Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

ΜΙΑ ΚΟΡΥΦΟΓΡΑΜΜΗ ΠΟΥ ΝΑΥΑΓΕΙ ΣΤΟ ΥΨΟΣ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΟΥΣ:

Να ’σαι εκατέρωθεν ίσαμε που πάει το μάτι πέρα στις εσπέρες… Να ’σαι μια αφάνα μοναχή καταμεσής στη λεωφόρο, σε ηπείρους κατακόρυφες μια κορυφογραμμή – τι καμπύλη ράτσας θεέ μου- να βόσκει πάνω της ξανθό το χαμομήλι από τους γαλαξίες… Πες μου εσύ που πονάς διότι νοείς, πες μου δεν είσαι εσύ η πληγή μου στον κρόταφο δίδυμη με του νερού την καμπυλότητα, δεν είσαι μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου, ένα παράξενο οροπέδιο μεγαλοσύνης από χαλίκια λουλακιά πράσινα μαύρα που τα σφενδόνισε η πολυώροφη θάλασσα με τις πολύστροφες έλικες του νότου που καθώς πέφτουν κροταλούν στο τσίγκινο αίμα μου… Ένα διαγώνιο από βασάλτη όραμα εσύ, το έγκαυμα στη χούφτα μου απ’ την ανένδοτη επαφή εσύ, ένα περιστέρι περίτρομο που φτεροκοπά σε απανωτές περιπολίες του ονείρου, εσύ που ακούγεσαι στη φλέβα μου να έρπεις!..  [κτερίσματα από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΔΙΑΣΠΟΡΑ, 1961 – ART by HOGRET the lady clare] 



ΜΙΑ ΚΟΡΥΦΟΓΡΑΜΜΗ
Τι ξέρεις εσύ πουνέντη της χθεσινής πορείας
που στις αποσκευές σου πήρες
και το θυρεό του φεουδάρχη ιούνη
και μια χούφτα χαμομήλι από τους γαλαξίες;
πως όλα τούτα είμαι εγώ κι ακόμη
ένα κομμάτι ασβεστότοιχος του αιγαίου
κι η αγωνία του δειλού ενόρκου και η δίκη
η μοναξιά της αφάνας στην πλαγιά
όταν ο ήλιος δύσει κι η πλαγιά είμαι
που την κορυφογραμμή ενεδρεύει
λιώνει το φεγγάρι στις μασχάλες της
τρέφεται επιζεί ως τις προσβάσεις
και τα υπόγεια των λεωφόρων
τι ξέρεις εσύ για την προαιώνια ενέδρα
να πιαστεί η κορυφογραμμή εκείνη;
Να ’σαι εκατέρωθεν μπορείς;
μια αφάνα να ’σαι μοναχή καταμεσίς στη λεωφόρο
ένας πυργοδεσπότης αριθμός ιούνης
να σε χωρίζει
σε ηπείρους κατακόρυφες μια κορυφογραμμή
ένας ασβέστης αιγαιάτης
το ύψος του πελάγους που ναυαγεί στη μνήμη
το χάλκινο μήκος των ελλήνων σε οξείδωση
το πλάτος της πίκρας
ίσαμε που πάει το μάτι πέρα στις εσπέρες
μια κορυφογραμμή –τι καμπύλη ράτσας θεέ μου-
να βόσκει πάνω της ξανθό το χαμομήλι
από τους γαλαξίες

ΟΡΟΠΕΔΙΟ ΜΕΓΑΛΟΣΥΝΗΣ
Ξέρω τη σκιά μου να μετρώ σε μάκρη ατέρμονα χιλιετηρίδων 
από της νέφωσης το πρώτο σπόνδυλο να κόβω τη μερίδα μου
από της ρίζας το ταξίδι ν’ αφαιρώ
το ορόσημο της πέτρας
ξέρω τη ρεματιά από τον κρόταφο ίσαμε το νεφρό της αρχαίας θύελλας
που σήπεται ακριβώς στην άρθρωσή μου με το φως
μα πες μου εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι με αθροίζεις με ψηφιδωτό από το κάθε τι
κι από την καλοσύνη της χόβολης
κι από την κόψη του ίσκιου
κι από το έμβρυο του αγέρα ή 
τις κατωφέρειες του ουρανού
σπέρμα ελάχιστο
και αφαίρεση μέγιστη
πες μου
δεν είσαι εσύ η πληγή μου στον κρόταφο
δίδυμη με του νερού την καμπυλότητα;
Εσύ που πονάς διότι νοείς
διότι αθροίζεις τα έλυτρα της πρώτης θύελλας
καθώς φρικιούν στις φλέβες μου
πιασμένα με φύκια πρωινά με σπόγγους νέγρους
με την οσφύ της νέφωσης
αιώνες τώρα βυθισμένης στο υγρό σου μέτωπο
πες μου δεν είσαι μια εκκλησιά εντός μου;

δεν είσαι
όπως τα σπίτια κρέμονται απ’ τα δοκάρια του γενάρη
ανάμεσα σε ρίγανες φασκομηλιές και φρούτα κίτρινα πλήθος;
δεν είσαι όπως ηχούνε τα οστά;
Όταν βυθομετρώ τη νύχτα παχιά σαν βοιωτία
όταν σε βρίσκω σε ύφαλες ρωγμές
να χωρείς να φύεσαι
όπως η ρουμπινένια σάρκα του ροδιού
όπως πολιτεία κατάφωτη
δεν είσαι μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου
όπως αρχέγονο εργαλείο πλειστόκενο;

που ύστερα μια χούφτα χαλίκια
λουλουκιά πράσινα μαύρα
που τα σφενδόνισε η πολυώροφη θάλασσα
με τις πολύστροφες έλικες του νότου
που καθώς πέφτουν πάλι κροταλούν
στο τσίγκινο αίμα μου
ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου
ένα παράξενο οροπέδιο μεγαλοσύνης
όπως τραπέζι άδειο
με τ’ άσπρο τραπεζομάντηλο.

ΦΛΕΒΑ
Είπα πως θα ’σαι το παράσιτο που έρπει
και της αστροφεγγιάς τρίζει ο σκαρμός
που τρώει την ψίχα τ’ ουρανού
και περιμένουμε τη σχάση
απ’ το δασύ του εύρος να κοπείς χίλιες φορές
καινούργια ήπειρος
από τις στοίβες του σεισμού να ξεχωθείς
το έμβρυό σου
να σκορπιστείς
ένα διαγώνιο από βασάλτη όραμα
οξειδωμένο από κωδωνοκρουσίες
είπα πως θα ’σαι συ μια κωδωνοκρουσία μεσίστια
όταν μέσα στα όστρακα αιμορραγεί ο χρόνος
και στεγνώνει το ρέμα σου
με της ημέρας τ’ ασπρόρουχα.

Είπα πως θα ’σαι συ που οχτώ φορές αλύπητα
πλευροκοπάς τη νύχτα
όταν θερίζεις σύρριζα το λογισμό σαν προβολέας
καθώς σε φάλαγγα περνάει ένοπλη
μεσ’ απ’ τα χέρια μου.
Εσύ το έγκαυμα στη χούφτα μου
απ’ την ανένδοτη επαφή
απ’ τους σπινθήρες των καρπών
τις καυτές λαμαρίνες της θάλασσας
εσύ ένα περιστέρι περίτρομο
που φτεροκοπά όταν το αρχέγονο οστούν
μεταστοιχειώνεται σε ισημερίες
σε απανωτές περιπολίες του ονείρου
στον πεύκινο φράχτη της φωτιάς
στο αναλλοίωτο άθροισμα μου με το φώσφορο
με το χώρο που βουλιάζει στον πελώριο ίσκιο του
τα κλειστά παράθυρα του όρθρου
τις χειρονομίες δίχως υπηκοότητα
και με τον άξονα του ήχου ακόμη που κόπηκε στα δύο
και μόνο εσύ ακούγεσαι η φλέβα μου
να έρπεις όπως παράσιτο
μέσα στην ψίχα του ουρανού
στην άβατη κοίτη
στην κάθε σάρκα
στην άδυτη περιστροφή

και της αστροφεγγιάς να τρίζει ο σκαρμός
και η σχάση να επικρέμαται.



[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Έκτοτα Κακναβάτου, σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω. Σου φωνάζω: «σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως]

με 

Δεν υπάρχουν σχόλια: