Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

ΛΟΓΙΑ ΜΟΝΑΧΑ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΝΟΜΙΕΣ, ΜΟΝΟΤΡΟΠΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ Σ’ ΕΝΑΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ:

Γυναίκα, της ψυχής μου ξένη το ξάφνισμά σου μου απομένει, ωραία γυναίκα αγαπημένη, το βράδυ αυτό το ανόητο, σήμερα, και των ματιών σου οι μαύροι κρίκοι και της νυχτιάς η ανάερη φρίκη… Σκύψε να μπεις πάλι στη θήκη, λεπίδι της σιωπής μου, χίμαιρα!   (Γιώργος Σεφέρης,  αποσπάσματα από τη ΣΤΡΟΦΗ – ART by Sophia Tsibikaki Fire fairy  )
 [Φύλλα που στροβιλίζονται με γλάρους αγριεμένους με το χειμώνα. Όπως ελευθερώνεται ένα στήθος οι χορευτές έγιναν δένδρα, ένα μεγάλο δάσος γυμνωμένα δένδρα… Ίσως γυρεύουν να μιλήσουν τ’ άστρα που πάτησαν την τόση γύμνια σου μια νύχτα ο Κύκνος, ο Τοξότης, ο Σκορπιός ίσως εκείνα. Αλλά πού θα είσαι τη στιγμή που θα ’ρθει εδώ σ’ αυτό το θέατρο το φως; Για του λόγου το αληθές…]

ΤΟ ΥΦΟΣ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ (We plainly saw that not a soul lived in that fated vessel! – EFGAR ALLAN POE)
Το ύφος μιας μέρας που ζήσαμε πριν δέκα χρόνια σε ξένο τόπο
ο αιθέρας μιας παμπάλαιης στιγμής που φτερούγισε κι εχάθη σαν άγγελος Κυρίου
η φωνή μιας γυναίκας λησμονημένης με τόση φρόνηση και με τόσο κόπο
ένα τέλος απαρηγόρητο, μαρμαρωμένο βασίλεμα κάποιου Σεπτεμβρίου



Καινούργια σπίτια σκονισμένες κλινικές εξανθηματικά παράθυρα φερετροποιεία…
Συλλογίστηκε κανένας τι υποφέρει ένας ευαίσθητος φαρμακοποιός που διανυκτερεύει;
Ακαταστασία στην κάμαρα: συρτάρια παράθυρα πόρτες ανοίγουν το στόμα τους σαν άγρια θηρία
ένα απαυδισμένος άνθρωπος ρίχνει τα χαρτιά ψάχνει αστρονομίζεται γυρεύει.

Στεναχωριέται: α χτυπήσουν την πόρτα ποιος θ’ ανοίξει;
Αν ανοίξει βιβλίο ποιον θα κοιτάξει; Αν ανοίξει την ψυχή του ποιος θα κοιτάξει; Αλυσίδα.
Που ’ναι η αγάπη που κόβει τον καιρό μονοκόμματα στα δυο και τον αποσβολώνει;
Λόγια μονάχα και χειρονομίες. Μονότροπος μονόλογος μπροστά σ’ έναν καθρέφτη κάτω από μια ρυτίδα.
Σα μια στάλα μελάνι σε μαντίλι η πλήξη απλώνει.

Πέθαναν όλοι μέσα στο καράβι, μα το καράβι ακολουθάει το στοχασμό του που άρχισε σαν άνοιξε από το λιμάνι.
Πώς μεγαλώσαν τα νύχια του καπετάνιου… κι ο νάυκληρος αξούριστος που ’χε τρεις ερωμένες σε κάθε σκάλα…
Η θάλασσα φουσκώνει αργά, τ’ άρμενα καμαρώνουν κι η μέρα πάει να γλυκάνει.
Τρία δελφίνια μαυρολογούν γυαλίζοντας, χαμογελά η γοργόνα κι ένας ναύτης γνέφει ξεχασμένος στη γάμπια καβάλα.

ΣΧΟΛΙΑ
Είχε η βεράντα σκοτεινιάσει
πλάι μας φτερούγισε μια βιάση
στις δυο καρδιές είχε φωλιάσει
αντίρροπη μια εξομολόγηση

Και η άκαρπη φωνή εμαράθη
στα χείλια μας μελίσσι λάθη
και μόνο απ’ του κορμιού τα βάθη
θεέ μου, προσμέναμε μια βλόγηση.

Σκοτάδι βούιζε μες στο σπίτι
κι από το φως του αποσπερίτη
ως των μαλλιών σου το μαγνήτη,
θυμήσου τον απρόσιτο άγγελος

με τα γοργά τα δαχτυλίδια
πεσμένα ξάφνου, δυο ριπίδια
στη σκέψη που με δέηση ίδια
διαβάζαμε σαν τετραβάγγελο.

Γυναίκα, της ψυχής μου ξένη
το ξάφνισμά σου μου απομένει
ωραία γυναίκα αγαπημένη,
το βράδυ αυτό το ανόητο, σήμερα

και των ματιών σου οι μαύροι κρίκοι
και της νυχτιάς η ανάερη φρίκη…
Σκύψε να μπεις πάλι στη θήκη
λεπίδι της σιωπής μου, χίμαιρα.

ΡΟΥΚΕΤΑ
Δεν είναι ούτε η θάλασσα
δεν είναι ούτε ο κόσμος
το γαλάζιο αυτό φως
στα δάχτυλά μας

κάτω από τα βλέφαρα
χίλιες αντένες
ψάχνουν ζαλισμένες
τον ουρανό

κόκκινο γαρούφαλο
μονάχο στη γλάστρα
στάθηκες σαν έγραφα
μπρος μου σαν αγάπη

ήταν μια ελαφίνα
κίτρινη σαν θειάφι
κι ήταν ένας πύργος
από χρυσάφι

μέτρησαν τα χρόνια τους
πέντε κοράκια
μάλωσαν και σκόρπισαν
σαν πεντάλφα

τα μαλλιά της όμορφης
τ’ άσπρισαν τα κρίνα
στο κορμί της όμορφης
έγραψα βιβλία

Δεν μπορώ να ζω
όλο με παγόνια
μήτε να ταξιδεύω μερόνυχτα
μέσα στα μάτια της γοργόνας

ΡΙΜΑ
Χείλια φρουροί της αγάπης μου που ήταν να σβήσει
χέρια, δεσμά της νιότης μου που ήταν να φύγει
χρώμα προσώπου χαμένου κάπου στη φύση
δένδρα… πουλιά… κυνήγι…

Κορμί, μαύρο μες το λιοπύρι σαν το σταφύλι
κορμί πλούσιο καράβι μου, πού ταξιδεύεις;
Είναι η ώρα που πνίγεται το δείλι
και κουράζομαι ψάχνοντας τα ερέβη…

(Η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει).

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ
Ήσουν η θεία σιγή
κι άσπρη σα ρύζι
μα η ριγηλή φυγή
πάντα γυρίζει

πήρες τη δίνη
ψυχή φυγόκεντρη
που μας αφήνει
σε πίκρα απόμερη.

Σα νυχτώσει κοιτάζω στο φύλλωμα
σφαλιγμένα τα μάτια των φύλλων μας.

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Τα μονοκοτυλήδονα
και τα δικοτυλήδονα
ανθίζανε στον κάμπο

σου τα ’χαν πει στον κλήδονα
και σμίξανε φιλήδονα
τα χείλια μας, Μαλάμω!

[επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]

Δεν υπάρχουν σχόλια: