Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2016

ΦΟΒΗΘΕΙΤΕ αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του ωραίου, αυτό που δίπλα μας ολοένα μ’ απίθανες χειρονομίες δρα, ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΧΑΡΙΝ:

Δυο χέρια ωραία γυναίκας (ή και ανδρός) που να ’χουν εξοικειωθεί με τ’ αγριοπερίστερα, Ένα σύρμα που οι αναμνήσεις του όλες να ’ναι  από ρεύμα ηλεκτρικό κι ανύποπτα πουλιά, Μία κραυγή που να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αιώνια επικαιρότητα και Το παράλογο φαινόμενο της ανοιχτής θαλάσσης!!! Θα ’χετε βέβαια  καταλάβει τι εννοώ: είμαστε το αρνητικό το ονείρου, γι’ αυτό φαινόμαστε μαύροι κι άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα: Σε μεγάλη απόσταση μέσα στην ευωδιά του δυόσμου αναλογίστηκα πού πάω  κι είπα για να μην μ’ έχει του χεριού της η ερημιά να βρω εκκλησάκι να μιλήσω. Η βοή απ’ το πέλαγος μου ’τρωγε σαν την αίγα μαύρο σωθικό και μου άφηνε άνοιγμα ολοένα πιο καλεστικό στις Ευτυχίες Όμως τίποτα κανείς. Μόνο πύρωνε της αγριελιάς η μαντοσύνη. Κι όλη στο μάκρος της αφρόσκονης έως ψηλά πάνω απ’ το κεφάλι μου η πλαγιά χρησμολογούσε και σισύριζε  με τρεμίσματα μοβ μυριάδες και χειρουβικά εντομάκια Ναι ναι συμφωνούσα οι θάλασσες αυτές θα εκδικηθούνε. Μια μέρα οι θάλασσες αυτές θα εκδικηθούνε. Όπου απάνω κει από τον ερειπιώνα της αποσπασμένη  φάνηκε να κερδίζει σε ύψος κι όμορφη που δεν γίνεται άλλο  μ’ όλα τα χούγια των πουλιών στο σείσιμό της   η κόρη που ’φερνε ο Βοριάς κι εγώ περίμενα κάθε οργιά πιο μπρος με το που απίθωνε στηθάκι να του αντισταθεί ο αέρας κι από μια τρομοκρατημένη μέσα μου χαρά που ανεβαίνει ως το βλέφαρο να πεταρίσει. Άι θυμοί κι άι τρέλες της πατρίδας! Σπούσαν πίσω της αφάνες φως κι άφηναν μες στον ουρανό κάτι σαν άπιαστα του Παραδείσου σήματα. Πρόκανα μια στιγμή να δω μεγαλωμένη τη διχάλα των ποδιών κι όλο το μέσα μέρος με το λίγο ακόμα σάλιο της θαλάσσης. Ύστερα μου ’ρθε η μυρωδιά της όλο φρέσκο ψωμί κι άγρια βουνίσια γιάμπολη. Έσπρωξα τη μικρή ξύλινη πόρτα και άναψα κερί που μια ιδέα μου είχε γίνει αθάνατη [Οδυσσέας Ελύτης Λόγος περί κάλλους 14ης Ομορφιάς  Η Κόρη που ’φερνε ο Βοριάς και με ΚΛΙΚ εδώ άλλες 69 Χρυσαλίδες Ρέμβης - ART ένα ΦΩΤΟΔΕΝΔΡΟ του ίδιου του ποιητή]



1.       Απ’ το ελάχιστο φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε.
Μόνο που ’ναι πιο δύσκολο.
Κι απ’ το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις,
αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίζεις
οπόταν η φύση σου υπακούει.
Κι από τη φύση
αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της.

2. είμαστε το αρνητικό του ονείρου
γι’ αυτό φαινόμαστε μαύροι κι άσπροι
και ζούμε τη φθορά
πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα

3. τέτοιος ανέκαθεν ο άνθρωπος και να μην το γνωρίζω
πώς να περάσω από την άλλη όψη των πραγμάτων
να κατέβω και τους επτά ουρανούς
έως ότου η αντανάκλαση των αγγέλων μ’ αρπάξει

4. το νου σας:
από μας εξαρτάται η άνοιξη
να ξαναδώσουμε στα πόδια μας το χώμα
το πράσινο στο πράσινο
δεν ωφελούν πια οι μυώνες
θέλει αγάπη θηριώδη

5. χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο
και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία
Α τι ωραία να ’σαι νεφεληγερέτης
να γράφεις σαν τον Όμηρο εποποιίες στα παλιά παπούτσια σου
να μην σε νοιάζει αν σ’ αρέσει ή όχι
τίποτε

7. όσο υπάρχουν Αχαιοί θα υπάρχει μια ωραία Ελένη
με τον τρόπο της διαιωνίζει τη φύση της ελιάς
γίνεται ανάλογα με τη στιγμή
πότε ασημένια πότε βαθυκύανη
Γι’ αυτό και οι αντίπαλοι ολοένα εκστρατεύουν
άλλοι με τις κοινωνικές τους θεωρίες
πολλοί κραδαίνοντας απλώς λουλούδια
Κάθε καιρός κι η Ελένη του
Κάθε καιρός κι ο Τρωικός του πόλεμος

8. Ροές της θάλασσας κι εσείς
των άστρων μακρινές επιρροές
παρασταθείτε μου!
Απ’ τα νερά της νύχτας τ’ ουρανού κοιτάξετε
πώς ανεβαίνω
αμφίκυρτη
σαν τη Νέα Σελήνη
και σταλάζοντας αίματα.

9. τα λευκά των αγγέλων που ’κλείναν μπροστά μα τ’ άφηναν ξεκούμπωτα
και όλα τα γεράνια σ’ ένα μακρύ πεζούλι ασβεστωμένο
γυρισμένα στον άνεμο ν’ αλέθουνε ασταμάτητα τη μαύρη ψίχα του ήλιου
το ’να πόδι πάνω στο άλλο στην αμμουδιά που ρίγωνε ο αέρας όλο σπίθα χρυσή
να καλπάζουν έβλεπα κορίτσια του σιρόκου με δροσερούς γλουτούς

10. Κι είναι από τότες λέω
τότες που σε φιλούσα κι άκουα
είναι η ίδια η θάλασσα
φτάνοντας μες στον ύπνο μου που ’φαγε τη σκληρή την πέτρα
κι άνοιξε τ’ αχανή διαστήματα
Λόγια που έμαθα
σαν περάσματα ψαριών πράσινα
με γαλάζια κιμωλία χαρακωμένα
παραμιλητά που ξυπνητός ξεμάθαινα
και πάλι κολυμπώντας ένιωθα κι ερμήνευα
Ιωάννης των ερώτων…

11. άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά και μου χαμογελούσανε
κρατούσανε στο χέρι τους μια γαρδένια
 μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικάπ
αίφνης εκείνο το
«Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα».
Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης ποδηλάτης
ύστερα τράβηξε τον σπάγκο
κι εγώ κολπωνόμουν μες στον αέρα…

12. είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες
όπως ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μόνο οι σκύλοι και τα νήπια
η εναντίωση αείποτε μ’  έθρεψε
κάποτε η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα

13. δεν είναι πάντα πιο μικρό το σπίτι απ’ το βουνό
δεν είναι πάντα πιο μεγάλος από το λουλούδι ο άνθρωπος
λανθασμένες είναι όλες οι αποστάσεις
και άδικα πιστεύω καυχησιολογούμε λέγοντας
«ο κόσμος είναι αυτός»
Ο κόσμος είναι το φυτό που ορθώνεται και τρέχει με τη μουσική
τα παιδιά που ζωγραφίζουν τοίχους
συμπαρασύροντας το πιο παρθένο μέρος των πραγμάτων
η σύνθεση απ’ όλα αυτά, μια ζωή πλήρης εν τέλει

14. Κάπου ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη
πρέπει να παράπεσε η αληθινή σου μέρα
Υπερούσιος πας ενώ πάνω απ’ το κεφάλι σου
απλώνεται ο βυθός
με τα χρωματιστά του βότσαλα σαν άστρα

15.  δυο τρεις οργιές κάτω απ’ το χώμα το δικό μου άλλοθι
επειδή κλαίω ακόμη στα κρυφά
καταπιάνομαι ακόμη με όνειρα καιρών τ’ ουρανού
τόσο που αν πας εκείνη τη στιγμή να μ’ αγκαλιάσεις
πασαλείβεσαι άστρα

16. το λοιπόν το πήρα απόφαση
ν’ απομονώσω κάποιο σκίρτημα στην τύχη
και να το τρισμεγεθύνω
από πείσμα κυρίως
ή αν όχι κι από μια διάθεση να δω τι γίνεται
άμα πας κόντρα στα λεφτά κόντρα στον άνεμο
κόντρα στη σιγουριά κόντρα στην αγωνία
πάντα ανάμεσα Ευημερία και Θάνατο

17. τι κρίμα που δεν βρέθηκε το λιγκουαφόν της ηδονής ακόμη
τώρα που η φύσις λιγοστεύει και σπανίζει ο άνεμος
και οι άνθρωποι σήπονται σε δάση ολότελα φανταστικά
θα ’ταν ύψιστη σοφία να συμβιβαστούν οι Άγιοι με το σώμα τους
ν’ ακούσουν πάλι των αγγέλων τη λαλιά να πέφτει
σαν ψιλή βροχούλα εαρινή
την ώρα που η κάθε είδους γνώση φλέγεται

18. κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται εκείνοι που αγαπάνε
ζούνε ακόμη ζούνε μέσα μου
μια για πάντα ιδωμένοι
από ψηλά οι αγροί χαρακωμένοι
ευθείς σαν πίνακες του Mondrian
οι περίβολοι της εκκλησιάς
με τα κορίτσια ολόγυμνα κρατώντας μύρτα

19. είναι μες στην ευλάβεια που θα γυμνωθούμε
όταν η συμφορά συμφέρει λογάριαζέ την για πόρνη
παρακαλώ προσέξετε τα χείλη μου:
από αυτά εξαρτάται ο κόσμος

20. ένα βράδυ που μυρίζει ωραία
ρίχνουμε τον ξυλοκόπο της σελήνης χάμου
εκείνος μας δωροδοκεί με λίγο γιασεμί
κι εμείς συγκατανεύουμε
να στέλνουμε το χέρι μας και να πηγαίνει εκεί
που μια γυναίκα σα Μηλιά
καρτερεί μισή μέσα στα σύννεφα
εντελώς αγνοώντας την απόσταση που μας χωρίζει
Και κάτι ακόμα: όταν βρέχει
ας γδυνόμαστε και ας λάμπουμε σαν το τριφύλλι
Θάλασσα λανθασμένη δεν γίνεται

21. πιάσε την αστραπή στο δρόμο σου άνθρωπε
δώσε της διάρκεια, μπορείς.
Από το ατέρμονο φιλί να βγάλεις έναν αιώνα
με θόλο για την ομορφιά και την αντήχηση
όπου σου φέρνουν οι άγγελοι μες στο πανέρι
τη δρόσο από τους κόπους σου,
τη στεναχώρια σου γεμάτη πλήκτρα που χτυπούν μεταλλικά στον άνεμο.
Και βλέπεις να συνάζονται τα δένδρα σου όλα
Μαρίες που κανείς πάρεξ εσύ δεν άγγιξες
όλα μία στιγμή, η μόνη σου αστραπή για πάντα

22. Κοίταξε πώς η μνήμη δένει τα μαλλιά πίσω
και αφήνει εμπρός να πέφτουν τα ματόκλαδα
τρέμοντας από την τόση αλήθεια
Πυρά τέτοια τον ήλιο δεν ανάβει
εδώ που ανάτειλε η συνείδηση
κι έλαβε σώμα Κόρης υπαρκτό
με λάμψεις από την απέραντη πεδιάδα

23. Όπως το αίμα, όπως τα σταφύλια.
Ο μακρύς δρόμος του ανθρώπου
από το δνοφερόν στο αείφωτον
ψαύοντας δάχτυλο το δάχτυλο έως ότου ο κόλπος
όλος ερευνηθεί και ανοίξει το αίνιγμα
που σφιγμένο κρατούν οι ωραίοι μηροί
ο γιαλός ο αμύθητος από την υψηλή μασχάλη έως τα πέλματα

24. ο περίπλους γύρω από ένα σώμα λείο νέο γυμνό
τελειώνει εκεί που ξαναρχίζει το άλλο
σαν τριαντάφυλλο αναποκάλυπτο παρθένας
που ξαναγεννιέται ν’ απαλείφει τον φόνο
και να κατασιγάσει τις κραυγές των θυμάτων
απαρχής της Ιστορίας ως σήμερα
ένα σώμα λείο νέο γυμνό: η δικαιοσύνη
Δεν εγεννήθηκεν ακόμη ο Μαγελλάνος ενός τριαντάφυλλου

27. ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ
αλλά χωρίς να χάνεις ποτέ την εικόνα του συνόλου
και η πιο απλή παράγκα θέλει το ρήμα της,
τα ουσιαστικά και τα επίθετά της,
όπως κάθε πρόχειρη γραφή τον Πικιώνη της
Η αφέλεια δεν δίνεται δωρεάν, 
σκηνοθετείται και παίζεται
εάν είσαι ο ένας από τα ελάχιστα εκατομμύρια
που δικαιώνουν την ανθρωπότητα.

28. τα πάντα εν τέλει ανάγνωση επιδέχονται
του μύρμηγκα η μυστηριώδης διαδρομή
και της μελίσσης το βόμβισμα
ε τι συμπληγάδες όλοι μας περνούμε
άλλες του κίτρινου στενές κι όλες του κόκκινου κατάμαυρες
στηθήτω μία Παρθένος κατάστικτη φιλών η αμώμητος
εγώ στη θέση της παρθένου θα ’βαζα κληματόφυλλα

29. ένα σώμα γυμνό
η μοναδική προέκταση της νοητής γραμμής
που μας ενώνει με το μυστήριο
κλωνάρια λέξεων αδημονούν για Μάιο
καθώς μια θέση Αγίου διεκδικούν
μέσα στο ίδιο ποίημα

30. όπως ο στάχυς μεταβάλλει τη σοφία του σε άρτο,
έτσι κι ο ποιητής την αφροσύνη του
σε πικρό υδράργυρο, αλλ΄ αγάπης
κείνες οι ξαφνικές λιακάδες μες στο καταχείμωνο δεν είναι παρά οι προσπάθειες που κάνει ένα παραπλανημένο περσινό τζιτζίκι να ξαναβρεί τον προσεχή του Ιούλιο

31. θαυμάσια που τρέχει ο ουρανός,
αν κρίνεις απ’ τα σύννεφα
με την προϋπόθεση
ότι και οι έννοιες έχουν τη δική τους ύλη
θα ’ταν επίτευγμα μέγα
να φτάσει κανείς ως το Αγαθόν και
να πετύχει τη διάσπαση του ατόμου του.
Για ν’ αλλάξει το βάρος στο ζύγι της τυχαιότητας

32. μην ανησυχείς υπάρχει πάντα μια δεύτερη τύχη
που ακολουθεί πίσω από την πρώτη
αρκεί να ξέρεις να περιμένεις παρά έναν ή δύο αιώνες
φθόγγους υποχθόνιους
με κατά καιρούς καταρρέουσες λέξεις
σ’ ένα εικοσιτετραώρου διαρκείας ηλιοβασίλεμα,
παριστάμενης πάντοτε και της σελήνης-

μες στο βαθύ ουρανό κάθε βουνό και η υπογραφή του

εικόνες ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ elytis ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

33. γενού φυτό τριών γενεών και συνάμα παρθένος
τι εύκρατη που γίνεται η σκέψη
όταν τα μπλε σου
βγαίνουν περίπατο.
Τάχα να μην είχα κάποτε κι εγώ ανεβεί
κείνα τα σκαλοπάτια του ατελεύτητου καλοκαιριού
μιαν αψηλή βουνίσια θάλασσα

36. μια δεύτερη μέρα μέσα στην πρώτη
διπλωμένη σε φάκελο φεύγει συνεχώς
για να τοποθετεί εν αγνοία σου
μικρούς φλόκους στα γύρω υψώματα
και χρυσά συννεφάκια στην άκουα μαρίνα
της μονίμου κατοικίας σου
αχ να ’χα δικό μου αμπέλι πάνω σε ακρωτήριο
που η κάθε του ρώγα να τρίζει στο κύμα

37. αλλ΄ εμείς φεύγουμε
λίγη τύρφη φθοράς καταλείποντας
οι με τις εικασίες εξακολουθητικά διαιτώμενοι
και ποτέ ναι λέγοντες
άνθρωποι του ενός αιωνίου παρ’ ολίγον
ποιας εντούτοις παραδείσιας χρυσαλλίδας τα ίχνη
στα χειρόγραφά μας άλλο νόημα δίνει;

38. κυανότερο το κυανό γίνεται
και μια τελεία γλάρου μένει επάνω του
ράκη φαντασίας ο αιώνιος δήθεν
κι ας αρκέσει ο μέσα μας ανθώνων Άθως
όπου πηγή λαλεί
και ο ελεύθερος που δεν μεταγλωττίζεται
ρείκια σφένταμα λουίζες
πολυσύλλαβα της συντροφιάς μου

39. καθ’ οδόν βρίσκεις τον Οδυσσέα σου,
και πάλι ζήτημα είναι
θέλει να κοιμάσαι μ’ ανοιχτά πανιά
και μ’ ανεβασμένη την άγκυρα.
Παρά λίγα σκαλοπάτια οι κουτοί των αισθήσεων
θα μπορούσαν να γεννήσουν σαν μικρό αγοράκι
μιαν ολόκληρη άνοιξη
Η ελευθερία έχει δυο κοφτερές όψεις,
όπως τα παλιά ξυραφάκια

40. στη βρύση του ύπνου κάνει ουρά
με το τενεκέ του στο χέρι
το τελευταίο μου όνειρο

41. πιο κοντός απ’ τη λύπη του ο άνθρωπος
όμορφα δειλινά με κομμάτια Μυκήνες ως τον ουρανό
και λαμπερά υποσύννεφα
στις Κυκλάδες οι μικρές εκκλησιές αφθονούν
και λάμπουν όπως τα βότσαλα
αλλού πουθενά χριστιανοί δεν εφάνηκαν ποτέ
τόσο ειδωλολάτρες
Και είναι με το μέρος τους ο Θεός

42. Μην ακούτε τον ΑΡΜΣΤΡΟΝΓΚ
η μυρωδιά του φεγγαριού θα πρέπει να είναι
κάτι ανάμεσα παλαιό φιλί
και αιθέριο έλαιο κυπαρισσώνων
οι ιδέες είναι σαν τα φαντάσματα
περνάς ανάμεσά τους κι αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν
τις κλοτσάς, κι εκείνες δεν σαλεύουν!
εάν δεν τους λείψεις εσύ, δεν πρόκειται να λείψουν ποτέ

43. όλες τις επιταγές θα τις εξαργυρώσει
η επόμενη εικοσιπενταετία
τα μανιφέστα του Μπρετόν
τα ποιήματα του Πωλ Ελυάρ και του Ρενέ Σαρ
τους πίνακες του Υβ Τανγκύ και του Μαξ Ερνστ
τις φωτογραφίες του Μαν Ρέη και πάει λέγοντας
ίσως βρω το δωματιάκι
όπου θα ζήσω με τις αγάπες μου και θα περάσω μια ζωή ολόκληρη διατυπώνοντας, αναλύοντας....

44. για να τις φτάσει να λάμπουν
ο χρυσοχόος τις λέξεις του,
προηγουμένως τις βουτά στο φαρμάκι
γι’ αυτό κάθε τι πικρό γοητεύει

45. επειδή το κόκκινο δεν είναι πάντοτε
η προτεραία του μαύρου,
επειδή ως και η ευλάβεια σε ρευστή κατάσταση
μπορεί να προκαλέσει ανίατα εγκαύματα

46. επειδή από τα είκοσι στα τριάντα σου
ο δρόμος είναι πολύ πιο μακρύς
απ’ ό,τι απ’ τα τριάντα σου στα ενενήντα σου
επειδή το μωβ περιλαμβάνει όλα τα χρώματα πλην ενός, που καλείσαι να το βρεις και δεν το βρίσκεις ποτέ σου
επειδή στο εξοχικό του καθενός μας
ενδημεί ένας εύρωστος αίγαγρος
που συντηρείται με τα όσπρια των ρεμβασμών μου

47. άλλ’ ο ένας όσο κι αν από μαΐστρο έμπλεος είναι
στον ενεστώτα του καιρού λιμώττει
παίζουν οι ευωδιές τυφλόμυγα
και σαστίζει της νύχτας το αλογάκι
μπρος, ας διαγραφούν οι Αντιγόνες
κι ας αντικατασταθούν δικαίως οι Κρέοντες όλοι

48. όπως και να το κάνεις ένα κομμάτι «πάντοτε» στον άνθρωπο θα υπάρχει
Τράβα μόνος σου ο ίδιος κι όσο πιο δυνατά μπορείς
το σχοινί που ανεβάζει το καλαθάκι σου
στα πιο εμπιστευτικά σου Μετέωρα
Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές
και πάλι κάτι θα περισσέψει
που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.
Ω δύσβατη, δύσβατη ζωή,
από ποιο σοκάκι γίνεται κανείς να σε περάσει

49. ο τρόπος να μετράς σύνολα αστερισμών
είναι απαράλλαχτος με τον τρόπο που μετράς σύνολα λέξεων
συν ένα
αυτό το συν αποτελεί,
όσο μικρούτσικο κι αν είναι, ακόμη και δισύλλαβο,
τη μόνη μας υπεροχή
απέναντι στον απέραντο όγκο του υλικού κόσμου

50. να πετύχεις μονόλογο σε όλες τις διαλέκτους του τρεχούμενου νερού
να κυκλοφορείς πότε- πότε
μ’ ένα φευγάτο του ΜΑΞ ΕΡΝΣΤ φεγγάρι
αν έφτανε ο άνθρωπος να μεταστοιχειώσει την ορθή δίκη σε βερίκοκο ακμής,
θ’ αρκούσε για να κατέβει μερικά σκαλοπάτια ο θάνατος

51. στα καταστήματα των νεωτερισμών τα έτοιμα ποιήματα
στοιχίζουν τρεις ή δέκα λέξεις φθηνότερα,
όσες ακριβώς θα χρειαζόντουσαν
για να γίνει το ναι ΙΣΩΣ
και τo ίσως ΠΑΝΤΑ
χώρια αν είσαι αγοραστής Μαίου
σ’ εκείνες τις κατά την περίπτωση ομοβροντίες
πάνω σε τάπητα χλόης, όπως φρέσκιες παπαρούνες

52. το κατά λάθος λάθος μπορεί να σε οδηγήσει και σ’ άλλα επόμενα,
δεν σε επαναφέρει όμως στο σωστό ποτέ
η τρέχουσα ευφυΐα είναι μια ισορροπία
ανάμεσα στο χείριστο και το βέλτιστο
Κουράγιο χρειάζεται
ανάμεσα στο δείκτη του χεριού σου
και την άκρη του τετραδίου
απλώνεται τεραστίου μήκους έκταση
που έχεις να διανύσεις

53. μια γυναίκα ξετυλίγει τον ήχο και τον στρώνει στο δάπεδο
μυρίζει κλεισούρα εδώ μέσα
οι δυο γυναίκες από την πολλή προσπάθεια έγιναν τρεις
ο αγκώνας της μιας είναι συνάμα και κρύπτη
στο βάθος υπάρχει κι ένας άνδρας αορίστου εποχής έφιππος
βουίζει κι ακούς τα γεγονότα να τρέχουν

54. ούτε ξέρει κανείς πώς βρέθηκε εδώ (ο ήλιος)
διαθέτει μια πελώρια κινηματογραφική μηχανή και ίπταται
με κάθε κλικ εκτινάσσει μικρά καθημερινά αντικείμενα,
σφυρίχτρες, χτενάκια, μολύβια βούρτσες
μου μπαίνει ο πειρασμός και πλησιάζω
βάζω με το νου μου ένα παλιό εγγλέζικο τραγούδι για την Άνοιξη και περιμένω με δυσπιστία
πρώτα αισθάνομαι να πέφτει χωρίς λόγο μια λεπτή βροχούλα,
και σε λίγο βλέπω από ψηλά λουλούδια πολλά, σκόρπια, σε μπουκέτα και σε ολόκληρα στεφάνια
σωστός κατακλυσμός
την ίδια στιγμή που μήτε ακούς μήτε οσφραίνεσαι τίποτε

55. κάθε καθρέπτης έχει κι από ένα δικό του είδωλο
κατά λάθος μαθαίνει κανείς
και μυστικά που περνούν γι’ αλήθεια
σκέφτεσαι τι σπουδαίο θα ήταν
να μπορούσε όλος ο τελευταίος πόλεμος
να χωρούσε σ’ αυτό το τετραγωνάκι
τώρα οι πρώτοι θα έχουν φτάσει κιόλας στη στροφή του δρόμου και θα πλησιάζουν στο λιμάνι

56. φτασμένες οι προλήψεις σε μια καθαρότητα μαθηματική
θα μας βοηθούσανε
να κατανοήσουμε
τη βαθύτερη δομή του κόσμου

57. αν δεν έχεις κάνει έρωτα
ποτέ σου με τα μαθηματικά,
δεν θα μπορέσεις ν’ αποδείξεις
ότι τα γραφτά σου τους μοιάζουν
αν δεν σου λείψει ένα κομμάτι ζωής,
όνειρα μην περιμένεις.
Ετοιμάσου να τρομάξεις.
Ακούγεται μια βοή.
Θα ’ναι τα γεγονότα που ολοένα τρέχουν

58. άπαξ και φτάσει να θεωρείται
αλάνθαστο ένα χρώμα,
δεν υπόκειται πλέον στην εξέλιξη,
ακριβώς όπως ένας τέλειος στίχος

μάθε ν’ αγοράζεις πάντοτε
από την ίδια ποσότητα του ελαχίστου

59. και στον ενεστώτα του αρέσει να ξενοπλαγιάζει ο έρωτας και στον παρακείμενο
με λίγο παραπάνω πιπέρι κατά την περίσταση
μια εξίσωση από κολοκύθια που βράζουν
χωρίς κανένα προορισμό είναι η ζωή
άμετε να μετρηθείτε, αχθοφόροι του ονόματός σας

60. τόσον ωραία που δεν την έχει δει κανείς ποτέ του
άλλωστε με το πρώτο φως
γίνεται άγαλμα με λευκά μάτια
και μένει ανεπηρέαστη απ’ τις εκρήξεις
σε βαθύ φαράγγι
πλάι σ’ έναν σταματημένο υδρόμυλο
μαθημένη στην ένδεια
η πέτρα δεν ζητά ούτε να φέρει πίσω τη μέρα
ούτε να την ωθήσει μπροστά

61. Είσαι ωραία σαν φυσικό φαινόμενο
σ’ ό,τι μέσα σου οδηγεί στο χέλι
και στον αγριόγατο
είσαι η νεροποντή μέσα στις πολυκατοικίες
η θεόπεμπτη διακοπή του ρεύματος
η αστρολογία θα προσέξει το κρεβάτι σου
και θα στηρίξει τα προγνωστικά της
στην απελπισία σου
είσαι ωραία σαν απελπισία
σαν τη ζωγραφική που απεχθάνονται οι αστοί
και θα την αγοράσουν μεθαύριο με δισεκατομμύρια
Ίρις Μαρία Νεφέλη
με τη γοητεία του πισινού σου
όταν καθίζει ξάφνου
πάνω σ’ ένα ξυράφι

62. την άνοιξη αν δεν την βρεις την φτιάχνεις
και ή πας να παίξεις τρικυμία ή πνίγεσαι
θέλει τουφέκι ο χρόνος,
αν επιθυμεί να γίνεις μια σκέτη ανάμνηση
κάπου στον κόσμο των κλειδιών
θα υπάρχει κάποια παρατεταμένη λύπη
και ζηλεύει σμαράγδι
το πιο σπάνιο των παιδικών μου χρόνων δάκρυ

63. Τουλάχιστον αν ζούσαμε από την ανάποδη
να τα βλέπαμε όλα ίσια
Μπα!
Η αναποδιά
έχει μια μονιμότητα πεισματική,
αποτελεί όπως λέμε τον κανόνα
όπου σημαίνει
ότι αν καταφέρνουμε να ζούμε
βέβαια ζούμε από τις εξαιρέσεις
προσποιούμαστε ότι δεν συμβαίνει τίποτα
ακριβώς για να συμβεί επιτέλους κάτι
έξω και πάνω από τη χλεύη

64. σ’ ένα μεγάλης διαρκείας εναντίον
έζησα μες στην ευμάρεια Κυκλάδων
λείχοντας λέξεις κι άλλες των κλώνων συλλαβές
διέφυγα
βρήκα βροχές κρυφές και νύχτες από γιούσουρι
και νήμα δωρεάν του εάν και του όχι
σε ποιου μαντείου τα μείον
δωροδοκείται ακόμη το άγνωστο
ποιας τρυγόνας άλμα
ελευθερώνει μες στη νύχτα ιχθύν
να σαλέψουν της θαλάσσης τα θήλεα

65. Καιρός να εικονιστούν τα είδωλα και στον ύπνο και πάνω μας
είναι από τα αποτυπώματά μας
που θα υπάρξουν του έαρος οι επίγονοι
κανείς άλλος δεν εξέρχεται σώος
από τέτοιων αιώνων το άθροισμα

66. επειδή εδώ, σ’ αυτά τα μέρη, το παν ομιλεί,
ο κισσός, η βρύση, το αγροκήπιο
και οι άκρες των τριών ακρωτηρίων.
Ένας κήπος όπου μου έπεσε ο λαχνός να μπω κι εγώ σπώντας βέργες ανεμώδεις,
όπως μπήκε ο Ματίς με τα χρωματιστά χαρτιά…
Πέσαν στον ύπνο οι βλάστημοι και να
βρήκε το θάρρος το φεγγάρι
να ξεμυτίσει
Μίλησε πάλι το βουνό
ιερές ακατανόητες έλξεις
από φύλλο σε φύλλο
και κάπου ως πέρα η μισή κοιλάδα στ’ άστρα
Θάρρος
τώρα είναι η στιγμή

67. Ύδωρ Κολονίας και εκ του φυσικού,
αλλά για μας τους αδαείς της ευδαιμονίας
απαιτούνται τρία πράγματα:
παντελής απουσία ψυχολογικών προβλημάτων,
οξύ κίτρου
και αθωότητα νηπίου αίγαγρου.
Προσοχή, το βάρος πέφτει όχι τόσο στη λέξη
όσο στη χημεία  και τα παράγωγά της

68. επειδή δεν το ανέχεται κανείς
να ’ναι απλώς κείνο που είναι
για να φτάσεις στον οργασμό δεν σου χρειάζεται Σαίξπηρ...
ο καλύτερος αγωγός της θερμότητας είναι η λύπη
γι’ αυτό βλέπεις να καίνε κάθε μέρα οι καμινάδες,
χωρίς να φαίνεται πουθενά καμιά φωτιά
έχε το νου σου μην και χαθεί το δοχείο της φαντασίας σου, δεν θα σου μείνει μήτε Αϊνστάιν μήτε άγιος Χαράλαμπος

69. κι απ’ την ανάποδη φοριέται η φαντασία
και σ’ όλα τα μεγέθη της
λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ
μα ωστόσο λάμπει
αχ ομορφιά
κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω
λέω
κείνο το πράσινο κόρης οφθαλμού
που πρώτο εισέρχεται στον έρωτα
και τ’ άλλο το χρυσό,
που όπου κι αν το τοποθετείς ιουλίζει
τραβάτε τα κουπιά οι στα σκληρά εθισμένοι
να με πάτε εκεί
που οι άλλοι παν
δε γίνεται
δεν εγεννήθηκα ν’ ανήκω πουθενά
τιμαριώτης τ’ ουρανού
κει πάλι ζητώ ν’ αποκατασταθώ
στα δίκαιά μου
το λέει κι ο αέρας
από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι
κι άμα μεγαλώσει θάνατος

Δεν υπάρχουν σχόλια: