Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

ΟΧΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΦΤΕΡΟΥΓΑ, ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΩΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ Ν’ ΑΠΟΦΥΓΕΙ ΤΑ ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ:

Απ’ τον πατέρα μου κληρονόμησα αυτό το δυστυχισμένο χέρι κι απ’ τη μητέρα μου ένα μεγάλο φτερό, από κείνα που έβγαζε απ’ την ψυχή της και τα κάρφωνε στο αστείο καπέλο της – είναι από τότε που τις νύχτες η παλιά ντουλάπα ανοίγει μόνη της και βγαίνει η λαιμητόμος, εγώ παλεύω μαζί της, παίρνω τον μπαλτά και την κάνω κομμάτια, ύστερα καταπίνω τις σανίδες για να μην τις βρουν, πολλοί ναυαγοί σώθηκαν έτσι… Χρόνια έζησα τρέμοντας τις πόρτες, ώσπου μάζεψα τα χαρτιά μου, τις τύψεις μου κι έφυγα. Μα στον πρώτο σταθμό είδα πάλι εκείνο το παιδικό φτερό και κατέβηκα!.. Από τότε έμεινα για πάντα στην Κόλαση. [ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972, Α ενότητα ΔΙΑΣΠΟΡΑ, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by ANJA Buhrer Reflection]

Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη
πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή – με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατά του ένα παλιό,
φανταστικό βιολί, «το ακούς;» μου λέει, «ναι», του λέω, πάντα το
άκουγα», ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι [Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ Από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ]


ΜΕΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ
Να σε καρφώνουν στο σταυρό ή να σταυρωθείς πάνω σ’ αυτό το τίποτα που υπήρξες είναι ο ίδιος δρόμος, έρημος κι ακατανόητος, ανάμεσα στα λιγοστά δένδρα και τη νύχτα που κατεβαίνει.



Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΤΟΛΗ
Ερχόταν μέσα στη νύχτα ο θρήνος απ’ τ’ άδεια ποτήρια των αλκοολικών, αισχρές επιθυμίες με λιάνιζαν στο πλυσταριό, μα έφτανε ο ίσκιος μιας αράχνης για ν’ ανοίξει στον τοίχο ουράνιες μελωδίες, έστεκα όρθιος στα σκαλοπάτια, έτρεχα να τους παραγγείλω καφέ, γι’ αυτό κι εκείνοι δεν κοίταζαν τον ουρανό, να με δουν να κάθομαι στα δεξιά Του, μόνο η γριά έβαζε λιβάνι στο θυμιατό και σκαρφαλωμένη στον καπνό κοιμόταν μαζί μου.
Ήταν αστροφεγγιά και τα παιδιά  περίμεναν να μιλήσουνε τα ζώα, εγώ στη μέση των χωραφιών, τόσο λυπημένος που θα μπορούσε να περάσει από μέσα μου ένα κοπάδι πουλιά, τρώγοντας όλη την καρβουνόσκονη στους έρημους σταθμούς με τους ξεχασμένους, βγήκα στην αγορά και δεν είχα τίποτα να πουλήσω, και πούλησα τις εξομολογήσεις μου στο έλεος των αυριανών ημερών.
Όταν πια κάθισα να ξεκουραστώ ήταν αργά για όλα, ο άνεμος  έφερνε τις καμπάνες, η μέρα ξαναγύριζε –κι όμως εμένα μ’ είχαν διώξει, εγώ που για μια νύχτα έγινα γυναίκα κι έβγαλα μαστούς, για να θηλάσω μέσα στα χωράφια έναν παλιοζητιάνο που ψυχορραγούσε και ζητούσε τη μητέρα του.
Εκείνη τη νύχτα άδειασα τόσο, που όταν μου πέταξαν το μαχαίρι δεν είχε πού να καρφωθεί.

ΤΑΞΙΔΙ (στη Λούλα που δεν θα το διαβάσει)
Ζούσε την τελευταία του ώρα. Στο σταθμό νύχτα περίμενε το τρένο, που θα ’πεφτε μπροστά του να τελειώνει. Άξαφνα, από μια παλιά ξεχασμένη παρόρμηση ανέβηκε στη γραμμή να περπατήσει, όπως άλλοτε, που ήταν ένα αιώνιο παιδί. Τότε, μ’ έκπληξη, είδε η μικρή πεθαμένη εξαδέλφη να περπατάει στην άλλη γραμμή, απλώνοντας το χέρι του, για να κρατηθούν, πιο στέρεα πάνω απ’ το όνειρο.
Περπάτησαν ώρα, χαμογελώντας ο ένας στον άλλον, κι όταν πέρασε τυφλό το τρένο, βουίζοντας, τα δυο παιδιά χειροπιασμένα συνέχιζαν να προχωράνε πάνω στις ράγες,
ενώ το πτώμα ενός άνδρα κείτονταν πιο εκεί.

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ
Άνδρες με μακριές λόγχες κρατούσαν ακόμα και την αναπνοή μας μακριά απ’ το στρωμένο τραπέζι. Μα εκείνον, που τόλμησε και προχώρησε, τον κάρφωσαν  και τον σήκωσαν ψηλά,
πάνω απ’ όλους τους συνδαιτυμόνες.

ΕΞΟΔΟΣ
Η τελετή γινόταν στη μεγάλη σάλα, μόλις μ’ είχαν ξεκρεμάσει απ’ το ηλιοβασίλεμα, με τύλιξαν μ’ ένα σεντόνι, μα  οι πληγές φάνηκαν στον τοίχο, το πλήθος συνωστίζονταν στις σκάλες, ζητούσε ν’ αναστηθώ, μα εγώ έπρεπε να παραμείνω αγνός από θαύματα, και κρυβόμουν πίσω απ’ τα παλτά των ξένων στο διάδρομο, τρώγοντας τα φύλλα  απ’ τα παλιά ημερολόγια,
το ξημέρωμα ήταν ωχρό πίσω απ’ τις μπουκάλες, βγήκα στο δρόμο και γονάτισα στον πρώτο περαστικό, «γιατί το ’κανες;» με ρωτούσε ο Θεός, «είναι ο καιρός της βασιλείας μου, Κύριε, πώς ν’ αρνηθώ;» και τότε ο Θεός μου ’βαλε σ το χέρι αυτό το κλειδί, έτσι μπορώ ν’ ακούω ήρεμος το ανελέητο βήμα πίσωαπ’ τον τοίχο, αθέατος μέσα σε όποια εικόνα.
Ήμουν τόσο μονάχος, που τα σκυλιά που με γάβγισαν στο δρόμο ανέβαιναν τώρα μαζί μου στον ουρανό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: