Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

ΜΑΛΛΟΝ ΑΥΤΗ ΘΑ ’ΝΑΙ Η ΛΥΣΗ ΤΩΝ ΠΥΡΓΩΝ ΠΟΥ ΕΧΩ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕΙ:

Αρπάχτηκα άσχημα με την ατμόσφαιρα, σχεδόν την ξέσκισα και μάτωσα το πρωινό. Τώρα, μ’ αδύναμους στίχους ώρα πολλή τα σκισμένα της μέρη προσπαθώ να σμίξω. Κι όσα κομμάτια τυχόν μου περισσέψουν μαζί μου θα πάρω, λυπητερές πιθανόν ιστορίες μ’ αυτά να τυλίξω. Ύστερα, ετούτα όλα θ’ αφήσω για να προφτάσω να πάρω από πίσω πλανόδιους μουσικούς που με τους ήχους τους μελαγχολίας αετώματα στήνουν. Σ’ αυτούς πίστη μεγάλη δίνω πως της ψυχής μου τις νότες ίσως μπορέσουν να παίξουν σε κάποιο δρόμο φαρδύ, αδειανό, στο Λονδίνο  (ΠΡΩΙΝΟ ΣΤΑ ΞΕΝΑ από την ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά ΕΡΕΒΟΣ 1956 – ART by Andreas-Amador]

 [Ανακινήστε καλά προ της χρήσεως… Προς τούτο εσωκλείονται οδηγίες. Αν τις διαβάσεις προσεκτικά – σύνθεση, προφυλάξεις, δοσολογία – θα δεις ότι τις ίδιες ακριβώς παρενέργειες επιφυλάσσει η μικρή δόση αγάπης και η μεγάλη. Οι λέξεις φταίνε, Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν. Για του λόγου το αληθές… Ιδού…]

ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΪΦΕΛ (από τη συλλογή ΕΡΕΒΟΣ 1956)
Ένα χαρτί που βρήκα εδώ μπροστά μου…



Ποια τάχα σκέψη ασχημάτιστη,
ποια μακρινή μου θύμηση,
του υποσυνείδητού μου ποια δράση
οι πύργοι τούτοι να μηνάνε;
Τίποτε σοβαρό δεν θα ’ναι.
Μπορεί απλώς να ’χω μετανοήσει
που όντας για λίγο στο Παρίσι
μικρούς πυργίσκους το γεμίζω-
τον πύργο του Άιφελ ν’ ανέβω δεν κατάφερα.
Ήταν για μένα σπάνια ευκαιρία
από του πύργου αυτού τα ύψη
σαν τόσους άλλους να ’χω σκύψει
και από κει τον κόσμο ν’ αγναντεύω…

Μα ίσως πάλι να έπραξα σωστά,
ίσως σοφά να παρενέβη η τύχη,
αφού σε λίγο θα έπρεπε ξανά
στα χαμηλά μου να κατέβω.

Μάλλον αυτή θα ’ναι η λύση
των πύργων που έχω ζωγραφίσει

ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ (Ελγίνου Μάρμαρα)
Στην ψυχρή του μουσείου αίθουσα
την κλεμμένη, κοιτώ
μοναχή Καρυάτιδα.
Το σκοτεινό γλυκύ της βλέμμα
επίμονα εστραμμένο έχει
στο σφριγηλό του Διόνυσου σώμα
(σε στάση ηδυπάθειας σμιλεμένο)
που δυο βήματα μόνον απέχει.
Το βλέμμα το δικό του έχει πέσει
στη δυνατή της κόρης μέση.
Πολυετές ειδύλλιον υποπτεύομαι
τους δυο αυτούς να ’χει ενώσει.
Κι έτσι, όταν το βράδυ η αίθουσα αδειάζει
απ’ τους πολλούς, τους θορυβώδεις επισκέπτες,
τον Διόνυσο φαντάζομαι
προσεκτικά απ’ τη θέση του να εγείρεται
των διπλανών γλυπτών και αγαλμάτων
την υποψία μην κινήσει,
κι όλος παλμό να σύρεται
τη συστολή της Καρυάτιδας
με οίνον και με χάδια να λυγίσει.

Δεν αποκλείεται όμως έξω να ’χω πέσει.
Μιαν άλλη σχέση ίσως να τους δένει
πιο δυνατή, πιο πονεμένη:
Τις χειμωνιάτικες βραδιές
και τις εξαίσιες του Αυγούστου νύχτες
τους βλέπω,
απ’ τα ψηλά να κατεβαίνουν βάθρα τους,
της μέρας αποβάλλοντας το τυπικό τους ύφος,
με νοσταλγίας στεναγμούς και δάκρυα
τους Παρθενώνες και τα Ερεχθεία που στερήθηκαν
στη μνήμη τους με πάθος ν’ αναγείρουν.

FOG (από τη συλλογή ΕΡΕΒΟΣ 1956)
Γυμνά κλαδιά έξω από το τζάμι
στης πανσιόν την άδεια σάλα
πράγματα ακατάληπτα μου γνέφουν.

 Ο δρόμος έρημος, αβάσταχτος
Κι ακόμα πιο έρημος φαντάζει
όταν διαβάτες αραιοί
γοργά απ’ τα μάτια μου περνάνε.

Έχω χαρά που οι δυο αυτοί
εμπρός από τη μικρή εστάθηκαν
του αντικρινού μαγαζιού προθήκη.

Κάτι καινούργιο τα γυμνά κλαδιά
θαρρώ τώρα μου γνέφουν
σχεδόν με κίνηση αφανή.

Όμως, τι φρίκη.
Έπεσε ξάφνου τόση καταχνιά
σ’ όλη αυτή του δρόμου τη σκηνή.

ΕΙΚΟΝΑ
Του φθινοπώρου οι τάπητες
έχουν πάντα την ίδια εργασία,
ίδιο σχεδόν το κέντημα,
ίδιο περίπου και το αίσθημα που φέρνουν.

Κίτρινα φύλλα αραιά,
ορθά ή ανάποδα στην τύχη σκορπισμένα,
κάπου αλλού μαζί πολλά
σε μια γωνιά δρόμου συγκεντρωμένα.

Μα ο αγγλικός ο τάπητας,
που σήμερα μονάχη μου πατώ,
έχει ένα άλλο σχέδιο –
έχουν μιαν άλλη χάρη
τα φύλλα τα πεσμένα.

Κι έτσι που τα κατάφερε
τη σκέψη να μου πάρει,
γλυκύτερα μου φάνηκαν τα ξένα.

ΝΥΧΤΑ
Κανείς πια θόρυβος,
κανένας καθυστερημένος ήχος,
καμιά της μέρας που ’φυγε μικρή αδιακρισία
να ανακόψει δεν τολμά
τη νύχτα τούτη την πλατιά
που ’πεσε απόψε στο Λονδίνο.
Μήτε κι εγώ.
Το τζάκι να σβήσω αφήνω
κι αθόρυβα αγρυπνώ.
Θόρυβο όμως τώρα μακρινό
η αίσθησή μου προσδιορίζει:
διανυκτερεύοντος τροχού,
που ως ακούραστα μονάχος του γυρίζει,
κι αλάνθαστα εργάζεται,
τ’ αυριανά του κόσμου πεπρωμένα κατεργάζεται.

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΙΣ
Αγόρασα κι εγώ εφημερίδα
γιατί, καλά καλά δεν ξέρω.
Μα όλοι το ίδιο να κάνουν είδα
και σήμερα θέλω να μην διαφέρω.
Τρέχουνε όλοι κι εγώ τρέχω
κι όμως σκοπό ειδικό δεν έχω.
Για λίγο έτσι σταματάω,
πώς τρέχουν τ’ αυτοκίνητα κοιτάω.
Ανάμεσά τους δυο νέοι περνάνε,
με έξαψη πολλή μιλάνε
μάλλον για κάποιο στοίχημα.
Δεν είδα ακόμα κανένα δυστύχημα.

Στο Χάυντ-Παρκ τώρα βαδίζω
κι ομίχλη πολλή διασχίζω.
Μια κυρία κάνει ιππασία.
Έχει μεγάλη υγρασία.

Τα ίδια πάντα και τα ίδια:
«Μη ρίχνετε κάτω σκουπίδια».

Ο κόσμος τρομαγμένος τώρα τρέχει
γιατί έξαφνα άρχισε να βρέχει.
Τέτοια βροχή δεν έχει στην πατρίδα.
Καλά που αγόρασα και την εφημερίδα.

ΝΕΛΣΩΝ (από τη συλλογή ΕΡΕΒΟΣ 1956)
Εξαίσια στον Νέλσωνα έδωσαν θέση:
Στης Τραφάλγκαρ σκουέαρ τη μέση
σε ύψος απίθανο το άγαλμά του στήσαν.
Σοφόν.
Το βλέμμα του έτσι για πάντα εχτίσαν
στον μαύρο ωκεανόν.
Ευτυχής ο Νέλσων εκεί θα είναι.

Ίσως όμως
στον Νέλσωνα ετούτη η θέση
τόσο πολύ να μην αρέσει:
γιατί τη θάλασσα κατέκτησε,
τη θάλασσα πολύ εγεύθη.
Μια άλλη θέση ίσως να ποθεί,
μια άλλη θέσις ίσως να του πρέπει,
την άστατη λαίδη από εκεί
να δύναται να βλέπει.

 [επιλογές λέξεων από την ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΜΑΖΙ στο ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ της Κικής Δημουλά. Λοιπόν, κάποια φορά ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ, στου σεντονιού τις όχθες, ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ. ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ο φιλοπαίγμων μύθος μας ακολουθεί, εκτός αν κλαίει το φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «Διότι» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Μη φοβάσαι, είσαι ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΗΧΟΥ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ. Γι’ αυτό πάρε μαζί σου για σιγουριά την απαίτηση να μην σ’ αγγίξω διόλου και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω ώστε να μην σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις. ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ]

Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Η ΓΡΑΜΜΗ ΑΥΤΗ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΠΕΣΕΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΤΗ ΜΕΣΗ (μιας μέσης δαχτυλίδι, μιας μέσης χελιδόνι στις πλαγιές των περισπούδαστων βουνών):

Σε σημείο κρίσιμο. Πληροφορούμαι ακριβώς για το τι πρόκειται να γίνει. Τα προηγούμενα έχουν εξαλειφθεί με μια χειρονομία. Τα λεφτά τα είχε επάνω του. Το όνειρο. Οι μέρες του Ιουλίου, οι νύχτες του Δεκέμβρη. Ηλιόλουστη παραλιακή λεωφόρος με κέντρα. Κύτταρα κότερων πάνω στη θάλασσα –πάνε όλα καλά. Πίσω μας αρχίζουν οι πολυκατοικίες με ρυθμό και ομοιοκαταληξία. Μεγάλη πλήξη. Δε θα τελειώσουν εύκολα οι πολυκατοικίες… Το πολυάριθμο κοινό έχει τα γούστα του. Σέβομαι απολύτως τα γούστα του κοινού. Γι’ αυτό δεν στέλνω πια γράμματα σε κανέναν. Άλλωστε τι ωφελούν τα γράμματα; Μια μανία για καθαρό αέρα χαρακτηρίζει ιδίως αυτούς που εργάζονται στα γραφεία. Αποπνιχτική ατμόσφαιρα μιας συγκέντρωσης συγγραφέων. Δεν υπάρχει άλλος κώδικας που να καλύπτει τα προηγούμενα… Η συζήτηση πλησιάζει σ’ ένα σημείο νεκρό. Το σεξ κυριαρχείται από κουβέντες από τη μέση και πάνω μιας ιδέας… Η φωνή σου τράβαγε κουπί σε μια βάρκα. Έπιασα το χαμόγελό σου μ’ ένα δίχτυ. Η νύχτα κρέμεται σε μια  κλωστή απ’ τη σκεπή. Ο Γαλαξίας ακουμπάει την ουρά του κάπου. Στο μάγουλο της οικουμένης καταθέτει ένα φιλί. Κοιτάξτε τα γυμνά κρανία των περισπούδαστων (Η φωνή του χώθηκε  έντρομη στ’ αυτιά των θάμνων). Η δυσφορία με κατεβασμένο γείσο στήνει οδοφράγματα   [ΑΦΕΤΗΡΙΑ από το βιβλίο του Νάνου Βαλαωρίτη ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΑΤΩ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ,  εκδόσεις Νεφέλη 1984 – Art by  Mata Eduardo and Bordam Prystrom]



Η Μέθοδος Μπράιγ (από τη συλλογή ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΑΤΩ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ, Νεφέλη 1984)
Γεννήθηκα ανάμεσα σε πολλούς λόφους, κάτω από τη μιμόζα μιας ακακίας κι ένα δενδρολίβανο. Γι’ αυτό το όνομά μου το πήραν οι δεκάξι αέρηδες και το σκόρπισαν στις δενδροφυτευμένες μεριές της οικουμένης…
Σα να μην έφτανε μια τέτοια μοίρα, ο ίδιος αυτός άνεμος έστειλε τηλεγραφήματα σ’ όλες τις δημαρχίες του κόσμου για ν’ αναγγείλει τη γέννησή μου…
Γεννήθηκε το μπαστάρδικο, έλεγε το τηλεγράφημα, σα να μην έφταναν τ’ άλλα μας βάσανα, τώρα έχουμε και τούτο…
Τη ληξιαρχική πράξη της γέννησής μου την υπόγραψαν ένας αετός, μια αλεπού κι ένας λύκος, καλεσμένοι από το ύψιστο φίδι να παραστούνε…
Μια νόστιμη δασκάλα τους έμαθε γράμματα με τη μέθοδο Μπράιγ, που τη χρησιμοποιούνε για να μαθαίνουνε τυφλούς. Ο πατέρας μου με πήρε στα χέρια του και μ’ έδειξε στον ήλιο που σκοτείνιασε αμέσως για δέκα λεπτά, και στη σελήνη που χαμογέλασε μ’ ένα χλωμό χαμόγελο…
Στο μεταξύ διαδόθηκε στα ερημοτόπια, γεμάτα βράχια και χαλασένα κάστρα, η είδηση πως είχε γεννηθεί αυτός που μια μέρα θα χώριζε τον ουρανό από τη θάλασσα και θα ’φερνε τη γη καπάκι…
Πως θα ’μουνα το χαμένο κορμί της οικογένειάς μου κανένας δεν το υποψιάστηκε τότε, παρόλο που τα σημάδια λέγαν πολλά και διάφορα φανερά και κρυφά…
Το μέγεθος της αμετροέπειας μου θα γινόταν γνωστό σε ανύποπτο χρόνο, κι έτσι κανένας δεν βιαζόταν να παραστεί στα βαφτίσια, στο γάμο ή στην κηδεία μου…
Μια ολόκληρη ζωή φτάνει λέγανε ανάμεσά τους οι θεοί, γιατί να του δώσουμε κι άλλο τράτο για να μας καταστρέψει; Έτσι κι αλλιώς το χαντάκωμα που θα μας κάνει θα ’ναι ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΟ… Και χαμογελούσαν πατρικά κι ας με σιχαινόντουσαν μ’ όλη την καρδιά τους οι υποκριτές, οι μεγαλόσωμοι κυρίαρχοι του κόσμου…
Στο μεταξύ στις Ινδίες μαζευότανε ο απέραντος στρατός των Ιντιάνων πολεμιστών μάγων και ιερέων…
Δώστου και φτιάχναν ύμνους, ποιήματα και λιτανείες για να με κατονομάσουν και να με ξεγράψουν, δηλαδή να με εξουδετερώσουν, ώστε να μην τους κάνω τη ζημιά που ’ταν γραμμένη στα τεφτέρια της μοίρας του κόσμου…
Τόση δύναμη είχαν τα παρακάλια τους, που κουνιόντουσαν ολόκληρα βουνά από τη βάση τους και πήγαιναν αλλού, μα για μένα δεν κατάφερναν ν’ αλλάξουν ούτε ένα από της μοίρας τα γραμμένα, κι επειδής ήμουνα πολύ μικρούτσικος με βγάλανε Νάνο…
Όταν ήμουνα τριω χρονών παρουσιάστηκε μπρος μου η θεά που μ’ είχε γεννήσει, έχοντας πηδηχτεί μ’ ένα βραχμάνο, και μου δήλωσε πως γυναίκα μου θα ’ταν εκείνη η ίδια, σε μια νέα σάρκωση…
Τη συνέχεια τη ξέρετε όλοι. Το παιδί μας γεννήθηκε μ’ αλογίσιο κεφάλι, τυφλό και τ’ ονομάσαμε το ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ…

Ο Φαύνος Κύκνος (από τη συλλογή ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΑΤΩ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ, Νεφέλη 1984)
Το τάβλι μιας ξέγνοιαστης ζωής
στα νούφαρα των καφενείων
κεφάλια χτενισμένα από την ίδια σήραγγα
μ’ επιτραπέζια χαρακτηριστικά
μ’ εμπόδια προς το κάθε τι
κυνηγημένος από τα βέλη της αύριο
μάχομαι με δυο ρυτίδες συγχρόνως.

(άλλοτε θα τα λέγαμε πουλιά)
μεσοκαλόκαιρα για το φθινόπωρο
μια τεράστια εσωτερική επεξεργασία
κι ο καθένας υποπτεύεται τον άλλον
πως είναι άνδρας πως είναι γυναίκα
για τη γυναίκα δεν είναι το φύλο
είναι τι κάνεις με το φίλο
κι έτσι ιδρύθηκε στις παρυφές του σεξ
μια φιλική εταιρεία
που θα περιλαμβάνει όλα τα όργανα κρούσεως
και τα πνευστά και τα’ ανόργανα

τα πολλά λόγια μας οδήγησαν
-πού αλλού-
απ’ την άλλη μεριά του τοίχου
γράψιμο μες στο νερό
δεν φταίει ο καλός μας άγγελος
μια ανάποδη προετοιμασία
χωρίς καμιά αισθητική
γυμνά λεφτά κάνουν έρωτα
ξύνω τα νεύρα μου με δενδρολίβανο
Το βουνό βγάζει μια κραυγή που με αγγίζει στο μέτωπο.
Περνάω μια νύχτα δύσκολη χωρίς ρεύμα.
Και τα ελαστικότερα ρήματα σπάνε στον ενικό
η σημασία οραματίζεται χάδια
στα πόδια της προσωπικότητας
στους πρόποδες του γυμνού
και πιο πέρα τ’ αυτί – μ’ ακούς;

Ελατήρια υπάρχουν άφθονα
αλλά πού οδηγούνε
ξετεντώνοντας ένα τόξο από πλοία
σκεπασμένο με νερά
που καθρεπτίζουν θύελλες
έλα τώρα μη χάνεις μια τέτοια ευκαιρία

δεν τέμνομαι πουθενά
άθελά μας θα συναντηθούμε κάποτε
με το να υπάρχεις

Δύσκολο πρόβλημα η αλληλεγγύη.
Ποιος είναι αυτός για τον οποίο μιλάω;

Εδώ η ανάγνωση πέφτει σα χαρτοτράπουλα
χτισμένη πύργος
μερικά αποσιωπητικά
φυτρώνουν φοβισμένα χωρίς επιφάνεια
σε άγονο περιβάλλον

οι έξυπνοι δεν λένε τίποτε εναντίον τους
και τα λόγια πλέουνε έτσι ασυμάζευτα
όπου τα πάνε οι περιστάσεις
εκεί όπου κοιμάται χωρίς ίχνος προτροπής
ένα απλό χαρτονόμισμα.

Για ν’ ακουστεί το βιβλίο σου
πρέπει να ’χει εκτόπισμα και ουρά
ο πρώτος και δεύτερος τόμος των Απάντων
Επίλογος απ’ το αόρατο
μια θηλυκιά συνέχεια υπέροχη γαλάζια
(ας είναι καλά οι παρά φύσιν τάσεις)
κίτρινος πάντα ο ουρανός
θα σε περιτυλίγει.

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ ΜΕ ΛΑΙΣΤΡΥΓΟΝΕΣ (από τη συλλογή ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΑΤΩ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ, Νεφέλη 1984)
Πιο πέρα
γραψίματα της διασποράς
μας γύρισαν την πλάτη
με αφορμή το περίφημο εκείνο
εκ των ενόντων
αυτός που πρώτος με το νου του
έβαλε νερά στις χαράδρες
κι απανωτές επιπλήξεις
βλαστημώντας  χώματα
και πήρε άλλο στόμα
η αγάπη που με έτρεφε
εκπληρώθηκε βίαια
με τις  χερούκλες του μαραγκού
το υπερευαίσθητο υπόστεγο
μιας άλλης νοοτροπίας
με ο υπόγειο της δίκτυο
από συγκοινωνούντα υπονοούμενα
δε τα ’παμε χίλιες φορές
τι να τα ξαναλέμε-
αφού μας τα πήρανε
και μας εναποθηκέψανε
με τις δαγκάνες των συμφερόντων
στις άστητες κρεβατοκάμαρες
πέντε ολόκληρων πόλεων
όταν με βήμα ευρύ διασχίζεις
τους αλλεπάλληλους χαρακτηρισμούς των ειδήσεων
με μια καλά τοποθετημένη βελονιά

ΤΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΦΤΕΡΟΥΓΙΖΟΥΝ ΚΑΙ ΔΕΧΟΝΤΑΙ ΤΗΝ ΕΛΞΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΚΠΛΗΞΕΩΝ
1
Το καθάρισμα του ήλιου ξανάρχισε
Οι γυαλοποιοί υποκρίνονται τους ανίδεους
Δεν κάνει να κάνουμε τώρα τέτοιες διακρίσεις
Οδηγούν πολύ πιο μακριά απ’ τα όνειρα.

Πίστεψες σ’ έναν άγριο αισθησιασμό
Η Σαβάννα της καρδιάς και του ύπνου
Προχώρησε ως το σημείο που πέφτουνε
Όλες οι θεωρίες η μια πάνω στην άλλη.

Παρατηρώ πως δεν γίνομαι πιστευτός
Άσε να ξετυλιχθούνε μόνα τους
Τα κουβαριασμένα σώματα
Άρρηκτα συνδεδεμένα με το νερό

Σημάδι πως η πρόζα σου άρεσε
Και τώρα ελπίζω να κλείσεις
Τα μάτια σου όπως ένας φλοιός
Ως το σημείο Χ της κουρτίνας.

Επάνω στα τείχη που κοκκινίζουν στη δύση
Ξαναχτίζεται ο ορίζοντας με αχτίδες
Στα υπερβόρεια ανοίγουν βιτρίνες
Για να δούνε εκεί μέσα τον ήλιο.

Μεσάνυχτα έχουν για ό,τι συμβαίνει
Κι όμως αρκετά με γνωρίζουν θαρρώ
Καθαρός από έγνοιες και έννοιες
Γυαλίζει ο έναστρος ουρανός.

Μακριά απ΄τη θάλασσα κυλούσε αργά
Στο κατήφορο ένα μπλε αυτοκίνητο
Το απόγευμα μετακινήθηκε ήσυχα
Δεν εντοπίζεται εύκολα μια σημασία με πόδια.
2
Παράδεισος που εύκολα στήνονται
Επάνω του οι καλλονές το φθινόπωρο
Ό,τι ακούγεται το περνάνε τ’ αυτιά τους
Με κόσκινο και ηχώ στα καλώδια.

Χρονοτριβή χιονοστρόβιλοι και μία
Χαρμόσυνη είδηση μεταγγίζεται εύκολα
Παίρνει διαστάσεις στις εφημερίδες
Πάντοτε ανοιχτές στην ίδια σελίδα.

Κομπάζουν με ραθυμία και κούραση
Λαγνεία κανονική για το δέρμα
Με δυο λόγια που ξέφυγαν απ’ τα δόντια
Θα επαναφέρεις τα προηγούμενα ήθη.

Σε μακρινές εκδρομές σ’ ακρωτήρια
Ψιθυρίζονται περισσότερα πράγματα
Απ’ ό,τι θα έπρεπε για το καλό σου
Ευτυχώς που δεν πρόλαβες να γυρίσεις το φύλλο

Πριν να σε παγιδέψουν τα χρόνια
Σε μεταβατικές εποχές
Πριν από τους παγετώνες που είδανε
Τα στόρια τους από κρύσταλλα

Διαισθάνθηκες να διαλύονται οι διαρθρώσεις
Ενός κόσμου δίχως επίγνωση
Στον οποίο δεν ανήκει κανένας
Από αυτούς που είχανε κάποτε κάποια ιδέα.

Έμοιαζες με τη θηλιά τη φυγόκεντρη
Που σφίγγει μεθυστικά το λαιμό
Την ώρα της συνουσίας και πνίγονται
Οι αγνοούμενοι στον οργασμό.
3
Σπάταλη επιθυμία σκανδάλου
Η θάλασσα ροχαλίζει στα πόδια σου
Δράκοντας μέσα στον ύπνο του
Καταβρόχθισε κάποιον.

Δεν ήταν η μυρωδιά του πλησίον
Που έκανε ν’ αναστατωθούν οι αισθήσεις
Τα αισθήματα φτερουγίζουν και δέχονται
Την έλξη των μεγάλων εκπλήξεων.

Κάτω από αυστηρές επιπλήξεις
Γονατίζει βουρτσίζοντας  τα πλακάκια
Μια κοπέλα με πράσινα μάτια
Το παράξενο μυστήριο του σεξ.

Καλοθρεμμένο μοσχάρι πλουσιόπαιδο
Έπεσες με τα μούτρα στα μανιφέστα
Τι δίψα είναι ετούτη που σβήνει
Σιγά-σιγά το άστρο της ημέρας

Έννοιες που πλεονάζουν σα γίδια
Δίδαξα ένα-ένα τα βήματα
Μετρώντας ως τα εκατό πάνω-κάτω
Σε μιαν αίθουσα αφετηρίας των τραίνων

Χαράζοντας με τα νύχια στο τοίχο
Τα αρχικά τους να τους θυμόμαστε
Ως θύματα μιας παράλογης έξαψης
Που έπινα κάθε τόσο οπαδούς κι αντιπάλους

Διακρίθηκα για το αδιάφορο ύφος μου
Όταν μου είπαν πως θα πεθάνω
Με όλη μου τη δύναμη συγκρατήθηκα
Μη τυχόν και γελάσω στα μούτρα τους
4
Η αιχμή του γραψίματος κινούμενος δορυφόρος
Φτάνει στα όρια των τελευταίων ορδών
Που κατεβαίνουν με φερετζέδες και φέρετρα
Απ’ τη δημόσια οδό προς τα θέρετρα.

Ο δρόμος αυτός είναι τώρα κλειστός
Όπου περνούσαν άλλοτε τα στίφη ανεμπόδιστα
Τώρα δεν περνάει ούτε καν η μπογιά σου
Ξεβάφοντας ολοένα προς το γαλάζιο.

Μπρος στα πράσινα όργια των κήπων
Προσκυνώ την κάθοδο των πορτραίτων
Με λουλούδια που είχαν προσωπικότητα
Κι ας καθορίζονται μόνο από είδη και γένη.

Εν γένει θα μου πεις πως έχεις δίκιο
Δεν αποτείνομαι μόνο σε σένα
Και σ’ αυτούς που έκανα να δούνε τι έκανα
Με χίλια βάσανα στης Χαλιμάς το παράδειγμα.

Ίσως να το πήρες λιγάκι επάνω σου
Να σε παρέσυραν υποσχέσεις και θαύματα
Μα πώς χάθηκε έτσι εύκολα
Το θάρρος σου να χτυπήσεις την πόρτα.

Ο γάμος εκτελέστηκε πρόωρα
Πληγωμένος σύρθηκε ως την πύλη
Γιατί αντιφάσκεις – με παίρνεις για κάποιον
Που βλέπεις μια φορά κάθε τόσο κρυφά.

Εκλιπαρείς με τα μάτια – τεντώνεις
Τους μυς της καρδιάς σου ώσπου να σπάσουν
Κι έγινε χίλια κομμάτια η συζήτηση
Που από μέσα της συνυπάρχεις.
5
Χιλιάδες χρήσιμες οδηγίες χρειάζονται
Και συντάσσονται με το μέρος σου
Χρυσίζουν τώρα οι τελευταίες στιγμές
Που κάθονται στο πλευρό σου

Και ψιθυρίζουν λόγια συμπάθειας
Τι άλλο θα μπορούσες να φτάσεις
Το μέγεθος της ωμοπλάτης του Πλάτωνα
συνταράσσεται από επαναστάσεις.

Στο ημίφωτο κάθονται οι στυλίτες
Της παλιάς καλής κοινωνίας
Και τα συγκοινωνούντα δοχεία
Γεμίζουν από αναμνήσεις

Περίεργο δεν σου φαίνεται πως ήρθα
Πίσω από τριακόσιους τραγικούς
Αλλά μόνο με σένα υπήρξε
Η αληθινή μου διαμάχη.

Παρόλο που δεν βλέπω καλά τι θέλεις να πεις
Σε ήξερα πολύ πριν από τους άλλους
Μα δεν ξεχνιέται εύκολα μια κατάρα
Που έχει γίνει ειρκτή.

Τα χαράματα ξεχειλίζουν με ρίγες
Που ζωγραφίζει ο ήλιος πάνω στα σώματα
Ένα ρίγος κατάδικου με διασχίζει
Μήπως είναι αυτό που το λένε προμήνυμα

Μαργαριτάρι του μέλλοντος οψιδιανός
Μισοσβησμένος πίνακας των προγραφών
Όσοι άκουσαν το όνομά τους
Παρακαλώ ας με ακολουθήσουν…

 [ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, από τη συλλογή του Νάνου Βαλαωρίτη ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΑΤΩ ΤΗ ΓΡΑΦΗΣ, εκδόσεις Νεφέλη 1984]


[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νάνου Βαλαωρίτη, που αύριο, καβάλα σε μια ωκεανίδα, θα βγούνε ποιήματα έτοιμα στις δενδροφυτεμένες μεριές της οικουμένης. Γιατί, όταν φανεί πια η θάλασσα, τίποτα δεν μας εμποδίζει να βεβαιωθούμε αν είναι πραγματική, τις νύχτες που το πέλαγος ροχαλίζει σαν άνθρωπος που βλέπει εφιάλτες]

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

ΚΙ Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΟΜΟΡΦΗ ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΨΙΘΥΡΙΖΕΙ ΠΑΡΑ ΜΕ ΔΥΟ ΑΒΕΒΑΙΑ ΧΕΙΛΗ:

Είναι μια λέξη κενή μια στιγμή πλημμυρισμένη καλοσύνη… Ξέχασε, ξέχασε πάντα – φτάνει μια στάλα καινούργιας ζωής ένα παλιό κυριακάτικο δειλινό με δυο σπασμένες καρέκλες στο «Καφενείο των Ναυτικών»- εκείνον που αγάπησες κάποτε κι ίσως νοστάλγησες κάποια στιγμή το γυρισμό του μετρώντας ακόμη μια φορά ένα-ένα τα ναυαγισμένα όνειρα… Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο, σ’ ένα μικρό δωμάτιο, σ’ ένα γραφείο, σε μια παιδική κλινική ποτισμένη χλωροφόρμιο; Ανακαλύψαμε ξάφνου μια νύχτα πως λησμονήθηκε μέσα μας τόσον καιρό η νοσταλγία της απουσίας… [αποσπάσματα από τις ΕΠΟΧΕΣ 2 του Μανόλη Αναγνωστάκη]

Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους στίχους μιας ζωής] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ. «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς!]

Προσπάθησε μ’ όση καρδιά σου απομένει (από τη συλλογή του Μανόλη Αναγνωστάκη ΕΠΟΧΕΣ 2)
                -Ι-
Προσπάθησε μ’ όση καρδιά σου απομένει, χάραξε τις δυο γραμμές σταυρωτά
Ύστερα γέλασε πάλι, δοκίμασε τη νιότη σου ακόμα μιαν Άνοιξη, δεν είναι μάταιο
μη θυμηθείς κάποια μέρα κάποιον που έφευγε με δυο πληγωμένες παλάμες
Ήμουνα εγώ που σου ’λεγα πάντα: φεύγοντας ήτανε πια πολύ αργά
Κι είχαμε ακόμα πολλή πίκρα πολλή μνήμη πολλή νόηση
Κι η αγάπη είναι πάντα όμορφη ακόμα κι όταν δεν ψιθυρίζει παρά με δυο αβέβαια ανήσυχα χείλη
Κι όταν δε μένει παρά σε δυο χαρακιές σ’ ένα λευκό περιθώριο
Προσπάθησε, πάλεψε ακόμα, ένα τόσο μικρό ασήμαντο διάστημα
Σβήσε μιαν ακατανόητη παρένθεση μην τραυματίζεις την αμέριμνη ζωή σου.
(Ήταν Οχτώβρης όταν σου χάρις, έτσι σα μιαν αχτίνα γυρισμού, ένα παλιό κλεισμένο τετράδιο
Και τότες που δεν θέλαμε πια να πιστέψουμε πως μπορούσαν να αργούσαν οι ώρες τόσο απελπισμένα όμοιες
Τόσες φορές έξι μέρες
Σ’ ένα μικρό δωμάτιο, σ’ ένα γραφείο, σε μια παιδική κλινική ποτισμένη χλωροφόρμιο
Ανακαλύψαμε ξάφνου μια νύχτα πως λησμονήθηκε μέσα μας τόσο καιρό η νοσταλγία της απουσίας).



Τώρα προσπάθησε, εγώ τελείωσα, δεν έχω τίποτα άλλο να σου πω
Είναι μια λέξη κενή μια στιγμή πλημμυρισμένη καλοσύνη
Ξέχασε, ξέχασε πάντα – φτάνει μια στάλα καινούργιας ζωής
Ένα παλιό κυριακάτικο δειλινό με δυο σπασμένες καρέκλες στο «Καφενείο των Ναυτικών»
Εκείνον που αγάπησες κάποτε κι ίσως νοστάλγησες κάποια στιγμή το γυρισμό του.
                   -ΙΙ-
«Το καθετί τελειώνει μια μέρα», «Τώρα είναι πια πολύ αργά»
Ή «Ν’ αποφασίσουμε χωρίς αναβολή» κι άλλες τέτοιες πολλές αοριστίες.
Φυσούσε απ’ το σπασμένο τζάμι. Ύστερα ήρθανε κι άλλοι.
Γνωστοί κάθε βράδυ. Καθίσαν σιωπηλοί σ’ ένα τραπέζι.
Σκέφτηκες πως περάσανε κι απόψε πάλι τόσες ώρες
-Σωστά το καθετί τελειώνει είναι τόσο απλό και φυσικό σαν το λες-
Μετρώντας ακόμα μια φορά ένα-ένα τα ναυαγισμένα μας όνειρα
Πως ζήσαμε κι άλλο ένα βράδυ την ίδια πάντα αναμονή
(Φίλοι καλοί, μη μας κατηγορήσετε. Σκίσαμε τώρα καιρό τα βιβλία μας
Καλύψαμε με τα χέρια τ’ αυτιά μας στα σφυρίγματα των πλοίων
Ανάψαμε τη φωτιά μας το πρωί με τις παλιές φωτογραφίες)
Κάποια φορά σκεφτήκαμε πως έπρεπε να κοιτάξουμε περισσότερο τα χέρια μας
Είχα κάτι αρρωστιάρικα δάχτυλα, μέσα γλιστρούσε ανεπανόρθωτα το καθετί
Είπαν πως ό,τι αγγίξαμε ράγιζε. (Έπρεπε πια κι εμείς να το πιστέψουμε).
Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο;
Λέγαμε πως λησμονιόμασταν μέρες, ύστερα χρόνια, μα πάντα γυρνούσαμε
Κοιτάζαμε το πρόσωπό μας στον καθρέφτη και μιαν άλλη συνηθίσαμε μορφή.

… Φυσάει πολύ απ’ το σπασμένο τούτο τζάμι (Ποιος έριξε φεύγοντας τις καρέκλες στο πάτωμα;)
Δεν ξεχωρίσαμε στο τέλος αν έπρεπε να ξανάρθουμε ή να μην ξανάρθουμε
Θαρρούσες πως στο βάθος θα μας κούραζε το ίδιο. Δεν ξεχωρίσαμε.
(Είχαν τα πρόσωπά μας τόσο αλλόκοτα μπλεχθεί. Μη μας κατηγορήσετε. Χάσαμε πια οριστικά το δικό μας)

Μα τι γυρεύουν απόψε εδώ όλα αυτά (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ 2)
                  II-
Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δεν στέγνωσαν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μην λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στα νύχια χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μιαν Αυγή που σου ’χαν τάξει
-Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
Με μια σβησμένη νοσηρη χρονολογία
Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
-Με σένα τόσα χρόνια πια μακριά μου-
Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό
Ξένος σε τούτο το παλιό το καφενείο
Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Στο νυσταγμένο καφενείο όλη νύχτα
Στου Πειραιά, νύχτα, το βρώμικο λιμάνι
                   V-
Το γνώρισες τούτο καλά
Ήταν μια νίκη κι αυτό
Πολύ παραπάνω από μια νίκη
Κι έτσι όπως ήτανε μακριά τα ξημερώματα
Εξουσιάζοντας τη συγκατάβαση της νύχτας
Χτυπώντας τους τοίχους της πιο απάνθρωπης αίσθησης
Παίζοντας βάναυσα στα κίτρινά σου δάχτυλα
Του μυαλού σου το ανυπάκουο
Τώρα το γνώρισες καλά
Έτσι στο τέλος πάντα πώς κερδίζεις μια φυγή
Της απόγνωσης την τρυφερότητα
Των διεγέρσεων το σαρκασμό
Άλλωστε το ’χες, αλήθεια, τόσο κάποτε πει
Εσύ, εκείνος που πέθανε, ή κάποιος άλλος
(Ένας άλλος μονάχα)
Για κάποιο πρόσωπο μαρμάρινο μιλώντας
Για κάποιο πρόσωπο που σβήστηκε μια νύχτα
Στου καθρέφτη το θόλωμα
Σα σύννεφο τις πρώτες μέρες του φθινοπώρου
Ασπίδα του ήλιου
(Μα τι γυρεύουν απόψε εδώ όλα αυτά;)
Άλλωστε ήτανε μια παλιά μας συνήθεια
Αποχτημένη συνήθεια με φρόνηση τόση
-Βιβλίων παλιών σκονισμένη σοφία-
Να ψάχνεις αδιάκοπα μιαν έρημο
Χωρίς ένα δένδρο, ένα ρίγος νερών

Αν μπορούσες να πιστέψεις στην πιο χιμαιρική σου ασυνέπεια, σε καθετί που απόμεινε ζεστό σαν το απρόσιτο (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ 2)
                -V-
Φτάνεις κι εσύ κάποτε να πιστέψεις πως σάπισαν όλα τα περάσματα πως αμείλιχτοι φύλακες στέκονται ορθοί σε κάθε γωνιά. Πολλές φορές η νύχτα ξέρει να σου μιλά σα μια θανάσιμη ηδονική φίλη μα εσύ δεν θες να την ακούς, ζητάς μια λάμπα, τίποτε άλλο από μιαν ελάχιστη λάμπα, μια λάμπα τόσο ταπεινή μέσα σε τούτο το σκοτάδι. Έστω λοιπόν, θα περιμένουμε εδώ τα ξημερώματα –μπορούμε στη ζωή μας δυο φορές να ξαναρχίσουμε – χωρίς όλο τούτο το φορτίο των αδέσποτων λέξεων να βαραίνει το μυαλό μας όλους αυτούς τους σεμνούς ανθρώπους τόσο βέβαιος απόλυτα ο καθείς για τον εαυτό του, διστάζοντας τι να προσφέρουν στον άλλο: ένα σπαθί ή ένα άνθος, χωρίς αυτούς τους τυφλούς χιμαιρικούς υπαιθρίους ρήτορες που βλέπουνε τα χρόνια τους αδιάφοροι να φεύγουνε σαν τους τροχούς μιας πανάρχαιας άμαξας βαριάς. Ήρθανε, άλλοτε, τόσοι αιχμαλωτίζοντας το θάνατο με μια λαχανιασμένη χειρονομία δίχως να κρατούν μαζί τους παρά μια σφαίρα μοναδικιά για το δικό τους κορμί. Γυναίκες που τα μαρτυρικά τους δάκρυα δεν μπόρεσαν να σβήσουνε πάνω στο μάρμαρο ποτέ τις χαρακιές της προσφοράς τους. Η γνώριμη πικρή μυρουδιά του κλεισμένου από χρόνια δωματίου, μια νύχτα μια νύχτα πια χωρίς επιστροφή.

Πολλοί μας μίλησαν επίσης για την εποχή
Για των καιρών το βαρυσήμαντο
Έπρεπε βέβαια κι εσύ πια να διαλέξεις
Αυτό που λέμε μια συνέπεια μια ακεραιότητα
Κάτι το ανθρώπινο με μια οποιαδήποτε τελείωση
ξεχνώντας τι μοιράζουμε κάθε καινούργια στιγμή-
Άλλοι μας είπανε να γονατίσεις έστω μια φορά
Σ’ αυτό, ας πούμε, που καθορίστηκε αναχώρηση
Μπροστά σ’ ένα κρεβάτι σε μια γύμνωση
Σε μια φωτιά μπροστά χαμηλωμένη.
Μα αλήθεια πες μου εσύ, πώς να νικήσεις
Ετούτο το κουρέλι με το σχήμα της καρδιάς σου
Ετούτο τον καπνό που αντιστέκεται στον άνεμο
Εσύ που μόνο το ’ξερες πόσες φορές
Μετρήσαμε στις ίδιες πλάκες τα βαριά μας βήματα
Βουλιάξαμε τα πόδια μας στην ίδια σάπια λάσπη
Βρήκαμε ένα θλιμμένο κυπαρίσσι
Πίσω από μια γλυκιά μορφή παιδιού
Εσύ μονάχα θα τραβήξεις τις κουρτίνες
Πίσω τους τα ψυχρά ηδονισμένα ομοιώματα
Βαμμένα αξιοθρήνητα γελοία
Χτυπούσε τα δυο χέρια τους σε πίδακα χαράς.
Εγκατάλειψη. Πόσο το καταλάβαμε στο τέλος
Καλά, για την ηθοποιία της βραδιάς
Για την απέραντη φτήνια και την κούραση
Κάποιας φυματικής ονειροπόλησης
Μ’ όλο που ήτανε κι αυτό στο κάτω κάτω μια αναχώρηση
Πέρα απ’ το καθιερωμένο και το νόμιμο
Εγκατάλειψη με τη συναίσθηση της αδιάκοπης στιγμής
Για μια ηδονή που δεν γνωρίζει μεταμέλεια
Για μιαν απάνθρωπη φυγή
Πέρα από κάθε όργιο σκέψεων
Ή αντικρουόμενων διαθέσεων.

Σάπισαν όλα τα περάσματα φύλακες βλοσυροί σε κάθε πόρτα. Σκέφτομαι τις σουβλερές κρύες κραυγές που καρφώνουν στα φέρετρά τους τους νεκρούς, τη χαλασμένη αγνότητα μιας γυναίκας που ξόδεψε ασυλλόγιστα τον παιδικό έρωτά της, ότι μπορούσες να πιστέψεις στην πιο χιμαιρική σου ασυνέπεια, μα τι είναι τούτο που ’χουμε ονομάσει ανεπανόρθωτο; Ίσως υπάρχει πάντα η διαφυγή, απομακρύνοντας τα βήματα του γυρισμού, όταν όλοι οι φίλοι σου έχουνε πεθάνει ανεξήγητα από μιαν άγνωστη αρρώστια, ίσως υπάρχει πάντα να σημάνει μια αναχώρηση πέρα από κάθε καθιέρωση και πίστη.

(Και ποιος να μας προσέξει, ποιος
και να μας λογαριάσει
στη θέση που καθόμαστε;)

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της αγάπης, το φόβο που μας ενώνει με τους άλλους, ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη σιωπή, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. Πόσα κρυμμένα τιμαλφή όμως μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα θα περιμένουμε]