Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

ΣΕ ΚΑΘΕ ΣΠΙΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΣΚΑΛΑ, ΠΟΥ ΘΑ ΣΕ ΠΗΓΑΙΝΕ, ΙΣΩΣ, ΜΑΚΡΙΑ ΑΛΛΑ ΤΗ ΒΡΙΣΚΕΙΣ, ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΠΙΑ ΣΠΙΤΙ

Τόσους αιώνες μετά τον κατακλυσμό κι εγώ στεκόμουν ακόμα στον προθάλαμο με τις βρεγμένες ομπρέλες, ήταν κι άλλοι πολλοί που περίμεναν και τα σημειώματα στο χέρι μας είχαν αρχίσει να λιώνουν, ο ανακριτής αργούσε και τα χρόνια περνούσαν, «τουλάχιστον, να μου δίνανε μια κιμωλία» παρακαλούσε κάποιος, η γυναίκα φορούσε μια παλιά βρόμικη ρόμπα, «ακόμα να σταματήσει» είπε λυπημένα, κι έδειξε πέρα, μακριά, τον Τροχό. Μια ιστορία συνηθισμένη, που λένε. [ΙΣΤΟΡΙΑ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972, Α ενότητα ΔΙΑΣΠΟΡΑ, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by AMIRAPSP Into Pieces]

Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη
πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή – με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατά του ένα παλιό,
φανταστικό βιολί, «το ακούς;» μου λέει, «ναι», του λέω, πάντα το
άκουγα», ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι [Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ Από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ]

ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ
Έπρεπε να φτάσω γρήγορα, παιζόταν η τύχη μου, η παραμικρή αργοπορία ίσως μου στοίχιζε το θάνατο ή ίσως και κάτι πιο πολύ. Όμως δεν έβρισκα το δρόμο, είχα χαθεί σ’ ένα λαβύρινθο από υγρές μουχλιασμένες αυλές. «Θεέ μου, πρέπει να βγω’ είπα, κι είδα μια γυναίκα. Το πρόσωπό της είχε μια πράσινη ανταύγεια, σαν να ήταν χλοϊσμένο, στεκόταν ακίνητη μπροστά σ’ έναν καθρέφτη κι έφτιαχνε τα  μαλλιά της. «Σας παρακαλώ, πώς μπορώ να βγω από δω;» εκείνη δε μίλησε και τότε πρόσεξα πως ήταν ένα άγαλμα, η αληθινή γυναίκα καθόταν πιο εκεί, σε μια κουνιστή πολυθρόνα. «Πώς μπορώ να βγω από δω;» ξανάπα. Χαμογέλασε με κακία «κι εγώ πριν από χρόνια ήθελα» είπε. Τότε, δίπλα στο γυναικείο άγαλμα, φάνηκε το πρόσωπό μου από μάρμαρο, που άρχισε κι αυτό να πρασινίζει με τον καιρό, ενώ εγώ, καθισμένος σε μια πολυθρόνα, χαμογελούσα κιόλας με κακία,
σ’ αυτόν που ερχόταν να ρωτήσει για το δρόμο μου.



ΜΟΝΙΜΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Παλιοί φίλοι σκυλεύαν τώρα το πτώμα του στην ανασκαμμένη πόλη. Οι αφελείς! Γιατί εκείνος βρισκόταν πάντα σ’ ένα πύργο μακρινό, απ’ όπου δεν είχε βγει ποτέ του.
Σαν τον τρελό που, κλειδωμένος στο κελί του, ζωγράφισε στον τοίχο μια πόρτα κι έφυγε.

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ
Αυτές τις σελίδες τις έγραψα μόλις μ’ είχαν διώξει απ’ τον παράδεισο, στην πόρτα μου είχαν κρατήσει τα  ρούχα, κι ο ανεμοδείχτης που σκότωσα όταν ήμουν παιδί έρχεται ακόμα και με βασανίζει στον ύπνο μου.
Η μπόχα του κρασιού έδερνε το πετσί μου και τους έκανε να παραμερίζουν, δε με πλησίαζε κανείς, μα εγώ είχα μες το κεφάλι μου το κλειδί ενός πύργου, και καμιά  φορά τρόμαζα, ακούγοντας το γδούπο απ’ τους πολυελαίους που σπάζαν.
Ζητούσα μια μικρή γωνιά κι ένα κερί μες την πάχνη, κι οι Μαρίες που πλάγιαζαν εύκολα, τόσο που δεν πρόφταιναν ν’ αμαρτήσουν, α, πόσο τις αγάπησα πάνω στα βρόμικα κρεβάτια, ενώ τα μυτερά τους νύχια σαν τις λάμψεις της θείας χάριτος.
Δε θυμάμαι παρά το πρόσωπο του νυχτοφύλακα που με είχε αρπάξει από το λαιμό, η γυναίκα με σήκωσε τότε και μ’ ακούμπησε στο βάθος των ματιών της, και γυρίσαμε την πόλη, μες το φθινοπωριάτικο φως, εκεί που ένα βάρβαρο πλήθος έτρεχε στο αιώνια χαμένο παιχνίδι.

ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗ
Η νύχτα είχε χαμηλώσει και τα πρόσωπα κατέβαιναν χαλκοπράσινα, «άρχισε κιόλας η τιμωρία» σκέφτηκα,
η πολυθρόνα άνοιγε σαν μια μαύρη τρύπα, μια νύχτα, λένε, αυτή η τρύπα κατάπιε τον πατέρα, ψάξαμε, ψάξαμε, ώσπου βρήκαμε το σκύλο να γλείφει ένα μεγάλο κόκαλο,
ύστερα βρεθήκαμε στην πλατεία, ένας άνθρωπος ήταν γονατιστός, «πάρτε τα, έλεγε, δεν έχω πού να πάω» και ξεκάρφωνε ένα-ένα τα πλευρά του, ώσπου έμειναν μονάχα τα παπούτσια του ν’ ανεβαίνουν τη μεγάλη σκάλα,
πήρα τρομαγμένος τη γυναίκα στην κάμαρα, «κρύψε με» της λέω, της φόρεσα ένα παλιό φόρεμα της μητέρας, κι όπως την έγδυνα και κατέβαινα στο σκοτάδι, μεγάλες ρωγμές άνοιξαν στον τοίχο και βγήκε ο Λάζαρος κάτωχρος, «ξαναγυρίζω, μητέρα»,
τότε θυμήθηκα την πολυθρόνα, τον πατέρα τον είχαν κλωτσήσει τόσο πολύ, που αυτός ήταν ο σκύλος που βρήκαμε,
χτύπησα σιγανά, η γριά που μου άνοιξε είχε γύρω απ’ το λαιμό μια μικρή φαγωμένη γούνα, «Θεέ μου, αυτό είναι έγκλημα» είπε,
γιατί την ώρα που πεθαίνεις, σαν ένας φονιάς που απομακρύνεται βιαστικά,
φεύγει από μέσα σου ο άγνωστος που υπήρξες.

ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
Έβγαινε ήρεμος, σχεδόν καλοδιάθετος, όταν είδε το θυρωρό. Παρακαλούσε κάποιον και το βλέμμα του κρεμόταν σαν ψόφιο σκυλί.
Άρπαξε ένα μαχαίρι κι έβγαλε και τα δυο του μάτια, που κύλησαν και χάθηκαν μες στον υπόνομο.
Από τότε οδηγεί τα πουλιά πίσω στο σπίτι

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
Νύχτωσε. Ώρα που αναρωτιέται κανείς τι έπραξε στη ζωή του. Κι οι νεκροί πλάγιασαν και σταύρωσαν τα χέρια, σαν αυτό που ψάχναν
να το αγγίζουν, επιτέλους, μέσα τους.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
Περνούσε έναν έρημο δρόμο, νύχτα, όταν άκουσε κλάματα. Ένα βρέφος ήταν σε μια πόρτα. Στάθηκε, ύστερα έκανε να φύγει, αλλά ξαναστάθηκε. Σήκωσε το παιδί στα χέρια κι απομακρύνθηκε.
Έκαιγε η λάμπα πάνω στο τραπέζι. Δε χαμήλωσε το φως, όπως άλλοτε όταν γδυνόταν. Άνοιξε το πουκάμισο και κοίταξε το μικρό γυναικείο μαστό που φύτρωνε στο στήθος του.
Και χαμογέλασε αόριστα, καθώς έβαζε τη θηλή στο στήθος του μωρού.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση! [ΓΙΟΡΤΗ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]

Δεν υπάρχουν σχόλια: