Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

ΑΣΕ ΜΟΥ ΜΟΝΟ Τ’ ΑΣΤΡΑ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΤΟ ΙΔΙΟ ΦΙΛΙΚΑ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΠΟΥ ΠΥΡΟΒΟΛΟΥΣΑΝ:

Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δεν σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο με το δάχτυλο κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο που όλο στένευε, σε πλησιάζανε σιγά-σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμωχνόσουνα στον τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μια τρύπα να χωθείς. Κι όταν ο κύκλος διαλύονταν, στη θέση σου στεκόταν ένας άλλος, καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος [ΧΟΙΡΟΣΤΑΣΙΟ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ1972, Ανότητα ΔΙΑΣΠΟΡΑ, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by Dariusz Klimczak]

Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη
πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή – με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατά του ένα παλιό,
φανταστικό βιολί, «το ακούς;» μου λέει, «ναι», του λέω, πάντα το
άκουγα», ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι [Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ Από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ]

ΑΛΚΟΟΛΙΣΜΟΣ
Κρατούσα μια λάμπα και κατέβαινα τη σκάλα, έπρεπε ν’ ανακαλύψω ποιος είμαι, τι είχα κάνει στο παρελθόν, και το σπίτι πώς έστεκε ακόμα, αφού εμείς είχαμε κάποτε γκρεμίσει όλους τους τοίχους, για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν,
στο βάθος, σακάτηδες χωρίς χέρια παίζαν την τύχη μου στα χαρτιά, ο Ιησούς των μεθυσμένων περνούσε το βράδυ μες τα θαμπά φανάρια κι έπαιρνα από πίσω το φονιά σκουπίζοντας τα ίχνη του πάνω στο χιόνι, γιατί τώρα ήξερα,
κι η γυναίκα, όταν πήγα να την αγκαλιάσω, έκανε μια μικρή κίνηση και μπήκε σε μια δική της πόρτα, κλειστή, αφήνοντάς με  έξω.
Δώσε μου, Κύριε, να ’μαι νεκρός και μεθυσμένος.
Άσε μου μόνο τ’ άστρα, που ήταν το ίδιο φιλικά ακόμα και στους δρόμους που πυροβολούσαν.


Η ΕΚΤΗ ΜΕΡΑ
Ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στα μαύρα, φορούσε και το καλό καπέλο της με  βέλο, «δεν έπρεπε να μας το κάνει αυτό ο  Θεός» είπε, στο βάθος χλωμοί άνδρες στήναν τη μεγάλη σκηνή του τσίρκου,
«γύρισε σπίτι είναι αργά», «ποιο σπίτι;» είπα κι αγκάλιασα το φανάρι του δρόμου,
η μικρή ξαδέλφη όπου να ’ναι θα πέθαινε, την έσπρωξα πίσω απ’ την ντουλάπα, «σ’ αγαπάω» έλεγε, μα εγώ την έγδυνα κιόλας σαν πόρνη,  κι όταν τη θάψαμε, εγώ έμεινα για πάντα εκεί, πίσω απ’ την ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τα ποντίκια,
κι ήταν η έκτη μέρα της δημιουργίας,
οι τροχαλίες γρύλιζαν καθώς ανέβαζαν το πρώτο ρολόι στη στέγη του σταθμού,
κάθισα στην άκρη του δρόμου, τόσο θλιμμένος, που οι τυφλοί μ’ έβλεπαν.

ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΥΛΗ
Φτερούγες σάλευαν κάτω από τα έπιπλα, και στο βάθος ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τα παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά, γιατί δεν ήθελαν να μεγαλώσουν,
η μητέρα έκλαιγε και με παρακαλούσε να κατέβω, μα εμένα ήταν η μοίρα μου να περπατήσω στο ταβάνι, μια μάχη δική μου, μητέρα, όπου πάντα ο νεκρός ήμουν εγώ.
Γι’ αυτό ήξερα και των ουρανών τη μυστική υπόγεια πύλη.

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
Καθόταν έξω στα χωράφια και σχεδίαζε πάνω στο χώμα πουλιά. Μα τα πουλιά ζητούσαν τον ουρανό. Τότε σχεδίασε γύρω τους την αιώνια θλίψη.
Και τα πουλιά πέταξαν

ΝΥΧΤΑ
Μια πόρτα τη νύχτα που τη βλέπουν μόνο οι τυφλοί,
το σκοτάδι κάνει τα ζώα ν’ ακούνε μακρύτερα,
κι εκείνος τρίκλιζε, όχι απ’ το πιοτό,
μα απ’ την απελπισμένη κίνηση ν’ ανέβει
στον πύργο, που χάσαμε κάποτε

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση!

Δεν υπάρχουν σχόλια: