Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

ΜΕΤΑΛΛΑ ΠΟΥ ΝΤΥΘΗΚΑΤΕ ΤΙΣ ΕΥΤΥΧΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΛΥΧΡΩΜΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, ΚΑΘΩΣ ΜΕΙΝΑΤΕ ΑΙΩΝΕΣ ΣΤΑ ΠΙΟ ΘΕΡΜΑ ΣΠΛΑΧΝΑ:

Να οι θερινές ορχήστρες με μυριάδες δοξάρια και πλήκτρα να κυκλοφορούνε σε αέναες τρίλιες της πιο χρυσής μεσημβρίας. Πού είστε άνθρωποι που ούτε τον όγκο ενός όρους δε σηκώσατε στα ευαίσθητα βλέφαρα που γεννήθηκαν σε γαλαζόαιμες θάλασσες; Α! εδώ ανέβαινε αργά στηνν κορυφή τουκοντού η κόκκινη σημαία του κινδύνου. Το νερό δεν μπορεί να γεμίσει το χάος. Στέκεται. Όχεντρα δαμασμένη στην υγή φωταψία.  Μετέωρο, ζωντανό και ψάχνει να βρει την άλλη όχθη… Κι είναι πέρα όλα τα στήθια μου… (επιλογές από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΣΠΟΥΔΗ ΓΙΑ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ ΒΥΘΟΥ 293 ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΩΝ – ART by BIZYAEV About light in the end of the tunnel)

 [Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Για του λόγου το αληθές…]

ΗΛΙΕ ΠΟΥ ΧΑΡΙΣΕΣ ΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΜΟΥ Σ’ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΠΟΜΠΗ
που με τόσο ημιτόνια ανέβαινε στην ερυθρή
πυραμίδα την αγέννητη σε Σαχάρες και άμμους.
Σμαράγδια ινδικά κρυμμένα στα πιο σάπια χώματα
που φθείρονται τα πτώματα των αρχαίων ποταμών
κοντά στα δόρατα των Μακεδόνων.
Μέταλλα που ντυθήκατε τις ευτυχίες
των πολύχρωμων άστρων, καθώς μείνατε αιώνες
στα πιο θερμά σπλάχνα.



Φύκια που δεν έμεινε μενουέτο θαλασσινό
να μην το χορέψετε κι ούτε έμπνευση
του σορόκου χωρίς να γίνει ισχνό λύγισμα
των φιδιών του νου σας.
Ω… όστρακα που τις πιο λυρικές δύσεις στάλα στάλα
τις κλείσατε στις πολύτιμες μασχάλες σας
για να στολίσετε με φωταψίες
τον πιο πράσινο βυθό απ’ τους βυθούς.
Πού είναι οι μέρες που το αγκάλιασμά μας
διαιωνιζόταν κάτω απ’ τις αλέες.

Ήλιε που μας χώρισες σε πολύτιμες λάμψεις
πού είναι η παιδική φωνή μου που την άφησα
μια στιγμή μια μικρούλα στιγμή στο χείλος
του πράσινου κογχυλιού για να κατέβω
απ’ τον άυλο ενός σταχυού στις υπόγειες πολιτείες
χωρίς ποτέ να γυρίσω.

Να είχα τουλάχιστον τη δύναμη ν’ ανασυνθέσω
με γραμμές πάνω στο χρυσό μεσημέρι την πορεία
του γλάρου που έφερνε τη θαλασσινή συμφωνία
στον τάφο των κύκνων.
Μα είναι τόση η στάχτη πάνω στα σύσκια άλση
απ’ την πυρκαγιά του θέρους που χάθηκαν
οι επιστροφές των ανθρώπων
χωρίς ούτε μια ημέρα να παραμονεύει στις λόχμες
ούτε μια οπώρα να δείχνει
τη μάχη που κέρδισε ο Ήλιος!

(ΠΡΟΣΟΧΗ. ΕΔΩ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΚΥΑΝΟ ΚΑΜΩΜΕΝΟ ΑΠ¨Ο ΕΡΘΡΗ ΤΕΦΡΑ)
Κι αυτήν την εσπέρα με αλαλαγμούς τα κοράλλια
τη σωρό του ήλιου θα κατεβάσουν στους κάμπους
Ήσυχα, πηχτά, γαλήνια θα πλαγιάσει
ενώ απαράμιλλοι σφαιρικοί κρίνοι θα φέρνουν
τον ουρανό που έμεινε πάνω του
υψηλά ως τις καρίνες των βράχων.

Κι εμείς ανάμεσα στις κατακόρυφες κλωστές
που θα μας φέρνουν τροφή από την άβυσσο
θα ψάχνουμε το πελώριο πτώμα
για κανένα χορτάρι για λίγη φωνή πουλιού
για το χάρτη της γης.
Ύστερα το χρυσαφένιο σκελετό θα τον ρίξουμε
στη χαράδρα του Βαλαμουρ που φωσφορίζει
από κόκαλα ενώ πλέουν οι Φιλιππίνες
αναβλύζουν χρυσάνθεμα και ιμάτια
ψαριών με υπέροχα λέπια.

(πάλι τεφροκίτρινο σε χρόνο έξι όγδοα)

Ω αγκαλιά της σιωπηλής μητέρας με τις αμέτρητες
φτερούγες, είναι πολλές ημέρες που έφυγα απ’ τα
φρέατα που αναπαύονται τ’ αδάμαστα μεσημέρια
για να μην κρατήσω το σχήμα μου.
Θυμόμαστε τόσες λάμψεις απ’ το θρίαμβο του έαρος
την καλαισθησία των πελαργών που πέταξαν πάνω
απ’ τα θερινά κοιμητήρια και την ένδοξη γαλέρα
την πλευρισμένη σ’ εκείνο το λιμάνι
που υψώναμε από άμμο κάστρα.
Μείναμε τόσο εκστατικοί τόσο σιωπηλοί
κοιτάζοντας την περίεργη τριήρη που ταξίδευε
στον βραδινό ουρανό ενώ υπέροχα καιόταν
που τα ράμφη των πουλιών δεν μπόρεσαν
ν’ αναπετάσουν την λευκότητα ούτε μιας τρίλιας
του Ιουλίου.
Πόσα ακρωτήρια θα μετρήσουμε χωρίς να δούμε
τις σημαίες τις καρφωμένες στους τάφους;
Ονειρευτήκαμε τα φώτα μιας αγαπημένης
πολιτείας που να νεύει μακριά
προς το τραυματισμένο πέλαγος.
Τόσα χρόνια πέρασαν χωρίς να δούμε
τα φωταγωγημένα πλοία να παίρνουν τις θάλασσες
που αναδύθηκαν μιαν εξαίσια νύχτα
που ήμαστε έξι χρονώ.
Αυτά όμως τα τρεχαντήρια για πού ξεκινάνε
μες στα θριαμβικά μεσημέρια
χωρίς να ρωτήσουν για την περίλυπη μέρα
που θα νυχτώνεται στους κάβους
περιμένοντας τον ξανθό ερωμένο
τον έξαλλο Ηλιο;

Οι γιρλάντες στο έβδομο drawing room  (από τη συλλογή ΣΠΟΥΔΗ ΓΙΑ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ ΒΥΘΟΥ 293 ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΩΝ)
Μακροχρόνια γεύση από οχτάεδρα κρύσταλλα.
Τόσοι πολλοί θάμνοι με τις κονκάρδες από ήλιο πολυτελείας
και τόσες γάτες, μιλιούνια γάτες
προβοδίζοντας την πλώρη ενός άνθους
ώστε με αηδία έβγαλε ο Πρίαμος τα γάντια του
παραδίνοντας την Τροία στους πεισματάρηδες Αχαιούς.
Μια νύχτα με βεγγαλικά βγαλμένα απ’ το εμπριμέ
της κυρίας με τα συμφωνικά βλέφαρα
πετούσα με πελώρια φτερά
πάνω από τα καμπαναριά από αχάτη.
Τόσο πολύ κυλούσε η αφή του ποταμού
γεμάτη βελούδα και μάτια φιδιών
που έσφιξα αυτή την καρδιά μες στις παλάμες μου
για να χωρέσει μέσα στον κάλυκα ενός άστρου.
Είχα τραυματιστεί από κείνη την εποχή
από τότε που ήμουν ένας ωραίος ιχθυόσαυρος
χωρίς καμπαρντίνα και χωρίς μασχάλες
για να ξεχνάει ο ήλιος τη φωνή του.
Α… πού είσαι Μπαρμπαρόσα με το μεταξωτό τσιμπούκι
και τα κάστρα γύρω στο μέτωπο
να δέσεις στο πόδι ενός άλμπατρος
που πληγώθηκε στη Σπιανάδα της Κέρκυρας
δυόμισι ώρες μακριά από το πατριαρχείο,
Χαίρετε!

(Παρακαλώ φανταστείτε ιώδεις λαμπτήρες  39 λεύγες βαθύτερα προς τα δεξιά)

Πόσο ταξίδεψα απόψε
δεμένος στον πλόκαμο ενός οχτάποδος.
Βάθη… Βάθη… αναρίθμητα βάθη έχω μαζέψει
θα σας δείξω μερικά από αυτά τα εξαίσια φρούτα,
με τα γαλανά φορέματα και τα γαλάζια μάτια.
Ακούστε αυτές τις πράσινες καμπάνες
απ’ την άβυσσο την ώρα που από κάθε αυγό
ξεπετιώνται πλησμονή τα διαμάντια.
Άφησα τα μάτια μου πάνω στο βράχο του Οντάρ
κατεβαίνοντας στη βοή της χλόης…
Ω… τα έμβρυα των αγρίων με πελώριες
ουρές μου έδιναν φωτιές να φερέσω
και αίμα πολύτιμων φυκιών να μεθύσω.
Τι πράσινη αναισθησία εδώ στη χρυσή
περιφέρεια των παρθένων τάφων!
Να μπορούσα τουλάχιστον να θυμηθώ
το σχήμα μου, μα δεν σταματά
ετούτο το ψηλάφημα στα ιώδη μέσα
ημιτόνια που δεν μπορούν να πεθάνουν.
Είμαι από τις ρίζες της Αφρικής ως τη Χιλή
και πάλι κύκλο ως την Γροιλανδία…
Α…ε δώ ανέβαινε αργά στην κορυφή του κοντού
η κόκκινη σημαία του κινδύνου.
Το νερό δεν μπορεί να γεμίσει το χάος.
Στέκεται. Οχέντρα δαμασμένη στην υγρή φωταψία.
μετέωρο, ζωντανό και ψάχνει
να βρει την άλλη όχθη…
Κι είναι πέρα όλα τα στήθια μου.

Πρέπει να πάρετε απαραιτήτως το ραδιοσταθμό F.L.G κυμάτων επιφάνειας  (από τη συλλογή ΣΠΟΥΔΗ ΓΙΑ ΔΙΑΚΟΣΜΗΣΗ ΒΥΘΟΥ 293 ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΩΝ)
Πω πω γρύλλοι κόκκινοι και γαλάζιοι
την εξαίσια τούτη νύχτα
που τρίζει ο ήλιος μες τα σταφύλια
και σε πελώριες αιώρες τ’ άστρα
ταξιδεύουν στα καλάμια και τα μαλλιά
των κοριτσιών που ’ναι τεσσέρω χρονώ.

Πάνω στη φωταγωγημένη σάρκα μας
που ηχεί από φτερά γλάρων
αμέτρητες μέλισσες κέντησαν
τα τραγούδια του Ιουλίου…
Πριν λίγες ώρες πτώματα πτώματα
από πεταλούδες ευτυχισμένες το πρωί
χάθηκαν στο χρυσοχείμωνο του μεσημεριού
εκεί στης τριανταφυλλιάς την όχθη.
………………………………….
Α γήινες στεριές και νύχτες
με το τόσο δα φεγγάρι ενός μήνα
και τους καρπούς και τα κλειστά σχήματα
και τα κάστρα όλα τα κάστρα.
Απόψε θα μείνω έξω από τα τείχη
γράψτε με «απών».
Θα κοιμηθώ μες στον ανεξερεύνητο σπόγγο
με τους πράσινους σταλακτίτες
ενώ τα δάκρυα των ναυτών γεμάτα
βλαστήμιες, στερλίνες και ξανθές κοπέλες
σαν ήλιος ζεστός από πετροκάρβουνα και σκάλες
θα κατεβαίνουν τροφή στα κογχύλια…

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Έκτοτα Κακναβάτου, σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω. Σου φωνάζω: «σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως]

Δεν υπάρχουν σχόλια: