Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ:

Πάλεψε μαζί της μέχρι εσχάτων. Στο γυρισμό ένα απόγευμα απ’ το πεδίο της μάχης είδε πως είχε παλέψει μ’ ένα τέρας ψεύτικο μ’ ένα όραμα.  Πήγε σ’ ένα μεγάλο εμπειρικό φιλόσοφο για να ξορκιστεί. Φεύγοντας από το σπίτι του μάγου συνάντησε τον εαυτό του. Ήταν ντυμένος άψογα απαράλλαχτα όπως χτες, με τα ρούχα της δουλειάς: αξίνα στο δεξί του χέρι, φτυάρι στον ώμο και βιβλίο στο αριστερό – δισάκι στη μέση. Προχωρούσε με μάτια ορθάνοιχτα σαν υπνοβάτης προς την υποτιθέμενη υποσυνείδητη ευτυχία του μηδενός που τη γνώριζε από παιδί, στο πρόσωπο μιας μικρής γειτόνισσας του. Το ανάστημά του δεν ξεπερνούσε τους ψηλότερους θάμνους του κήπου του παππού της. Από τότε του γυρεύανε διάφορες αφορμές οι εργένηδες. Τις σημείωνε όλες σ’ ένα σημειωματάριο γιατί είχε υποσχεθεί στον εαυτό του να τους εκδικηθεί μια μέρα όταν θα δημοσιεύονταν τα γεγονότα ή τα λόγια. Τώρα ερχόταν η σειρά του άλλου να κάνει το κομμάτι του. Θα τ’ ανεχόταν ως ένα σημείο.  Από κει και πέρα θα πατούσε το φρένο της συνείδησής του ως το πάτο. Δεν θα ’ταν υπεύθυνος για τα κεφάλια που θα ’πεφταν ούτε για τους πανηγυρικούς που θα ’βγαζαν πιστεύοντας κάθε λέξη οι νικητές της ημέρας. Το σούρουπο όταν όλα θα χαμήλωναν, οι φωνές, το φως τα στόρια και τα βλέφαρα και τα σπουργίτια, θα έστελνε στο διάβολο ένα μπουκέτο μενεξέδες,  θα έστελνε στο διάβολο τις παρέες, τα χαρτιά και τα συμβεβηκότα της ημέρας. Θα ήταν επιτέλους ελεύθερος από την ύπουλη κηδεμονία της ηθικής πυξίδας. Θα έκανε ό,τι του κατέβαινε. Όταν ξύπνησε μέσα στην πολυθρόνα του παρόντος, του είχε κλέψει το πορτοφόλι του κάποια γυναίκα που τον είχε φιλήσει στο στόμα την ώρα που κοιμόταν. Αργότερα στο καθρέπτη του σπιτιού του είδε τα κοκκινάδια της πάνω στα χείλη του διαπιστώνοντας κι αυτός το αδιαφιλονίκητο του συμβάντος. Δεν είχε φυσικά κανένα λόγο να δώσει σημασία σε υπερφυσικές ερμηνείες όταν όλα θα μπορούσαν να εξηγηθούν μ’ ένα απλό: πώς είπατε παρακαλώ;[ΚΑΠΟΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωριτη ΜΕΡΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, εκδόσεις Θεμέλιο 1982 – κι άλλες ΜΕΡΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ από το ίδιο βιβλίο (π.χ. Μια τέτοια Γυναίκα, Η Μεγάλη Υπόσχεση, Γυναίκες με μουστάκια κλπ, κλπ κι ένα τηλεφώνημα φάρσα στην Πυροσβεστική Υπηρεσία: Μια γυναίκα κάθεται με πόδια ανοιχτά στη διασταύρωση δυο δρόμων στείλτε αμέσως την πυροσβεστική αντλία!!! - ART by VERNAGLIONE astral]




ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ
Το στερεό χρώμα μιας τέτοιας γυναίκας είναι ο πλούτος της
Είναι το πλάτος της είναι η χαραμάδα της
Ανάλαφρες κνήμες πλέανε ανάσκελες μες στο δωμάτιο
Παραδινόντουσαν όλες δωρεάν στο πρώτο μάτι που τις έβλεπε
Είμαι ένα δένδρο αλλά αντίς για φύλλα έχω νύχια
Που μεγαλώνουν και τρυπούν τον ουρανό
Όπου τον αγγίζουν γίνεται μαύρος και άραχνος
Τα μαλλιά του είναι μακριά αλλά κόκκινα
Αγκαλιάζουν μια στεριά από κόκαλο σαν ποτάμι
Τα μαλλιά μου είναι μιας μικρόβιας θάλασσας το μυστικό
Και του καλού σφυριού το σταθερό κοπάνημα
Είμαι όπως ο πανικός αλλά δεν σκορπίζομαι στον αέρα
Με φυλάνε σε μακρουλά γυάλινα κουβούκλια
που μοιάζουν με ρεβίθια
Ένας στρατός από έντομα
Ήμουν καλός – τώρα είμαι κακός ήμουν ωραίος
Τώρα είμαι σαν μια στραγγαλισμένη αχτίδα
Ήμουν βουνό τώρα είμαι το χρήμα μιας μικρής κλωστής
Βγαίνω από μια πελώρια γυάλα δέκα μέτρα ύψος
Και μπαίνω σ’ ένα συναξάρι όπου κλείνομαι όπως η σκόνη
Γίνομαι γνώμη το βράδυ γύρω απ’ τη φωτιά
Τρίψιμο στο νιπτήρα μιας ιδέας που ξίνισε
Γιατί δεν ξέρει τι να την κάνει τη γλώσσα της
Έχει μια γλώσσα πράσινη σαν κολοκύθα
Έχει μια γλώσσα που κελαρύζει μια πεταλούδα φόνισσα
Αλλά στο βάθος είναι ένα πηγάδι που ντρέπεται
Είναι φαΐ από τσιμέντο ένα χέρι από χαρτί
Είναι φωνή που καθρεπτίζεται είναι περισπωμένη
Ένα κρεβάτι ανθρώπινο ένα κοπάδι πόδια

Η ΜΕΓΑΛΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ
Πουθενά τόσο παρθενική κι απάρθενη συνάμα. Η δεσποινίς ωραία με κεφαλαίο ωμέγα απαντημένη αναπάντεχα σ’ ένα δρομάκι σκοτεινό, ένα βράδυ όταν κανείς δεν κοίταζε και τραβήξαμε για το σπίτι του γ, έτσι για να ’μαστε πιο ήσυχοι. Η δεσποινίς Ωραία έχει μακριά μαλλιά κι έχουν πιστέψτε με αν θέλετε το φυσικό τους χρώμα στο φυσικό τους μέγεθος. Η παρέα της εξοντωτική όσο είναι και η ομορφιά της. Η εξουσία μου είναι προσωρινή γιατί στο βάθος η μοίρα μου είναι μυστική
κυκλοφορώ μονάχα στα υγρά υπόγεια των υπονοουμένων και συνθέτω εκεί μια νέα μουσική, που είναι πολύ παλιά, σαν έπος προϊστορικό.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΜΟΥΣΤΑΚΙΑ
Γυναίκες με μουστάκια -που παρ’ όλα αυτά δε θα λέγαμε όχι, αν μας δινόταν η ευκαιρία κι εφόσον δεν υπάρχουν άλλες, γιατί όχι κι αυτές, ας έρθει το πράγμα έτσι τυχαία, κι όχι προμελετημένα χωρίς καμιά προσπάθεια, χωρίς πρόθεση χωρίς καν να παρατηρήσει κανείς τη διαφορά ανάμεσα στη συνηθισμένη περίπτωση και στην περίπτωση που είναι κάπως πιο παράμερη από τις άλλες θα ’λεγα μάλιστα για να φτάσω απευθείας στο ψαχνό μια υπόθεση που σου πέφτει από τον ουρανό όχι γιατί δεν την σκέφτηκες, αλλά γιατί έτσι το θέλει ο νόμος τη βαρύτητας που διέπει τις σχέσεις των αντικειμένων με τη γη, και των ίδιων των ανθρώπων μεταξύ τους αφού έλκονται και απωθούνται με την ίδια ένταση και ανάλογα με την κίνηση που κάνει ο ένας γύρω στον άλλον,  αν κρατάει ένα σχοινάκι και στριφογυρίζουν κι οι δυο, όπως ο Δερβίσης μόνος του γύρω από τον εαυτό τουπέφτοντας στο τέλος, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Το ανεξήγητο αυτό φαινόμενο, που λέγεται βαρύτης, ο Νεύτων το είδε, το διαπίστωσε, αλλά δεν το εξήγησε,και σήμερα ακόμα γίνονται εικασίες τελευταία ο FRED HOYLE, δεν υπέθεσε πως είναι το σύνολο, της απωστικής δύναμης των ευρισκομένων στο σύμπαν σωμάτων, που προκαλεί τη βαρύτητα,  πράγμα που δεν ξέρω τι σημασία έχει στα μαθηματικά, πάντως βρίσκω ότι τα πράματα έχουν πάει λιγάκι πολύ μακριά: Να χρειαστεί να φτάσουμε ως την άκρη του κόσμου για να εξηγήσουμε την πτώση ενός μήλου ούτε ο Νεύτων είμαι σίγουρος δεν το ’βαλε αυτό με το νου του, όταν ένα απόγευμα τον ξύπνησε στο περιβόλι, από μεσημεριάτικο ύπνο (υποτίθεται), η πτώση ενός μήλου, πράγμα που μας φέρνει σε μιαν άλλη πτώση ετούτη τη φορά ηθική που συνέβηκε με το μήλο που πρωτοδάγκωσε ο Αδάμ, όταν του το προσέφερε η Εύα, κι έτσι σήμερα οι δύο πτώσεις γίνανε μία, και δεν μπορεί πια να διακρίνει κανείς που αρχίζουν οι νόμοι της φυσικής και που τελειώνει η αμαρτία, το παράπτωμα δηλαδή που το δικάζουνε στα πταισματοδικεία, και σε τι διαφέρουν τελικά τα μουστάκια των γυναικών από των ανδρών, από τη σκοπιά της βαρύτητας της φαντασίας των ποιητών.

Τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική η θάλασσα που σφαδάζει πάνω στα βράχια σαν γυναίκα αλυσοδεμένη στη στεριά. Όμως πρέπει πρώτα να χαράξουμε στην πέτρα ένα χαμόγελο, ν’ ανάψουμε στους στίχους μερικές μεγάλες φωτιές όπως το απαιτούν οι συνήθειες των ναυαγών και η φαντασία των ποιητών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: