Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

ΣΤΑ ΕΚΦΥΛΑ ΤΑ ΣΥΓΝΕΦΑ ΜΕ ΜΙΑ ΠΑΜΠΑΛΑΙΑ ΧΑΚΙ ΝΤΑΚΟΤΑ, ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ:

Φεύγω από το στόμα μου φεύγω απ’ το μυαλό μου δεν έχει όρια η κωμωδία της γλώσσας, τα διάπυρα σημάδια του Δήθεν εντειχισμένα στο στήθος. Φεύγω απ’ τα χέρια μου φεύγω απ’ τη στύση διατρέχοντας ηχηρά το νευρικό μου σύστημα είμαι σαν άκοπο βιβλίο που πάλιωσε στα μαυρισμένα ράφια της θεότητας διαθέτω μονάχα την Άνοιξη διαθέτω τ’ αστέρια, είμαι άλλωστε εγώ που ταρίχευσα μαζεύοντας όσο μπόρεσα χημικό σκοτάδι- την καθημερινότητα! (ΦΟΒΕΡΟΣ ΑΠΟ ΜΕΙΛΙΧΙΟΤΗΤΑ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ 1979  ART by AUQUIER)

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές…

ΑΝΑΦΕΡΟΜΑΙ ΣΤΑ ΛΕΓΟΜΕΝΑ ΥΨΗ
στην αγχώδη μου έλλαμψη που βόσκει ανάμεσα
σ’ αυτή την αιωρούμενη ανάσταση της σκόνης
ανηφορίζοντας από κακοτράχαλα χώματα
σε κάτι ρόμβους νοερούς επιμένοντας ολομόναχος
τις γοερές να ξεκοιλιάζω γουρούνες: τα έκφυλα σύγνεφα
με μια παμπάλαια χακί ντακότα την ποίηση
στα ύψη στο αγέρινο σκυλάδικο
που φωνασκούν ερίζοντας χυδαία τ’ αστροπελέκια.
Τα πόδια μου δεν είναι πια στα κάθετα χιλιόμετρα
η νηστική αρχαία μου φιλοδοξία
τα μουσικά μου μαθηματικά διανύοντας
(θυμάμαι από δω-πάνω τους καλοκαιριάτικους δρόμους
τις ρόδινες εκείνες φτέρνες των γυναικώνε να ξεχειλώνουν
επάνωθε σε κακορίζικα ξυλοπάπουτσα)
στα ύψη τ’ ακοινώνητα όπως ο μαύρος κι άραχλος πεθύμησα
ν’αδράξω με τ’ αριστερά μου δάχτυλα
της θεότρελης αστραπής τη γρήγορη γεωμετρία
πιάνοντας το μπατίρη ουρανό (κι ας λένε...) απ’ τα κέρατα:
Το Σείριο και τον Αντάρη τον αποτρόπαιο
λιανίζοντας το ύψος ανεχόρταγα
με μια παμπάλαια χακί ντακότα την ποίηση.



ΟΠΤΙΚΗ ΑΓΩΝΙΑ
Στο άρωμα ο δυόσμος ισοβίτης αποχωρίζοντας
το κοίταγμα με χάος απ’ την όραση
(ζοφερά τ’ ουρανού τα αποστήματα)
μα οι γαλάζιες υποθέσεις της ψυχής φτεροζυγιάζονται
στον εσχατιώτη που τήκεται υποφέροντας τα τέρματα.
Χιλιάδες χρόνια έρημου νερού με συντροφεύουν
(ένα κουφάρι πεθαμένης μέλισσας
ανάλαφρο μεσ’ στο λιοπύρι) καθώς η νύχτα η αστραπομάτα
χύνεται κάποτε στην πολύκροτη φωτιά στη μαύρη
νευροπάθεια
με στομωμένο κόκκινο ξηλώνοντας με φλόγες το σκοτάδι.
Ξεροστάλιαζα γιομάτος αφύπνιση παραμέριζα
τα τέσσερα στοιχεία
έβλεπα. ήμουνα. υπήρχα στην αμφίνοια συσσωρεύοντας
την άχρηστη ζωή μου μεσ’ στο κάπνισμα
δρασκελώντας την άπληστη τυραννίδα του ποιήματος
μύριζα φύκια στις ευωδιαστές μασχάλες της θαλάσσης
μόνος
εκεί που θραύεται το κύμα λυσσαλέο δίχως όρια
στον ατράνταχτο βράχο: με πόσους αιώνες τον υποσκάπτει...
Θα ναυλώσω ένα σύστημα φιλοσοφίας
για να πάω ταξίδι στα ξωτικά κείνα μέρη στα απώτερα
Λάθη.
Η κωμωδία παίζεται στο σύνολο της γεωγραφίας
κι ανελέητα η ζωή πολιορκεί
τα νεκροταφεία με μαρμαράδικα.
Πεσμένος ένας όμορφος ανάπαιστος ανάμεσα στα
κυπαρίσσια.

ΝΑ ΓΥΡΙΖΑ ΣΤΟ ΤΙΠΟΤΑ
Ολομόναχος αδικαίωτος κι ανυπεράσπιστος
ελεεινός από βίαια ύψος που πάει στράφι
κάθε χιλιόμετρο μέλλον ένας βραδύκαυστος θάνατος.
Πότε θα με γκρεμίσει η ποθούμενη φλόγα στα σωθικά μου
στα φυλλοκάρδια μου η αμέτοχη λύση
η ακάλεστη διακοπή ώστε ν’ αρχίσει
αμέσως η αποσύνθεση.
Ήτανε κουβαράκι κάποτε μαζεμένος ο χρόνος
στα ιλιγγιώδη ποσοστά της αφάνταστης μικροΰλης.
Κανένας Κάλχας και κανένας οίστρος της τράπουλας –
η τύχη μας δεν είχε βγάλει τα φτερά της εντελέχειας.
Κι όμως εκεί στα έγκατα φυτευότανε δίχως νόημα
η ερεβώδης ιδιορρυθμία του θανάτου -:
αυτό που δοκιμάζουμε στο όνομα ηλικία.
Κι άλλη Άνοιξη εφέτος κι άλλη –
στη δράκαινα διάρκεια-διαλεκτική...
Κι άλλα πλήγματα στο στήθος κι άλλα
φονικά διάτορα εικοσιτετράωρα.
Στο κάπνισμα γρήγορα – να υπάρχουμε δήθεν άτρωτοι.

ΔΙΕΡΩΤΗΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΘΟΜΑΙ ΑΕΡΓΟΣ
Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ’μαθα
τι είναι τα ποιήματα.
Είναι πληγώματα
είναι ομοιώματα
φενάκη
φρεναπάτη;
Φρενάρισμα ίσως;
ταραχώδη κύματα;
τι είναι τα ποιήματα;
Είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;
είναι σκαψίματα;
Είναι ιώδιο; είναι φάρμακα;
είναι γάζες επίδεσμοι
παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.
Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

Ο εχέμυθος άνεμος απ’ τα υψώματα (από τη συλλογή ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ 1979)
Βάζοντας τη φτέρνα του ενός ποδιού στη μύτη του άλλου ειρωνεύομαι συνήθως το περπάτημα
την αμοίραστη σκέψη κατορθώνοντας  που δραπετεύει μόνη της
απ’ του καιρού τα αναρίθμητα, του χώρου τα ειωθότα.
(Θα ’πρεπε να προσθέσω ίσως πως ο άνεμος εμποδίζει το κέρδος).
Εγώ τη ζωή μου την έχασα κι αυτό είναι η άρρωστη κουλουριασμένη μου ευτυχία.
Είναι μια φράση τούτη που σήμερα τη ξεπελιάζω.
Τα επίγεια λέει κάπου ο Ιησούς – και τα επίγεια – ,
συντρίβοντας τους πλαστούς ουρανούς ανάμεσα στα άμφια.
Για σκέψου το καλά-: ο θάνατος ν’ απόκειται στην άνθηση
να γεύεται τη γεύση μας μυρίζοντας τέτοια ζωντανίλα…
Σιχάθηκα τους στίχους τα γοερά σκάνδαλα των λέξεων.
Εσύ δεν είσαι ο νυμφίος της διάνοιας ο προκοθοίρας
(του όντος η εξεύρεση)
κάτι ορέγεσαι εσύ να απαστράπτει κρεμάμενος
απάνω από τους λαίμαργους κρημνούς της ορατότητας
την έμμονη σκιά σου γυρεύοντας από χάμω να την ξεριζώσεις
οπουδήποτε στην κίνηση ή στην ευλάβεια δίχως εκκλησία:
τη θρυμματίζουσα τον εαυτό της ακινησία.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νίκου Καρούζου, κάτι σαν ΔΟΚΙΜΕΣ ΝΑΡΚΗΣ ΤΟΥ ΑΛΓΟΥΣ, που, «εν Φαντασία και Λόγω», «κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το φρικτό μαχαίρι…» του χρόνου… «Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή   «Δουλειά δεν είχε ο διάβολος…]

Δεν υπάρχουν σχόλια: