Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

ΜΙΑ ΚΟΡΥΦΟΓΡΑΜΜΗ ΠΟΥ ΝΑΥΑΓΕΙ ΣΤΟ ΥΨΟΣ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΟΥΣ:

Να ’σαι εκατέρωθεν ίσαμε που πάει το μάτι πέρα στις εσπέρες… Να ’σαι μια αφάνα μοναχή καταμεσής στη λεωφόρο, σε ηπείρους κατακόρυφες μια κορυφογραμμή – τι καμπύλη ράτσας θεέ μου- να βόσκει πάνω της ξανθό το χαμομήλι από τους γαλαξίες… Πες μου εσύ που πονάς διότι νοείς, πες μου δεν είσαι εσύ η πληγή μου στον κρόταφο δίδυμη με του νερού την καμπυλότητα, δεν είσαι μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου, ένα παράξενο οροπέδιο μεγαλοσύνης από χαλίκια λουλακιά πράσινα μαύρα που τα σφενδόνισε η πολυώροφη θάλασσα με τις πολύστροφες έλικες του νότου που καθώς πέφτουν κροταλούν στο τσίγκινο αίμα μου… Ένα διαγώνιο από βασάλτη όραμα εσύ, το έγκαυμα στη χούφτα μου απ’ την ανένδοτη επαφή εσύ, ένα περιστέρι περίτρομο που φτεροκοπά σε απανωτές περιπολίες του ονείρου, εσύ που ακούγεσαι στη φλέβα μου να έρπεις!..  [κτερίσματα από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΔΙΑΣΠΟΡΑ, 1961 – ART by HOGRET the lady clare] 



ΜΙΑ ΚΟΡΥΦΟΓΡΑΜΜΗ
Τι ξέρεις εσύ πουνέντη της χθεσινής πορείας
που στις αποσκευές σου πήρες
και το θυρεό του φεουδάρχη ιούνη
και μια χούφτα χαμομήλι από τους γαλαξίες;
πως όλα τούτα είμαι εγώ κι ακόμη
ένα κομμάτι ασβεστότοιχος του αιγαίου
κι η αγωνία του δειλού ενόρκου και η δίκη
η μοναξιά της αφάνας στην πλαγιά
όταν ο ήλιος δύσει κι η πλαγιά είμαι
που την κορυφογραμμή ενεδρεύει
λιώνει το φεγγάρι στις μασχάλες της
τρέφεται επιζεί ως τις προσβάσεις
και τα υπόγεια των λεωφόρων
τι ξέρεις εσύ για την προαιώνια ενέδρα
να πιαστεί η κορυφογραμμή εκείνη;
Να ’σαι εκατέρωθεν μπορείς;
μια αφάνα να ’σαι μοναχή καταμεσίς στη λεωφόρο
ένας πυργοδεσπότης αριθμός ιούνης
να σε χωρίζει
σε ηπείρους κατακόρυφες μια κορυφογραμμή
ένας ασβέστης αιγαιάτης
το ύψος του πελάγους που ναυαγεί στη μνήμη
το χάλκινο μήκος των ελλήνων σε οξείδωση
το πλάτος της πίκρας
ίσαμε που πάει το μάτι πέρα στις εσπέρες
μια κορυφογραμμή –τι καμπύλη ράτσας θεέ μου-
να βόσκει πάνω της ξανθό το χαμομήλι
από τους γαλαξίες

ΟΡΟΠΕΔΙΟ ΜΕΓΑΛΟΣΥΝΗΣ
Ξέρω τη σκιά μου να μετρώ σε μάκρη ατέρμονα χιλιετηρίδων 
από της νέφωσης το πρώτο σπόνδυλο να κόβω τη μερίδα μου
από της ρίζας το ταξίδι ν’ αφαιρώ
το ορόσημο της πέτρας
ξέρω τη ρεματιά από τον κρόταφο ίσαμε το νεφρό της αρχαίας θύελλας
που σήπεται ακριβώς στην άρθρωσή μου με το φως
μα πες μου εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι με αθροίζεις με ψηφιδωτό από το κάθε τι
κι από την καλοσύνη της χόβολης
κι από την κόψη του ίσκιου
κι από το έμβρυο του αγέρα ή 
τις κατωφέρειες του ουρανού
σπέρμα ελάχιστο
και αφαίρεση μέγιστη
πες μου
δεν είσαι εσύ η πληγή μου στον κρόταφο
δίδυμη με του νερού την καμπυλότητα;
Εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι αθροίζεις τα έλυτρα της πρώτης θύελλας
καθώς φρικιούν στις φλέβες μου
πιασμένα με φύκια πρωινά με σπόγγους νέγρους
με την οσφύ της νέφωσης
αιώνες τώρα βυθισμένης στο υγρό σου μέτωπο
πες μου δεν είσαι μια εκκλησιά εντός μου;

δεν είσαι
όπως τα σπίτια κρέμονται απ’ τα δοκάρια του γενάρη
ανάμεσα σε ρίγανες φασκομηλιές και φρούτα κίτρινα πλήθος;
δεν είσαι όπως ηχούνε τα οστά;
Όταν βυθομετρώ τη νύχτα παχιά σαν βοιωτία
όταν σε βρίσκω σε ύφαλες ρωγμές
να χωρείς να φύεσαι
όπως η ρουμπινένια σάρκα του ροδιού
όπως πολιτεία κατάφωτη
δεν είσαι μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου
όπως αρχέγονο εργαλείο πλειστόκενο;

που ύστερα μια χούφτα χαλίκια
λουλουκιά πράσινα μαύρα
που τα σφενδόνισε η πολυώροφη θάλασσα
με τις πολύστροφες έλικες του νότου
που καθώς πέφτουν πάλι κροταλούν
στο τσίγκινο αίμα μου
ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου
ένα παράξενο οροπέδιο μεγαλοσύνης
όπως τραπέζι άδειο
με τ’ άσπρο τραπεζομάντηλο.

ΦΛΕΒΑ
Είπα πως θα ’σαι το παράσιτο που έρπει
και της αστροφεγγιάς τρίζει ο σκαρμός
που τρώει την ψίχα τ’ ουρανού
και περιμένουμε τη σχάση
απ’ το δασύ του εύρος να κοπείς χίλιες φορές
καινούργια ήπειρος
από τις στοίβες του σεισμού να ξεχωθείς
το έμβρυό σου
να σκορπιστείς
ένα διαγώνιο από βασάλτη όραμα
οξειδωμένο από κωδωνοκρουσίες
είπα πως θα ’σαι συ μια κωδωνοκρουσία μεσίστια
όταν μέσα στα όστρακα αιμορραγεί ο χρόνος
και στεγνώνει το ρέμα σου
με της ημέρας τ’ ασπρόρουχα.

Είπα πως θα ’σαι συ που οχτώ φορές αλύπητα
πλευροκοπάς τη νύχτα
όταν θερίζεις σύρριζα το λογισμό σαν προβολέας
καθώς σε φάλαγγα περνάει ένοπλη
μεσ’ απ’ τα χέρια μου.
Εσύ το έγκαυμα στη χούφτα μου
απ’ την ανένδοτη επαφή
απ’ τους σπινθήρες των καρπών
τις καυτές λαμαρίνες της θάλασσας
εσύ ένα περιστέρι περίτρομο
που φτεροκοπά όταν το αρχέγονο οστούν
μεταστοιχειώνεται σε ισημερίες
σε απανωτές περιπολίες του ονείρου
στον πεύκινο φράχτη της φωτιάς
στο αναλλοίωτο άθροισμα μου με το φώσφορο
με το χώρο που βουλιάζει στον πελώριο ίσκιο του
τα κλειστά παράθυρα του όρθρου
τις χειρονομίες δίχως υπηκοότητα
και με τον άξονα του ήχου ακόμη που κόπηκε στα δύο
και μόνο εσύ ακούγεσαι η φλέβα μου
να έρπεις όπως παράσιτο
μέσα στην ψίχα του ουρανού
στην άβατη κοίτη
στην κάθε σάρκα
στην άδυτη περιστροφή

και της αστροφεγγιάς να τρίζει ο σκαρμός
και η σχάση να επικρέμαται.



[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Έκτοτα Κακναβάτου, σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω. Σου φωνάζω: «σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως]

με 

Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΘΟΣ, ΜΑΚΡΙΑ, ΜΕ ΚΟΙΤΑΖΕ ΣΑΝ ΞΕΝΟ Η ΠΙΟ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΖΩΗ:

Τι ζητούσαν, λοιπόν, σε τι είχα φταίξει, εμένα το μόνο μου έγκλημα ήταν ότι δεν μπόρεσα να μεγαλώσω, κυνηγημένος πάντα, πού να βρεις καιρό, έτσι έμεινα εύπιστος κι αγκάλιαζα το κρύο σίδερο της γέφυρας. Ενώ απ’ το βάθος, μακριά, με κοίταζε σαν ξένο η πιο δική μου ζωή. [ΕΝΟΧΗ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972, Α ενότητα ΔΙΑΣΠΟΡΑ, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by Red Alert]

Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη
πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή – με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατά του ένα παλιό,
φανταστικό βιολί, «το ακούς;» μου λέει, «ναι», του λέω, πάντα το
άκουγα», ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι [Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ Από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ]

ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ
Βράδιαζε και χτυπούσαν ακόμα τα σφυριά στήνοντας το ικρίωμα, δεν είχαν ακούσει τη μεγάλη είδηση του αίματος, δεν ξέρανε πως είχα δραπετεύσει κι έγλειφα κιόλας τη χυμένη ζάχαρη στο πάτωμα, μην τρίζουν τα βήματα της παραδουλεύτρας και τη διώξουν.
Όμως έπρεπε κι εγώ να ζήσω, να κάνω ένα επάγγελμα, πήγα στους αργυραμοιβούς και μ’ έδιωξαν, γιατί κατέβαιναν τα πουλιά και τρώγαν το χρυσάφι μέσα στα χέρια μου, κάθισα στην είσοδο του ναού και μου ’ριξαν τις τρύπες των ματιών τους μες το καπέλο μου.
Όλα τέλειωσαν στο νεκροταφείο, με μια σιγανή βροχή, με λίγο φτηνό κονιάκ στα ερειπωμένα μικρομάγαζα, που αύριο θα έχουν κι εκείνα τη θέση τους στο υπερπέραν.
Θυμάμαι τη νύχτα που παρίστανα την κούκλα στο φτωχό μοδιστράδικο κι οι καρφίτσες που μου κάρφωσαν, όταν πεθάνω, θα ’ναι τα σημάδια για να με ξαναβρίσκουν.
Από τότε μου ’μεινε αυτός ο ανεμοστρόβιλος του σκύλου που τρελαίνεται. Όταν τον βρουν νεκρό, έξω απ’ την πόλη, έχει λίγο αφρό στο στόμα και το μαχαίρι μιας ανείπωτης εικόνας στα μάτια,
όπως οι ήρωες.




ΑΠΛΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ
Ήταν φθινόπωρο, Ιουστίνης μάρτυρος της παρθένου, γιορτή παρακατιανή, αλλά για μας, τους παρακατιανούς και τους παρθένους του φτωχοκομείου, ευώδιαζαν οι σταύλοι, εγώ είχα ένα μόνο πρόσωπο, γι’ αυτό και μ’ έκλεισαν στο άσυλο, κι ο Ιωανάθαν τόσο φοβισμένος, που οι πόρτες υποχωρουσαν μόνες τους. Είναι από τότε, ίσως, που τη νύχτα των Θεοφανείων ανοίγουν οι ουρανοί.
Στο αντικρινό καπηλειό πίναν ένα κρασί στο πόδι οι αμαξάδες κι ύστερα παραμέριζαν  τις μύγες κι έμπαιναν να κοιμηθούν μες στις πληγές του Ιώβ. Εκείνο που λίγο τον δυσκόλευε, έλεγε, ήταν τ’ άλογα.
Ήταν εκεί και ο παιδοκτόνος με το άκακο βλέμμα, «γιατί σκότωσες;» ακούσαμε μια νύχτα να τον ρωτάει ο  Θεός, «τα παιδιά, Κύριε, πρέπει να μένουν αγνά» είπε, και κάπου, μακριά, αναστέναξαν μέσα στον ύπνο τους τα παιδιά, που έπρεπε να μεγαλώσουν. Το άλλο πρωί βρήκαμε έξω από την πόρτα του ένα κερί, μια παιδική ζωγραφιά κι ένα τσεκούρι.
Εκείνη τη νύχτα, όταν όλοι κοιμήθηκαν, άνοιξα την πόρτα σιγά και μπήκαν οι Τρεις Μάγοι, τα σκυλιά τους μύρισαν και σώπασαν, εμείς κάθε μέρα κάναμε το θαύμα και χορταίναμε μ’ ένα βρεγμένο πήλινο πιάτο, βοηθούσε, βέβαια, κι ο βούρδουλας, μα πιο πολύ ο Ιησούς, αθέατος φυσικά για το φόβο των Ιουδαίων.
Ήμαστε πολλοί οι δυστυχισμένοι εκεί, στο μαγειρείο βοηθούσε ο άγιος Συμεών, γιατί όχι, λέγαμε, αφού ο διευθυντής είναι ο διάβολος, να μην είναι κι εκείνος ο άγιος Συμεών. Κι η Ραχιτική Ελισάβετ, η πανάρχαιη υπηρέτρια, που είχε σφουγγαρίσει όλη την Κόλαση και τώρα, όπου άγγιζαν τα χέρια της, κυμάτιζαν τα ήρεμα στάχυα.
Το ίδιο βράδυ, βοηθούντος και του αγίου Συμεών, το φτωχοκομείο πήρε φωτιά. Κι έβλεπε κανείς έναν πρωτοφανή συνωστισμό στην είσοδο του παραδείσου.

ΒΙΒΛΙΚΟ ΤΟΠΙΟ Α΄
Ένας πόνος μακρύς μας διαπέρασε τα σπλάχνα, ως πέρα, τον ορίζοντα. Και το αρνί, που μες την παγωνιά το θήλασε η γυναίκα μας, αδελφός του γιου μας τώρα λογιέται.
Ώσπου ήρθε το χιόνι, ασταμάτητο χιόνι, για  να θάψει τη συμπόνια μας, που σε έργα μέτρια μας οδήγησε.

ΒΙΒΛΙΚΟ ΤΟΠΙΑ Β΄
Βάρβαρες φυλές με μεγάλα πέλματα ανάσκαψαν την πατρική γη και μόνο ένα χάνι ερειπωμένο έστεκε ακόμα πλάι στο δρόμο, όπου άφηναν τις ψείρες τους οι περαστικοί,
σαν τον ποιητή στο έλεος όλου του κόσμου.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
«Αόρατα χέρια σβήνανε, ξαφνικά τη λάμπα, ο λαός  απέξω ζητωκραύγαζε, ζητούσε να με στέψει βασιλέα, μα εμένα το πτώμα μου ήταν κομματιασμένο μέσα στην ντουλάπα κι είχα χάσει το κλειδί, τότε άκουσα την αλυσίδα που έσπασε, το σπίτι άρχισε να κυλάει, η θεία μπήκε κρατώντας δυο ποτήρια γάλα που φώτισαν ξαφνικά τη νύχτα, «το ένα είναι για το δαίμονα» είπε.
Α, πόση θλίψη εκείνη τη νύχτα, με τα απομεινάρια ενός μεγάλου θρύλου έξω από την πόρτα μας και τα μαύρα νερά των ποταμών που κατεβάζανε το πτώμα μου στην κουζίνα, εξάλλου απορούσα τι ήθελαν τόσοι άνθρωποι γύρω μου – κάπου αλλού παίζεται η ζωή μας!
Το ξεραμένο αίμα κι η σκόνη στον ατέλειωτο γυρισμό, όμως εμένα γιατί μ’ άφησαν έτσι, μισοτελειωμένο, με τα μάτια μου ριγμένα σαν δυο μύγες μέσα στην μπουκάλα του αλκοόλ και το σπίτι που είχα γεννηθεί κατάκλειστο απ’ τους θανάτους, με μόνο το παιδικό παράθυρο ανοιχτό…»
‘Όταν πήγαν να τον μαζέψουν, δεν βρήκαν παρά λίγο χιόνι κάτω στο δρόμο.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση! [ΓΙΟΡΤΗ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]

Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

ΟΙ ΠΙΟ ΜΠΡΟΣΤΙΝΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΤΙΔΑΣ ΜΟΥ:

Τα φτερά μου δεν είναι από βλακώδη τρυφερότητα κι είμαι ένα ράμφος νευρωτικά χωμένο στο αίνιγμα πληγιάζοντας τον αγέρα που όμως τη γλιτώνει σαν αγέρινος, δεν τρέφω άλφα κι ούτε ωμέγα ανατρέφω, τη μεγάλη μου εξυπνάδα την πέταξα σε σκουπιδότοπο, το ξίφος μου το απόθεσα στην Παναγία ξεκουφαίνοντας με τη λάμψη του της Λευκής τα λαγόνια. Κατάρα και ανθοδέσμη θανάτου στο ιερατείο που καταρτίζει η μέλισσα την αχαΐρευτη σφήκα περιφρονώντας. (ΟΙ ΠΙΟ ΜΠΡΟΣΤΙΝΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ 1979 – ART by BEN goossens pictures)

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές…

Ora et labora
Βουρ στα ζωύφια λατινικά.
Παναγία Θεοτόκε νοικοκυρά μου
μη μ’ αφήσεις ανυπεράσπιστο στα σκυλιά
με τόσες όμορφες εικόνες σου
σ’ αυτό το σκουπιδότοπο (στο ύψος Παρθενώνας).
Θα συνεχίσω την ποίηση μονάχα για πλάκα
θαν την κάνω κουρμπάνι
στα γοερά μου πεύκα κρεμαντούλα
ενάντια στου χρόνου την εφεύρεση
δοξάζοντας το πληγωμένο μάλαμα: τη μοναξιά μου
στα νόστιμα ερέβη που με περιμένουν
εκείθε από τα κωμικά σας έαρα
προς τα ερείπια του σύμπαντος μονήρη
προς του νερού την κρέμαση στα βάραθρα
-μιαν ασώματη ρητορεία.
Τι τα ’θελε και τα ’φερνε τα γράμματα
ο Δαναός στην Αργολίδα.
Μόνον αυτοί που τρέφουν όνειρα απολαμβάνουν
την πραγματικότητα.



Πήλινο αγαλματίδιο
Αισθάνομαι ωσάν τρελός
παραχαράκτης του Γίγνεσθαι
γράφοντας διψαλέα ποιήματα
(της κοιτίδας μου
κάλπικα χαρτονομίσματα)
Γιατί η γλώσσα είν’ η αχόρταγη
μοιχαλίδα του Πραγματικού
με αρίφνητα ψέματα προσπαθώντας
να περισώσει το γάμο της.
Κάθε τραγούδι θλιβερό χαράκωμα
ενάντια στη μουσική
κάθε μορφή ζαβλάκωμα
χωρίς αληθινά σταφύλια
δίχως κρασί που να σπιθίζει
απ’ τα φαινόμενα κλήματα.
Είν’ αυτά μονάχα τα έρημα
της καρδιάς τ’ αναστήματα.

Αλλόφρονας Ιούλιος
ο γενέθλιος μήνας μου στα θολερά λιοπύρια του Καρκίνου
μ’ ένα απρόσμενο ίσκιο που αναβλύζει
δονούμενος από φευγαλέα φωνήματα κληματαριάς – τι άρια
ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση…
Σαν να αισθάνομαι το σώμα μου στον ίδρωτα λουσμένο μουσείο
που ’χει να δείξει σωζόμενες αστραπές
τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία

ΨΑΛΤΟΤΡΑΓΟΥΔΟ
Βγαίνοντας απ’ την ποίηση
(τα ωκυμορα μύρα)
στην άπλαστη τούτη πνιγηρότητα
τους διαβάτες τα λιπόθυμα τρόλεϊ
τα βάναυσα στη λιακάδα λεωφορεία
μαθητεύω (φαρμάκι τα διδκατρα)
δίχως να το ’χω ποτέ μου λαχταρήσει
στην πρόσφατη Μελάνη
που ’χει  βγάλει τα πασούμια της κι αναπνέει
τα προσανάμματα της πλάνης.
Κάθε φορά που ερανίζομαι κίνηση
καταγόμενος απ’ την άδουσα Φυσική
μονήρης από σόι στα έαρα των άστρων
έχοντας ένα λαδοφάνερο στα χέρια μου
(συνήθως δεκαεφτασύλλαβους αιματωμένους)
βλέπω της Τεχνικής το φρικαλέο κάταγμα
βλέπω καλώδια στη μελλούμενη καρδιά μου.
Σταθεροποίησε τη λευκότητα στην αγάπη
διώξε
τη φρίκη διώξε μακριά της ορατής γεωπονίας.

ΑΡΧΑΪΚΟΝ
Αποθηκεύοντας άνεμο στα περίτρομα φύλλα του
με αναρίθμητο επί ώρες μηδέν
αγκαλιάστηκε ο τυχαίος ευκάλυπτος.
Το γεγονός που οι λέξεις μ’ εγκαταλείπουν
έρχεται πάνω μου ωσάν συρτή ταφόπετρα.
Στη Δήλο-: τουφωτός τα απορρίμματα
η όραση ραπτομηχανή

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νίκου Καρούζου, κάτι σαν ΔΟΚΙΜΕΣ ΝΑΡΚΗΣ ΤΟΥ ΑΛΓΟΥΣ, που, «εν Φαντασία και Λόγω», «κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το φρικτό μαχαίρι…» του χρόνου… «Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή   «Δουλειά δεν είχε ο διάβολος…]

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

ΚΑΤΑΣΤΗΘΑ ΠΕΦΤΟΥΝ ΤΑ ΦΙΛΙΑ, Η ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΛΕΞΗ ΔΕΝ ΦΑΝΕΡΩΘΗΚΕ ΚΑΙ ΜΕΛΠΟΥΝ ΕΔΩ ΠΑΝΤΟΤΕ ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΠΑΡΘΕΝΕΣ:

Η τέρψις των παρθένων στην καρδιά μας και το πένθος των κίτρινων κυμάτων διαρκεί μέσα στην κάθε φυσαλίδα μας. Ωστόσο το πένθος θα χαθεί και από τα νήματα της ουσιαστικοτέρας ώρας θα σηκωθούν τα μπράτσα μας για την οριστική κατίσχυση των τέρψεων των παρθένων και των ισοβαθμίων ανδρογύνων. Τότε θα πέσει για πάντα ο σάπιος μακαράς και θα σηκωθεί ο γδούπος του όπως σηκώνεται το κεφάλι μιας ραπτομηχανής ή το κεφάλι ενός κριού εντός δενδροστοιχίας  (Η ΦΥΓΗ ΤΟΥ ΝΗΜΑΤΟΣ από την ΥΨΙΚΑΜΙΝΟ του Ανδρέα ΕμπειρίκουART by NEKHBETSUN Blue Moon dreams)



[Η Ποίηση είναι ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου. Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευκοί, τ’ άνθη μιλούν και από τα πέταλά τους αναδύονται μικρούτσικες παιδίσκες. Οι εποχές αλλάζουν και η γυναίκα της εποχής μοιάζει με χάσμα θρυαλλίδας. Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος… Γιατί, είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες: όταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει, όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ… Για του λόγου το αληθές…]

Η αρμονία των χρωμάτων μοιάζει με παλλαϊκή γιορτή 
Όταν η ρουκέτα τελείωσε την εκσπερμάτωσή της εξηκολούθησε ο βόμβος των πλωτών επαύλεων. Μέσα στην κρυφή δεξαμενή μία σταγών καρφώθηκε στο στήθος μιας νέας που περιποιείτο τους μεταξωτούς καρπούς της ιδικής της νωχελείας. Η νέα λεγόταν Μαρία και στο αριστερό της πόδι κρεμόταν μια σαύρα χωρίς μάτια και με διπλή ουρά. Όταν διελύθη ο βράχος εις τον οποίον εστέκετο έγινε τολύπη και η σταγών που έπεσε από το στήθος της άνθησε και έμεινε από τότε στη θέση της υποτυπώδης μυγδαλιά
Όταν στεγάζονται οι κακώσεις
Δεν ήταν ο ζέφυρος. Ήταν ο συρφετός της λίμνης και γύρω του ολοφυρόμενοι θάμνοι γδέρναν την χειμωνιάτικη λεπίδα τους γιατί κατάντικρυ στο στήθος τους  πλέκαν τα αφιερωμένα του παιδιά την συστοιχία της μικροσκοπικής σελήνης. Η άνοδος του στρογγυλού λυγμού δεν διεκόπη γιατί σιγά απαλά και με στιλβηδόνα υφάσματος πονετικής κυρίας έγινε η προώθηση του πενιχρού αδάμαντος που αναμασούσε το μυρμήγκι. κατόπιν ήλθε ο σωφρονιστής. Η λεπίς ανδρώθηκε και οι γόοι δεν ακούονται πια παρά μέσα στα πράσινα ποτήρια των ερωτευμένων πουλαριών. Όλες οι σκευασίες καθιερώθηκαν σαν στάμνες και θεωρείται από τότε ως γαλούχησις το κάθε τι που το στέαρ εν πεποιθησει αποκαλεί και προς τα επάνω και προς τα αριστερά Εκβάτανα.

Τα σπιρούνια των κοριτσιών και η ταχύτης των υδάτων
Η σημασία των λοστών εκορυφώθη μετά το πέρασμα των τρωκτικών. Καμιά πλεούμενη πόλις δεν καθωρίσθη περισσότερο από το λίκνισμα των εναυσμάτων. Κατάστηθα πέφτουν τα φιλιά κι όταν περνούν οι πέρδικες κι όταν περνούν τ’ άλογα των λογισμών και των φρεάτων. Οι Φαρισαίοι πέθαναν. Το βαθουλό κελάιδισμα δεν θα φθαρεί. Οι λόχμες και τα κρύσταλλα ανήκουν και σε μας και στις παρθένες. Μέλπουν εδώ και οι καλύτερες γυναίκες. Αμφίστομα τα κράσπεδα των ενιαυτών δημιουργούν τα ρόπαλα. Η οριζόντια λέξη δεν φανερώθηκε. Υπάρχουν όλα και οι βαρύτιμοι δεσμοί της οικουμένης παρατηρούνε πάντοτε τα πάντα.

Αντί φλιτζανίου
Μια φίλη συνάντησε μιαν άλλη φίλη. Τα δεσμά που συγκρατούσαν τα τζιτζίκια των ομφαλών τους λύθηκαν σαν φρεσκοχυμένοι χάλυβες κι οι δυο φίλες έγιναν μια πόρπη


 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ, με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων. Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως]


Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

ΑΥΤΟΥΣΙΟΣ ΠΗΓΑΙΜΟΣ ΜΙΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ που την γειτονεύουν ψίθυροι άστρων, πιστό καθρέπτισα των σωθικών μας

Μια προσευχή μεταμορφώνει τα ύψη της: αλλάζει κοίτη ο χρόνος και γυμνούς από έγνοια επίγεια σ’ άλλα νοήματα μας οδηγεί. Πού είναι ο σφυγμός του εδάφους, το αίμα στη μνήμη των προσώπων μας; Των φθαρτών δακρύων απόγονοι, κωπηλάτες των ματαίων λιμνών, αφήσαμε το γήινο δέρμα και στον ψίθυρο των δένδρων ψαύσαμε τα λόγια μας για τελευταία φορά. Τώρα στα μέτωπά μας γειτονέψανε άστρα! Και πιο ψηλά, στην ενωμένη μοναξιά των άστρων, θρονιάζεται η Γαλήνη: γιατί την απαλλάξαμε από το κορμί μας, γιατί την εξαντλήσαμε από τις ελπίδες μας, γιατί της φέραμε τάμα την Ιδέα μας!.. Που ξαναγεννάει αισθήματα… [στίχοι από το ποίημα ΩΡΙΩΝ του Οδυσσέα Ελύτη που περιέχεται στη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, εκδόσεις Ίκαρος 1940]

 [Από το ελάχιστο φτάνεις πιο εύκολα οπουδήποτε. Μόνο που ’ναι πιο δύσκολο. Κι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ’ αγγίζεις οπόταν η φύση σου υπακούει. Κι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της. Έτσι μπορεί να νιώσει κανείς την παρουσία της ηδονής ως μέσα στις κόρες των ματιών του, των ματιών του που ρέουνε από την πλάτη του έρωτα]

Ωρίων  (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1940)
       -α-
Συμβιβάστηκε με την πικρία ο κόσμος
Διάττοντα ψεύδη αφήσανε τα χείλια
Η νύχτα ελαφρωμένη
Από το θόρυβο και τη φροντίδα
Μέσα μας μετασχηματίζεται
Κι η καινούργια σιωπή της λάμπει αποκάλυψη

Βρίσκομε το κεφάλι μας στα χέρια του θεού


       -β-
Μια προσευχή μεταμορφώνει τα ύψη της
Αλλάζει κοίτη ο χρόνος
Και γυμνούς από έγνοια επίγεια
Σ’ άλλα νοήματα μας οδηγεί

Πού είναι ο σφυγμός του εδάφους
Το αίμα στη μνήμη των προσώπων μας
Ο αυτούσιος πηγαιμός;

       -γ-
Των φθαρτών δακρύων απόγονοι
Κωπηλάτες των ματαίων λιμνών
Αφήσαμε το γήινο δέρμα
Και στον ψίθυρο των δένδρων ψαύσαμε
Τα λόγια μας
Για τελευταία φορά

Τώρα στα μέτωπά μας γειτονέψανε άστρα!

       -δ-
Εικόνα ω αναλλοίωτη
Φωτοχυσία
Ντύνεις κάθε μετέωρη έννοια
Που προσεγγίζει την ελπίδα μας
Προς την απραξία

Εκεί το ερωτηματικό που μας αποχωρίζεται

Είσαι παντού Μοιράζεσαι
Τις σκοτεινές μας άρπες
Άυλο περίβλημα

       -ε-
Φύγαν τα μάτια μας αλλά προπορεύονταν οι ψυχές μας
Στη συνάντησή τους μεσ’ στους ουρανούς
Έλαμψε καθαρή στιγμή
Τρεμούλιασμα εναγώνιο
Το πιστό καθρέπτισα των σωθικών μας

Πιο ψηλά
Στην ενωμένη μοναξιά των άστρων της
Θρονιάζεται η Γαλήνη

Γιατί την απαλλάξαμε από το κορμί μας
Γιατί την εξαντλήσαμε από τις ελπίδες μας
Γιατί της φέραμε τάμα την Ιδέα μας

Ξαναγεννάει αισθήματα.

       -στ-
Μέσα μας αναλύθηκε η Σιωπή
Ο αρχάγγελός της άγγιξε τα μύχια
Σ’ ακατοίκητο χάος κύλησε τη μνήμη
Όταν χαριστήκαμε σε μιαν απίστευτη όχθη

Όχθη των ελαφρών σκιών
Ονειρεμένη άλλοτε από δάκρυα
Τα χρυσά στίγματα μας κοίταζαν
Τόσο που αποσπαστήκαμε απ’ το βάρος μας
Όπως αποσπαστήκαμε από την αμαρτία!

       -ζ-
Νοητή λάμψη
Κυανό διάστημα
Κάθαρση της ψυχής!
Σα να ’λειψε ο επίγειος θόρυβος
Σα να σταμάτησε η κακία της μνήμης
Καθαρό πάλλεται
Το καινούργιο μας όνειρο
Μας τραβάει απ’ το χέρι αόρατο χέρι

Όπου η Γαλήνη γίνεται ο αθώος ουρανός
Όπου η Ψυχή ελέγχεται αναλλοίωτη.

Επέτειος  (από τη συλλογή ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Ίκαρος 1940)
       (… even the weariest river winds somewhere safe to sea!)
Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Στο σημάδι τούτο που παλεύει
Πάντα κοντά στη θάλασσα
Νιάτα στα βράχια επάνω, στήθος
Με στήθος προς τον άνεμο
Πού να πηγαίνει ένας άνθρωπος
Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος
Λογαριάζοντας με τις δροσιές τις πράσινες
Στιγμές του, με νερά τα οράματα
Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του
Α, Ζωή
Παιδιού που γίνεται άνδρας
Πάντα κοντά στη θάλασσα όταν ο ήλιος
Τον μαθαίνει ν’ ανασαίνει κατά κει που σβήνεται
Η σκιά ενός γλάρου.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Άσπρο μέτρημα μελανό άθροισμα
Λίγα δένδρα και λίγα
Βρεμένα χαλίκια
Δάχτυλα ελαφρά για να χαϊδέψουν ένα μέτωπο
Ποιο μέτωπο
Κλάψαν όλη τη νύχτα οι προσδοκίες και δεν είναι πια
Κανείς δεν είναι
Ν’ ακουστεί ένα βήμα ελεύθερο
Ν’ ανατείλει μια φωνή ξεκούραστη
Στο μουράγιο οι πρύμνες να παφλάσουν γράφοντας
Όνομα πιο γλυκό μεσ’ τον ορίζοντά τους
Λίγα χρόνια λίγα κύματα
Κωπηλασία ευαίσθητη
Στους όρμους γύρω απ’ την αγάπη.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Χαρακιά πικρή στην άμμο που θα σβήσει
-Όποιος είδε δυο μάτια ν’ αγγίζουν τη σιωπή του
Κι έσμιξε τη λιακάδα τους κλείνοντας χίλιους κόσμους
Ας θυμίσει το αίμα του στους άλλους ήλιους
Πιο κοντά στο φως
Υπάρχει ένα χαμόγελο που πληρώνει τη φλόγα-
Μα εδώ στο ανήξερο τοπίο που χάνεται
Σε μια θάλασσα ανοιχτή κι ανήλεη
Μαδά η επιτυχία
Στρόβιλοι φτερών
Και στιγμών που δέθηκαν στο χώμα
Χώμα σκληρό κάτω απ’ τα ανυπόμονα
Πέλματα, χώμα καμωμένο για ίλιγγο
Ηφαίστειο νεκρό.

Έφερα τη ζωή μου ως εδώ
Πέτρα ταμένη στο υγρό στοιχείο
Πιο πέρα απ’ τα νησιά
Πιο χαμηλά απ’ το κύμα
Γειτονιά στις άγκυρες
-Όταν περνάν καρίνες σκίζοντας με πάθος
Ένα καινούργιο εμπόδιο και το νικάνε
Και μ’ όλα τα δελφίνια της αυγάζ’ η ελπίδα
Κέρδος του ήλιου σε μι’ ανθρώπινη καρδιά-
Τα δίχτυα της αμφιβολίας τραβάνε
Μια μορφή από αλάτι
Λαξεμένη με κόπο
Αδιάφορη άσπρη
Που γυρνάει προς το πέλαγος τα κενά των ματιών της
Στηρίζοντας το άπειρο.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, για να μας ΞΥΠΝΗΘΕΙ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ, που ολοένα με απίθανες χειρονομίες δρα… Γιατί όντας αρνητικό του ονείρου φαινόμαστε μαύροι και άσπροι και ζούμε τη φθορά πάνω σε μιαν ελάχιστη πραγματικότητα. Γι’ αυτό φεύγα ζαρκάδι, Πόθε κοντά στη λύτρωσή σου φεύγα ζωή σαν κορυφογραμμή] 



Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟY ΦΕΡΜΕΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΣΠΙΘΟΒΟΛΩΝΤΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ:

Είναι των αδυνάτων αδύνατο να νικηθεί ο χρόνος η αγάπη προϋποθέτει αγνότητα κι αυτή η φλογισμένη αγάπη που δείξαμε -που επροσφέραμε- εξελήφθη γι’ αδυναμία κι άλλα!.. Τώρα τα χρώματα: το γαλάζιο τ’ ουρανού το πράσινο των δένδρων το μουντό των βουνών να στοιχεία συνθέσεως για τον γοητευτικό τον εξαίσιο πίνακα της ζωής… Κλείσε τα μάτια: τότες μπροστά σου θα παρελάσει όλη η παλιά ζωή… [ΜΕΡΟΠΗ από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ με είκοσι έγχρωμους πίνακες και ένα σχέδιο, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 1978 – ART by Eggonopoulos Nikos]

 [Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύφτεται η Ερινύα βαθειά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν τηνε νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό. Για του λόγου το αληθές…]

ΚΛΕΙΣΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ: τότες μπροστά σου θα παρελάσει όλη η παλιά ζωή… [εις Μεμάν Μεσσήνη]


Περνούσα έτσι ανύποπτος, μέσα στην γόνδολα, όταν με φώναξε:
-Έλληνα! Ε, Έλληνα!...
Στέκονταν. όρθιος, πίσω απ’ τη σιδερένια καγκελόπορτα του χορταριασμένου περίβολου, στον αη Γιώργη των Γραικών, πάνω στο κανάλι.
-Βρε! του κάμω, τι ζητάς εδώ;
-Είμαι νεκρός, μου κάμει.
-Καλά, του λέω, ευλογημένε! Συ, ένας Ρωμαίος, εδωπέρα βρήκες να πεθάνεις! Δεν ερχόσουνα ν’ αναπαυθείς κει κάτω, στα χώματα τα δικά μας, τα απαλά!
-Θαν το ’θελα, μ’ απάντησε. Άλλωστε μου το’ χε πει μια νύχτα κι η Ναταλίνα της Λιμνοθάλασσας, την ξέρεις, η απαλή κόρη με τους χρυσούς μαστούς. Με ξεμονάχιασε, παράμερα: «Πάρε με να φύγουμε από δω, μου λέει. Είναι αδύνατον, δεν μπορώ πια να ζήσω με ‘τσοι’ Μουρανέζοι». Η μάνα της, βλέπεις, ήταν Σμυρνιά. Όμως με κράτησε εδώ εκείνη η άλλη, η πουτάνα, η ξανθιά, η έμορφη η «Σ’ Αγαπώ», που εργαζότανε, θα τηνέ θυμάσαι, στα «πεννάκια» (;) στο γουναράδικο της Φρετσερίας. Ως κάθε βράδυ μου ερταγούδαγε θερμά το «μακριά κι αν θα ’σαι», μου γλύκαινε τ’ αχείλι και μου σπάραζε την καρδιά.

Ο Υπερρεαλισμός της ατέρμονος ζωής (από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ – εις Τριστάνο Tzara)
η σαρμανίτσα του ποιητού
είναι το νεκρικό κιβούρι
του
κι η κουδουνίστρα που βάζουνε
στα βρεφικά του χέρια
είναι το κυπαρίσσι
που θα φυτρώσει
πάνω στον τάφο του

γιατί
-παρ’ όλες τις πικρίες που τονέ ποτίζουνε-
ο ποιητής την άρνηση του θανάτου φέρνει μαζί του
κι ακόμη
είν’ αυτός τούτος
του θανάτου η άρνηση

κι έτσι
το νεκρικό κιβούρι του ποιητού
θα γενή πάλε η σαρμανίτσα του
του τάφου του το κυπαρίσσι
πάλι η κουδουνίστρα
που θα κραδαίνει
στα φωτεινά τα χέρια
του
[επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων]