Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

ΚΙ Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΟΜΟΡΦΗ ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΨΙΘΥΡΙΖΕΙ ΠΑΡΑ ΜΕ ΔΥΟ ΑΒΕΒΑΙΑ ΧΕΙΛΗ:

Είναι μια λέξη κενή μια στιγμή πλημμυρισμένη καλοσύνη… Ξέχασε, ξέχασε πάντα – φτάνει μια στάλα καινούργιας ζωής ένα παλιό κυριακάτικο δειλινό με δυο σπασμένες καρέκλες στο «Καφενείο των Ναυτικών»- εκείνον που αγάπησες κάποτε κι ίσως νοστάλγησες κάποια στιγμή το γυρισμό του μετρώντας ακόμη μια φορά ένα-ένα τα ναυαγισμένα όνειρα… Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο, σ’ ένα μικρό δωμάτιο, σ’ ένα γραφείο, σε μια παιδική κλινική ποτισμένη χλωροφόρμιο; Ανακαλύψαμε ξάφνου μια νύχτα πως λησμονήθηκε μέσα μας τόσον καιρό η νοσταλγία της απουσίας… [αποσπάσματα από τις ΕΠΟΧΕΣ 2 του Μανόλη Αναγνωστάκη]

Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους στίχους μιας ζωής] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ. «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς!]

Προσπάθησε μ’ όση καρδιά σου απομένει (από τη συλλογή του Μανόλη Αναγνωστάκη ΕΠΟΧΕΣ 2)
                -Ι-
Προσπάθησε μ’ όση καρδιά σου απομένει, χάραξε τις δυο γραμμές σταυρωτά
Ύστερα γέλασε πάλι, δοκίμασε τη νιότη σου ακόμα μιαν Άνοιξη, δεν είναι μάταιο
μη θυμηθείς κάποια μέρα κάποιον που έφευγε με δυο πληγωμένες παλάμες
Ήμουνα εγώ που σου ’λεγα πάντα: φεύγοντας ήτανε πια πολύ αργά
Κι είχαμε ακόμα πολλή πίκρα πολλή μνήμη πολλή νόηση
Κι η αγάπη είναι πάντα όμορφη ακόμα κι όταν δεν ψιθυρίζει παρά με δυο αβέβαια ανήσυχα χείλη
Κι όταν δε μένει παρά σε δυο χαρακιές σ’ ένα λευκό περιθώριο
Προσπάθησε, πάλεψε ακόμα, ένα τόσο μικρό ασήμαντο διάστημα
Σβήσε μιαν ακατανόητη παρένθεση μην τραυματίζεις την αμέριμνη ζωή σου.
(Ήταν Οχτώβρης όταν σου χάρις, έτσι σα μιαν αχτίνα γυρισμού, ένα παλιό κλεισμένο τετράδιο
Και τότες που δεν θέλαμε πια να πιστέψουμε πως μπορούσαν να αργούσαν οι ώρες τόσο απελπισμένα όμοιες
Τόσες φορές έξι μέρες
Σ’ ένα μικρό δωμάτιο, σ’ ένα γραφείο, σε μια παιδική κλινική ποτισμένη χλωροφόρμιο
Ανακαλύψαμε ξάφνου μια νύχτα πως λησμονήθηκε μέσα μας τόσο καιρό η νοσταλγία της απουσίας).



Τώρα προσπάθησε, εγώ τελείωσα, δεν έχω τίποτα άλλο να σου πω
Είναι μια λέξη κενή μια στιγμή πλημμυρισμένη καλοσύνη
Ξέχασε, ξέχασε πάντα – φτάνει μια στάλα καινούργιας ζωής
Ένα παλιό κυριακάτικο δειλινό με δυο σπασμένες καρέκλες στο «Καφενείο των Ναυτικών»
Εκείνον που αγάπησες κάποτε κι ίσως νοστάλγησες κάποια στιγμή το γυρισμό του.
                   -ΙΙ-
«Το καθετί τελειώνει μια μέρα», «Τώρα είναι πια πολύ αργά»
Ή «Ν’ αποφασίσουμε χωρίς αναβολή» κι άλλες τέτοιες πολλές αοριστίες.
Φυσούσε απ’ το σπασμένο τζάμι. Ύστερα ήρθανε κι άλλοι.
Γνωστοί κάθε βράδυ. Καθίσαν σιωπηλοί σ’ ένα τραπέζι.
Σκέφτηκες πως περάσανε κι απόψε πάλι τόσες ώρες
-Σωστά το καθετί τελειώνει είναι τόσο απλό και φυσικό σαν το λες-
Μετρώντας ακόμα μια φορά ένα-ένα τα ναυαγισμένα μας όνειρα
Πως ζήσαμε κι άλλο ένα βράδυ την ίδια πάντα αναμονή
(Φίλοι καλοί, μη μας κατηγορήσετε. Σκίσαμε τώρα καιρό τα βιβλία μας
Καλύψαμε με τα χέρια τ’ αυτιά μας στα σφυρίγματα των πλοίων
Ανάψαμε τη φωτιά μας το πρωί με τις παλιές φωτογραφίες)
Κάποια φορά σκεφτήκαμε πως έπρεπε να κοιτάξουμε περισσότερο τα χέρια μας
Είχα κάτι αρρωστιάρικα δάχτυλα, μέσα γλιστρούσε ανεπανόρθωτα το καθετί
Είπαν πως ό,τι αγγίξαμε ράγιζε. (Έπρεπε πια κι εμείς να το πιστέψουμε).
Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο;
Λέγαμε πως λησμονιόμασταν μέρες, ύστερα χρόνια, μα πάντα γυρνούσαμε
Κοιτάζαμε το πρόσωπό μας στον καθρέφτη και μιαν άλλη συνηθίσαμε μορφή.

… Φυσάει πολύ απ’ το σπασμένο τούτο τζάμι (Ποιος έριξε φεύγοντας τις καρέκλες στο πάτωμα;)
Δεν ξεχωρίσαμε στο τέλος αν έπρεπε να ξανάρθουμε ή να μην ξανάρθουμε
Θαρρούσες πως στο βάθος θα μας κούραζε το ίδιο. Δεν ξεχωρίσαμε.
(Είχαν τα πρόσωπά μας τόσο αλλόκοτα μπλεχθεί. Μη μας κατηγορήσετε. Χάσαμε πια οριστικά το δικό μας)

Μα τι γυρεύουν απόψε εδώ όλα αυτά (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ 2)
                  II-
Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δεν στέγνωσαν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μην λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στα νύχια χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μιαν Αυγή που σου ’χαν τάξει
-Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
Με μια σβησμένη νοσηρη χρονολογία
Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
-Με σένα τόσα χρόνια πια μακριά μου-
Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό
Ξένος σε τούτο το παλιό το καφενείο
Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Στο νυσταγμένο καφενείο όλη νύχτα
Στου Πειραιά, νύχτα, το βρώμικο λιμάνι
                   V-
Το γνώρισες τούτο καλά
Ήταν μια νίκη κι αυτό
Πολύ παραπάνω από μια νίκη
Κι έτσι όπως ήτανε μακριά τα ξημερώματα
Εξουσιάζοντας τη συγκατάβαση της νύχτας
Χτυπώντας τους τοίχους της πιο απάνθρωπης αίσθησης
Παίζοντας βάναυσα στα κίτρινά σου δάχτυλα
Του μυαλού σου το ανυπάκουο
Τώρα το γνώρισες καλά
Έτσι στο τέλος πάντα πώς κερδίζεις μια φυγή
Της απόγνωσης την τρυφερότητα
Των διεγέρσεων το σαρκασμό
Άλλωστε το ’χες, αλήθεια, τόσο κάποτε πει
Εσύ, εκείνος που πέθανε, ή κάποιος άλλος
(Ένας άλλος μονάχα)
Για κάποιο πρόσωπο μαρμάρινο μιλώντας
Για κάποιο πρόσωπο που σβήστηκε μια νύχτα
Στου καθρέφτη το θόλωμα
Σα σύννεφο τις πρώτες μέρες του φθινοπώρου
Ασπίδα του ήλιου
(Μα τι γυρεύουν απόψε εδώ όλα αυτά;)
Άλλωστε ήτανε μια παλιά μας συνήθεια
Αποχτημένη συνήθεια με φρόνηση τόση
-Βιβλίων παλιών σκονισμένη σοφία-
Να ψάχνεις αδιάκοπα μιαν έρημο
Χωρίς ένα δένδρο, ένα ρίγος νερών

Αν μπορούσες να πιστέψεις στην πιο χιμαιρική σου ασυνέπεια, σε καθετί που απόμεινε ζεστό σαν το απρόσιτο (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ 2)
                -V-
Φτάνεις κι εσύ κάποτε να πιστέψεις πως σάπισαν όλα τα περάσματα πως αμείλιχτοι φύλακες στέκονται ορθοί σε κάθε γωνιά. Πολλές φορές η νύχτα ξέρει να σου μιλά σα μια θανάσιμη ηδονική φίλη μα εσύ δεν θες να την ακούς, ζητάς μια λάμπα, τίποτε άλλο από μιαν ελάχιστη λάμπα, μια λάμπα τόσο ταπεινή μέσα σε τούτο το σκοτάδι. Έστω λοιπόν, θα περιμένουμε εδώ τα ξημερώματα –μπορούμε στη ζωή μας δυο φορές να ξαναρχίσουμε – χωρίς όλο τούτο το φορτίο των αδέσποτων λέξεων να βαραίνει το μυαλό μας όλους αυτούς τους σεμνούς ανθρώπους τόσο βέβαιος απόλυτα ο καθείς για τον εαυτό του, διστάζοντας τι να προσφέρουν στον άλλο: ένα σπαθί ή ένα άνθος, χωρίς αυτούς τους τυφλούς χιμαιρικούς υπαιθρίους ρήτορες που βλέπουνε τα χρόνια τους αδιάφοροι να φεύγουνε σαν τους τροχούς μιας πανάρχαιας άμαξας βαριάς. Ήρθανε, άλλοτε, τόσοι αιχμαλωτίζοντας το θάνατο με μια λαχανιασμένη χειρονομία δίχως να κρατούν μαζί τους παρά μια σφαίρα μοναδικιά για το δικό τους κορμί. Γυναίκες που τα μαρτυρικά τους δάκρυα δεν μπόρεσαν να σβήσουνε πάνω στο μάρμαρο ποτέ τις χαρακιές της προσφοράς τους. Η γνώριμη πικρή μυρουδιά του κλεισμένου από χρόνια δωματίου, μια νύχτα μια νύχτα πια χωρίς επιστροφή.

Πολλοί μας μίλησαν επίσης για την εποχή
Για των καιρών το βαρυσήμαντο
Έπρεπε βέβαια κι εσύ πια να διαλέξεις
Αυτό που λέμε μια συνέπεια μια ακεραιότητα
Κάτι το ανθρώπινο με μια οποιαδήποτε τελείωση
ξεχνώντας τι μοιράζουμε κάθε καινούργια στιγμή-
Άλλοι μας είπανε να γονατίσεις έστω μια φορά
Σ’ αυτό, ας πούμε, που καθορίστηκε αναχώρηση
Μπροστά σ’ ένα κρεβάτι σε μια γύμνωση
Σε μια φωτιά μπροστά χαμηλωμένη.
Μα αλήθεια πες μου εσύ, πώς να νικήσεις
Ετούτο το κουρέλι με το σχήμα της καρδιάς σου
Ετούτο τον καπνό που αντιστέκεται στον άνεμο
Εσύ που μόνο το ’ξερες πόσες φορές
Μετρήσαμε στις ίδιες πλάκες τα βαριά μας βήματα
Βουλιάξαμε τα πόδια μας στην ίδια σάπια λάσπη
Βρήκαμε ένα θλιμμένο κυπαρίσσι
Πίσω από μια γλυκιά μορφή παιδιού
Εσύ μονάχα θα τραβήξεις τις κουρτίνες
Πίσω τους τα ψυχρά ηδονισμένα ομοιώματα
Βαμμένα αξιοθρήνητα γελοία
Χτυπούσε τα δυο χέρια τους σε πίδακα χαράς.
Εγκατάλειψη. Πόσο το καταλάβαμε στο τέλος
Καλά, για την ηθοποιία της βραδιάς
Για την απέραντη φτήνια και την κούραση
Κάποιας φυματικής ονειροπόλησης
Μ’ όλο που ήτανε κι αυτό στο κάτω κάτω μια αναχώρηση
Πέρα απ’ το καθιερωμένο και το νόμιμο
Εγκατάλειψη με τη συναίσθηση της αδιάκοπης στιγμής
Για μια ηδονή που δεν γνωρίζει μεταμέλεια
Για μιαν απάνθρωπη φυγή
Πέρα από κάθε όργιο σκέψεων
Ή αντικρουόμενων διαθέσεων.

Σάπισαν όλα τα περάσματα φύλακες βλοσυροί σε κάθε πόρτα. Σκέφτομαι τις σουβλερές κρύες κραυγές που καρφώνουν στα φέρετρά τους τους νεκρούς, τη χαλασμένη αγνότητα μιας γυναίκας που ξόδεψε ασυλλόγιστα τον παιδικό έρωτά της, ότι μπορούσες να πιστέψεις στην πιο χιμαιρική σου ασυνέπεια, μα τι είναι τούτο που ’χουμε ονομάσει ανεπανόρθωτο; Ίσως υπάρχει πάντα η διαφυγή, απομακρύνοντας τα βήματα του γυρισμού, όταν όλοι οι φίλοι σου έχουνε πεθάνει ανεξήγητα από μιαν άγνωστη αρρώστια, ίσως υπάρχει πάντα να σημάνει μια αναχώρηση πέρα από κάθε καθιέρωση και πίστη.

(Και ποιος να μας προσέξει, ποιος
και να μας λογαριάσει
στη θέση που καθόμαστε;)

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της αγάπης, το φόβο που μας ενώνει με τους άλλους, ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη σιωπή, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. Πόσα κρυμμένα τιμαλφή όμως μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα θα περιμένουμε]

Δεν υπάρχουν σχόλια: