Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

ΓΙΟΡΤΙΝΕΣ ΜΕΡΕΣ ΠΥΚΝΟΚΑΤΟΙΚΗΜΕΝΕΣ Μ’ ΕΝΑ ΛΕΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗΣ:

Δεν είναι αυτό το αυλάκι αυλάκι αίματος, δεν είναι αυτό το πλοίο πλοίο θύελλας, δεν είναι αυτός ο τοίχος τοίχος ηδονής, δεν είναι αυτό το ψίχουλο ψίχουλο γιορτής, δεν είναι αυτός ο σκύλος σκύλος λουλουδιών, δεν είναι αυτό το δένδρο δένδρο ηλεκτρικό, δεν είναι αυτό το σπίτι σπίτι δισταγμού. Δεν είναι η λευκή γριά ετοιμοθάνατη, είναι μια κουταλιά γλυκό κρασί δύναμη χαράς για τη ζωή της λησμονημένης… Η λησμονημένη είναι ο στρατιώτης που σταυρώθηκε. Η λησμονημένη είναι το ρολόγι που σταμάτησε. Η λησμονημένη είναι το κλωνάρι που άναψε. Η λησμονημένη είναι η βελόνα που έσπασε. Η λησμονημένη είναι ο επιτάφιος που άνθισε. Η λησμονημένη είναι το χέρι που σημάδεψε. Η λησμονημένη είναι η πλάτη που ανατρίχιασε. Η λησμονημένη είναι το φιλί που αρρώστησε. Η λησμονημένη είναι το μαχαίρι που ξαστόχησε. Η λησμονημένη είναι η λάσπη που ξεράθηκε. Η λησμονημένη είναι ο πυρετός που έπεσε. [αποσπάσματα από τη ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ του Μίλτου Σαχτούρη 1945- ART by TSIBIKAKI Sofia waterfall]


 [Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο, στο στήθος φυτρώνουν κοπάδια μαργαρίτες. Εκεί δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν: τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι Ποιητής, κληρονόμος πουλιών που πρέπει, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Για του λόγου το αληθές…]

Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ (από την ποιητική συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ 1945)
I-
Η λησμονημένη ανοίγει το παράθυρο
ανοίγει τα μάτια της
κάτω περνούνε φορτηγά με μαυροφορεμένες
που δείχνουνε το φύλο της γυμνό
με οδηγούς μονόφθαλμους που βλαστημάνε
το χριστό της και την παναγία της
οι μαυροφορεμένες θέλουν το κακό της
κι ας της πετάνε τα ματωμένα τους γαρίφαλα
απ’ τον αναβρασμό του κήπου της ηδονής τους
απ’ την εξάτμιση της μπενζίνας μέσα στο σύννεφο του καπνού
οι οδηγοί
σκίζουν το σύννεφο και τήνε κράζουν πόρνη
όμως αυτή είναι μια θλιμμένη παναγιά
με τον αγαπημένο της μέσα στα εικονίσματα
έτσι όπως τον φύλαξε ο χρόνος
με τα κεριά όλων των προδομένων
που βάδισαν στο θάνατο ανάμεσα στις μαργαρίτες και τα χαμομήλια
με βάγιες δούλους κι αστέρια του βουνού
με σπαθιά που κόβανε λαιμούς και φοινικόδεντρα.


-ΙΙΙ-
Η λησμονημένη απλώνει τ’ άσπρο χέρι της
παίρνει όμως ένα χρωματιστό γυαλί και τραγουδάει
-Σε φωνάζω όχι μέσα από τ’ όνειρο
αλλά μέσα από τα συντρίμμια των πολύχρωμων αυτών γυαλιών
μα εσύ όλο φεύγεις
τώρα ναι με φοβίζει αληθινά το πρόσωπό σου
όσο και να ταιριάζω τα σπασμένα αυτά γυαλιά
δε μπορώ πια να σ’ αντικρίσω ολάκαιρο
κάποτε φτιάχνω μόνο το κεφάλι σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα άγρια κεφάλια
που μ’ αποξενώνουν
άλλοτε μονάχα τ’ αγαπημένο σώμα σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα κορμιά ακρωτηριασμένα
άλλοτε πάλι μονάχα το ευλογημένο χέρι σου
ανάμεσα σε χίλια άλλα χέρια τεντωμένα
που παιδεύουν τα πόδια μου κάτω απ’ τα φουστάνια μου
μου δένουν τα μάτια με τα μαύρα μαντίλια τους
με προστάζουν να περπατήσω να μη γυρίσω πίσω το κεφάλι μου
να δω τα μάτια σου να θρυμματίζονται
V-
Η λησμονημένη μέσα στο βυθό του νικηφόρου ύπνου της
κρατώντας ένα μήλο στο δεξί της χέρι τ’ άλλο χαϊδεύοντας τη θάλασσα
ξαδιπλώνει ξάφνου τα ωραία μάτια της
είναι μονάχα μια πνοή ένας βρόντος κανονιού
είναι ο ποδηλατιστής η αγαπημένη του κι η ανθοδέσμη
είναι ο βόγγος της καρδιάς καπνός των ορυχείων
το μίσος τα κορμιά που σμίγουνε με λύσσα και βυθίζονται
είναι ένα τρομερό φιλί στα σύνορα της ηδονής
που βρίσκονται σπαρμένοι μεσ’ στις παπαρούνες πέντε θάνατοι
είναι η σκιά του αγαπημένου της που πέρασε
-V-
Αυτά τα λόγια θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα
χρόνια η λησμονημένη. Και σ’ αυτό το δρόμο
να πω πως γίνονται θαύματα; Όχι. Τα θαύματα
γίνονται μόνο στις στοιχειωμένες εκκλησίες.
Να πω για τον άνθρωπο που έγινε δένδρο και για
το στόμα του που φύτρωσαν λουλούδια; ντρέπομαι
κι όμως πρέπει να μιλήσω κι ας μη με πιστέψουν
Ο μόνος που θα μπορούσε να με πιστέψει τον σκότωσαν
εκεί μπροστά στο βωμό κάτι γυμνά αγόρια
τον σκότωσαν με τις πέτρες. Ήθελαν να πληγώσουν
ένα λυκόσκυλο ήθελαν να πουν ένα τραγούδι
ήθελαν να φιλήσουν μια γυναίκα. Πάντως τον σκότωσαν
και τον ’κόψαν στα δυο μ’ ένα σπαθί. Από τη μέση
κι απάνω τον έστησαν άγαλμα σ’ ένα παράθυρο.
Από τη μέση και κάτω τον έμαθαν να περπατάει σαν
τα μικρά που αρχινάνε. Γι’ άγαλμα δεν φάνηκε άξιος
γιατί δεν μπόρεσαν να γίνουν άσπρα τα μάτια του,
Τα πόδια του πάλι κάνουνε ένα σωρό τρέλες και
τρομάζουν τις γυναίκες που νυχτώνονται στα
παράθυρα. Τώρα πλάι στα χείλια του έχουν φυτρώσει
δυο φυλλαράκια πικρά. Καταπράσινα. Είναι άνθος
ή άνθρωπος; Είναι άνθρωπος ή άγαλμα; Είναι
άγαλμα ή απόκρυφος θάνατος, Αυτά τα λόγια
θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα χρόνια η λησμονημένη

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό]



Δεν υπάρχουν σχόλια: