Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

ΦΙΑΛΙΔΙΟ ΤΩΝ ΣΤΕΝΑΓΜΩΝ ΤΡΙΓΜΟΙ ΣΕ ΑΒΥΣΣΟ ΠΡΟΣΔΟΚΙΑΣ…

τόσος έρωτας δικός μας κι απ’ τη φλογοβόλο τούτη προσδοκία
το σώμα όσο αληθινό και το βάθος του χαδιού
δένδρα γεννιούνται κι οι πόλεις τους κι οι ουρανοί τους και τα ποτάμια τους ή οι γαλάζιες τους λιμπελούλες
μονοπάτια καίονται και καπνίζουν ως την κορφή ενός νησιού του Αιγαίου
πέτρες υπάρχουν ωραιότερες κι απ’ τον ήλιο, χωράφια περιμένουν την ώρα που κράζουν τα πουλιά
κι απ’ αυτό το βάδισμα αγριμιού που πάει να ποτιστεί γεννήθηκε μια σιγουριά
η μυρουδιά του φυκιού η μυρουδιά της μούσκουλης είναι αληθινή
αληθινά και τα χείλια που ξεσπάνε κύμα πάνω σε κύμα έντασης
φιαλίδιο των στεναγμών δε θ’ αδειάσει πρώτα απ’ τη ζωή μου
απόψε αιμορραγώ κάμποσα χρόνια
τόσος έρωτας δικός μας
και να απ’ την κοινή τάφρο της οδύνης λέγονται αυτά τα λόγια
μακριά νιώθω πάντα μερικά δενδρύλλια κάθετα πάνω στη ράχη ενός λόφου… [απόσπασμα από τα ΤΟΠΙΑ της Μάτση Χατζηλαζάρου που περιέχονται στη συλλογή της ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΕΧΟΥΝ ΚΡΟΣΣΙΑ - ROMANCE WORKS by Carol Cavalaris]

 [Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι του πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα, και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού. Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι σα χόρτα στην άκρη του ποταμού. Ερχομός, δεσμός, αναχώρηση: να τα κρατήσουμε σαν το χαρταετό με ΚΛΙΚ  στον καιρό όταν είναι πολύ αίθριος ]


Η Αράχνη-Εικόνες (από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΕΧΟΥΝ ΚΡΟΣΣΙΑ)
Γνέθοντας πολύ γρήγορα την κλωστή της
κατεβαίνει κι έπειτα σταματάει
είναι κρεμασμένη εδώ ακριβώς
ο Εστεμμένος το Σανσύ το Κοχι-νουρ και το Γαλάζιο του Χόουπ και ο Σταυρός του Νότου ύστερα ο Μέγας Μογγόλος το Πολικό Αστέρι ο Ορλώφ ο Μέγας Δούκας και ο Πασάς και ο Σάχης και ακόμα ο Νασάχ
ανάγκη ήτανε να αποθαυμάσουμε τα ονόματα των διαμαντιών όμοια με τους ρόδινους φλαμίγκους οι λαμοί τους με ελιγμούς λοβών και οι λεπτοί τους μίσχοι με κοκκινάδι στα γόνατα
αυτά τα Ονόματα τσαμπιά σταφύλια ζεστά στήθια κάποιας Φλωρεντινής Παναγίας
ουράνιο τόξο Ασιατικής χλιδής
ηγεμόνες που κορδώνονται μπρος σε τεράστια σιντριβάνια
ελέφαντες που βρυχώνται από γόητρο κάτω απ’ τη σκιά της λικνιζόμενης ομπρέλας και κάτι Τύμπανα και Κύμβαλα και Άλογα τόσο περήφανα που δεν αντέχουν να σταθούνε ακίνητα και κοίτα πόσες βεντάλιες απ’ την Ανδαλουσία
αυτές είναι τα τεράστια Ματόκλαδα των αλόγων που παίζουν με το φως
γνέφοντας πολύ γρήγορα την κλωστή της
η αράχνη-εικόνες κατεβαίνει κι έπειτα σταματάει
είναι κρεμασμένη εδώ ακριβώς


Σφήκες
Κουκίδα καϊκιού ταλαντεύεται πάνω στη γραμμή του ορίζοντα
φορτωμένο ψάρια και καρπούζια
μα είναι δυνατόν
αλλού και την ίδια ώρα τα χώματα με τις πετμεζένιες σκιές και τις πυκνές νωθρότητες της ομίχλης να στολίζονται πάντα με τα κυκλάμινά τους
αυτό τώρα που ο ήλιος πλένει το κατάστρωμα με μεγάλους κουβάδες αντηλιάς και που μονάχα δυο σφήκες βουίζουνε ακόμα
κι είναι οι σφήκες τα μάτια σου για μένα που πετάνε και ζυγιάζονται πάνω στις λέξεις γραμμή του ορίζοντα τα δυο σου μάτια που πιάνουνται και μπερδεύονται μες στα μαλλιά μου προτού σιμώσουνε εκείνο το καΐκι το φορτωμένο ψάρια και καρπούζια και τούτες οι σφήκες τα μάτια σου στριφογυρίζουνε στους ακραίους δεσμούς μας χαρακώνουνε φλέβες άλλου αίματος τα μάτια σου βέλη και καμάκια τα μάτια σου βαριά πάνω στη θάλασσα όπου ορθώνεται ένα πρόσωπο πολύ μελαχρινό

Νεκρή φύση
Η κουρτίνα γαλακτόχρωμη απ’ το φανάρι του δρόμου και βλέπω το τραπέζι με τις τάβλες κατεβασμένες μπρος στο παράθυρο
πότε σταματήσαμε να λέμε τα αυγά μάτια ή οι μαργαρίτες τις αβίαστες αρμαθιές απ’ τα λόγια μας ως τα πέρατα ήτανε αυτές συμπαιγνίες ζέστης κατάσαρκης
και τότε χρώματα τροπές ξεκαρδίζονται
τράβα τράβα το χερούλι πλατύφυλλο βασιλικό και χαρταετούς ξαναθυμάμαι και βλέμματα υγρές μουσούδες πάνω στα γόνατά μας
τώρα ποια αδράνεια ασάλευτη πνίγει το δωμάτιο μου
ολόκληρη μια νύχτα χτυπήθηκα ΜΟΝΗ πάνω σε αντικείμενα ξοφλημένα
το τραπέζι η κουρτίνα και το φως του φαναριού σεληνιακά αντανακλούν τα κύματα της θλίψης ο ορίζοντας αισθάνομαι πως τορνεύει μια υπερμεγέθη γαβάθα τα τοιχώματά της είναι λεία από αρνήσεις άλλη από μένα λέω στο συφοριασμένο εαυτό μου θα ’ναι το σαρκώδες νούφαρο που για κείνην τορνεύει ο ορίζοντας τα μεγάλα γυαλιστερά φύλλα του όλο σ’ επιφάνεια παραδίνονται στα ασάλευτα νερά δίχως ένα λυγμό ανάμνησης

Προσωπογραφία
Εκεί που ’ναι κιόλας κάπα ταυρομάχου αίμα και ήλιος και σκιά και νότισμα της λαγόνας και αρώματα κανέλας που καίνε το λαιμό μας
η έκρηξη της παρουσίας του
όταν το σούρουπο αποκαμωμένο καβαλάει έναν τοίχο και παριστάνει την μπουκενβίλια όλο άνθος φραμπαλά και χείλια
το ατέλειωτο στραγγάλισμα της απουσίας
που αυτή είναι ο φαύνος με οίστρους μουσικής πιο τραχιά κι από τις περιστροφές ανθρώπου και ζώου όταν μάχονται
πιο χυμώδης κι απ’ το παχύ φύλλο που νυχιάζω για να νιώσω το μελίτωμα να κυλάει

στην αρχή ήτανε μαύρη χάντρα των ματιών των φρυδιών των μαλλιών
το κούμπωμα οι ώμοι ενός ρούχου
τ’ ακροφτερούγισμα των χεριών όπως κι όλου του ανθρώπου
η μύτη και οι απλωσιές της λάμψης πάνω στα μαλλιά στη μύτη στα μάγουλα στα χέρια
η δύναμη των σκελιών τεντωμένη κάτω απ’ το ύφασμα
η μυρωδιά του καπνού και του νεφτιού κατά διαλείμματα και το χτύπημα του ρολογιού μες στην πάνω τσέπη μήνα Ιούλιο η κίνηση ν’ ακουμπάει και να ξαναπιάνει το τσιγάρο με βαθιά φωνή τα δόντια γαλάζια απ’ το πολύ να ’ναι άσπρα όπως το άσπρο των ματιών και της χωρίστρας στο πλάι

Τοπία (από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΕΧΟΥΝ ΚΡΟΣΣΙΑ)
Φιαλίδιο των στεναγμών
και τα λόγια ροδαλο-ερωτικά ή κάτωχρα ή πένθιμα που εμποδίζουν τον πατέρα μου να ξαναζήσει το πρωινό μου των έντεκα χρονών σε μιαν αμμουδιά
επίσης δυσκολεύεται ένα πουλί εγγαστρίμυθο
hocco στο Petit Larousse
μου το μάθαινε αυτό το πουλί

νύχτα-μέρα νύχτα-μέρα νύχτα
μέρα-νύχτα μέρα-νύχτα μέρα

τούτο το νταμωτό είναι έρμα και σημαδούρα της παράκτιας μνήμης
φάρος σε σταθερή λάμψη ή με παραλλαγές σε περιττό αριθμό
ανάλογα με το αν υπάρχω
κοντά στη φουσκονεριά
κοντά στη φυρονεριά

φιαλίδιο των στεναγμών
τριγμοί σε άβυσσο προσδοκίας

εγώ
καταγωγή μου τα λόγια
και σε κάθε μια απ’ τις πτυχές των σωθικών μου και ως τις πιο ελάχιστες ρυτίδες μου και μες σε καθένα μου μάτι και μες στα μαλλιά και στις χειρονομίες μου ακόμα ή στα έπιπλά μου και στα τοπία μου θα μάθω ένα φθόγγο που θε να το ζήσει το βίωμά μου

φιαλίδιο των στεναγμών
και τόσος έρωτας δικός μας

ένα δράκος έξαλλος από φθινόπωρο
ξερνάει φλόγες πουλό-φυλλα
μα τι είναι το κόκκινο το άσπρο το κίτρινο τι είναι το καστανό χρώμα των κάμπων ως την κόρη του ματιού μου
εσύ θάμπος κίτρινο φανατίζεις το περίγραμμά σου είσαι το ανάβρυσμα του ξέφωτου κίτρινο Αιματί εσύ
μπρος στους δρόμους μας τ’ αγράμπελα ηλιοβασιλεύουνε
οι αγριόχοιροι οι αλεπούδες και οι λαγοί δέκα δέκα
θημωνιές αγελάδες κι οι κηλίδες πάνω στην ασπράδα τους
θυμήσου τα χρώματα των φύλλων που πάταγες γυμνόκαρδα
παράτα παράτα σου λέω την σαχλή σου κτήση πάνω στις καπουτσίνες που φτερώνουν τώρα στο τραπέζι

τόσος έρωτας δικός μας
κι απ’ τη φλογοβόλο τούτη προσδοκία
το σώμα όσο αληθινό και το βάθος του χαδιού
δένδρα γεννιούνται κι οι πόλεις τους κι οι ουρανοί τους και τα ποτάμια τους ή οι γαλάζιες τους λιμπελούλες
μονοπάτια καίονται και καπνίζουν ως την κορφή ενός νησιού του Αιγαίου
πέτρες υπάρχουν ωραιότερες κι απ’ τον ήλιο
χωράφια περιμένουν την ώρα που κράζουν τα πουλιά
κι απ’ αυτό το βάδισμα αγριμιού που πάει να ποτιστεί γεννήθηκε μια σιγουριά
η μυρουδιά του φυκιού η μυρουδιά της μούσκουλης είναι αληθινή
αληθινά και τα χείλια που ξεσπάνε κύμα πάνω σε κύμα έντασης

φιαλίδιο των στεναγμών
δε θ’ αδειάσει πρώτα απ’ τη ζωή μου
απόψε αιμορραγώ κάμποσα χρόνια
τόσος έρωτας δικός μας
και να απ’ την κοινή τάφρο της οδύνης
λέγονται αυτά τα λόγια

μακριά νιώθω πάντα μερικά δενδρύλλια κάθετα πάνω στη ράχη ενός λόφου



Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΜΕΣ ΣΤΟ ΑΘΟΡΥΒΟ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΚΥΛΙΣΜΑ ΛΕΟΝΩΡΑ:

Εικόνα ακανίκητη τυφλού κι απίστευτου παραδομού.
Σημαδεμένα ανεπανόρθωτα από τη γοργή φθορά καθώς  την είχα αδράξει ανήσυχα από τα χέρια μου έφευγε η Λεονώρα κι από την πείνα μου βρισκότανε κιόλας μακριά. Κι εφώναξα Λεονώρα!
Δε μίλησε μόνο έστριψε κι εχαμογέλασε γλυκά κι ύστερα εχάθη ζεστό παράφορο λευκό παλλόμενο όραμα στο κύλισμα της νύχτας. Κι έμεινα μόνος. Γύρα εφλομωνε αδυσώπητος αγέρας κι επερίσσευε καθώς ανάστατες ακούγοντας κραυγές κι ολάκερο
το υπόγειο εκείνο εγιόμισε μεμιάς από γυναίκες που γυρεύανε ψωμί και μη λαβαίνοντας απόκριση καμιά σαλεύανε τα χέρα και κραυγάζανε έξαλλες και φανερά οργισμένες.
Πώς έφυγαν δεν άκουσα πώς σβήσανε όλα μέσα στην αδυσώπητη έφοδο των γεγονότων και βρέθηκα σ’ αυτό το μαύρο τέλμα του ύπνου που λύνονταν.
Η μνήμη γέμιζε πάλε πληγές από την πρώτη ζωή που γνώρισα
κι από τη σάρκα παράθυρο ανοιχτό διάβαινε η νύχτα ολάκερη κι έσκυβε η Ελένη ορμητικά κι αγκάλιαζε τους κήπους που ευωδιάζανε κλειστοί μπαλσαμωμένοι τάφοι (αποσπάσματα από τη ΛΕΟΝΩΡΑ και τη ΜΕΓΙΣΤΗ ΘΥΡΑ  από την ποιητική συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 1951)

 [Φτάσαμε εδώ στο ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ μια θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοι. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… Για του λόγου το αληθές…]

ΛΕΟΝΩΡΑ
Η συνοικία αφώτιστη κλεισμένος κήπος απουσία και λήθη
Χωμάτινη δροσιά πλημμύριζε έρποντας με βουήν υπόκωφη
τα’ αμφίβολο κενό τη νύχτας.
Και τώρα τρέχοντας με μαύρο αμάξι στα τυφλά για  τη Λεονώρα
για τη χαμένη μες στο αθόρυβο των χρόνων κύλισμα Λεονώρα



τη βόρια θύραν έκρουσα κι ως άνοιξε στο σκαλί η Μάνα
φριχτά ρυτιδωμένη επρόσμενε στα χέρια εκράταγε τοΛύχνο
κι αμίλητη μ’ α οδήγαγε στο βαθύ διάδρομο. Στις κάμαρες
γνώριμη θαλπωρή όπου αντάμωσα τόσες φορές την όμορφη Λεονώρα.
Κι ιδού ένας γέροντας όλο πληγές φλούδα μονάχα σώματος
σάρκα όλη μόλεμα λιωμένη από του πυρετού τη φλόγωση
πεθαίνοντας αργά ένα θάνατο σοφά μελετημένο.
Και δίπλα στη μεγάλη τράπεζα ντυμένη σε μετάξι ολόμαυρο
όρθια στεκότανε η Λεονώρα. Επάνω της ένα ανεπαίσθητο στοιχείο φθοράς
πλανιότανε καθώς με  νέαν ορμή μπουμπούκιαζε η οργιαστική ομορφιά της.
Και τη θυμήθηκα χιλιάδες χρόνια πριν –δεν έχει χορτασμό ή μνήμη-
που χόρευε σε πυρωμένες αίθουσες αφήνοντας το σώμα της ολάκερο σε μέθη ασυλλόγιστη.
Ξάφνου
μίλησε ο γέροντας κι ακούστηκε
στην αίθουσα μοιραία βαθιά  και σκοτεινή τούτη η φωνή:
Να πλύνεις τη συνείδηση σε μεταμέλεια μπαίνοντας για τα έργα του μυαλού.
Διώξε το ρύπο. Ό,τι φθαρτό απομένει ανήκει στο έλεος της φωτιάς.
Τι αρπάζεσαι από την ψυχή που λιγοστεύει εδώ γυμνή και χάνεται;
Να ’ρθεις μονάχος σου το Σάββατο
Κι έπειτα εβάλθηκε
να ξύνει αδιάφορος το πληγιασμένο δέρμα. Μα η Λεονώρα
δεν ήταν πλέον εκεί κι ενώ στον ταραγμένο νου μου ακουγόταν
ακόμα  πιο βαθιά του Γέροντα η φωνή μπήκα στην άλλη κάμαρα
κι εκεί είδα τη Λεονώρα.
Με τα μαλλιά τ’ αστραφτερά χυμένα στο προσκέφαλο κοιμότανε
και την αγκάλιασα με μια λαχτάρα αχόρταγη και την εφίλησα
παράφορα κι εξύπνησε η Λεονώρα κι ήταν Άνοιξη
μέσα στον Πρώτο Κόσμο.

Έπειτα εβγήκαμε. Διαβήκαμε πίσω απ’ τα χαλασμένα οικήματα
γιομάτα από γυναίκες δολερές άνδρες με σκοτεινό μυαλό που μίλαγαν
για φόνο και βιασμό ψιθυριστά.
Ψηλά στο σάπιο ξύλινο
μπαλκόνι έστεκε ο Γέροντας κι εκράταγε το  Λύχνο. Ίδιος φλεγόμενος
ακέραιος λυχνοστάτης φώτιζε κι εμίλαγε με ταραγμένα λόγια:
Πλύνε τα χέρια σου. Το  Σάββατο να ’ρθεις. Σου τάζω το Βαλέ
Κι εμπήκαμε στο χώρο εκείνο που ήταν έρημος.  Σάκοι άλευρα
χυμένα εδώ κι εκεί και το ψωμί ζεστό ακόμα σαν τη σάρκα
πηχτός αγέρας σκοτεινός ακινητούσε γύρω μας.
Τότε άδραξα
με χέρια πεινασμένα τη Λεονώρα που άχνιζε από τη θέρμη ολάκερη
κι εφώναξα: Λεονώρα τι είναι τούτη η αρρώστια που σε τρώει θανάσιμη;
κι απάντησε: Το Γέροντα θυμήσου. Κάποια νύχτα
μια νύχτα αλλοτινή μες στο γαλάζιο καμπαρέ γλεντούσαμε
κι ήσουνα μεθυσμένη κι ο Πρωτευουσιάνος μου ’πε σοβαρά:
Είσαι τρελή Λεονώρα απίστευτα τρελή. Και του είπα αδίσταχτα
γιατί είχανε φανερωθεί τα αλάθευτα σημάδια:
Θα με χαλάσουν κάποτε η αρχή θα γίνει κι έγινε κι εκείνος
ήταν γραμμένος στο Βαλέ κι άδειασε το κορμί τουγρήγορα.

Εικόνα ακανίκητη τυφλού κι απίστευτου παραδομού.
Σημαδεμένα ανεπανόρθωτα από τη γοργή φθορά καθώς
την είχα αδράξει ανήσυχα από τα χέρια μου έφευγε η Λεονώρα
κι από την πείνα μου βρισκότανε κιόλας μακριά. Κι εφώναξα
Λεονώρα!
Δε μίλησε μόνο έστριψε κι εχαμογέλασε γλυκά κι ύστερα εχάθη
ζεστό παράφορο λευκό παλλόμενο όραμα στο κύλισμα της νύχτας.
Κι έμεινα μόνος. Γύρα εφλομωνε αδυσώπητος αγέρας κι επερίσσευε
καθώς ανάστατες ακούγοντας κραυγές κι ολάκερο
το υπόγειο εκείνο εγιόμισε μεμιάς
από γυναίκες που γυρεύανε ψωμί και μη λαβαίνοντας
απόκριση καμιά σαλεύανε τα χέρα και κραυγάζανε έξαλλες
και φανερά οργισμένες.

ΜΕΓΙΣΤΗ ΘΥΡΑ
Μια νύχτα κάτω δάσος σκοτεινό
κι επάνω η ατμόσφαιρα σαν ώρα εγκλήματος
σε κάμαρη φριχτού ξενοδοχείου η Ελένη
βυθίζοντας τα χείλη μου σε φίλημα βαθύ
κειτότανε κι ευώδιαζε κήπος της Μεσογείου.
Στον τοίχο απέναντι μια άσπρη λουρίδα
χυνότανε φωτός.
Κραυγές έξω στο δρόμο γύρευαν
αίμα κι υποταγή.
Κι ήτανε όπως τις εποχές
που γύριζα σε πολιτείες αλλοτινές
γεμάτες καταχνιά
και πλήθος έκαιγαν οι δάδες στα τετράγωνα
ενώ γυμνή της νύχτας άσπρο κόκκινο
μες σε καπνούς που θόλωναν κι αλκόολ
με μάτια ημίκλειστα και σάρκα μαύρη
η Ελένη χόρευε…

Μα εδώ καθώς ολάκερη
βραδιά διαβαίνει ποταμός φλεγόμενος εδώ
η Ελένη με το σώμα της τυφλό και κόκκινο
βυθίζει ανάστατη τα χείλη μου σε φίλημα βαθύ.
Και τούτη η σάρκα κύτταρο που επλάστηκε
απ’ της Ελένης τη φθορά μια σάρκα
ήλιος και θάλασσα βυθός όπου σαπίζουν
ήσυχα πλοία και ναύτες και παλιά χαρτιά-
ω Ελένη μαύρο ευωδιασμένο αντίγραφο
ζεστοί μαστοί μαύρα ώριμα τσαμπιά σταφύλι
μαύρη σκοτεινιασμένη υπόσταση
μαύρη μες στον καπνό της μνήμης μαύρη Ελένη.

Έτσι βαδίζαμε κι οι τρεις.
Η Ελένη εγώ κι η Ελένη η αλλοτινή
για τη μεγάλη θύρα.
Κι αρχίσαμε ν’ αγγίζουμε τα πράγματα
χωρίς την αδυσώπητη έφοδο των γεγονότων.
Ξέρω τέλος δεν ήτανε
το σάλεμα που αδημονούσε μέσα μας.
Είχαμε γίνει τόσο διάφανοι βαδίζοντας
ανάμεσα στης σάρκας τη φωτιά
και τους καπνούς των λόγων
και ανοίγαμε χιλιάδες θύρες
καθεμιά θύρα άφηνε μπροστά μας μια άλλη
κι ανοίγαμε κι αλάφραινε το σώμα συνεχώς
από τον άνεμο που φύσαγε ένα γύρω.

Τότε μες στη βροχή σηκώθηκε ο μονόφθαλμος.
Το μούτρο του άσπρο σαν την κιμωλία ολάσπρο
καθώς ο βασιλιάς Ψαμμίτιχος στο φέρετρό του.
Κι εφώναξε.
Παράξενο άκουσα την άσπρη του φωνή
κι αναθυμήθηκα την καμαριέρα στον κινηματογράφο
μιας απαράγραπτης ρουτίνας.
Έλεγε λοιπόν:
βαδίστε ανοίχτε διάπλατα τούτες τις θύρες
πιάστε τη σκόνη που σας έφαγε τα δάχτυλα
διαβάστε τις γραφές ονόματα σβησμένα.
Κι ακούσαμε από πάνω μας φτερούγες
που δεν τις βλέπαμε όμως τις νιώθαμε
σε σύναξη πυκνή σωμάτων ή ίσκιων
κι ακούσαμε το μέγα ψίθυρο
ως να ’ρχονταν χιλιάδες αυτοκίνητα
κι ο βασιλιάς Ψαμμίτιχος
άσπρος μες τον καπνό των λόφων.

Πώς έφυγαν δεν άκουσα πώς σβήσανε όλα
μέσα στην αδυσώπητη έφοδο των γεγονότων
και βρέθηκα σ’ αυτό το μαύρο τέλμα του ύπνου
που λύνονταν.
Η μνήμη γέμιζε πάλε πληγές
από την πρώτη ζωή που γνώρισα
κι από τη σάρκα
παράθυρο ανοιχτό διάβαινε η νύχτα ολάκερη
κι έσκυβε η Ελένη ορμητικά
κι αγκάλιαζε τους κήπους
που ευωδιάζανε κλειστοί
μπαλσαμωμένοι τάφοι

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]

ΦΕΡΑΜΕ ΠΙΣΩ ΑΥΤΑ Τ’ ΑΝΑΓΛΥΦΑ ΜΙΑΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΑΠΕΙΝΗΣ:

Τον άγγελο τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια κοιτάζοντας πολύ κοντά τα πεύκα το γιαλό και τ’ άστρα. Σμίγοντας την κόψη του αλετριού ή του καραβιού την καρένα ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα. Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι μ’ ανήμπορα μέλη, με το στόμα ρημαγμένο από τη γέψη της σκουριάς και της αρμύρας. Όταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατά το βοριά , ξένοι βυθισμένοι μέσα σε καταχνιές από τ’ άσπιλα φτερά των κύκνων που μας πληγώναν. Τις χειμωνιάτικες νύχτες μας τρέλαινε ο δυνατός αγέρας της ανατολής τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στην αγωνία της μέρας που δεν μπορούσε να ξεψυχήσει. Φέραμε πίσω αυτά τ’ ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής [η αρχή από το ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ του Γιώργου Σεφέρη – ART by nielsen Kay eastofthesun]

 [Το αίμα σου πάγωνε κάποτε σαν το φεγγάρι, μέσα στην ανεξάντλητη νύχτα το αίμα σου άπλωνε τις άσπρες φτερούγες πάνω στους μαύρους βράχους τα σχήματα των δένδρων και τα σπίτια με λίγο φως από τα παιδικά μας χρόνια]

-Β-
Ακόμη ένα πηγάδι μέσα σε μια σπηλιά.
Άλλοτε μας ήταν εύκολο ν’ αντιληφθούμε είδωλα και στολίδια
για να χαρούν οι φίλοι που μας έμειναν ακόμη πιστοί.



Έσπασαν τα σκοινιά, μονάχα οι χαρακιές στου πηγαδιού το στόμα
μας θύμιζαν την περασμένη μας ευτυχία:
τα δάχτυλα στο φιλιατρό, καθώς έλεγε ο ποιητής.
Τα δάχτυλα νιώθουν τη δροσιά της πέτρας
κι η θέρμη του κορμιού την κυριεύει
κι η σπηλιά παίζει την ψυχή της και τη χάνει
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρίς μια στάλα.
-Γ- (μέμνησο λουτρών οις ενοσφίσθης)
Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω.
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει.

Κοιτάζω τα μάτια, μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη

τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν ακρωτηριασμένα

Αργοναύτες (από το ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ)
-Δ-
Καί ψυχή
εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν
εἰς ψυχήν
αὐτή βλεπτέον:
τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη

Ήτανε καλά παιδιά οι σύντροφοι, δε φώναζαν
ούτε από τον κάματο ούτε από τη δίψα ούτε από την παγωνιά,
είχανε το φέρσιμο των δένδρων και των κυμάτων
που δέχουνται τον άνεμο και τη βροχή,
δέχουνται τη νύχτα και τον ήλιο
χωρίς να αλλάζουν μέσα στην αλλαγή.
Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες
ίδρωναν στο κουπί με χαμηλωμένα μάτια
ανασαίνοντας με ρυθμό
και το αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.
Κάποτε τραγούδησαν, με χαμηλωμένα μάτια
όταν περάσαμε το ερημόνησο με τις αραποσυκιές
κατά τη δύση, πέρα από τον κάβο των σκύλων
που γαβγίζουν.
Εἰ μέλλει γνώσεσθαι αὐτήν, έλεγαν
εις ψυχήν βλεπτέον, έλεγαν
και τα κουπιά χτυπούσαν το χρυσάφι του πελάγου
μέσα στο λιόγερμα.
Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα
που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες.
Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε με ολολυγμούς
κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά
κι άλλες αγριεμένες γύρευαν το Μεγαλέξανδρο
και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας.
Αράξαμε σ’ ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά
με κελαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια
τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας.
Μα δεν τελειώναν τα ταξίδια.
Οι ψυχές τους έγιναν ένα με τα κουπιά και τους σκαρμούς
με το σοβαρό πρόσωπο της πλώρης
με τ’ αυλάκι του τιμονιού
με το νερό που έσπαζε τη μορφή τους.
Οι σύντροφοι τέλειωσαν με τη σειρά,
με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους
δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ’ ακρογιάλι.

Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη
-Ε-
Δεν τους γνωρίσαμε
ήταν η ελπίδα στο βάθος που έλεγε
πως τους είχαμε γνωρίσει από μικρά παιδιά.
Τους είδαμε ίσως δυο φορές κι έπειτα πήραν τα καράβια
φορτία κάρβουνο, φορτία γεννήματα, κι οι φίλοι μας
χαμένοι πίσω από τον ωκεανό παντοτινά.
Η αυγή μας βρίσκει πλάι στην κουρασμένη λάμπα
να γράφουμε αδέξια και με προσπάθεια στο χαρτί
πλεούμενα γοργόνες ή κοχύλια
το απόβραδο κατεβαίνουμε στο ποτάμι
γιατί μας δείχνει το δρόμο προς τη θάλασσα,
και περνούμε τις νύχτες σε υπόγεια που μυρίζουν κατράμι.

Οι φίλοι μας έφυγαν
ίσως να μην τους είδαμε ποτές, ίσως
να τους συναπαντήσαμε όταν ακόμη ο ύπνος
μας έφερνε πολύ κοντά στο κύμα που ανασαίνει
ίσως να τους γυρεύουμε γιατί γυρεύουμε την άλλη ζωή
πέρα από τα αγάλματα.

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΗΤΑΝ ΑΚΤΗ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΚΗ:

Τ’ όνομά της ήταν Ακτή και Κυριακή. Είχε μαύρα μάτια μαύρα μαλλιά μαύρα φορέματα μαύρα μεσοφόρια κι ένα άλογο κατάμαυρο. Όμως τη λέγαν Ακτή και Κυριακή. Το σπίτι της ήταν σ’ ένα νησί κι ήταν γεμάτο πιστόλια πορφύρες σημαίες άστρα στα δίχτυα πολυβόλα σκάφανδρα αγκίστρια κιβώτια με όνειρα, κιβώτια με σφαίρες νησιώτικες φορεσιές λάμπες με γυαλιά χρωματιστά μαντίλια χρωματιστά κι ένα παλιό σκουριασμένο κανόνι. Άναβε-έσβηνε άναβε- έσβηνε κι αμέσως μια έρημη βάρκα άραζε πλάι στη σιδερένια πόρτα του σπιτιού κι ένας-ένας πέντε άνδρες γλιστρούσαν μέσα στο σπίτι. Σε λίγο από ένα κρυφό πορτόνι σκεπασμένο απ’ τα αθάνατα ο Πρώτος άνδρας έβγαινε νεκρός. Ο Δεύτερος με το πρόσωπο γεμάτο αίματα κρατώντας ένα πεντάμορφο βρέφος σφιχτά στην αγκαλιά του. Ο Τρίτος κι αυτός γεμάτος αίματα κρατώντας ένα αυτόματο σφιχτά στην αγκαλιά του. Ο Τέταρτος σερνάμενος τυλιγμένος από την κορφή ως τα νύχια σ’ ένα βαρύ σκούρο πράσινο ύφασμα. Ο Πέμπτος κι αυτός νεκρός. Όμως η πιο εξαίσια νεκρή ήταν η κοπέλα μέσα στο κάτασπρό της φόρεμα κατάχαμα ξαπλωμένη στη μέση του δωματίου πλάι στο σκοτωμένο μαύρο άλογό της πλημμυρισμένη κι αυτή στο αίμα τα χέρια σταυρωτά ψηλά στο στήθος και μ’ ένα χαμόγελο κι μ’ ένα πράσινο κλωνί στο στόμα ενώ οι πέντεγερμανοί αδύναμοι μπροστά της χαιρετούσαν σε στάση προσοχής [Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ από τις ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ του Μίλτου Σαχτούρη 1948 – ART by BEN Goossens a night]

 [Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο, στο στήθος φυτρώνουν κοπάδια μαργαρίτες. Εκεί δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν: τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι Ποιητής, κληρονόμος πουλιών που πρέπει, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Για του λόγου το αληθές…]

ΟΙ ΑΜΥΓΔΑΛΙΕΣ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Έκθαμβο σπίτι άσπρο και κόκκινο
σε ποιο δωμάτιο ν’ άνθισαν οι αμυγδαλιές σου
εγώ είχα ζήσει σ’ όλες τις γωνιές
στην κόκκινη και δυστυχισμένη
στην τραγική την άσπρη πάνω στο πατάρι
η αναπνοή σου θάμπωνε τα όνειρά μου
πάνω στα τζάμια σου τρεμόσβηνε μια θάλασσα
κήποι κρυφά χρυσάνθεμα μέσα στην έκστασή σου
που έτρεχα ματωμένος και κυνηγός



Ένα μεγάλο δίχτυ περνούσε σύρριζα
πάνω από το κεφάλι μου
η δυστυχία είχε δόντια σιδερένια
ο ήλιος φύτευε στους τοίχους κι άλλα περιβόλια
το περιβόλι της μύγας το περιβόλι του χαρταετού
το περιβόλι το μεγάλο της αγάπης
το περιβόλι του μεγάλου πυρετού
που μέσα του ολημέρα γύριζα με το τουφέκι μου
με μια κορδέλα κόκκινη μέσα στο στόμα μου
με μια κορδέλα κόκκινη μεσ’ στα μαλλιά μου
σαν τη γωνιά την κόκκινη και τη δυστυχισμένη
σαν τη γωνιά την τραγική την άσπρη πάνω στο πατάρι
εγώ είχα ζήσει σ’ όλες τις γωνιές
σε ποια λοιπόν άνθισαν οι αμυγδαλιές μου

Η πληγωμένη Άνοιξη
Η πληγωμένη άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της
οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους
κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα το αίμα
απ’ όλες τις σημαίες που πονέσανε
από τα κυπαρίσσια που σφαχθήκαν
για να χτιστεί ένας πύργος κατακόκκινος
μ’ ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείκτες
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ’ρχεται ένα σύννεφο
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θα ’ρχεται ένα ξίφος
το σύννεφο θ’ ανάβει τα γαρίφαλα
το ξίφος θα θερίζει το κορμί της.

Ο νεκρός της ζωής μας Ιωάννης Βενιαμίν Δ’ Αρκόζι (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948 αφιερωμένο στο Νίκο Εγγονόπουλο)
Ο Ιωάννης Βενιαμίν δ’ Αρκόζι που πέθανε-
«εν ζωή» - κι αναστήθηκε μόλις νυχτώνει
κάθε βράδυ σφάζει τα κοπάδια του –γίδια βόδια και
πρόβατα πολλά –πνίγει όλα τα πουλιά του αδειάζει
τα ποτάμια του και πάνω στο κατάμαυρο σταυρό
που ’χει στημένο στο καταμεσίς στο δωμάτιο του
σταυρώνει την αγαπημένη του. Ύστερα κάθεται μπρος
στ’ ανοιχτό παράθυρο καπνίζοντας την πίπα του
φτωχός και δακρυσμένος και σκέφτεται να ’χε
κι αυτός κοπάδια και βόδια γίδια και πρόβατα πολλά
να ’χε ποτάμια με γρήγορα ολοκάθαρα νερά
να θαύμαζε κι αυτός το φτερούγισμα των πουλιών
να χαίρονταν κι αυτός τη ζεστή ανάσα της γυναίκας.

ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΠΕΙΟ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Διαρρήκτες του ήλιου
δεν είδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι
δεν άγγιξαν φλογισμένο στόμα
δεν ξέρουν το χρώμα έχει ο ουρανός

Σε σκοτεινά δωμάτια κλεισμένοι
δεν ξέρουν αν θα πεθάνουν
παραμονεύουν
με μαύρες μάσκες και βαριά τηλεσκόπια
με τ’ άστρα στην τσέπη τους βρωμισμένα με ψίχουλα
με τις πέτρες των δειλών στα χέρια
παραμονεύουν σ’ άλλους πλανήτες το φως

Να κριθεί κάθε Άνοιξη απ’ τη χαρά της
απ’ το χρώμα του το κάθε λουλούδι
απ’ το χάδι του το κάθε χέρι
απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί


[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό]