Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

ΠΛΑΙ ΣΤΟ ΛΑΜΠΡΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΩΡΑΙΩΝ ΜΑΤΙΩΝ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΚΟΜΑ

Πάντοτε αγαπούσα -με πάθος –κάθε εκδήλωση της ζωής όμως δεν μ’ ένοιαζε ο θάνατοςτώρα που μ’ άφησες να ξαποσταίνω πλάι στο λαμπρό φως των ωραίων ματιών σου, τώρα αγαπώ ακόμη περισσότερο τη ζωή και δεν θα ’θελα να πεθάνω πια ποτέ (ΤΟ ΛΙΚΝΟΝ Ο ΛΥΧΝΟΣ από την ποιητική συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου  ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)

 [Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύφτεται η Ερινύα βαθειά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν τηνε νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό. Για του λόγου το αληθές…]

Το γράμμα (από την ίδια συλλογή)
ένα πουλί τραγουδούσε
όπως νανουρίζουν ένα μωρό
κι αυτοί που μετρούν τα όνειρά μου
ευλογούσανε το δαχτυλίδι το χρυσό

στη γεύση του ψωμιού της εβδομάδος
εκόβανε σε δύο την κλωστή
παιχνίδια έρωτα κι αγάπης
πόσο μακριά μας να βρίσκονται οι ποταμοί;

το σπίτι γερά το ’χουμε φυλαγμένο
με χορταρένια κοντάρια και σπαθιά
και τα πλατάνια των ωραίων καραβιώνε
σαλεύουνε ωσάν φιλιά μεσ’ στο πρωί

κι ως είναι Κυριακή ακόμα
στα φεγγαρένια σου μαλλιά: δάση γιασεμιών
το προπατορικό αμάρτημά μας δύει
στης απουσίας τα σαρκάσματα των παρειών

το στόμα έχει αυτές τις αντηχήσεις
το αντρίκειο αίμα έχει αυτή τη μυρουδιά
γνώμονας τρυφερότητας το θολό βλέμμα:
έλα να πούμε την αλήθεια στα παιδιά

ό,τι ποτέ το χέρι μας αγγίζει
κάτω απ’ άλλης πατρίδας μας τον ουρανό
είναι το στάρι το ευλογημένο και οι θωπείες
που ανοίγουν της αγάπης τον κρουνό

είναι η αγάπη: η αγάπη που την νύχτα παγιδεύει
χύνει τ’ αστέρια όλα στον κόρφο τον κρυφό
που διώχνει μακριά τα βότσαλα (τα ξερά ξύλα)
μη βρεις ποτέ το δρόμο μακρινό

μαζί θα τον διαβούμε με πέρδικες στο πλάι
μ’ ένα τραγούδι σαν τριαντάφυλλο ανοιχτό
πάντα θα έχουμε κοινό το προσκεφάλι
κι από μια χούφτα πάντοτες θα πίνουμε νερό



Η Σημαία (από την ίδια ποιητική συλλογή)
Μην αψηφάς την αγάπη:
δεν είναι έμορφα τα κλαϋμένα μάτια.
Όμως να μην αργήσεις:
θα μας ξανάρθεις γρήγορα, πάλι δεν είναι;
Εγώ, κάθε φορά που πάει ν’ αποτολμήσω κάτι
έρχεται από το σύννεφο ελπίδων
όλο άσπρες κι απαλά ρόδινες απατηλές νταντέλλες.
Συνετιστείτε:
κάθε μέρα δεν είναι δυνατόν να στήνεται η καρμανιόλα.
Λίγο-λίγο θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά σας:
άσπρη σημαία.
Η άσπρη σημαία είναι το σημάδι
πως παραδίδεστε και πως τα κάστρα πια για πάντα καταρρέουν.

Η αρμόνικα (από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)
τη μητέρα μου θα τηνε βλέπω μόνο –και πάντα-
νέα κι ωραία
ως ήτο

ψηλή ξανθιά
με το γλυκό
κι απαλά θλιμμένο της
βλέμμα

στέκεται μπρος στον ολόσωμο καθρέφτη:
ελέγχει το άψογο της κομψοτάτης
αμφιέσεώς της
καθώς σε λίγο
πρόκειται να βγει

(απ’ τα στόρια των παραθύρων
γιομίζει το δωμάτιο
ένα ήρεμο πρωινό φως)

πλάι μια παιδική μουσικούλα
χαράς
και γιορτής

Άνθη (από την ίδια συλλογή)
μάτια που πλέον δεν βλέπετε
βλέμματα όπου δεν
σας ελκύει πια η μορφή του κόσμου

είσαστε αστέρια

φωτίζετε

[επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων]

Δεν υπάρχουν σχόλια: