Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΝ ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟY ΦΕΡΜΕΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΣΠΙΘΟΒΟΛΩΝΤΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ:

Είναι των αδυνάτων αδύνατο να νικηθεί ο χρόνος η αγάπη προϋποθέτει αγνότητα κι αυτή η φλογισμένη αγάπη που δείξαμε -που επροσφέραμε- εξελήφθη γι’ αδυναμία κι άλλα!.. Τώρα τα χρώματα: το γαλάζιο τ’ ουρανού το πράσινο των δένδρων το μουντό των βουνών να στοιχεία συνθέσεως για τον γοητευτικό τον εξαίσιο πίνακα της ζωής… Κλείσε τα μάτια: τότες μπροστά σου θα παρελάσει όλη η παλιά ζωή… [ΜΕΡΟΠΗ από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ με είκοσι έγχρωμους πίνακες και ένα σχέδιο, εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ 1978 – ART by Eggonopoulos Nikos]

 [Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύφτεται η Ερινύα βαθειά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν τηνε νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό. Για του λόγου το αληθές…]

ΚΛΕΙΣΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ: τότες μπροστά σου θα παρελάσει όλη η παλιά ζωή… [εις Μεμάν Μεσσήνη]


Περνούσα έτσι ανύποπτος, μέσα στην γόνδολα, όταν με φώναξε:
-Έλληνα! Ε, Έλληνα!...
Στέκονταν. όρθιος, πίσω απ’ τη σιδερένια καγκελόπορτα του χορταριασμένου περίβολου, στον αη Γιώργη των Γραικών, πάνω στο κανάλι.
-Βρε! του κάμω, τι ζητάς εδώ;
-Είμαι νεκρός, μου κάμει.
-Καλά, του λέω, ευλογημένε! Συ, ένας Ρωμαίος, εδωπέρα βρήκες να πεθάνεις! Δεν ερχόσουνα ν’ αναπαυθείς κει κάτω, στα χώματα τα δικά μας, τα απαλά!
-Θαν το ’θελα, μ’ απάντησε. Άλλωστε μου το’ χε πει μια νύχτα κι η Ναταλίνα της Λιμνοθάλασσας, την ξέρεις, η απαλή κόρη με τους χρυσούς μαστούς. Με ξεμονάχιασε, παράμερα: «Πάρε με να φύγουμε από δω, μου λέει. Είναι αδύνατον, δεν μπορώ πια να ζήσω με ‘τσοι’ Μουρανέζοι». Η μάνα της, βλέπεις, ήταν Σμυρνιά. Όμως με κράτησε εδώ εκείνη η άλλη, η πουτάνα, η ξανθιά, η έμορφη η «Σ’ Αγαπώ», που εργαζότανε, θα τηνέ θυμάσαι, στα «πεννάκια» (;) στο γουναράδικο της Φρετσερίας. Ως κάθε βράδυ μου ερταγούδαγε θερμά το «μακριά κι αν θα ’σαι», μου γλύκαινε τ’ αχείλι και μου σπάραζε την καρδιά.

Ο Υπερρεαλισμός της ατέρμονος ζωής (από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ – εις Τριστάνο Tzara)
η σαρμανίτσα του ποιητού
είναι το νεκρικό κιβούρι
του
κι η κουδουνίστρα που βάζουνε
στα βρεφικά του χέρια
είναι το κυπαρίσσι
που θα φυτρώσει
πάνω στον τάφο του

γιατί
-παρ’ όλες τις πικρίες που τονέ ποτίζουνε-
ο ποιητής την άρνηση του θανάτου φέρνει μαζί του
κι ακόμη
είν’ αυτός τούτος
του θανάτου η άρνηση

κι έτσι
το νεκρικό κιβούρι του ποιητού
θα γενή πάλε η σαρμανίτσα του
του τάφου του το κυπαρίσσι
πάλι η κουδουνίστρα
που θα κραδαίνει
στα φωτεινά τα χέρια
του
[επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων]

Δεν υπάρχουν σχόλια: