Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΚΤΕΙΜΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

Δυσάρπαγος θεσμός απ’ τους θεούς η ανθρώπινη φύση χτισμένος απάνω σε αιωρούμενες πιθανότητες
τυχάλωτος και εύθρυπτος ανάμεσα στους συνωμότες τόπος που ευωδιάζουν αγιοκλήματα
στομαχικές θεωρίες και νεύρωση της άτεκνης διαλεκτικής
εσένα όμως παλίρροια του έρωτα
(σπαραχτικό κειμήλιο η επείγουσα συνουσία)
την άσκοπη ομορφιά σου αρωματίζοντας με όνειρα σε ψάλλω  σε δοξάζω σε τραγούδησα
στα γενετήσια σχήματα στους αρχάριους οίστρους της ατέρμονης μαβιάς γυναίκας
που ίδρυσε στην πεμπτουσία τα μάτια μου στην οργιώδη της βλάστηση.
Τόπος της θύελλας η Ιστορία την ώρα που φιλώ τα χείλη σου με γιασεμιά μπερδεμένα
πέρα απ’ τις ρωγμές και πέρα απ’ τα συνθήματα με το όνομα εξουσία
φτερουγίζοντας ωσάν ορειχάλκινος πετεινός απάνω στην κατάλευκη ράχη σου στο θεσπέσιο μάρμαρο του σπασμού σου από τριαντάφυλλα
χύνοντας ηλιαχτίδες στο δωμάτιο
πράξεις οπτασίας οι πανάρχαιες φλόγες του σώματος [ΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ και  ΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ 1979 – ART by Viky Ioannou]

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές…

ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΚΤΕΙΝΕΤΑΙ
Τη μοίρα μου την έζησα χαζεύοντας
του τίποτα τη φαλακρή τυραννίδα.
Ιστόρησα τη μοναξιά γοερότερος
και ζάπλουτος απ’ τον αγέρα
μ’ ένα σακίδιο τα λιγοστά μου
τρόφιμα στην πλάτη
χρωματιστούς τρεμάμενους ξαναπατώντας ίσκιους
κι ανασταίνοντας
ωσάν σε ύπνο τρανταχτό του χόρτου μου
τα δύστηνα ονείρατα
στο αίμα μου βαθιά καιόμεος
κι αστράφτοντας ακτημοσύνη
καθώς που ζήλεψα την κάτασπρη χαμέρπεια:
το τάδε ρημολούλουδο
που κείται μες στο ρέμα λιγοθώρητο
ανασαίνοντας απόρρητο τεμπελίκι.
(Κοίτα: παράγει θάνατο σάμπως να ’κραζε
πως τα όνειρα, όχι, δεν είναι άκυρα
ίσα-ίσα είναι εκείνα που τραγικά ακυρώνουν
(εξάπτοντας) την πραγματικότητα).



ΦΕΓΓΑΡΟΝΤΥΜΕΝΗ ΦΕΡΜΕΝΗ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΑΛΚΟΥΤΑ
Η όσφρηση προς το Μάιο τα δοξάρια φυλλοβόλα ο χρόνος είναι: ήτανε –
ο χρόνος (ας τον ανατιμήσουμε) είναι ωσάν ησυχαστής
από ψυχρότητα λαύρος μαστιγωτικός
η ελπίδα τερματίστηκε
Κλαψουρίζει το σύντομο εκείνο νήπιο τηλεγράφημα
οξύχολα εκμαγεία η απονέκρωση πιάνο για τέσσερα χέρια
τα θηλυκά λογοπαίγνια της μυστικής θεολογίας ενίοτε
τριάδικη πράλυση μα όχι τρυφή  γνωσιολογική
πικραινόμαστε συνεχώς ανάβοντας
μαύρα αβγά βραχμανικά
μνησικακία σου η Άνοιξη βρε μπαγάσα Κρίσνα περιπαίχτη
με τρομερούς αλαλαγμούς στα θλιβερά
ξεβλάσταρα του Γαλαξία
πάλι τα ρούχα μου σήμερα στο καθαριστήριο
πάλι σιδέρωμα για λανθασμένο αύριο
δεν είμαστε στα καλά μας να υπάρχουμε έτσι ανελέητα
κοψίδια της θάλασσας τα κύματα
ο ήλιος θριαμβεύει
ο νους τον ταριχεύει
ο δυόσμος με το ευώδιασμα παλεύιε.
Βόσκω τ’ ανήμερα της διάνοιας: μεγάλες εκατοντάδες
ακούρευτες και κατακόκκινες (ελέχθη)
πριν ακόμη να φέξει
στο ξεψύχισμα του όρθρου
χέρια και πόδια η ρητορική του Ιουγούρθα
ηρεμούν εκεί κάτω στο θάνατο
μουχλιάζει το ακουστικό αναβλύζοντας
ο Άγιος Μόναξ αφορεσμένος
με χτένισμα επιληπτικό ακονίζοντας
των κρίνων τα ξεσπαθώματα.
Συμεών ο κανίβαλος του φωτός ο μελανιάρης
ετοιμόρροπος από τρεχάτα ουρανισκόφωνα
γυαλιστερά στην έρημο τραπουλόχαρτα – Είθε.

ΣΚΑΒΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΝΑ ΤΟΥ ΕΦΗΜΕΡΟΥ
Πρόοδος είναι να επιστρέφεις από νοημοσύνη
να πίνεις το νεράκι από το βράχο
με νεολιθική ωριμότητα με ανώγεια μάτια.
Η ορμή μου σε πρόβλημα η καρδιά μου σε θάμβος
τανυσμένος ολούθε
στην πλατειά πολυμέρεια ο απείθαρχος Νόμος
καθιστός ωσάν ξόανο
ο δράκος
που φυλάσσει το νερό
ενάντια στη δίψα (στέρεμα θα ’ρθει)
οι κλειδώσεις του άνθους.

ΛΑΦΥΡΑΓΩΓΙΑ
Οτιδήποτε αναιρεί τη θέληση θέλοντας
ανήκει στην τυραννία.
Οικειώθηκα την απελπισία  μου επί αιώνες
εγώ ο τολμητίας του ανυπόστατου
την οικουμένη του ήλιου την περιγέλασα
(και δικαίως)
καθώς επιτέλους εισχώρησα στον έρωτα του τίγρη
στα ορύγματα της ηρωίδας Αφασίας
αποσπόρι του απείρου με ιώβειες διαστάσεις
θηρεύω τιποτένιος
ανιχνεύω διάτορος.
Μια σύνθεση για άρπα του Ερρίκου του Όγδοου
Τι μένει απ’ όλα αυτά;
Μερικά βλακώδη κόκαλα.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νίκου Καρούζου, κάτι σαν ΔΟΚΙΜΕΣ ΝΑΡΚΗΣ ΤΟΥ ΑΛΓΟΥΣ, που, «εν Φαντασία και Λόγω», «κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το φρικτό μαχαίρι…» του χρόνου… «Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή   «Δουλειά δεν είχε ο διάβολος…]

Δεν υπάρχουν σχόλια: