Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

ΜΑΛΛΟΝ ΑΥΤΗ ΘΑ ’ΝΑΙ Η ΛΥΣΗ ΤΩΝ ΠΥΡΓΩΝ ΠΟΥ ΕΧΩ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕΙ:

Αρπάχτηκα άσχημα με την ατμόσφαιρα, σχεδόν την ξέσκισα και μάτωσα το πρωινό. Τώρα, μ’ αδύναμους στίχους ώρα πολλή τα σκισμένα της μέρη προσπαθώ να σμίξω. Κι όσα κομμάτια τυχόν μου περισσέψουν μαζί μου θα πάρω, λυπητερές πιθανόν ιστορίες μ’ αυτά να τυλίξω. Ύστερα, ετούτα όλα θ’ αφήσω για να προφτάσω να πάρω από πίσω πλανόδιους μουσικούς που με τους ήχους τους μελαγχολίας αετώματα στήνουν. Σ’ αυτούς πίστη μεγάλη δίνω πως της ψυχής μου τις νότες ίσως μπορέσουν να παίξουν σε κάποιο δρόμο φαρδύ, αδειανό, στο Λονδίνο  (ΠΡΩΙΝΟ ΣΤΑ ΞΕΝΑ από την ποιητική συλλογή της Κικής Δημουλά ΕΡΕΒΟΣ 1956 – ART by Andreas-Amador]

 [Ανακινήστε καλά προ της χρήσεως… Προς τούτο εσωκλείονται οδηγίες. Αν τις διαβάσεις προσεκτικά – σύνθεση, προφυλάξεις, δοσολογία – θα δεις ότι τις ίδιες ακριβώς παρενέργειες επιφυλάσσει η μικρή δόση αγάπης και η μεγάλη. Οι λέξεις φταίνε, Αυτές ενθάρρυναν τα πράγματα ν’ αρχίσουν να συμβαίνουν. Για του λόγου το αληθές… Ιδού…]

ΠΥΡΓΟΣ ΤΟΥ ΑΪΦΕΛ (από τη συλλογή ΕΡΕΒΟΣ 1956)
Ένα χαρτί που βρήκα εδώ μπροστά μου…



Ποια τάχα σκέψη ασχημάτιστη,
ποια μακρινή μου θύμηση,
του υποσυνείδητού μου ποια δράση
οι πύργοι τούτοι να μηνάνε;
Τίποτε σοβαρό δεν θα ’ναι.
Μπορεί απλώς να ’χω μετανοήσει
που όντας για λίγο στο Παρίσι
μικρούς πυργίσκους το γεμίζω-
τον πύργο του Άιφελ ν’ ανέβω δεν κατάφερα.
Ήταν για μένα σπάνια ευκαιρία
από του πύργου αυτού τα ύψη
σαν τόσους άλλους να ’χω σκύψει
και από κει τον κόσμο ν’ αγναντεύω…

Μα ίσως πάλι να έπραξα σωστά,
ίσως σοφά να παρενέβη η τύχη,
αφού σε λίγο θα έπρεπε ξανά
στα χαμηλά μου να κατέβω.

Μάλλον αυτή θα ’ναι η λύση
των πύργων που έχω ζωγραφίσει

ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ (Ελγίνου Μάρμαρα)
Στην ψυχρή του μουσείου αίθουσα
την κλεμμένη, κοιτώ
μοναχή Καρυάτιδα.
Το σκοτεινό γλυκύ της βλέμμα
επίμονα εστραμμένο έχει
στο σφριγηλό του Διόνυσου σώμα
(σε στάση ηδυπάθειας σμιλεμένο)
που δυο βήματα μόνον απέχει.
Το βλέμμα το δικό του έχει πέσει
στη δυνατή της κόρης μέση.
Πολυετές ειδύλλιον υποπτεύομαι
τους δυο αυτούς να ’χει ενώσει.
Κι έτσι, όταν το βράδυ η αίθουσα αδειάζει
απ’ τους πολλούς, τους θορυβώδεις επισκέπτες,
τον Διόνυσο φαντάζομαι
προσεκτικά απ’ τη θέση του να εγείρεται
των διπλανών γλυπτών και αγαλμάτων
την υποψία μην κινήσει,
κι όλος παλμό να σύρεται
τη συστολή της Καρυάτιδας
με οίνον και με χάδια να λυγίσει.

Δεν αποκλείεται όμως έξω να ’χω πέσει.
Μιαν άλλη σχέση ίσως να τους δένει
πιο δυνατή, πιο πονεμένη:
Τις χειμωνιάτικες βραδιές
και τις εξαίσιες του Αυγούστου νύχτες
τους βλέπω,
απ’ τα ψηλά να κατεβαίνουν βάθρα τους,
της μέρας αποβάλλοντας το τυπικό τους ύφος,
με νοσταλγίας στεναγμούς και δάκρυα
τους Παρθενώνες και τα Ερεχθεία που στερήθηκαν
στη μνήμη τους με πάθος ν’ αναγείρουν.

FOG (από τη συλλογή ΕΡΕΒΟΣ 1956)
Γυμνά κλαδιά έξω από το τζάμι
στης πανσιόν την άδεια σάλα
πράγματα ακατάληπτα μου γνέφουν.

 Ο δρόμος έρημος, αβάσταχτος
Κι ακόμα πιο έρημος φαντάζει
όταν διαβάτες αραιοί
γοργά απ’ τα μάτια μου περνάνε.

Έχω χαρά που οι δυο αυτοί
εμπρός από τη μικρή εστάθηκαν
του αντικρινού μαγαζιού προθήκη.

Κάτι καινούργιο τα γυμνά κλαδιά
θαρρώ τώρα μου γνέφουν
σχεδόν με κίνηση αφανή.

Όμως, τι φρίκη.
Έπεσε ξάφνου τόση καταχνιά
σ’ όλη αυτή του δρόμου τη σκηνή.

ΕΙΚΟΝΑ
Του φθινοπώρου οι τάπητες
έχουν πάντα την ίδια εργασία,
ίδιο σχεδόν το κέντημα,
ίδιο περίπου και το αίσθημα που φέρνουν.

Κίτρινα φύλλα αραιά,
ορθά ή ανάποδα στην τύχη σκορπισμένα,
κάπου αλλού μαζί πολλά
σε μια γωνιά δρόμου συγκεντρωμένα.

Μα ο αγγλικός ο τάπητας,
που σήμερα μονάχη μου πατώ,
έχει ένα άλλο σχέδιο –
έχουν μιαν άλλη χάρη
τα φύλλα τα πεσμένα.

Κι έτσι που τα κατάφερε
τη σκέψη να μου πάρει,
γλυκύτερα μου φάνηκαν τα ξένα.

ΝΥΧΤΑ
Κανείς πια θόρυβος,
κανένας καθυστερημένος ήχος,
καμιά της μέρας που ’φυγε μικρή αδιακρισία
να ανακόψει δεν τολμά
τη νύχτα τούτη την πλατιά
που ’πεσε απόψε στο Λονδίνο.
Μήτε κι εγώ.
Το τζάκι να σβήσω αφήνω
κι αθόρυβα αγρυπνώ.
Θόρυβο όμως τώρα μακρινό
η αίσθησή μου προσδιορίζει:
διανυκτερεύοντος τροχού,
που ως ακούραστα μονάχος του γυρίζει,
κι αλάνθαστα εργάζεται,
τ’ αυριανά του κόσμου πεπρωμένα κατεργάζεται.

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΙΣ
Αγόρασα κι εγώ εφημερίδα
γιατί, καλά καλά δεν ξέρω.
Μα όλοι το ίδιο να κάνουν είδα
και σήμερα θέλω να μην διαφέρω.
Τρέχουνε όλοι κι εγώ τρέχω
κι όμως σκοπό ειδικό δεν έχω.
Για λίγο έτσι σταματάω,
πώς τρέχουν τ’ αυτοκίνητα κοιτάω.
Ανάμεσά τους δυο νέοι περνάνε,
με έξαψη πολλή μιλάνε
μάλλον για κάποιο στοίχημα.
Δεν είδα ακόμα κανένα δυστύχημα.

Στο Χάυντ-Παρκ τώρα βαδίζω
κι ομίχλη πολλή διασχίζω.
Μια κυρία κάνει ιππασία.
Έχει μεγάλη υγρασία.

Τα ίδια πάντα και τα ίδια:
«Μη ρίχνετε κάτω σκουπίδια».

Ο κόσμος τρομαγμένος τώρα τρέχει
γιατί έξαφνα άρχισε να βρέχει.
Τέτοια βροχή δεν έχει στην πατρίδα.
Καλά που αγόρασα και την εφημερίδα.

ΝΕΛΣΩΝ (από τη συλλογή ΕΡΕΒΟΣ 1956)
Εξαίσια στον Νέλσωνα έδωσαν θέση:
Στης Τραφάλγκαρ σκουέαρ τη μέση
σε ύψος απίθανο το άγαλμά του στήσαν.
Σοφόν.
Το βλέμμα του έτσι για πάντα εχτίσαν
στον μαύρο ωκεανόν.
Ευτυχής ο Νέλσων εκεί θα είναι.

Ίσως όμως
στον Νέλσωνα ετούτη η θέση
τόσο πολύ να μην αρέσει:
γιατί τη θάλασσα κατέκτησε,
τη θάλασσα πολύ εγεύθη.
Μια άλλη θέση ίσως να ποθεί,
μια άλλη θέσις ίσως να του πρέπει,
την άστατη λαίδη από εκεί
να δύναται να βλέπει.

 [επιλογές λέξεων από την ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΜΑΖΙ στο ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ της Κικής Δημουλά. Λοιπόν, κάποια φορά ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ, στου σεντονιού τις όχθες, ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ. ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ ο φιλοπαίγμων μύθος μας ακολουθεί, εκτός αν κλαίει το φεγγάρι οπότε βγαίνω στο μπαλκόνι το «Διότι» να ρωτήσω τι συμβαίνει. Μη φοβάσαι, είσαι ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΗΧΟΥ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ. Γι’ αυτό πάρε μαζί σου για σιγουριά την απαίτηση να μην σ’ αγγίξω διόλου και σου υπόσχομαι εγκαίρως να ξυπνήσω ώστε να μην σε πάρει είδηση ο ύπνος σου ότι λείπεις. ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ]

Δεν υπάρχουν σχόλια: