Κυριακή, 6 Μαρτίου 2016

ΑΠΟΨΕ ΔΕ ΧΩΡΑΝΕ ΟΙ ΛΥΠΕΣ ΜΟΥ ΟΥΤΕ ΜΕΣ ΤΟ ΑΠΑΛΟΤΕΡΟ ΦΙΛΙ

Ωχ τη μάνα μου την καψερή, τη μάνα μου παρηγοριά και βάλσαμο της νύχτας. Απόψε δε χωράνε οι λύπες μου, ούτε μες το απαλότερο φιλί. «Θέλω να πάω στην Αραπιά που μ’ έχουνε συστήσει, σε μια μεγάλη  μάγισσα τα μάγια να μου λύσει». Θέλω ν’ ακούσω πάλι τα βλέφαρά μου να γέρνουνε μπροστά σ’ ένα όραμα ξανθό. Θέλω να χορέψω, φούσκωμα και φύσημα τρυφερής κουρτίνας, μην απελευθερωθεί απ’ το παράθυρο. Θέλω ν’ ανοίξω ένα πρωί με το φως, σαν το νούφαρο. Είναι οι καρδιές μου ένας αρμαθός, τις άπλωσα στον ήλιο. Ναι, άπλωσα στον ήλιο ένα άγριο κυκλάμινο στην άκρη της ρεματιάς, μια χειραψία φίλων συνοδοιπόρων και συναγωνιστών, λίγα κρόσσια που πέφτουνε στο μέτωπο ενός Κρητικού, τα γόνατα μιας κοπέλας όταν βγαίνει απ’ τη θάλασσα, τη βραχνή φωνή του έρωτα, ένα αυλάκι αίμα μιας μάχης για τον ήλιο κι ένα ασημένιο κουτάλι λαμπερό, στην άκρη των χειλιών του βρέθηκε ένα χθεσιμό μου δάκρυ.[ΑΡΑΠΙΑ της Μάτση Χατζηλαζάρου, Δυο Διαφορετικά Ποιήματα – Artwork: Frederico Hurtado]

[Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι το πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα, και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού. Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι σα χόρτα στην άκρη του ποταμού. Για του λόγου το αληθές… οι παρακάτω επιλογές από τη συλλογή της Μάτσης Χατζηλαζάρου ΕΡΩΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ]

ΧΑΜΟΓΕΛΑ (λόγια για σύγχρονη μουσική, επονομαζόμενη Swing)
Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.



Μια ανεμώνη τινάχθηκε
μέσα στην αγκαλιά μου
πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα γελάει μια αχτίδα
Η θάλασσα αναμοχλεύει τ’ άσπρα της χαλίκια
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.

Δυο κόκκινες χάντρες κύλησαν
από μιας κοπέλας το λαιμό.
Οι λυγαριές αναστενάζουν μες στη ρεματιά
χορεύουμε, χορεύουμε, η μουσική μας είναι η σελήνη
όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμογελά σου.

Όταν μεθάει το κρασί
το πίνω μες τα χείλια σου
ο ήλιος σηκώνεται πριν ξυπνήσει το φιλί.
Η παλάμη σου ανοίγει όταν σκάει το σύκο
όλες οι πεταλούδες φέρνουν το χαμόγελό σου.

Από το χαμόγελό σου πετάξανε
δέκα πουλιά, στους ώμους μου επάνω.
Το χαμόγελό σου το κρατάς
όπως ένα παιδί τη ναυτική σου ψάθα.

ΚΡΥΦΟΧΩΡΙ: πρωί
Θυμήθηκε τα γριγριά
που αντιλαλούν και φέγγουνε
σε μεγάλη διαδρομή καημών
από τον εαυτό της
μακριά στα νερά της Βάρκιζας
όμως έσερνε μαζί έναν στίχο

τα γριγριά αντιλαλούν και φέγγουνε

μην επιμένεις εδώ
ισχνή μου λέξη γριγριά
τα γάμμα-ρο και τα γιώτα
δε φωτάνε κανένα βυθό
δε βαράνε γδούπους πάνω στη θάλασσα
μηδέ τα συνερίζεται ο μπάτης
όταν ξεμουδιάζει το πρωινό
κι ένα-ένα φυσάει
άστρα φάρους και λάμπες
γριγριά
τι με παιδεύεις
φτάνουνε οι θύμησες
αρρώστια είναι τα λόγια τους
τι με κατατρέχεις
αναβοσβήνεις μπροστά μου
άμα λιγώνουμαι στον καναπέ
φύγε γριγριά φύγε
δεν μπορώ άλλο
χάνουμαι

ΚΡΥΦΟΧΩΡΙ: απόγεμα
Μαύρη γάτα γυαλιστερή
λάγνα σα μάτι
κατοικίδιο
εσύ ελεύθερο
στην ηδονή έχεις
μιαν ανάσα αλλόκοτη
ήμερη ήρεμη ήμερη
η ράχη σου βρίσκει
μες στο δωμάτιο
όλα τα λησμονημένα χάδια

κι αν δοκίμαζα με σένανε
τα ξόρκια μου
κι αν σε ονομάτιζα
Γριγρίτσα μου γυαλιστερή
εσύ ελεύθερη

όχι καλύτερα να σε πω Γριγρία
γυαλιστερή μου λάγνα
Γριγρία
μαύρη σα μάτι
παίζεις καθώς γράφω
ψευδοδαγκάνεις το στυλό μου
Γριγρία λεβεντιά
ξέγνοιαστα ζυγώνεις
τη μελάνη ή το λόγο
παραφυλάς το θάνατο καμιά φορά
μα ποτές το ρήμα πεθαίνω

ΚΡΥΦΟΧΩΡΙ: βράδυ
Συγυρίζοντας κάτι μπαούλα
ανακάλυψε πως
μαζί της δεν έσερνε μόνο
τον στίχο της Βάρκιζας
αλλά και λίγην άμμο
που ’τριζε σιγά-σιγά
μες το ποδόγυρο ενός φουστανιού
γι’ αυτό λέει
πάντα ακούω το άγχος
εκείνης της ώρας
που όλα θρυμματίστηκαν
κι έγιναν ένα
με την αμμουδιά
σάπια και άχρηστη
είμαι εδώ μόνη
πάνω στα τελευταία
συντρίμμια ζωής που ξέρω
η πίκρα μου η θλίψη
πλέουνε συνεχώς
κατά τη θάλασσα
σαν τα ψόφια ψάρια
που κατηφορίζει ο Σηκουάνας
Γριγρία τι νιαουρίζεις τώρα
θέλεις να βγεις
έλα ανοίγω την πόρτα
φύγε και συ
δε χωράνε πια τα ψέματα

Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΡΕΑΤΟΣ: οι φαροφύλακες του δυτικού πολιτισμού, τερματοφύλακες ή και θεματοφύλακες αξιών, θεσμών και συστημάτων, επί αιώνες περιφρούρησαν μια γνώση ανθρωποκεντρική, διαμορφωμένη και στηριγμένη στο αλάνθαστο μιας λογικής που ήθελε τον άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα και ομοίωση ενός θεού-δημιουργού. Ο άνθρωπος αυτής της γνώσης έχτισε το οικοδόμημα της σκέψης του πάνω σε μια ταυτότητα, γέννημα της καρτεσιανής λογικής: σκέφτομαι άρα υπάρχω. Περιφρουρώντας αυτήν την ταυτότητα, όριζε και οριοθετούσε τον κόσμο: ανοιχτομάτης, τετραπέρατος, παντογνώστης, όλα τα καταλάβαινε, για όλα είχε προνοήσει – για όλα, μα όχι και για το «μυστικό του φρέατος»! Η είδηση ότι ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, δεν είναι καινούργια. Γνωστή από την εποχή του Οιδίποδα, λησμονήθηκε στον αιώνα των Φώτων. Τότε πολλοί τυφλοί ανέβλεψαν και πίστεψαν στην όρασή τους, πίστεψαν σε μιαν επιστήμη –και μια τέχνη- που ερευνούσε και αποτύπωνε ανάγλυφα, με φώτα και σκιές, έναν κόσμο που δεν είχε μυστικά. Πόσους στράβωσε αυτό το φως των Φώτων; Πόσους στραβώνει ακόμα; Και όταν έφτασε η είδηση ότι, τελικά, ο φαροφύλακας ήταν τυφλός, ποια εικόνα θα μπορούσε να τον βοηθήσει ν’ ανακαλύψει το μυστικό του φρέατος; Ν’ ανακαλύψει, δηλαδή, εικόνες εκπληκτικές, που αναπηδούν μπροστά μας, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο θαυμάτων ανεξάντλητων: «και ιδού μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμον αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα. Μια ανταύγεια ηχεί, ένα φουστάνι γίνεται σέλας φωτεινό, μια εφημερίς γίνεται δάσος μυροβόλον αλλά και υψίπεδον με χιονοσκεπείς κορδιλιέρες» (Εμπειρίκος, Αμούρ, αμούρ). Το θαύμα συντελέστηκε. Ο κόσμος του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού, του σωστού και του λάθους, ο κόσμος ενός λόγου «ορθού», που όριζε μια θέση εξίσου «ορθή» στα πράγματα της ζωής, της σκέψης και της τέχνης, ξάφνου αναλύθηκε στις άπειρες αποχρώσεις του. ΔΕΝ ΑΝΘΗΣΑΝ ΜΑΤΑΙΩΣ ΤΟΣΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ (Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου)

Δεν υπάρχουν σχόλια: