Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙ ΑΥΤΗ ΘΑ ΦΤΑΝΕΙΣ. ΓΙΑ ΤΑ ΑΛΛΟΥ – ΜΗ ΕΛΠΙΖΕΙΣ…

Είπες «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε  προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή
κι είναι η καρδιά μου –σαν νεκρός- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.

Καινούριους τρόπους δεν θα βρεις, δε θα ’βρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί.  Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και σ τις γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φτάνεις. Για τα αλλού –μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλη την γη την χάλασες
[από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, εκδόσεις Ηριδανός ART by GOOSSENS the forest falls asleep]

[Α να ήρθες εσύ με την αόριστη γοητεία σου. Στην Ιστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα κι έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου… Σ’ έπλασα ωραίο κι αισθηματικό, η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά. Και τόσο πλήρως σε φαντάστηκα, που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν η λάμπα μου, εθάρρεψα πως μπήκες μες στην κάμαρά μου, χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου… Για του λόγου το αληθές…]

Η ΚΗΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΑΡΠΗΔΟΝΟΣ (από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, Εκδόσεις Ηριδανός)
Βαριάν οδύνην έχει ο Ζευς. Τον Σαρπηδόνα
εσκότωσεν ο Πάτροκλος και τώρα ορμούν
ο Μενοιτιάδης κι οι αχαιοί το σώμα
ν’ αρπάξουνε και το εξευτελίσουν.



Αλλά ο Ζευς διόλου δεν στέργει αυτά.
Το αγαπημένο του παιδί – που το άφησε
και χάθηκεν, ο Νόμος ήταν έτσι –
τουλάχιστον θα το τιμήσει πεθαμένο.
Και στέλνει, ιδού τον Φοίβο κάτω στην πεδιάδα
ερμηνευμένο πώς το σώμα να νοιαστεί.

Του ήρωος τον νεκρό μ’ ευλάβεια και με λύπη
σηκώνει ο Φοίβος και τον πάει στον ποταμό.
Τον πλένει από τις σκόνες κι απ’ τα αίματα
κλείει τες φοβερές πληγές, μην αφήνοντας
κανένα ίχνος να φανεί, της αμβροσίας
τ’ αρώματα χύνει επάνω του και με λαμπρά
Ολύμπια φορέματα τον ντύνει.
Το δέρμα του ασπρίζει και με μαργαριταρένιο
χτένι κτενίζει τα κατάμαυρα μαλλιά.
Τα ωραία μέλη σχηματίζει και πλαγιάζει.

Τώρα σαν νέος μοιάζει βασιλεύς αρματηλάτης –
στα εικοσιπέντε χρόνια του, στα εικοσιέξη –
αναπαυόμενος μετά που εκέρδισε,
μ’ άρμα ολόχρυσο και ταχυτάτους ίππους,
σε ξακουστόν αγώνα το βραβείον.

Έτσι σαν που τελείωσεν ο Φοίβος
την εντολή του, κάλεσε τους δυο αδελφούς
τον Ύπνο και τον Θάνατο, προστάζοντάς τους
να παν το σώμα στην Λυκία, τον πλούσιο τόπο.

Και κατά εκεί τον πλούσιο τόπο, την Λυκία
τούτοι οδοιπόρησαν οι δυο αδελφοί
Ύπνος και Θάνατος, κι όταν πια έφτασαν
στην πόρτα του βασιλικού σπιτιού
παρέδωσαν το δοξασμένο σώμα,
και γύρισαν στις άλλες τους φροντίδες και δουλειές.

Κι ως το ’λαβαν ατού, στο σπίτι, αρχίνησε
με συνοδείες, και τιμές, και θρήνους,
και μ’ άφθονες σπονδές από ιερούς κρατήρας,
και μ’ όλα τα πρεπά η θλιβερή ταφή
κι έπειτα έμπειροι απ’ την πολιτείαν εργάται,
και φημισμένοι δουλευταί της πέτρας
ήλθανε κι έκαμαν το μνήμα και την στήλη.

Η ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ
Ο Δάμων ο τεχνίτης (άλλον πιο ικανό
στην Πελοπόννησο δεν έχει) εις παριανό
μάρμαρο εξεξεργάζεται την συνεοδεία
του Διονύσου. Ο θεός με θεσπεσία
δόξαν εμπρός, με δύναμι στο βάδισμά του.
Ο Άκρατος πίσω. Στο πλάγι του Ακράτου
η Μέθη χύνει στους Σατύρους το κρασί
από αμφορέα που τον στέφουνε κισσοί.
Κοντά των ο Ηδύοινος ο μαλθακός,
τα μάτια του μισόκλειστα, υπνωτικός.
Και παρακάτω έρχονται οι τραγουδισταί
Μόλπος κι Ηδυμελής κι ο Κώμος που ποτέ
να σβύσει δεν αφήνει της πορείας την σεπτή
λαμπάδα που βαστά, και, σεμνοτάτη, η Τελετή –
Αυτά ο Δάμων κάμνει. Και κοντά σ’ αυτά
ο λογισμός του κάθε τόσο μελετά
την αμοιβή του από των Συρακουσών
τον βασιλέα, τρία τάλαντα, πολύ ποσόν.
Με τ’ άλλα του τα χρήματα κι αυτά μαζί
σαν μπουν, ως εύπορος σπουδαία πια θα ζει,
και θα μπορεί να πολιτεύεται –χαρά!-
κι αυτός μες στην βουλή κι αυτός στην αγορά.

ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ
Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος και δυνατός και νέος,
άρχισαν τα’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τις μακριές χαίτες κουνούσαν,
τη γη χτυπούσαν με τα πόδια και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο –αφανισμενο-
μια σάρκα τώρα ποταπή –το πνεύμα του χαμένο-
ανυπεράσπιστο –χωρίς πνοή-
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ τη ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζευς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπε έτσι άσκεπτα να κάμω
καλύτερα να μη σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατε εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα που ’ναι  το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». Όμως τα δάκρυα των
για του θανάτου την παντοτινή
την συμφοράμ εχύνανε τα δυο τα ζώα τα ευγενή.

ΟΥΤΟΣ ΕΚΕΙΝΟΣ
Άγνωστος –ξένος μες στην Αντιόχεια- Εδεσσηνός
γράφει πολλά. Και τέλος πάντων, να, ο λίνος
ο τελευταίος έγινε. Με αυτόν ογδόντα τρία

ποιήματα εν όλω. Πλην τον ποιητή
κούρασε τόσο γράψιμο, τόσο στιχοποιϊα,
και τόση έντασις σ’ ελληνική φασιολογία,
και τώρα τον βαραίνει πια το κάθε τι.

Μια σκέψις όμως παρευθύς από την αθυμία
τον βγάζει – το εξαίσιον Ούτος Εκείνος,
που άλλοτε στον ύπνο του άκουσε ο Λουκιανός

Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ (από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, Εκδόσεις Ηριδανός)
Σαν τον παραίτησαν οι Μακεδόνες
κι απέδειξαν πως προτιμούν τον Πύρρο
ο βασιλεύς Δημήτριος (μεγάλην
είχε ψυχή) καθόλου –έτσι είπαν-
δεν φέρθηκε σαν βασιλεύς. Επήγε
κι έβγαλε τα χρυσά φορέματά του,
και τα ποδήματά του πέταξε
τα ολοπόρφυρα. Με ρούχα απλά
ντύθηκε γρήγορα και ξέφυγε.
Κάμνοντας όμοια σαν ηθοποιός
που όταν η παράστασις τελειώνει,
αλλάζει φορεσιά κι απέρχεται.

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]

Δεν υπάρχουν σχόλια: