Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

ΑΚΜΑΙΟΣ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΣΤΙΑ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΟΣ Τ’ ΩΡΑΙΟ ΣΦΡΙΓΟΣ:

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη. Και κάθομαι κι απελπίζομαι τώρα εδώ. Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη, διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον. Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην το προσέξω. Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω. (Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, ΤΕΙΧΗ –ART by ARTWITHIN Mortally wounded)

 [Α να ήρθες εσύ με την αόριστη γοητεία σου. Στην Ιστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα κι έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου… Σ’ έπλασα ωραίο κι αισθηματικό, η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά. Και τόσο πλήρως σε φαντάστηκα, που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν η λάμπα μου, εθάρρεψα πως μπήκες μες στην κάμαρά μου, χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου… Για του λόγου το αληθές…]

ΛΑΡΗΤΕΣ, οι μικροί σπιτικοί Θεοί του Καβάφη  και η ΚΡΙΣΗ του 200 μ.Χ. «εν μεγάλη ελληνική αποικία» (φαύλος κύκλος ή προοικονομία;)
Τα Βήματα, είναι ένα ποίημα που ο Καβάφης έγραψε πριν το 1911, ενώ το Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ. ανήκει στα ποιήματα που γράφτηκαν μετά το 1928. Όπως και σ’ άλλα «ιστορικά» του ποιήματα, τα δάνεια στοιχεία από την ιστορία, ασήμαντες λεπτομέρειες συνήθως ή και φανταστικές ιστορίες που επινοεί ο ίδιος ο ποιητής, είναι το πρόσχημα. Πίσω από τα «ιστορικά πρόσωπα και τα γεγονότα είναι κρυμμένοι οι υπαινιγμοί του ποιητή για την παρακμή της εποχής του, που τόσο μοιάζει με το σημερινό τέλμα  του πολιτισμού μας. Οι παραλληλισμοί είναι αναπόφευκτοι και τα συμπεράσματα για τη διαχρονικότητα «της ματαιότητας των μεγαλείων» ασφαλή. Η καβαφική ειρωνεία για τις αδιέξοδες προσπάθειες «αναδιαμόρφωσης», για τους επίδοξους «αναμορφωτές» και εξ επαγγέλματος σωτήρες με «υπεροψία και μέθη», έχει αποδέκτες με ονοματεπώνυμο σ’ όλες τις εποχές. Αφού και τότε, όπως και τώρα «για κάθε τι, για το παραμικρό ρωτούνε κι εξετάζουν κι ευθύς στο νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν, με την απαίτησι να εκτελεστούν άνευ αναβολής»!.. Κι ο πόθος του ποιητή ευσεβής: «Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ δεν τους χρειαζόταν κανείς»!.. Και σήμερα, λοιπόν, που πάλι όπως τότε «τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν», ας ακούσουμε τη σοφή ρήση του ποιητή: «Να μη βιαζόμεθα… Είναι επικίνδυνο πράγμα η βία. Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια… Ας εκμεταλλευτούμε ό,τι μας έχει απομείνει κι ας προσπαθήσουμε και πάλι να τραβούμε εμπρός». Κι όχι, ξανά και πάλι, μ’ αδημονία προσμένοντας κι άλλες μεταρρυθμίσεις,  σε κάθε διάψευση να αναφωνούμε «και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους…» [ART by DANG Nguyen Dinh]

http://efimeriesoneirou.blogspot.gr/2016/02/200.html   

Σ’ εβένινο κρεβάτι στολισμένο
με κοραλλένιους αετούς, βαθιά κοιμάται
ο Νέρων — ασυνείδητος, ήσυχος, κ’ ευτυχής·
ακμαίος μες στην ευρωστία της σαρκός,
και στης νεότητος τ’ ωραίο σφρίγος.

Αλλά στην αίθουσα την αλαβάστρινη που κλείνει
των
Aηνοβάρβων το αρχαίο λαράριο
τι ανήσυχοι που είν’ οι Λάρητές του.
Τρέμουν οι σπιτικοί μικροί θεοί,
και προσπαθούν τ’ ασήμαντά των σώματα να κρύψουν.
Γιατί άκουσαν μια απαίσια βοή,
θανάσιμη βοή την σκάλα ν’ ανεβαίνει,
βήματα σιδερένια που τραντάζουν τα σκαλιά.
Και λιγοθυμισμένοι τώρα οι άθλιοι Λάρητες,
μέσα στο βάθος του λαράριου χώνονται,
ο ένας τον άλλονα σκουντά και σκουντουφλά,
ο ένας μικρός θεός πάνω στον άλλον πέφτει
γιατί κατάλαβαν τι είδος βοή είναι τούτη,
 
τάνοιωσαν πια τα βήματα των Εριννύων.
 
(Κ. Π.Καβάφης, ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ, από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)
* Λάρητες: Θεότητες των Ρωμαίων, προστάτες της
υπαίθρου, των δρόμων, του σπιτιού και της οικογένειας

Μονοτονία (από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, Εκδόσεις Ηριδανός)
Την μια μονότονην ημέρα άλλη
μονότονη, απαράλλαχτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι –
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφήνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλο μήνα.
Αυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μην μοιάζει.

Περιμένοντας του βαρβάρους (από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, Εκδόσεις Ηριδανός)
Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φτάσουν σήμερα.

-Γιατί μέσα στη Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθονται οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα.
Τι νόμους θα κάμουν πια οι Συγκλητικοι;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

-Γιατί οι δυο μας ύπατοι κι οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια,
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους

-Γιατί κι οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα
κι αυτοί βαριούνται ευφράδειες και δημηγορίες.

-Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κι η σύγχυσις (τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κι οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφτασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θε γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

Απιστία (από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, Εκδόσεις Ηριδανός)
Σαν πάντρευαν την Θέτιδα με τον Πηλέα
σηκώθηκε ο Απόλλων στο λαμπρό τραπέζι
του γάμου, και μακάρισε τους νεονύμφους
για τον βλαστό που θα ’βγαινε από την ένωσί των.
Είπε: ποτέ αυτόν αρρώστια δεν θ’ αγγίξει
και  θα ’χει μακρινή ζωή – Αυτά σαν είπε,
η Θέτις χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια
του Απόλλωνος που γνώριζε από προφητείες
την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της.
Κι όταν μεγάλωσεν ο Αχιλλεύς, και ήταν
της Θεσσαλίας έπαινος η εμορφιά του,
η Θέτις του θεού τα λόγια ενθυμούνταν.
Αλλά μια μέρα ήρθαν γέροι με ειδήσεις,
κι είπαν τον σκοτωμό του Αχιλλέως στην Τροία.
Κι η Θέτις ξέσκιζε τα πορφυρά της ρούχα
κι έβγαζεν από πάνω της και ξεπετούσε
στο χώμα τα βραχιόλια και τα δαχτυλίδια.
Και μες στον οδυρμό της τα παλιά θυμήθη
και ρώτησε τι έκαμνε ο σοφός Απόλλων,
πού γύριζεν ο ποιητής που στα τραπέζια
έξοχα ομιλεί, πού γύριζε ο προφήτης
όταν τον υιό της σκότωναν στα πρώτα νιάτα.
Κι οι γέροι της απήντησαν πως ο Απόλλων
αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία,
και με τους Τρώας σκότωσε τον Αχιλλέα.

[επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]

Δεν υπάρχουν σχόλια: