουρανού,
μήπως και μέσα σ’ όλα αυτά
είναι κρυμμένη η αποστολή σου:
αν ήρθες για να ξανοίξεις τα χρώματα
και τους χειμώνες να καθαιρέσεις,
ή για να στρίψεις αρνητικά
τους διακόπτες του λογισμού μου
σκορπίζοντας η φυγή σου.

Σαν θα τη βρω και είν’ ηλιόλουστη,
θα τρέξω ολοπόρφυρη κι απέραντη
να την ξαναδιαβάσω στα μάτια σου.
Αν πάλι μέσα στην κακοκαιρία κρύβεται
θα προσποιηθώ πως δεν τη διάβασα.
Κι αν μάταια πάλι έψαξα,
θα πιέσω με την καρτερία το στήθος σου
ώσπου μονάχος σου να την προδώσεις.

Χθες (από τη συλλογή ΕΡΕΒΟΣ 1956)
Ξανάρθε
Τυλιγμένος μιαν απόχρωση ακαθόριστου.
Τα μάτια του βυθός χωρίς επιφάνεια,
τα χείλη του τομή μυστηρίου,
ψιλόβροχο η φωνή του.
Τα λόγια του τράπουλα
που πέφτει έτσι, πέφτει αλλιώς.
Θαμπός.
Το σώμα του θυμίαμα,
και τα μαλλιά του λουσμένα με νιότη.
Το γέλιο του χάλασμα ψυχής.
Μέσα του έκρυβε έναν άνεμο
που ’σκιζε τα χάρτινα όνειρά μου.
Μέσα μου έκλαιγε ένα αύριο.

Πάει τόσος καιρός
που είχα μεταβάλει το χαμό του
σε ποτήρι επιχρυσωμένο με φθινόπωρο,
που σκέπασα τη φωτογραφία του μ’ ένα σούρουπο,
κι έβαλα σύρτη στα τραγούδια μου.
Τόσος καιρός που ξεχαστήκαμε.

Ξανάρθε.
Μια μέρα θα ’ταν
που ξεχώσαμε τις περγαμηνές της μνήμης  μας
και υπογράψαμε μια θεία συνέχεια,
που αγαπηθήκαμε.

Χθες χωριστήκαμε.

Γράμμα (από τη συλλογή ΕΡΕΒΟΣ 1956)
Ο ταχυδρόμος,
σέρνοντας στα βήματά του την ελπίδα μου,
μου ’φερε και σήμερα ένα φάκελο
με τη σιωπή σου.
Τ’ όνομά μου γραμμένο απ’ έξω με λήθη.
Η διεύθυνση μου ένας ανύπαρκτος δρόμος.
Όμως ο ταχυδρόμος
τον βρήκε αποσυρμένο στη μορφή μου,
κοιτώντας τα παράθυρα που έσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τα χέρια μου
που έπλαθαν κιόλας μιαν απάντηση.
Θα τον ανοίξω με την καρτερία μου,
και θα ξεσηκώσω με τη μελαγχολία μου
τ’ άγραφά σου.
Κι αύριο θα σου απαντήσω
στέλνοντάς σου μια φωτογραφία μου.
Στο πέτο θα έχω σπασμένα τριφύλλια,
στο στήθος σκαμμένο
το μενταγιόν της συντριβής.
Και στ’ αυτιά μου θα κρεμάσω –συλλογίσου-
τη σιωπή σου.

[επιλογές λέξεων από την ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΜΑΖΙ στο ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ της Κικής Δημουλά. Λοιπόν, κάποια φορά ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ, στου σεντονιού τις όχθες, ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ. ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ο φιλοπαίγμων μύθος μας ακολουθεί, εκτός αν κλαίει το φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «Διότι» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Μη φοβάσαι, είσαι ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΗΧΟΥ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ. Γι’ αυτό πάρε μαζί σου για σιγουριά την απαίτηση να μην σ’ αγγίξω διόλου και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω ώστε να μην σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις. ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ]

ΧΙΛΙΕΣ ΦΟΡΕΣ ΑΛΙΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ:

Κι απ’ την πολλή βροχή το Αιγαίο θα πρασινίσει Νίκο Νίκο το Αιγαίο θα πρασινίσει Τα δάση κρύβουν τα νησιά και τα νησιά τα δάση Νίκο Νίκο τα δάση κρύβουν τα νησιά Σαν τους αιώνες τ’ άλογα περνούν κι αφήνουν σύννεφα Νίκο Νίκο περνούν κι αφήνουν σύννεφα Σκόνη του ρολογιού ήρθαν τα κύματα ένα πρωί Νίκο Νίκο ήρθαν τα κύματα ένα πρωί Κι έμεινες ολομόναχος εσύ μες στο καράβι Νίκο Νίκο ολομόναχος μες στο καράβι Οι άνθρωποι πάνε κι έρχονται μένουν τ’ αγάλματα Νίκο Νίκο μένουν τ’ αγάλματα Τα χείλια μας θα ξανασμίξουν σπαθιά και γαρούφαλα Νίκο Νίκο σπαθιά και γαρούφαλα Οι άνεμοι θα ξαναρθούν μια μέρα ζωηρότεροι Νίκο Νίκο θα ξαναρθούν ζωηρότεροι Και τότε αλίμονο σ’ αυτούς με τα ορθάνοικτα πανιά Νίκο Νίκο τούτη την άνοιξη Αλίμονο στα κατάξανθα μαλλιά στα κρύα μάτια Νίκο Νίκο Μοριά και Ρούμελη Αλίμονο στα μάτια αυτά που θα σε δουν κατάματα Νίκο Νίκο χιλιάδες φλάμπουρα Αλίμονο στα κορίτσια που σ’ αγαπούν παράφορα Νίκο Νίκο Τσόγκα και Λεπενιώτη Χίλιες φορές αλίμονο στην ομορφιά του κόσμου [ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1 (1944-1964, Εκδόσεις Ύψιλον)- ART by GORDIN Misha three colors]

Τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική η θάλασσα που σφαδάζει πάνω στα βράχια σαν γυναίκα αλυσοδεμένη στη στεριά. Όμως πρέπει πρώτα να χαράξουμε στην πέτρα ένα χαμόγελο, ν’ ανάψουμε στους στίχους μερικές μεγάλες φωτιές όπως το απαιτούν οι συνήθειες των ναυαγών και η φαντασία των ποιητών. Για του λόγου το αληθές…

Ο Ύμνος του Χωρισμού (από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1 (1944-1964, Εκδόσεις Ύψιλον)
Λιώσανε λιώσανε μες το κορμί μας
Τα χρόνια και μπήκανε μέσα στη γη
Δεν μας πληρώσανε την αμοιβή μας
Άκου πώς χάθηκαν οι στρατηγοί
Μια νύχτα μάτωσαν τα όνειρά μου
Τα άστρα γκρεμίστηκαν από ψηλά
Δεν ξαναγύρισαν τα γονικά μου
Κι έτσι δεν μάθαμε τα μυστικά.


Εδώ που χτύπησαν καμπαναριά
Δεν υπογράψαμε την κατοχή μας
Όλα χαμήλωσαν και τα βουνά
Γυμνά και τα νησιά μες στη σιωπή μας
Πώς δεν τα’ ακούσαμε να χαμηλώνουν;
Πόσοι δεν πνίγηκαν από φωτιά
Μες στα καράβια μας πόσοι παγώνουν
Κι έτσι δεν μάθαμε τα μυστικά.

Και το ταξίδι μας μέσα στο χιόνι
Και μέσα στο πέλαγος οι πελαργοί
Και την πυξίδα μας απομονώνει
Η αλλαγή, εδώ που φτάσαμε η βροχή
Μα δυναμώνει, το μήνυμά μου
Κανείς δεν έμαθε και τα στενά
Στρατός  δεν πέρασε με τ’ άρματά μου
Κι έτσι δεν μάθαμε τα μυστικά.

Φίλοι μου εσείς που μείνατε μακριά μου
Εσείς που μείνατε φυλακισμένοι
Μέσα στην άμμο κι εσείς οι πικραμένοι
Κι αυτοί που πέθαναν στη γειτονιά μου
Γενναίοι κι άλλοι συλλογισμένοι
Δε σας λησμόνησα και την καρδιά μου
Σας άφησα κι αυτή να σας μαθαίνει
Αν δεν πεθάνω αυτά τα μυστικά μου.

Κι απ’ την πολλή βροχή το Αιγαίο θα πρασινίσει
Νίκο Νίκο το Αιγαίο θα πρασινίσει
Τα δάση κρύβουν τα νησιά και τα νησιά τα δάση
Νίκο Νίκο τα δάση κρύβουν τα νησιά
Σαν τους αιώνες τ’ άλογα περνούν κι αφήνουν σύννεφα
Νίκο Νίκο περνούν κι αφήνου σύννεφα
Σκόνη του ρολογιού ήρθαν τα κύματα ένα πρωί
Νίκο Νίκο ήρθαν τα κύματα ένα πρωί
Κι έμεινες ολομόναχος εσύ μες στο καράβι
Νίκο Νίκο ολομόναχος μες στο καράβι
Οι άνθρωποι πάνε κι έρχονται μένουν τ’ αγάλματα
Νίκο Νίκο μένουν τ’ αγάλματα
Τα χείλια μας θα ξανασμίξουν σπαθιά και γαρούφαλα
Νίκο Νίκο σπαθιά και γαρούφαλα

Οι άνεμοι θα ξαναρθούν μια μέρα ζωηρότεροι
Νίκο Νίκο θα ξαναρθούν μια μέρα ζωηρότεροι
Και τότε αλίμονο σ’ αυτούς με τα ορθάνοιχτα πανιά
Νίκο Νίκο τούτη την άνοιξη
Αλίμονο στα κατάξανθα μαλλιά στα κρύα μάτια
Νίκο Νίκο Μωριά και Ρούμελη
Αλίμονο στα μάτια αυτά που θα σε δουν κατάματα
Νίκο Νίκο χιλιάδες φλάμπουρα
Αλίμονο στα κορίτσια που σ’ αγαπούν παράφορα
Νίκο Νίκο Τσόγκα και Λεπενιώτη
Χίλιες φορές αλίμονο στη ομορφιά του κόσμου.

ΤΕΣΣΑΡΕΣ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ (από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΠΟΙΗΜΑΤΑ-1 (1944-1964, Εκδόσεις Ύψιλον)
-1-
Ελάτε λοιπόν στα νησιά να σας δούμε
Παρηγοριά τα βήματά σας να ακούμε
Από μακριά. Ελάτε πιο κοντά στη φωτιά
Παντού τον αόρατο εχθρό ν’ ακολουθούμε.
Ψηλά στον αέρα παντοτινή κατοικιά
Τα κρεβάτια. Θα μπούμε να δροσιστούμε
Στα μαύρα παλάτια του νεκρού βασιλιά
Δεν υπάρχει εδώ μήτε στάλα να πιούμε.

Ανοιγοκλείνει αυτός ο χλωμός κλειδαράς
Τα μυστικά μας ντουλάπια –μονομιάς
Ανάβουνε γύρω μας όλα τα αστέρια
Και στολίζουν τα μακρινά μεσημέρια.
Στο βυθό κολυμπάνε τα καλοκαίρια
Δεν τολμήσαμε μήτε λέξη να πούμε
Μπροστά σ’ αυτά τα γυαλισμένα μαχαίρια:
Δεν υπάρχει εδώ μήτε στάλα να πιούμε.

Αυτοί που λησμόνησαν να μας συστήσουν
Πέρασαν τα σύνορα να μας μηνύσουν
Για τη μεγάλη πυρκαγιά που φουντώνει
Στα παλιά μας βουνά. Κι αυτό το κανόνι
Θαμμένο, μας καρτεράει μέσα στο χιόνι
Από καιρό. Λίγο να σηκωθούμε
Θα δούμε το πέλαγος να χαμηλώνει
Δεν υπάρχει εδώ μήτε στάλα να πιούμε.

Αρχηγέ, τα γενναία παιδιά σου πεθαίνουν
Όσο κι αν πολεμάνε πάντα θα μένουν
Στην έρημη ακρογιαλιά. Και οι στρατοί σου
Γυρεύουν νερό. Πώς ν’ ανασυνταχθούνε;
Γι’ αυτό Αδελφέ μου όταν φτάσεις θυμήσου:
Δεν υπάρχει εδώ μήτε στάλα να πιούμε.
……………………..
-4-
Ο χειμώνας κλειδώνει τα σπαθιά του
Ο στρατός καμαρώνει τα κανόνια
ο Βοριάς καθαρίζει τα γυαλιά του
Το κορίτσι κοιμάται στα σεντόνια
Κι εσύ δεν άκουσες τα πολυβόλα
Πολλοί που φύγανε δεν θα γυρίσουν
Εδώ που στάθηκαν στα περιβόλια
Οι μελλοθάνατοι θα χαιρετήσουν.

Στην αμμουδιά θα βρεις τα κόκαλά μας
Ν’ ασπρίζουν. Πύργους μου έχτισαν στον Αέρα
Τα πλοία τους άραξαν στην αγκαλιά μας
Τώρα που χάραξε καινούργια μέρα
Τι σ’ ωφελήσανε τα μυστικά μας;
Έρχονται πίσω μας, θα μας χτυπήσουν
Το πλήθος πέρασε κι ανάμεσά μας
Οι μελλοθάνατοι θα χαιρετήσουν.

Άλλαξες πρόσωπο το πρόσωπό σου
Είδα τα μάτια σου να μελετάνε
Τα μεσημέρια μου. Με τον εχτρό σου
Θα συμμαχήσουνε και προχωράνε
Να καταλύσουνε την ομορφιά σου
Αν αρνηθούν να μας αναγνωρίσουν
Δεν πειράζει. Μπροστά μου και μπροστά σου
Οι μελλοθάνατοι θα χαιρετήσουν
Οι μελλοθάνατοι θα χαιρετήσουν.

Αδελφέ μου, δε βλέπεις τ’ άλογά τους;
Αν δεν προλάβουμε, θα μας χτυπήσουν
Με τα κοντάρια τους. Κι απ’ τα κελιά τους
Οι μελλοθάνατοι θα χαιρετήσουν

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια Ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες]