Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ ΣΙΜΩΣΤΕ, ΚΑΒΑΛΗΣΤΕ ΜΑΣ, ΕΙΜΑΣΤΕ Τ’ ΑΣΠΡΑ ΣΑΣ ΑΤΙΑ, ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΑΧΝΙΣΜΕΝΕΣ ΣΑΣ ΦΟΡΑΔΕΣ

Είναι η καρδιά μου το εκστατικότερο καστανό μάτι, τα δάκρυα στέρεψαν, τα φτερά μου πια δεν με ζυγιάζουνε, σ’ όλα μου τα βουνά δε βρίσκω πια ούτε πηγή, ούτε δένδρου φυλλωσιά, ούτε νύχτα δε βρίσκω απάνω στα βουνά μου, είναι πάντα μέρα… Η αρμονία μας υπάρχει (όταν τη βρούμε) μες στον κάλυκα ενός μηδαμινού αγριολούλουδου την άνοιξη… Θα παίξω πάντα εκείνο το παιχνίδι που δεν ξέρω τους κανόνες του. Θα μπαρκάρω στο καράβι που δεν πιάνει πια λιμάνι. Την άγκυρά μου θα τη ρίξω καταμεσής στον Ειρηνικό Ωκεανό. Θα διαβώ τα πέντε γιοφύρια, από κάθε μου μαλλί θα γεννιέται ένα λουλούδι ορχειοειδές. Ο αέρας θα παίρνει τις μυρωδιές μου και θα τις κρύβει μες στις σκιές που ’χουν τα βότσαλα. Παλικάρια! Σιμώστε, καβαλήστε μας, είμαστε τ’ άσπρα της άτια, είμαστε οι αχνισμένες σας φοράδες. Εχάσαμε τα φρένα μας μες σ’ όλες τις σπηλιές και τους γιαλούς και τα στοιβαγμένα φύκια και τους λουλουδιασμένους βυθούς του Αιγαίου. Εχάσαμε τα φρένα μας, γιατί ζητάμε το τραγούδι μας. Δεν το λέμε μονάχα ούτε ελευθερία, ούτε έρωτα, ούτε πέος, ούτε βλάστηση, γονιμοποίηση, ούτε σχήμα, ούτε πάθος, ούτε και πόνο.  [Μάτση Χατζηλαζάρου, κτερίσματα στίχων από τη συλλογή ΕΡΩΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ, Art by KERTESZ andre]

[Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι του πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα, και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού. Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι σα χόρτα στην άκρη του ποταμού. Για του λόγου το αληθές… οι παρακάτω επιλογές από τη συλλογή της Μάτσης Χατζηλαζάρου ΕΡΩΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ]

ΕΤΟΥΤΕΣ ΤΙΣ ΛΑΧΤΑΡΕΣ ΤΟΥ ΜΑΓΙΟΥ ΠΩΣ ΝΑ ΤΙΣ ΣΒΗΣΩ;
Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;
Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που είναι ριγμένες
επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα.
Θα τους δώσω μες στην ποδιά μου ένα άσπρο τριαντάφυλλο
κι ένα κόκκινο – ίσως να δούνε, ίσως να μυρίσουνε.
Θα τους δώσω μια χρυσόμυγα που βρίσκει ξαφνικά τον ήλιο
τραγουδώντας μες τα μαλλιά μου – ίσως να δούνε, ίσως ν’ ακούσουνε.
Θα τους πω: κοιτάτε τους άνδρες τους λεβέντες, τους ελεύθερους,
τον άνδρα λιοντάρι, τον άνδρα καραβιού κατάρτι, τον άνδρα έλασμα
και τόξο και φωνή από κορφοβούνι σε κορφοβούνι, τότε ίσως του δοθούνε, ναι, ίσως ερωτευθούνε.
Αν είχα τη φωνή που ζητάω, μια πολιτεία ολάκερη
δε μου ’φτανε για να την παρασύρω στο ανοιξιάτικό μου διάβα.
Ρωτάω: άνθεξε ποτέ κανένας στα δειλινά που δεν πεθαίνουνε,
και στις ευωδίες που δεν χάνουνται αλλά γίνουνται  σκιές μας,
και στις πέντε μας αισθήσεις όταν λογαριάζουνε και κράζουν την καρδιά μας;
Τα μεταξωτά μου χείλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιαν άμμο δροσερή,
το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο
της δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου κι οι παλμοί μου
θε να ’ναι οι αναπνοές και οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.
Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή
Έρωτα, Έρωτα.



ΜΗΝ ΕΝΑΙ ΓΗΤΕΙΑ; ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΟΝΕΙΡΟ; ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΘΑΥΜΑ;
Το πλάνεμα της σκέψης μου, ο πυρετός κι οι νοσταλγίες, κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.
Όλα μου σου τα χαρίζω – μες στον ήλιο και μες στο ερωτικό χρώμα των ματιών σου.
Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας, το φύλλο που μαγεύει το φως;
έτσι θα πέσω μες την αγκαλιά σου.
Πώς σβήνουν τα τραγούδια των κοριτσιών το σούρουπο;
έτσι θα σβήσω μες την αγκαλιά σου.
Το γυμνό μου σώμα βρίσκεται πια στην εύκρατη ζώνη.
Γητειά είναι, όνειρο, ή θαύμα;
Η παλάμη μου σε περιμένει, η παλάμη μου σ’ αποζητάει,
η παλάμη τρέμει και φτερουγίζει μες στα κλαριά –αχ!
μες τη φούχτα μου κούρνιασε ένα πουλί είναι η τρυφερότης σου.
Ποιος να ’ναι ο έρωτας που περιέχει το κλίμα της αιθρίας;
Γύρωθέ μου βλέπω μονάχα όλες τις λαχτάρες της Μεγάλης Παρασκευής.
Το κλάμα μου ας είναι το ημερότερο τραγούδι, η θλίψη μου,
πομπή Μαγιού από τη θάλασσα ως τον κάμπο, οι ρεμβασμοί μου,
δέκα καΐκια στολισμένα που αρμενίζουν για το πανηγύρι.
Ποτέ, ποτέ ζωή μου δίχως γητειά.
Κι είναι η γητειά η μυρουδιά του ανοιξιάτικου πόθου
μες στα χαμομήλια.
Κι είναι η γητειά όλος ο έρως ενός ξερού βράχου – με το φως με τον ήλιο.
Κι είναι η γητειά, απ’ την κούνια μου ως τον τάφο οι στεναγμοί μου εκείνοι που γεννάνε το θαύμα.

ΕΝΑ ΚΑΝΑΡΙ ΕΜΠΛΕΞΕ ΜΕΣ ΤΣΑ ΜΑΛΛΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΟΙ ΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ ΕΡΑΝΤΙΣΑΝ ΟΛΑ ΤΟΥΣ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
Ίσως να ’μαστε αθωότεροι κι από ένα καναρίνι, αγνοί όμως δεν είμαστε.
Κι όλα τ’ άρμπουρα να λύσω, κι όλες τις μέδουσες να σκοτώσω,
πάλι ο εαυτός μου θα ’ναι μια εξορία.
Α! α! α! ελάτε να πούμε το τραγούδι που ποτέ δε σβήνει –
τον ψίθυρο της αγράμπελης όταν χαϊδεύεται με τις σκιές
το σάλο της φάλαινας όταν ‘ξωριχθεί και σωθούνε τα μικρά της,
τον ύμνο της ζωής μας όταν χάνεται, και βρούμε την καρδιά μας.
Τι να τους κάνω τους καημούς, τους οίστρους, τα μεράκια;
ο ήλιος μία τροχιά ακολουθεί μονάχα.
Κάποτε θ’ ανοίξω τα βλέφαρά μου και τα σκέλη μου, για να δεχθώ τη βροχή.
Θ’ ανοίξω και τους δρόμους που μου ’φραξαν οι αντιστάσεις μου.
Ναι! Ό,τι δεν φτάνει το χέρι, το ξεπερνάει η καρδιά μας.

ΑΥΤΗ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΜΙΑΣ ΜΠΟΥΡΟΥΣ, ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΚΥΜΑ ΑΡΜΕΝΙΖΕΙ Η ΣΤΑΡΕΝΙΑ ΜΟΥ ΨΑΘΑ.
Α, στάσου! γιατί εκεί δεξιά στον ουρανό είδα το σύννεφο της καρδιάς μου.
Είναι δικό μου παιδί το δελφίνι, οι αχιβάδες είναι τα μάτια μου, τα στέρεψε η θάλασσα.
Εμέτρησα τα γλαστράκια του μπαλκονιού –απ’ αυτόν τον τιποτένιο αριθμό πάντα λείπει ο εαυτός μου.
Μέσα στα βράχια έζησα μαζί με τόσες πεταλίδες – σε κάθε τρυφερή λακκούβα της σπηλιάς κρεμάω τη γαλανόλευκή μου.
Δεν εκοίταξα ποτέ μου πίσω απ’ τις παλιές μου φωτογραφίες
(εκεί που ’μαι τόσο απροστάτευτη) – φοβάμαι μη μου φανερωθεί το προσωπικό μου δράμα.
Έτσι θα βρω μια μέρα μέσα στα σεντόνια μου ένα κόκκινο τριαντάφυλλο –μες στην έντασή του θα παραμονεύει τοβάρος της τρυφερότητάς του.
Κι ας μην με πείθουνε τα χέρια των πολλών κι οι αναπνοές
των πολλών ας μην θαμπώνουνε κανένα μου καθρέφτη –
κάποτε σωπαίνει ο άνεμος που ροβολάει απ’ το βουνό μ’ ένα μονάχα στεναγμό ανθρώπου!

 [επιλογές λέξεων από τη συγκεντρωτική συλλογή ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ της Μάτση Χατζηλαζάρου, όπου τα λουλούδια των δένδρων είναι τα πουλιά, το σιγανό κελάηδισμα της θάλασσας είναι η πτώση της βροχής στο τελευταίο τεμπέλικο κύμα του ακρογιαλιού. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου κι Ποίησή μας η Ζωή.]

Δεν υπάρχουν σχόλια: