Τρίτη, 5 Ιανουαρίου 2016

ΝΥΧΤΑ ΓΥΜΝΗ ΦΛΕΓΟΜΕΝΗ ΜΑΙΝΑΔΑ ΣΚΕΠΑΖΕ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΗ ΟΨΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ:

Βράχια γυμνά χτυπάς δεν αντηχεί νερό. Ένα χωνί μονάχα ανοίγει από τον άνεμο. Χώμα πιο χαμηλά και φως σε χρώμα χρυσαφί. Πιο πάνω το χαμένο δάσος που γυρεύαμε, πιο κάτω οι γέφυρες στεγνές, τα κυπαρίσσια χωμένα μες στον ασβεστόλιθο. Άσπρο σε μαύρο. Πάμε μαζί μονάχα με τη διψασμένη αφή μέσα στο βαθύ πράσινο πιο πέρα μελανί γυαλιστερό πηγμένο αλάτι πάμε εκεί που η βλάστηση φαρμακερή μαυρίζει. Ο άνεμος τύραννος τη μέρα και τη νύχτα τύραννος τρίβεται με το φως σκάβει ακατάπαυστα. Πάμε μαζί. Πιο πάνω θα φωνάξουμε και θα ξυπνήσουμε γυμνοί και θα ’ναι κύκνοι και αγριοπερίστερα στην άσπρη μέρα (ΤΟΠΙΟ από την ποιητική του Τάκη Σινόπουλου συλλογή ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 1951- ART by Koppdelaney)

[Φτάσαμε εδώ στο ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ μια θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοι. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… Για του λόγου το αληθές…]

ΕΛΕΝΗ
Οι πυρετοί και οι παραισθήσεις μ’ έφεραν εδώ
με τούτη την πληγή που δείχνει τη δολοφονία.
Το χαοτικό λαχάνιασμα του χρόνου στο αίμα μου
προμήναγε την αλλαγή μα η αλλαγή δεν ήρθε.
Κι έτσι με τράβαγε η σκοτεινή μου υπόσταση
στη συνοικία που είχε άλλο πρόσωπο στο ημίφως.
Κι η νύχτα η πιο φριχτή που γνώρισα ως τα σήμερα
γιομάτη από ρωγμές που κόβανε τα χέρια μου
σκέπαζε την εφήμερη όψη των πραγμάτων
κι άγγιζε το φανταστικό.
Κι όπως αγωνιζόμουνα για ν’ αποχτήσω εκείνο το Ένα
το Ένα μονάχα σώμα που με τυραννούσα μες στον πυρετό μου
και μ’ έκαιγε χωρίς να δίνει καν τη γεύση της ακολασίας
ήρθε η ακατανόμαστη βροχή που στάλαζε βαθιά
μέσα στα οστά.
Άνοιξε τότε η θύρα
κι εμπήκε εκείνος που δεν τον περίμενα ποτέ τόσο νωρίς
με μούτρο καταδότη ή δολοφόνου. Ο πυροβολισμός
χτύπησε απότομα μες στην κραυγή.
Μα εκείνο το Ένα
το Ένα μονάχα Σώμα πώς να τ’ αποχτήσω τώρα
που δεν γυρεύει μήτε την πιο αβέβαιη Δικαιοσύνη;



ΕΛΕΝΗ ΙΙ
Πρώτη φορά όταν έκραξες μες στο πυκνό
σκότος με τρόμο τ’ όνομά μου κι η κραυγή
λυσίκομη έφτασε στον Άδη κάτου
πρώτη φορά σε γνώρισα τόσο βαθιά σα νάνοιξε
θύρα κρυφή με πλούσιο φως, μα η νύχτα
η νύχτα πυρετική γυμνή φλεγόμενη μαινάδα
στα μαύρα νύχια της με κράταγε καθώς
εβυθιζόμουν μες στη χαοτική ύπαρξή σου.

Τώρα το βλέμμα σου δεν έχει εκείνη
τη γρηγοράδα που συγγένευε με τη φωτιά.
Στα χέρια μου έμεινε τούτο το λίγο χρώμα.
Όμως τη μνήμη μου την πνίγει ολάκερη
το Σώμα εκείνο που ’σκιζε τις νύχτες μου
στα δυο και ξύπναγα έντρομος και το ’βλεπα
να σπαρταράει ακόλαστο κι ακόμα
πιο ακόλαστο και πιο ερεθιστικό νε τρέμει
σαν τ’ άδραχνα απ’ την ούγια: Ελένη
το αίμα που χύθηκε στο κεφαλόσκαλο
δεν ήταν έργο του μυαλού μου. Η οργή
με συνεπήρε και σε ποδοπάτησα.
Τα χέρια μου τα ’καψε τούτο το αίμα.
Δεν είναι έργο του μυαλού μου η Ελένη.
Σε σύντριψα σε σκόρπισα κι ακούστηκε
κείνη η κραυγή που ’σκιζε σα μαχαίρι
το χώμα κι έφτασε στον Άδη κάτου

ΙΑΚΩΒΟΣ
Πότε ήρθε δεν κατάλαβα.
Κάποιοι κοίταγαν καθαρά μέσα στα οστά του
μα εγώ δεν έβλεπα άλλο από το πρόσωπο
λευκό σαν κιμωλία και φαγωμένο
από χιλιάδες χρόνια.

Η μνήμη μου παράξενο ανεβαίνει
στην ηλικία του. Ποιος μέτρησε
ποτέ τέτοιο ποσό. Τότε φορούσε
μια μάσκα όλο χαμόγελο
Αργούσε να πεθάνει και τον άφησα
μόνο μ’ ένα κερί.

Τώρα είναι τυλιγμένος στον μανδύα μου
το στρατιωτικό. Μαύρος και τα ρουθούνια του
πρησμένα από χολή.
Φορές φορές μέσα σε τούτα τα χαρτιά
ακούω το βήχα του.
Καιρό δε σάλεψε από εδώ.
Το φως έχει χαθεί στα μάτια του.
Φαίνεται πως ο θάνατός του συνεχίζεται
χωρίς μεταλλαγή.

Ο Ιάκωβος είναι ένα μοιρασμένο σώμα.
Το ένα του κομμάτι του το βλέπω
τα’ άλλο χάνεται στη φθορά.
Μόνο το χέρι του τόσο ζεστό
θυμίζει πράγματα που επόθησα
και τ’ αποχτήσανε άλλοι.

Θα φύγω με τον Ιάκωβο.
Πρέπει να συναρμολογήσω τόσα χρόνια.
Εσύ λοιπόν που θα απομείνεις
δώσε παρακαλώ τούτο το μήνυμα
στους επιζώντας.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]

Δεν υπάρχουν σχόλια: