Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

ΑΝΟΙΞΤΕ ΜΕ ΛΙΓΟ ΡΟΔΟΝΕΡΟ ΤΑ ΠΡΗΣΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΣ (αλλιώς θα μείνετε σαν Πάσχα δίχως κόκκινο αυγό):

Του ρόδινου νήπιου η μαύρη μάνα όλη τη νύχτα με τα δένδρα με τα σύννεφα αγαπιόταν. Τ’ άλλο πρωί νέα πουλιά ραμφίζαν ηλιαχτίδες, γεμίσανε σπυριά τα πρόσωπα στ’ αγάλματα, γύρω τους στήσανε χορό κοπέλες οργισμένες και τραγουδήσαν με μάτια κουρασμένα άλλους ουρανούς. Όλες φορέσανε τη νέα χλόη, πήραν στα χέρια τα νήπια του κόσμου, στις αυγινές παλάμες κρατούν δροσοσταλίδες [NATURA από την ποιητική συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ – ART by ENDRESEN Daria the cry]

 [Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο, στο στήθος φυτρώνουν κοπάδια μαργαρίτες. Εκεί δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν: τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι Ποιητής, κληρονόμος πουλιών που πρέπει, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Για του λόγου το αληθές…]

Η ΛΑΤΡΕΙΑ (από την ποιητική συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945)
Ακούσατε ποτέ να σας φωνάζουν από την άλλη ακρογιαλιά
χέρια κομψοτεχνήματα μετέωρα
φίλες χαρούμενες βγάζουν καπνό από τα μάτια
κι έχουν τριπλοδεμένο ένα χρυσό βραχιόλι στα μαλλιά
στην άμμο χαρτογύφτισσες ρίχνουν αλλόκοτα χαρτιά
ανοίγουν ένα πελώριο μαύρο μάτι
Εδώ –λένε- και καρφώνουν το χαρτί στην άμμο με το δάχτυλό τους



Πόρνες φορούν καπέλα οργισμένα
κι αυτές δεν έχουνε χρυσό βραχιόλι
δεν έχουνε ξανθό καπνό
ονείρου ευτυχίας
έχουνε όμως μια σειρά δόντια ολόχρυσα
λένε – Αυτά τα δόντια που τα βλέπετε
ίσως δεν σας αρέσουν
τα ’χουμε για τους εραστές μας
καταλαβαίνετε τον πόνο μας σύμφωνοι

Όλοι σύμφωνοι
μια μπόχα συμφωνίας ανθίζει την αγγελική ζωή
άνθρωποί μου άγγελοι άγγελοι χρυσοί
ανοίξτε με λίγο ροδόνερο τα πρησμένα μάτια σας
εδώ παρακάτω είναι το σπίτι ενός θεού
(υπάρχουν πολλοί θεοί μην παραξενεύεστε)
λοιπόν αυτός ο θεός
δέχεται από την Άνοιξη έως τον Κεραυνό
ελάτε μαζί μου να σας τον συστήσω
γιατί αλλιώς θα μείνετε σαν Πάσχα δίχως κόκκινο αυγό
σαν το ζητιάνο που δεν ξέρει τι να κάνει το δισάκι του
σαν τη γυναίκα που δεν ξέρει τι να κάνει το φιλί της
και σαν το βοσκό που ψάχνοντας για τα χλωμά τ’ αρνιά του
περιπλανήθηκε και χάθηκε στο χάος της ψυχής του

Η ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗΣ
Αυτός ο άνδρας
με τα δύσκολα λόγια
μέσα στη νύχτα
δίχως τη φωνή του
έρχεται σε φωνάζει
κόβεις το ένα χέρι σου
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
κόβεις το ένα στήθος σου
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
δεν έχεις πια μάτια
λησμονημένη
έρχεται σε φωνάζει
πηγαίνεις
λησμονημένη
ψηλαφητά
μεσ’ στα μαύρα πηγάδια
ούτε το φιλί σου
να κάψεις
ούτε στο πηγάδι
να πέσεις
ούτε το αίμα σου
να συνάξεις
όταν θα σκύβει
βαρύς επάνω σου
να πάρεις ένα δάχτυλό του
να κάνεις δική σου
τη νύχτα
να ξημερώσεις
πάλι ολάκαιρη
πάλι ωραία τη χαραυγή

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΡΑΣΤΕΣ
Ο πρώτος εραστής
κρέμασε σ’ ένα δένδρο την αγάπη του
τα μεσάνυχτα προσεύχεται κάτω από το δένδρο
να κατέβει η αγάπη πιασμένη απ’ τα φύλλα
να κοπάσει η πλημμύρα των φύλλων που λιώνουν
τα δάκρυά του στο χώμα τα πίνεις ένας σκύλος
η αγάπη στα κλαδιά τον πετροβολάει
το δένδρο ουρλιάζει ο αγέρας ο σκύλος

Ο δεύτερος εραστής
χάρισε την αγάπη του σ’ έναν τρελό βιολιστή
ο τρελός την επήρε τραγούδι
βρέχει ο ουρανός λουλούδια νομίσματα
αντηχούνε οι δρόμοι το ολέθριο βιολί
της αγάπης το τραγούδι το ’χουν μάθει τώρα όλοι
με χείλια σμιχτά μελανά το σφυρίζουν
μόνο αυτός δεν το ξέρει

Ο τρίτος εραστής
έκανε την αγάπη του καράβι
την κατευόδωσε στις τρεις θάλασσες
τώρα έγινε πάλι παιδί
σιάχνει πύργους με άμμο
και μαζεύει χαλίκια κοχύλια
και προσμένει να γυρίσει ξανά
το καράβι η αγάπη

Στην καρδιά τους έχουν κι οι τρεις χαράξει ένα δένδρο
ένα βιολί σιμά στ’ αυτί θαν τους τρελάνει
κι ο καπετάνιος παίζει στο βυθό με τα κοράλλια

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1943 (από την ποιητική συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945)
Οι γιορτινές μέρες πυκνοκατοικημένες
γυναίκες αγκαλιάζουν πράσινα κλωνιά δεν κλαίνε
κι ο γέρος εθνικός κήπος κουβαλάει στις πλάτες του
τρεις πεθαμένους κύκνους
και τα παιδιά πετάνε ψίχουλα στον ουρανό
οι γιορτινές μέρες έχουν ένα λείο πρόσωπο
ένα μικρό Χριστό στο κάθε δάκρυ της λησμονημένης
ένα αρνάκι μια σταλιά στις παγωμένες της παλάμες
ένα πουλί αστέρινο καρφίτσα στα μαλλιά της

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό]

ΣΤΗΘΙΑ ΠΛΑΤΙΑ ΣΑΝ ΤΑ ΣΤΡΩΤΑ ΦΤΕΡΟΥΓΙΑ ΤΗΣ ΤΡΥΓΟΝΑΣ ΠΟΥ ΠΑΝΩΘΕ ΤΟΥΣ ΚΟΠΑΖΕ ΚΙ Η ΠΙΚΡΑ ΚΑΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ:

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω, άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης και με το δάχτυλο απλωτό μου τα ’δειχνες ένα-ένα τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα… Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκιά, ζεστή κι αντρίκεια τόσα όσα μήτε του γιαλού δεν φτάνουν τα χαλίκια και μου ’λεες, γιε, πως όλα αυτά τα ωραία θα ’ναι δικά μας, και τώρα εσβήστης κι έσβησε το φέγγος κι η φωτιά μας!.. Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι. Γιε μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε [Γιάννης Ρίτσος αποσπάσματα από τον ΕΠΙΤΑΦΙΟ]

Θεσσαλονίκη, Μάης του 1936. Μια μάνα, καταμεσής του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Έχει χτυπηθεί από πυρά χωροφυλάκων. Γύρω της και πάνω της, βουίζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών – των απεργών καπνεργατών. Τη σπαρακτική εικόνα αποτυπώνει ο φωτογραφικός φακός.  Βλέποντας την επόμενη μέρα τη φωτογραφία ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, συγκλονίζεται από το δράμα του Τάσου Τούση και της μάνας του Κατίνας, και μέσα σε τρεις μέρες γράφει τον Επιτάφιο - ποίημα σταθμό για τη χώρα που πήρε άλλη διάσταση και μέγεθος όταν, το 1960, μελοποιήθηκε από το Μίκη Θεοδωράκη. Πλάι στον Ρίτσο και τον Θεοδωράκη ήταν και ο Μάνος Χατζηδάκις στην πιο γοητευτική ίσως συνύπαρξη μουσικής και ποίησης. Ο Μάνος Χατζιδάκις ενορχήστρωσε και διεύθυνε την πρώτη εκτέλεση  του έργου με τη φωνή της Νανάς Μούσχουρη.  Όμως ο Μίκης Θεοδωράκης αισθάνεται ότι αυτή η εκτέλεση δεν έχει το λαϊκό βάρος, τη γειωμένη πολιτική διάσταση που επιθυμούσε. Έτσι, κάνει τη δική του ηχογράφηση χρησιμοποιώντας τον δωρικό Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον Μανώλη Χιώτη. Βρισκόμαστε στο έτος 1961. Γράφει ο δημοσιογράφος Γιώργος Νοταράς: «Στην Ελλάδα η κοινωνική και η αισθητική ανατροπή ξεκίνησαν παρέα, χέρι-χέρι, μέσα από το τραγούδι, με ιστορική αφετηρία τη συνάντηση του Μίκη Θεοδωράκη με το Γιάννη Ρίτσο στον "Επιτάφιο". Επρόκειτο για ελληνικής ταυτότητας ανατροπή, γιατί το ζητούμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν ν' αλλάξει ο κόσμος, αλλά κατ' αρχάς η Ελλάδα. Ο "Επιτάφιος" λοιπόν, με τη σπουδαία ποίηση και τη μουσική του, αλλά βασισμένος σε λατρεμένους λαϊκούς ρυθμούς και με τη μοναδική φωνή του Μπιθικώτση έκανε την πρώτη κίνηση και η απήχησή του ήταν καταλυτική παντού»

ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ  (επιλογή)
Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,



Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δεν θωρείς που κλαίω
και δεν σαλεύεις , δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;

Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
που μάντευες τι πέρναγε κάτου απ’ το τσίνορό μου

Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δεν μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;

Πουλί μου, εσύ που μου ’φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

Στη στράτα εδώ καταμεσής τ’ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.

Δε μου μιλάς κι η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.
…………………………………………………
Μαλλιά σγουρά που πάνω τους τα δάχτυλα περνούσα
τις νύχτες που κοιμόσουνα και πλάι στου ξαγρυπνούσε,

φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο και κοντυλογραμμένο,
-καμάρα που το βλέμμα μου κούρνιαζε αναπαμένο,

Μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού, και πάσκιζα μην τα θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσχομύριστο που ως λάλαγες ανθίζαν
λιθάρια και ξερόδενδρα κι αηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθια πλατιά σαν τα στρωτά φτερούγια της τρυγόνας
που πάνωθέ τους κόπαζε κι η πίκρα μου κι ο αγώνας,

Μπούτια γερά σαν πέρδικες κλειστές στα παντελόνια
που οι κόρες τα καμάρωναν το δείλι απ’ τα μπαλκόνια,

Κι εγώ, μη μου βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο άντρα,
σου κρέμαγα το φυλαχτό με τη γαλάζια χάντρα,

Μυριόριζο, μυριόφυλλο κι ευωδιαστό μου δάσο,
πώς να πιστέχω η άμοιρη πως μπόραε να σε χάσω;
………………………………………………
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες επάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τα δειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλάκι αχνά και ροδισμένα

Και μου ’δειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δενδρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μου ’δειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τα ’βλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκιά, ζεστή κι αντρίκεια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια.

Και μου ’λεες, γιε, πως όλα αυτά τα ωραία θα ’ναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κι έσβησε το φέγγος κι η φωτιά μας
…………………………………………………….
Στο παραθύρι στέκοσουν κι οι δυνατές σου πλάτες
φράζαν ακέρια την μπασιά, τη θάλασσα, τις τράτες

Κι ο ίσκιος σου σαν αρχάγγελος πλημμύριζε το σπίτι
κι εκεί στο στ’ αυτί σου σπίθιζε η γαζία του αποσπερίτη.

Κι ήταν το παραθύρι μας η θύρα όλου του κόσμου
κι έβγαζε στον παράδεισο που τ’ άστρα ανθίζαν, φως μου.

Κι ως στέκοσουν και κοίταζες το λιόγερμα ν’ ανάβει,
σαν τιμονιέρης φάνταζες κι η κάμαρα καράβι.

Και μες στο χλιο και γαλανό το απόβραδο – έγια λέσα-
και αρμένιζες στη σιγαλιά του γαλαξία μέσα.

Και το καράβι κι έσπασε το τιμόνι
και στου πελάγου το βυθό πλανιέμαι τώρα μόνη

Κι ακόμα μήτε να πνιγώ, μήτε ν’ ανέβω πάνω
κάνω από κάπου να πιαστώ και φύκι μόνο πιάνω.

Το φύκι σπάει κι ο ωκεανός με σέρνει στα νερά του
κι ουδέ γνωρίζω τώρα ποιο το πάνω και ποιο το κάτου.
……………………………………………
Βασίλεψες, αστέρι μου, βασίλεψε όλη η πλάση
κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο, το φέγγος του έχει μάσει.

Κόσμος περνά και με σκουντά, στρατός και με πατάει
κι εμέ το μάτι ουδέ γυρνά κι ουδέ σε παρατάει.

Και δες, μ’ ανασηκώνουνε, χιλιάδες γιους ξανοίγω,
μα, γιόκα μου, απ’ το πλάγι σου δε δύνουμα να φύγω.

Όμοια ως εσένα μου μιλάν και με παρηγοράνε
και την τραγιάσκα σου έχουνε, τα ρούχα σου φοράνε.

Την άχνα απ’ την ανάσα σου νιώθω το μάγουλό μου,
αχ, κι ένα φως, μεγάλο φως, στο βάθος πλέει του δρόμου.

Τα μάτια μου σκουπίζει τα μια φωτεινή παλάμη,
αχ, κι η λαλιά σου, γιόκα μου, στο σπλάχνο μου έχει δράμει.

Και να που ανασηκώθηκα, το πόδι στέκει ακόμα
φως ιλαρό, λεβέντη μου, μ’ ανέβασε απ’ το χώμα.

Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί μου, εσύ, κοιμήσου,
κι εγώ τραβάω στ’ αδέλφια σου και παίρνω τη φωνή σου.
………………………………………….
Γλυκέ μου, εσύ δεν χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι.
Γιε μου, στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε.

Δες, πλάγι μας περνούν πολλοί, περνούν καβαλαραίοι-
όλοι στητοί και δυνατοί και σαν εσένα ωραίοι.

Ανάμεσά τους, γιόκα μου, θωρώ σε αναστημένο-
το θώρι σου στο θώρι τους μυριοζωγραφισμένο.

Κι εγώ η φτωχή κι εγώ η λιγνή, μεγάλη σ’ όλους,
με τα μεγάλα νύχια μου κόβω τη γη σε σβώλους

Και τους πετάω κατάμουτρα στους λύκους και στ’ αγρίμια
που μου ’καναν της όψης σου το κρούσταλλο συντρίμμια.

Κι ακολουθάς και συ νεκρός, κι ο κόμπος του λυγμού μας
δένεται κόμπος του σκοινιού για το λαιμό του οχτρού μας.

Κι ως το ’θελες (ως το ’λεγες τα βράδια με το λύχνο)
ασκώνω το σκεβρό κορμί και τη γροθιά μου δείχνω.

Κι αντίς τ’ άφταιγα στήθια μου να γδέρνω, δες, βαδίζω
και πίσω από τα δάκρυα μου τον ήλιο αντικρίζω.

Γιε μου, στ’ αδέλφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου
σου πήρα το ντουφέκι σου, κοιμήσου, εσύ, παιδί μου

Αν κάποιος θα ’θελε να διαβάσει την ιστορία του αιώνα, θα την έβρισκε ακέραια στην ποίηση του Ρίτσου: στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό, στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία… Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωσε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά. Κι αυτό το «υπαινικτικά» λέει περισσότερα για τη βία του καθεστώτος, τις νοοτροπίες και τη συμβατική ηθική, τους ιδεολογικούς πειθαναγκασμούς. Με προσωπεία και δάνειες φωνές αρθρώνει την αλήθεια του. Οι αμφισημίες, οι αντιφάσεις, οι παλινωδίες μαρτυρούν τη σκληρή πάλη του στοχαστή που δέχεται τα δυσοίωνα μηνύματα των καιρών, ενώ έχει συνδέσει το πεπρωμένο του με το υψηλότερο όραμα της ανθρωπότητας

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

ΑΣΕ ΜΟΥ ΜΟΝΟ Τ’ ΑΣΤΡΑ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΙΔΙΟ ΦΙΛΙΚΑ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΠΟΥ ΠΥΡΟΒΟΛΟΥΣΑΝ:

Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δεν σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο με το δάχτυλο κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο που όλο στένευε, σε πλησιάζανε σιγά-σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμωχνόσουνα στον τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μια τρύπα να χωθείς. Κι όταν ο κύκλος διαλύονταν, στη θέση σου στεκόταν ένας άλλος, καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος [ΧΟΙΡΟΣΤΑΣΙΟ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ1972, Ανότητα ΔΙΑΣΠΟΡΑ, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by Dariusz Klimczak]

Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη
πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή – με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατά του ένα παλιό,
φανταστικό βιολί, «το ακούς;» μου λέει, «ναι», του λέω, πάντα το
άκουγα», ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι [Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ Από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ]

ΑΛΚΟΟΛΙΣΜΟΣ
Κρατούσα μια λάμπα και κατέβαινα τη σκάλα, έπρεπε ν’ ανακαλύψω ποιος είμαι, τι είχα κάνει στο παρελθόν, και το σπίτι πώς έστεκε ακόμα, αφού εμείς είχαμε κάποτε γκρεμίσει όλους τους τοίχους, για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν,
στο βάθος, σακάτηδες χωρίς χέρια παίζαν την τύχη μου στα χαρτιά, ο Ιησούς των μεθυσμένων περνούσε το βράδυ μες τα θαμπά φανάρια κι έπαιρνα από πίσω το φονιά σκουπίζοντας τα ίχνη του πάνω στο χιόνι, γιατί τώρα ήξερα,
κι η γυναίκα, όταν πήγα να την αγκαλιάσω, έκανε μια μικρή κίνηση και μπήκε σε μια δική της πόρτα, κλειστή, αφήνοντάς με  έξω.
Δώσε μου, Κύριε, να ’μαι νεκρός και μεθυσμένος.
Άσε μου μόνο τ’ άστρα, που ήταν το ίδιο φιλικά ακόμα και στους δρόμους που πυροβολούσαν.


Η ΕΚΤΗ ΜΕΡΑ
Ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στα μαύρα, φορούσε και το καλό καπέλο της με  βέλο, «δεν έπρεπε να μας το κάνει αυτό ο  Θεός» είπε, στο βάθος χλωμοί άνδρες στήναν τη μεγάλη σκηνή του τσίρκου,
«γύρισε σπίτι είναι αργά», «ποιο σπίτι;» είπα κι αγκάλιασα το φανάρι του δρόμου,
η μικρή ξαδέλφη όπου να ’ναι θα πέθαινε, την έσπρωξα πίσω απ’ την ντουλάπα, «σ’ αγαπάω» έλεγε, μα εγώ την έγδυνα κιόλας σαν πόρνη,  κι όταν τη θάψαμε, εγώ έμεινα για πάντα εκεί, πίσω απ’ την ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τα ποντίκια,
κι ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας,
οι τροχαλίες γρύλιζαν καθώς ανέβαζαν το πρώτο ρολόι στη στέγη του σταθμού,
κάθισα στην άκρη του δρόμου, τόσο θλιμμένος, που οι τυφλοί μ’ έβλεπαν.

ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΥΛΗ
Φτερούγες σάλευαν κάτω από τα έπιπλα, και στο βάθος ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τα παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά, γιατί δεν ήθελαν να μεγαλώσουν,
η μητέρα έκλαιγε και με παρακαλούσε να κατέβω, μα εμένα ήταν η μοίρα μου να περπατήσω στο ταβάνι, μια μάχη δική μου, μητέρα, όπου πάντα ο νεκρός ήμουν εγώ.
Γι’ αυτό ήξερα και των ουρανών τη μυστική υπόγεια πύλη.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
Καθόταν έξω στα χωράφια και σχεδίαζε πάνω στο χώμα πουλιά. Μα τα πουλιά ζητούσαν τον ουρανό. Τότε σχεδίασε γύρω τους την αιώνια θλίψη.
Και τα πουλιά πέταξαν

ΝΥΧΤΑ
Μια πόρτα τη νύχτα που τη βλέπουν μόνο οι τυφλοί,
το σκοτάδι κάνει τα ζώα ν’ ακούνε μακρύτερα,
κι εκείνος τρίκλιζε, όχι απ’ το πιοτό,
μα απ’ την απελπισμένη κίνηση ν’ ανέβει
στον πύργο, που χάσαμε κάποτε

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση!

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

ΣΤΑ ΕΚΦΥΛΑ ΤΑ ΣΥΓΝΕΦΑ ΜΕ ΜΙΑ ΠΑΜΠΑΛΑΙΑ ΧΑΚΙ ΝΤΑΚΟΤΑ, ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ:

Φεύγω από το στόμα μου φεύγω απ’ το μυαλό μου δεν έχει όρια η κωμωδία της γλώσσας, τα διάπυρα σημάδια του Δήθεν εντειχισμένα στο στήθος. Φεύγω απ’ τα χέρια μου φεύγω απ’ τη στύση διατρέχοντας ηχηρά το νευρικό μου σύστημα είμαι σαν άκοπο βιβλίο που πάλιωσε στα μαυρισμένα ράφια της θεότητας διαθέτω μονάχα την Άνοιξη διαθέτω τ’ αστέρια, είμαι άλλωστε εγώ που ταρίχευσα μαζεύοντας όσο μπόρεσα χημικό σκοτάδι- την καθημερινότητα! (ΦΟΒΕΡΟΣ ΑΠΟ ΜΕΙΛΙΧΙΟΤΗΤΑ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ 1979  ART by AUQUIER)

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές…

ΑΝΑΦΕΡΟΜΑΙ ΣΤΑ ΛΕΓΟΜΕΝΑ ΥΨΗ
στην αγχώδη μου έλλαμψη που βόσκει ανάμεσα
σ’ αυτή την αιωρούμενη ανάσταση της σκόνης
ανηφορίζοντας από κακοτράχαλα χώματα
σε κάτι ρόμβους νοερούς επιμένοντας ολομόναχος
τις γοερές να ξεκοιλιάζω γουρούνες: τα έκφυλα σύγνεφα
με μια παμπάλαια χακί ντακότα την ποίηση
στα ύψη στο αγέρινο σκυλάδικο
που φωνασκούν ερίζοντας χυδαία τ’ αστροπελέκια.
Τα πόδια μου δεν είναι πια στα κάθετα χιλιόμετρα
η νηστική αρχαία μου φιλοδοξία
τα μουσικά μου μαθηματικά διανύοντας
(θυμάμαι από δω-πάνω τους καλοκαιριάτικους δρόμους
τις ρόδινες εκείνες φτέρνες των γυναικώνε να ξεχειλώνουν
επάνωθε σε κακορίζικα ξυλοπάπουτσα)
στα ύψη τ’ ακοινώνητα όπως ο μαύρος κι άραχλος πεθύμησα
ν’αδράξω με τ’ αριστερά μου δάχτυλα
της θεότρελης αστραπής τη γρήγορη γεωμετρία
πιάνοντας το μπατίρη ουρανό (κι ας λένε...) απ’ τα κέρατα:
Το Σείριο και τον Αντάρη τον αποτρόπαιο
λιανίζοντας το ύψος ανεχόρταγα
με μια παμπάλαια χακί ντακότα την ποίηση.



ΟΠΤΙΚΗ ΑΓΩΝΙΑ
Στο άρωμα ο δυόσμος ισοβίτης αποχωρίζοντας
το κοίταγμα με χάος απ’ την όραση
(ζοφερά τ’ ουρανού τα αποστήματα)
μα οι γαλάζιες υποθέσεις της ψυχής φτεροζυγιάζονται
στον εσχατιώτη που τήκεται υποφέροντας τα τέρματα.
Χιλιάδες χρόνια έρημου νερού με συντροφεύουν
(ένα κουφάρι πεθαμένης μέλισσας
ανάλαφρο μεσ’ στο λιοπύρι) καθώς η νύχτα η αστραπομάτα
χύνεται κάποτε στην πολύκροτη φωτιά στη μαύρη
νευροπάθεια
με στομωμένο κόκκινο ξηλώνοντας με φλόγες το σκοτάδι.
Ξεροστάλιαζα γιομάτος αφύπνιση παραμέριζα
τα τέσσερα στοιχεία
έβλεπα. ήμουνα. υπήρχα στην αμφίνοια συσσωρεύοντας
την άχρηστη ζωή μου μεσ’ στο κάπνισμα
δρασκελώντας την άπληστη τυραννίδα του ποιήματος
μύριζα φύκια στις ευωδιαστές μασχάλες της θαλάσσης
μόνος
εκεί που θραύεται το κύμα λυσσαλέο δίχως όρια
στον ατράνταχτο βράχο: με πόσους αιώνες τον υποσκάπτει...
Θα ναυλώσω ένα σύστημα φιλοσοφίας
για να πάω ταξίδι στα ξωτικά κείνα μέρη στα απώτερα
Λάθη.
Η κωμωδία παίζεται στο σύνολο της γεωγραφίας
κι ανελέητα η ζωή πολιορκεί
τα νεκροταφεία με μαρμαράδικα.
Πεσμένος ένας όμορφος ανάπαιστος ανάμεσα στα
κυπαρίσσια.

ΝΑ ΓΥΡΙΖΑ ΣΤΟ ΤΙΠΟΤΑ
Ολομόναχος αδικαίωτος κι ανυπεράσπιστος
ελεεινός από βίαια ύψος που πάει στράφι
κάθε χιλιόμετρο μέλλον ένας βραδύκαυστος θάνατος.
Πότε θα με γκρεμίσει η ποθούμενη φλόγα στα σωθικά μου
στα φυλλοκάρδια μου η αμέτοχη λύση
η ακάλεστη διακοπή ώστε ν’ αρχίσει
αμέσως η αποσύνθεση.
Ήτανε κουβαράκι κάποτε μαζεμένος ο χρόνος
στα ιλιγγιώδη ποσοστά της αφάνταστης μικροΰλης.
Κανένας Κάλχας και κανένας οίστρος της τράπουλας –
η τύχη μας δεν είχε βγάλει τα φτερά της εντελέχειας.
Κι όμως εκεί στα έγκατα φυτευότανε δίχως νόημα
η ερεβώδης ιδιορρυθμία του θανάτου -:
αυτό που δοκιμάζουμε στο όνομα ηλικία.
Κι άλλη Άνοιξη εφέτος κι άλλη –
στη δράκαινα διάρκεια-διαλεκτική...
Κι άλλα πλήγματα στο στήθος κι άλλα
φονικά διάτορα εικοσιτετράωρα.
Στο κάπνισμα γρήγορα – να υπάρχουμε δήθεν άτρωτοι.

ΔΙΕΡΩΤΗΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΘΟΜΑΙ ΑΕΡΓΟΣ
Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ’μαθα
τι είναι τα ποιήματα.
Είναι πληγώματα
είναι ομοιώματα
φενάκη
φρεναπάτη;
Φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τι είναι τα ποιήματα;
Είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;
είναι σκαψίματα;
Είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;
είναι γάζες επίδεσμοι
παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

Ο εχέμυθος άνεμος απ’ τα υψώματα (από τη συλλογή ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ 1979)
Βάζοντας τη φτέρνα του ενός ποδιού στη μύτη του άλλου ειρωνεύομαι συνήθως το περπάτημα
την αμοίραστη σκέψη κατορθώνοντας  που δραπετεύει μόνη της
απ’ του καιρού τα αναρίθμητα, του χώρου τα ειωθότα.
(Θα ’πρεπε να προσθέσω ίσως πως ο άνεμος εμποδίζει το κέρδος).
Εγώ τη ζωή μου την έχασα κι αυτό είναι η άρρωστη κουλουριασμένη μου ευτυχία.
Είναι μια φράση τούτη που σήμερα τη ξεπελιάζω.
Τα επίγεια λέει κάπου ο Ιησούς – και τα επίγεια – ,
συντρίβοντας τους πλαστούς ουρανούς ανάμεσα στα άμφια.
Για σκέψου το καλά-: ο θάνατος ν’ απόκειται στην άνθηση
να γεύεται τη γεύση μας μυρίζοντας τέτοια ζωντανίλα…
Σιχάθηκα τους στίχους τα γοερά σκάνδαλα των λέξεων.
Εσύ δεν είσαι ο νυμφίος της διάνοιας ο προκοθοίρας
(του όντος η εξεύρεση)
κάτι ορέγεσαι εσύ να απαστράπτει κρεμάμενος
απάνω από τους λαίμαργους κρημνούς της ορατότητας
την έμμονη σκιά σου γυρεύοντας από χάμω να την ξεριζώσεις
οπουδήποτε στην κίνηση ή στην ευλάβεια δίχως εκκλησία:
τη θρυμματίζουσα τον εαυτό της ακινησία.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νίκου Καρούζου, κάτι σαν ΔΟΚΙΜΕΣ ΝΑΡΚΗΣ ΤΟΥ ΑΛΓΟΥΣ, που, «εν Φαντασία και Λόγω», «κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το φρικτό μαχαίρι…» του χρόνου… «Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή   «Δουλειά δεν είχε ο διάβολος…]

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

ΜΕΤΑΛΛΑ ΠΟΥ ΝΤΥΘΗΚΑΤΕ ΤΙΣ ΕΥΤΥΧΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΛΥΧΡΩΜΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, ΚΑΘΩΣ ΜΕΙΝΑΤΕ ΑΙΩΝΕΣ ΣΤΑ ΠΙΟ ΘΕΡΜΑ ΣΠΛΑΧΝΑ:

Να οι θερινές ορχήστρες με μυριάδες δοξάρια και πλήκτρα να κυκλοφορούνε σε αέναες τρίλιες της πιο χρυσής μεσημβρίας. Πού είστε άνθρωποι που ούτε τον όγκο ενός όρους δε σηκώσατε στα ευαίσθητα βλέφαρα που γεννήθηκαν σε γαλαζόαιμες θάλασσες; Α! εδώ ανέβαινε αργά στηνν κορυφή τουκοντού η κόκκινη σημαία του κινδύνου. Το νερό δεν μπορεί να γεμίσει το χάος. Στέκεται. Όχεντρα δαμασμένη στην υγή φωταψία.  Μετέωρο, ζωντανό και ψάχνει να βρει την άλλη όχθη… Κι είναι πέρα όλα τα στήθια μου… (επιλογές από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΣΠΟΥΔΗ ΓΙΑ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ ΒΥΘΟΥ 293 ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΩΝ – ART by BIZYAEV About light in the end of the tunnel)

 [Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Για του λόγου το αληθές…]

ΗΛΙΕ ΠΟΥ ΧΑΡΙΣΕΣ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΜΟΥ Σ’ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΠΟΜΠΗ
που με τόσο ημιτόνια ανέβαινε στην ερυθρή
πυραμίδα την αγέννητη σε Σαχάρες και άμμους.
Σμαράγδια ινδικά κρυμμένα στα πιο σάπια χώματα
που φθείρονται τα πτώματα των αρχαίων ποταμών
κοντά στα δόρατα των Μακεδόνων.
Μέταλλα που ντυθήκατε τις ευτυχίες
των πολύχρωμων άστρων, καθώς μείνατε αιώνες
στα πιο θερμά σπλάχνα.



Φύκια που δεν έμεινε μενουέτο θαλασσινό
να μην το χορέψετε κι ούτε έμπνευση
του σορόκου χωρίς να γίνει ισχνό λύγισμα
των φιδιών του νου σας.
Ω… όστρακα που τις πιο λυρικές δύσεις στάλα στάλα
τις κλείσατε στις πολύτιμες μασχάλες σας
για να στολίσετε με φωταψίες
τον πιο πράσινο βυθό απ’ τους βυθούς.
Πού είναι οι μέρες που το αγκάλιασμά μας
διαιωνιζόταν κάτω απ’ τις αλέες.

Ήλιε που μας χώρισες σε πολύτιμες λάμψεις
πού είναι η παιδική φωνή μου που την άφησα
μια στιγμή μια μικρούλα στιγμή στο χείλος
του πράσινου κογχυλιού για να κατέβω
απ’ τον άυλο ενός σταχυού στις υπόγειες πολιτείες
χωρίς ποτέ να γυρίσω.

Να είχα τουλάχιστον τη δύναμη ν’ ανασυνθέσω
με γραμμές πάνω στο χρυσό μεσημέρι την πορεία
του γλάρου που έφερνε τη θαλασσινή συμφωνία
στον τάφο των κύκνων.
Μα είναι τόση η στάχτη πάνω στα σύσκια άλση
απ’ την πυρκαγιά του θέρους που χάθηκαν
οι επιστροφές των ανθρώπων
χωρίς ούτε μια ημέρα να παραμονεύει στις λόχμες
ούτε μια οπώρα να δείχνει
τη μάχη που κέρδισε ο Ήλιος!

(ΠΡΟΣΟΧΗ. ΕΔΩ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΚΥΑΝΟ ΚΑΜΩΜΕΝΟ ΑΠ¨Ο ΕΡΘΡΗ ΤΕΦΡΑ)
Κι αυτήν την εσπέρα με αλαλαγμούς τα κοράλλια
τη σωρό του ήλιου θα κατεβάσουν στους κάμπους
Ήσυχα, πηχτά, γαλήνια θα πλαγιάσει
ενώ απαράμιλλοι σφαιρικοί κρίνοι θα φέρνουν
τον ουρανό που έμεινε πάνω του
υψηλά ως τις καρίνες των βράχων.

Κι εμείς ανάμεσα στις κατακόρυφες κλωστές
που θα μας φέρνουν τροφή από την άβυσσο
θα ψάχνουμε το πελώριο πτώμα
για κανένα χορτάρι για λίγη φωνή πουλιού
για το χάρτη της γης.
Ύστερα το χρυσαφένιο σκελετό θα τον ρίξουμε
στη χαράδρα του Βαλαμουρ που φωσφορίζει
από κόκαλα ενώ πλέουν οι Φιλιππίνες
αναβλύζουν χρυσάνθεμα και ιμάτια
ψαριών με υπέροχα λέπια.

(πάλι τεφροκίτρινο σε χρόνο έξι όγδοα)

Ω αγκαλιά της σιωπηλής μητέρας με τις αμέτρητες
φτερούγες, είναι πολλές ημέρες που έφυγα απ’ τα
φρέατα που αναπαύονται τ’ αδάμαστα μεσημέρια
για να μην κρατήσω το σχήμα μου.
Θυμόμαστε τόσες λάμψεις απ’ το θρίαμβο του έαρος
την καλαισθησία των πελαργών που πέταξαν πάνω
απ’ τα θερινά κοιμητήρια και την ένδοξη γαλέρα
την πλευρισμένη σ’ εκείνο το λιμάνι
που υψώναμε από άμμο κάστρα.
Μείναμε τόσο εκστατικοί τόσο σιωπηλοί
κοιτάζοντας την περίεργη τριήρη που ταξίδευε
στον βραδινό ουρανό ενώ υπέροχα καιόταν
που τα ράμφη των πουλιών δεν μπόρεσαν
ν’ αναπετάσουν την λευκότητα ούτε μιας τρίλιας
του Ιουλίου.
Πόσα ακρωτήρια θα μετρήσουμε χωρίς να δούμε
τις σημαίες τις καρφωμένες στους τάφους;
Ονειρευτήκαμε τα φώτα μιας αγαπημένης
πολιτείας που να νεύει μακριά
προς το τραυματισμένο πέλαγος.
Τόσα χρόνια πέρασαν χωρίς να δούμε
τα φωταγωγημένα πλοία να παίρνουν τις θάλασσες
που αναδύθηκαν μιαν εξαίσια νύχτα
που ήμαστε έξι χρονώ.
Αυτά όμως τα τρεχαντήρια για πού ξεκινάνε
μες στα θριαμβικά μεσημέρια
χωρίς να ρωτήσουν για την περίλυπη μέρα
που θα νυχτώνεται στους κάβους
περιμένοντας τον ξανθό ερωμένο
τον έξαλλο Ηλιο;

Οι γιρλάντες στο έβδομο drawing room  (από τη συλλογή ΣΠΟΥΔΗ ΓΙΑ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ ΒΥΘΟΥ 293 ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΩΝ)
Μακροχρόνια γεύση από οχτάεδρα κρύσταλλα.
Τόσοι πολλοί θάμνοι με τις κονκάρδες από ήλιο πολυτελείας
και τόσες γάτες, μιλιούνια γάτες
προβοδίζοντας την πλώρη ενός άνθους
ώστε με αηδία έβγαλε ο Πρίαμος τα γάντια του
παραδίνοντας την Τροία στους πεισματάρηδες Αχαιούς.
Μια νύχτα με βεγγαλικά βγαλμένα απ’ το εμπριμέ
της κυρίας με τα συμφωνικά βλέφαρα
πετούσα με πελώρια φτερά
πάνω από τα καμπαναριά από αχάτη.
Τόσο πολύ κυλούσε η αφή του ποταμού
γεμάτη βελούδα και μάτια φιδιών
που έσφιξα αυτή την καρδιά μες στις παλάμες μου
για να χωρέσει μέσα στον κάλυκα ενός άστρου.
Είχα τραυματιστεί από κείνη την εποχή
από τότε που ήμουν ένας ωραίος ιχθυόσαυρος
χωρίς καμπαρντίνα και χωρίς μασχάλες
για να ξεχνάει ο ήλιος τη φωνή του.
Α… πού είσαι Μπαρμπαρόσα με το μεταξωτό τσιμπούκι
και τα κάστρα γύρω στο μέτωπο
να δέσεις στο πόδι ενός άλμπατρος
που πληγώθηκε στη Σπιανάδα της Κέρκυρας
δυόμισι ώρες μακριά από το πατριαρχείο,
Χαίρετε!

(Παρακαλώ φανταστείτε ιώδεις λαμπτήρες  39 λεύγες βαθύτερα προς τα δεξιά)

Πόσο ταξίδεψα απόψε
δεμένος στον πλόκαμο ενός οχτάποδος.
Βάθη… Βάθη… αναρίθμητα βάθη έχω μαζέψει
θα σας δείξω μερικά από αυτά τα εξαίσια φρούτα,
με τα γαλανά φορέματα και τα γαλάζια μάτια.
Ακούστε αυτές τις πράσινες καμπάνες
απ’ την άβυσσο την ώρα που από κάθε αυγό
ξεπετιώνται πλησμονή τα διαμάντια.
Άφησα τα μάτια μου πάνω στο βράχο του Οντάρ
κατεβαίνοντας στη βοή της χλόης…
Ω… τα έμβρυα των αγρίων με πελώριες
ουρές μου έδιναν φωτιές να φερέσω
και αίμα πολύτιμων φυκιών να μεθύσω.
Τι πράσινη αναισθησία εδώ στη χρυσή
περιφέρεια των παρθένων τάφων!
Να μπορούσα τουλάχιστον να θυμηθώ
το σχήμα μου, μα δεν σταματά
ετούτο το ψηλάφημα στα ιώδη μέσα
ημιτόνια που δεν μπορούν να πεθάνουν.
Είμαι από τις ρίζες της Αφρικής ως τη Χιλή
και πάλι κύκλο ως την Γροιλανδία…
Α…ε δώ ανέβαινε αργά στην κορυφή του κοντού
η κόκκινη σημαία του κινδύνου.
Το νερό δεν μπορεί να γεμίσει το χάος.
Στέκεται. Οχέντρα δαμασμένη στην υγρή φωταψία.
μετέωρο, ζωντανό και ψάχνει
να βρει την άλλη όχθη…
Κι είναι πέρα όλα τα στήθια μου.

Πρέπει να πάρετε απαραιτήτως το ραδιοσταθμό F.L.G κυμάτων επιφάνειας  (από τη συλλογή ΣΠΟΥΔΗ ΓΙΑ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ ΒΥΘΟΥ 293 ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΩΝ)
Πω πω γρύλλοι κόκκινοι και γαλάζιοι
την εξαίσια τούτη νύχτα
που τρίζει ο ήλιος μες τα σταφύλια
και σε πελώριες αιώρες τ’ άστρα
ταξιδεύουν στα καλάμια και τα μαλλιά
των κοριτσιών που ’ναι τεσσέρω χρονώ.

Πάνω στη φωταγωγημένη σάρκα μας
που ηχεί από φτερά γλάρων
αμέτρητες μέλισσες κέντησαν
τα τραγούδια του Ιουλίου…
Πριν λίγες ώρες πτώματα πτώματα
από πεταλούδες ευτυχισμένες το πρωί
χάθηκαν στο χρυσοχείμωνο του μεσημεριού
εκεί στης τριανταφυλλιάς την όχθη.
………………………………….
Α γήινες στεριές και νύχτες
με το τόσο δα φεγγάρι ενός μήνα
και τους καρπούς και τα κλειστά σχήματα
και τα κάστρα όλα τα κάστρα.
Απόψε θα μείνω έξω από τα τείχη
γράψτε με «απών».
Θα κοιμηθώ μες στον ανεξερεύνητο σπόγγο
με τους πράσινους σταλακτίτες
ενώ τα δάκρυα των ναυτών γεμάτα
βλαστήμιες, στερλίνες και ξανθές κοπέλες
σαν ήλιος ζεστός από πετροκάρβουνα και σκάλες
θα κατεβαίνουν τροφή στα κογχύλια…

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Έκτοτα Κακναβάτου, σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω. Σου φωνάζω: «σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως]