Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΘΟΣ, ΜΑΚΡΙΑ, ΜΕ ΚΟΙΤΑΖΕ ΣΑΝ ΞΕΝΟ Η ΠΙΟ ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΖΩΗ:

Τι ζητούσαν, λοιπόν, σε τι είχα φταίξει, εμένα το μόνο μου έγκλημα ήταν ότι δεν μπόρεσα να μεγαλώσω, κυνηγημένος πάντα, πού να βρεις καιρό, έτσι έμεινα εύπιστος κι αγκάλιαζα το κρύο σίδερο της γέφυρας. Ενώ απ’ το βάθος, μακριά, με κοίταζε σαν ξένο η πιο δική μου ζωή. [ΕΝΟΧΗ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972, Α ενότητα ΔΙΑΣΠΟΡΑ, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by Red Alert]

Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη
πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή – με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατά του ένα παλιό,
φανταστικό βιολί, «το ακούς;» μου λέει, «ναι», του λέω, πάντα το
άκουγα», ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι [Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ Από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ]

ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ
Βράδιαζε και χτυπούσαν ακόμα τα σφυριά στήνοντας το ικρίωμα, δεν είχαν ακούσει τη μεγάλη είδηση του αίματος, δεν ξέρανε πως είχα δραπετεύσει κι έγλειφα κιόλας τη χυμένη ζάχαρη στο πάτωμα, μην τρίζουν τα βήματα της παραδουλεύτρας και τη διώξουν.
Όμως έπρεπε κι εγώ να ζήσω, να κάνω ένα επάγγελμα, πήγα στους αργυραμοιβούς και μ’ έδιωξαν, γιατί κατέβαιναν τα πουλιά και τρώγαν το χρυσάφι μέσα στα χέρια μου, κάθισα στην είσοδο του ναού και μου ’ριξαν τις τρύπες των ματιών τους μες το καπέλο μου.
Όλα τέλειωσαν στο νεκροταφείο, με μια σιγανή βροχή, με λίγο φτηνό κονιάκ στα ερειπωμένα μικρομάγαζα, που αύριο θα έχουν κι εκείνα τη θέση τους στο υπερπέραν.
Θυμάμαι τη νύχτα που παρίστανα την κούκλα στο φτωχό μοδιστράδικο κι οι καρφίτσες που μου κάρφωσαν, όταν πεθάνω, θα ’ναι τα σημάδια για να με ξαναβρίσκουν.
Από τότε μου ’μεινε αυτός ο ανεμοστρόβιλος του σκύλου που τρελαίνεται. Όταν τον βρουν νεκρό, έξω απ’ την πόλη, έχει λίγο αφρό στο στόμα και το μαχαίρι μιας ανείπωτης εικόνας στα μάτια,
όπως οι ήρωες.




ΑΠΛΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ
Ήταν φθινόπωρο, Ιουστίνης μάρτυρος της παρθένου, γιορτή παρακατιανή, αλλά για μας, τους παρακατιανούς και τους παρθένους του φτωχοκομείου, ευώδιαζαν οι σταύλοι, εγώ είχα ένα μόνο πρόσωπο, γι’ αυτό και μ’ έκλεισαν στο άσυλο, κι ο Ιωανάθαν τόσο φοβισμένος, που οι πόρτες υποχωρουσαν μόνες τους. Είναι από τότε, ίσως, που τη νύχτα των Θεοφανείων ανοίγουν οι ουρανοί.
Στο αντικρινό καπηλειό πίναν ένα κρασί στο πόδι οι αμαξάδες κι ύστερα παραμέριζαν  τις μύγες κι έμπαιναν να κοιμηθούν μες στις πληγές του Ιώβ. Εκείνο που λίγο τον δυσκόλευε, έλεγε, ήταν τ’ άλογα.
Ήταν εκεί και ο παιδοκτόνος με το άκακο βλέμμα, «γιατί σκότωσες;» ακούσαμε μια νύχτα να τον ρωτάει ο  Θεός, «τα παιδιά, Κύριε, πρέπει να μένουν αγνά» είπε, και κάπου, μακριά, αναστέναξαν μέσα στον ύπνο τους τα παιδιά, που έπρεπε να μεγαλώσουν. Το άλλο πρωί βρήκαμε έξω από την πόρτα του ένα κερί, μια παιδική ζωγραφιά κι ένα τσεκούρι.
Εκείνη τη νύχτα, όταν όλοι κοιμήθηκαν, άνοιξα την πόρτα σιγά και μπήκαν οι Τρεις Μάγοι, τα σκυλιά τους μύρισαν και σώπασαν, εμείς κάθε μέρα κάναμε το θαύμα και χορταίναμε μ’ ένα βρεγμένο πήλινο πιάτο, βοηθούσε, βέβαια, κι ο βούρδουλας, μα πιο πολύ ο Ιησούς, αθέατος φυσικά για το φόβο των Ιουδαίων.
Ήμαστε πολλοί οι δυστυχισμένοι εκεί, στο μαγειρείο βοηθούσε ο άγιος Συμεών, γιατί όχι, λέγαμε, αφού ο διευθυντής είναι ο διάβολος, να μην είναι κι εκείνος ο άγιος Συμεών. Κι η Ραχιτική Ελισάβετ, η πανάρχαιη υπηρέτρια, που είχε σφουγγαρίσει όλη την Κόλαση και τώρα, όπου άγγιζαν τα χέρια της, κυμάτιζαν τα ήρεμα στάχυα.
Το ίδιο βράδυ, βοηθούντος και του αγίου Συμεών, το φτωχοκομείο πήρε φωτιά. Κι έβλεπε κανείς έναν πρωτοφανή συνωστισμό στην είσοδο του παραδείσου.

ΒΙΒΛΙΚΟ ΤΟΠΙΟ Α΄
Ένας πόνος μακρύς μας διαπέρασε τα σπλάχνα, ως πέρα, τον ορίζοντα. Και το αρνί, που μες την παγωνιά το θήλασε η γυναίκα μας, αδελφός του γιου μας τώρα λογιέται.
Ώσπου ήρθε το χιόνι, ασταμάτητο χιόνι, για  να θάψει τη συμπόνια μας, που σε έργα μέτρια μας οδήγησε.

ΒΙΒΛΙΚΟ ΤΟΠΙΑ Β΄
Βάρβαρες φυλές με μεγάλα πέλματα ανάσκαψαν την πατρική γη και μόνο ένα χάνι ερειπωμένο έστεκε ακόμα πλάι στο δρόμο, όπου άφηναν τις ψείρες τους οι περαστικοί,
σαν τον ποιητή στο έλεος όλου του κόσμου.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
«Αόρατα χέρια σβήνανε, ξαφνικά τη λάμπα, ο λαός  απέξω ζητωκραύγαζε, ζητούσε να με στέψει βασιλέα, μα εμένα το πτώμα μου ήταν κομματιασμένο μέσα στην ντουλάπα κι είχα χάσει το κλειδί, τότε άκουσα την αλυσίδα που έσπασε, το σπίτι άρχισε να κυλάει, η θεία μπήκε κρατώντας δυο ποτήρια γάλα που φώτισαν ξαφνικά τη νύχτα, «το ένα είναι για το δαίμονα» είπε.
Α, πόση θλίψη εκείνη τη νύχτα, με τα απομεινάρια ενός μεγάλου θρύλου έξω από την πόρτα μας και τα μαύρα νερά των ποταμών που κατεβάζανε το πτώμα μου στην κουζίνα, εξάλλου απορούσα τι ήθελαν τόσοι άνθρωποι γύρω μου – κάπου αλλού παίζεται η ζωή μας!
Το ξεραμένο αίμα κι η σκόνη στον ατέλειωτο γυρισμό, όμως εμένα γιατί μ’ άφησαν έτσι, μισοτελειωμένο, με τα μάτια μου ριγμένα σαν δυο μύγες μέσα στην μπουκάλα του αλκοόλ και το σπίτι που είχα γεννηθεί κατάκλειστο απ’ τους θανάτους, με μόνο το παιδικό παράθυρο ανοιχτό…»
‘Όταν πήγαν να τον μαζέψουν, δεν βρήκαν παρά λίγο χιόνι κάτω στο δρόμο.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση! [ΓΙΟΡΤΗ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]

Δεν υπάρχουν σχόλια: