Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΜΕΣ ΣΤΟ ΑΘΟΡΥΒΟ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΚΥΛΙΣΜΑ ΛΕΟΝΩΡΑ:

Εικόνα ακανίκητη τυφλού κι απίστευτου παραδομού.
Σημαδεμένα ανεπανόρθωτα από τη γοργή φθορά καθώς  την είχα αδράξει ανήσυχα από τα χέρια μου έφευγε η Λεονώρα κι από την πείνα μου βρισκότανε κιόλας μακριά. Κι εφώναξα Λεονώρα!
Δε μίλησε μόνο έστριψε κι εχαμογέλασε γλυκά κι ύστερα εχάθη ζεστό παράφορο λευκό παλλόμενο όραμα στο κύλισμα της νύχτας. Κι έμεινα μόνος. Γύρα εφλομωνε αδυσώπητος αγέρας κι επερίσσευε καθώς ανάστατες ακούγοντας κραυγές κι ολάκερο
το υπόγειο εκείνο εγιόμισε μεμιάς από γυναίκες που γυρεύανε ψωμί και μη λαβαίνοντας απόκριση καμιά σαλεύανε τα χέρα και κραυγάζανε έξαλλες και φανερά οργισμένες.
Πώς έφυγαν δεν άκουσα πώς σβήσανε όλα μέσα στην αδυσώπητη έφοδο των γεγονότων και βρέθηκα σ’ αυτό το μαύρο τέλμα του ύπνου που λύνονταν.
Η μνήμη γέμιζε πάλε πληγές από την πρώτη ζωή που γνώρισα
κι από τη σάρκα παράθυρο ανοιχτό διάβαινε η νύχτα ολάκερη κι έσκυβε η Ελένη ορμητικά κι αγκάλιαζε τους κήπους που ευωδιάζανε κλειστοί μπαλσαμωμένοι τάφοι (αποσπάσματα από τη ΛΕΟΝΩΡΑ και τη ΜΕΓΙΣΤΗ ΘΥΡΑ  από την ποιητική συλλογή του Τάκη Σινόπουλου ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 1951)

 [Φτάσαμε εδώ στο ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ: τα μάτια μας δεν είδανε ποτέ μια θάλασσα τόσο στεγνή με μια αδιαφορία παράξενη. Τα περιστέρια φύγανε δεν άφησαν αχνάρια. Ωστόσο θυμηθήκαμε το δρόμο που διαβήκανε γιομάτον πρόσωπα λευκά μες στα περάσματα του αγέρα. Τα όνειρά μας κοιτάνε καθώς τα κοιτάζουμε. Ξαναγυρνάνε και μας βασανίζουν οι ήχοι. Πίσω απ’ τα βράχια πάει καιρός που ακούσαμε την τελευταία κραυγή… Για του λόγου το αληθές…]

ΛΕΟΝΩΡΑ
Η συνοικία αφώτιστη κλεισμένος κήπος απουσία και λήθη
Χωμάτινη δροσιά πλημμύριζε έρποντας με βουήν υπόκωφη
τα’ αμφίβολο κενό τη νύχτας.
Και τώρα τρέχοντας με μαύρο αμάξι στα τυφλά για  τη Λεονώρα
για τη χαμένη μες στο αθόρυβο των χρόνων κύλισμα Λεονώρα



τη βόρια θύραν έκρουσα κι ως άνοιξε στο σκαλί η Μάνα
φριχτά ρυτιδωμένη επρόσμενε στα χέρια εκράταγε τοΛύχνο
κι αμίλητη μ’ α οδήγαγε στο βαθύ διάδρομο. Στις κάμαρες
γνώριμη θαλπωρή όπου αντάμωσα τόσες φορές την όμορφη Λεονώρα.
Κι ιδού ένας γέροντας όλο πληγές φλούδα μονάχα σώματος
σάρκα όλη μόλεμα λιωμένη από του πυρετού τη φλόγωση
πεθαίνοντας αργά ένα θάνατο σοφά μελετημένο.
Και δίπλα στη μεγάλη τράπεζα ντυμένη σε μετάξι ολόμαυρο
όρθια στεκότανε η Λεονώρα. Επάνω της ένα ανεπαίσθητο στοιχείο φθοράς
πλανιότανε καθώς με  νέαν ορμή μπουμπούκιαζε η οργιαστική ομορφιά της.
Και τη θυμήθηκα χιλιάδες χρόνια πριν –δεν έχει χορτασμό ή μνήμη-
που χόρευε σε πυρωμένες αίθουσες αφήνοντας το σώμα της ολάκερο σε μέθη ασυλλόγιστη.
Ξάφνου
μίλησε ο γέροντας κι ακούστηκε
στην αίθουσα μοιραία βαθιά  και σκοτεινή τούτη η φωνή:
Να πλύνεις τη συνείδηση σε μεταμέλεια μπαίνοντας για τα έργα του μυαλού.
Διώξε το ρύπο. Ό,τι φθαρτό απομένει ανήκει στο έλεος της φωτιάς.
Τι αρπάζεσαι από την ψυχή που λιγοστεύει εδώ γυμνή και χάνεται;
Να ’ρθεις μονάχος σου το Σάββατο
Κι έπειτα εβάλθηκε
να ξύνει αδιάφορος το πληγιασμένο δέρμα. Μα η Λεονώρα
δεν ήταν πλέον εκεί κι ενώ στον ταραγμένο νου μου ακουγόταν
ακόμα  πιο βαθιά του Γέροντα η φωνή μπήκα στην άλλη κάμαρα
κι εκεί είδα τη Λεονώρα.
Με τα μαλλιά τ’ αστραφτερά χυμένα στο προσκέφαλο κοιμότανε
και την αγκάλιασα με μια λαχτάρα αχόρταγη και την εφίλησα
παράφορα κι εξύπνησε η Λεονώρα κι ήταν Άνοιξη
μέσα στον Πρώτο Κόσμο.

Έπειτα εβγήκαμε. Διαβήκαμε πίσω απ’ τα χαλασμένα οικήματα
γιομάτα από γυναίκες δολερές άνδρες με σκοτεινό μυαλό που μίλαγαν
για φόνο και βιασμό ψιθυριστά.
Ψηλά στο σάπιο ξύλινο
μπαλκόνι έστεκε ο Γέροντας κι εκράταγε το  Λύχνο. Ίδιος φλεγόμενος
ακέραιος λυχνοστάτης φώτιζε κι εμίλαγε με ταραγμένα λόγια:
Πλύνε τα χέρια σου. Το  Σάββατο να ’ρθεις. Σου τάζω το Βαλέ
Κι εμπήκαμε στο χώρο εκείνο που ήταν έρημος.  Σάκοι άλευρα
χυμένα εδώ κι εκεί και το ψωμί ζεστό ακόμα σαν τη σάρκα
πηχτός αγέρας σκοτεινός ακινητούσε γύρω μας.
Τότε άδραξα
με χέρια πεινασμένα τη Λεονώρα που άχνιζε από τη θέρμη ολάκερη
κι εφώναξα: Λεονώρα τι είναι τούτη η αρρώστια που σε τρώει θανάσιμη;
κι απάντησε: Το Γέροντα θυμήσου. Κάποια νύχτα
μια νύχτα αλλοτινή μες στο γαλάζιο καμπαρέ γλεντούσαμε
κι ήσουνα μεθυσμένη κι ο Πρωτευουσιάνος μου ’πε σοβαρά:
Είσαι τρελή Λεονώρα απίστευτα τρελή. Και του είπα αδίσταχτα
γιατί είχανε φανερωθεί τα αλάθευτα σημάδια:
Θα με χαλάσουν κάποτε η αρχή θα γίνει κι έγινε κι εκείνος
ήταν γραμμένος στο Βαλέ κι άδειασε το κορμί τουγρήγορα.

Εικόνα ακανίκητη τυφλού κι απίστευτου παραδομού.
Σημαδεμένα ανεπανόρθωτα από τη γοργή φθορά καθώς
την είχα αδράξει ανήσυχα από τα χέρια μου έφευγε η Λεονώρα
κι από την πείνα μου βρισκότανε κιόλας μακριά. Κι εφώναξα
Λεονώρα!
Δε μίλησε μόνο έστριψε κι εχαμογέλασε γλυκά κι ύστερα εχάθη
ζεστό παράφορο λευκό παλλόμενο όραμα στο κύλισμα της νύχτας.
Κι έμεινα μόνος. Γύρα εφλομωνε αδυσώπητος αγέρας κι επερίσσευε
καθώς ανάστατες ακούγοντας κραυγές κι ολάκερο
το υπόγειο εκείνο εγιόμισε μεμιάς
από γυναίκες που γυρεύανε ψωμί και μη λαβαίνοντας
απόκριση καμιά σαλεύανε τα χέρα και κραυγάζανε έξαλλες
και φανερά οργισμένες.

ΜΕΓΙΣΤΗ ΘΥΡΑ
Μια νύχτα κάτω δάσος σκοτεινό
κι επάνω η ατμόσφαιρα σαν ώρα εγκλήματος
σε κάμαρη φριχτού ξενοδοχείου η Ελένη
βυθίζοντας τα χείλη μου σε φίλημα βαθύ
κειτότανε κι ευώδιαζε κήπος της Μεσογείου.
Στον τοίχο απέναντι μια άσπρη λουρίδα
χυνότανε φωτός.
Κραυγές έξω στο δρόμο γύρευαν
αίμα κι υποταγή.
Κι ήτανε όπως τις εποχές
που γύριζα σε πολιτείες αλλοτινές
γεμάτες καταχνιά
και πλήθος έκαιγαν οι δάδες στα τετράγωνα
ενώ γυμνή της νύχτας άσπρο κόκκινο
μες σε καπνούς που θόλωναν κι αλκόολ
με μάτια ημίκλειστα και σάρκα μαύρη
η Ελένη χόρευε…

Μα εδώ καθώς ολάκερη
βραδιά διαβαίνει ποταμός φλεγόμενος εδώ
η Ελένη με το σώμα της τυφλό και κόκκινο
βυθίζει ανάστατη τα χείλη μου σε φίλημα βαθύ.
Και τούτη η σάρκα κύτταρο που επλάστηκε
απ’ της Ελένης τη φθορά μια σάρκα
ήλιος και θάλασσα βυθός όπου σαπίζουν
ήσυχα πλοία και ναύτες και παλιά χαρτιά-
ω Ελένη μαύρο ευωδιασμένο αντίγραφο
ζεστοί μαστοί μαύρα ώριμα τσαμπιά σταφύλι
μαύρη σκοτεινιασμένη υπόσταση
μαύρη μες στον καπνό της μνήμης μαύρη Ελένη.

Έτσι βαδίζαμε κι οι τρεις.
Η Ελένη εγώ κι η Ελένη η αλλοτινή
για τη μεγάλη θύρα.
Κι αρχίσαμε ν’ αγγίζουμε τα πράγματα
χωρίς την αδυσώπητη έφοδο των γεγονότων.
Ξέρω τέλος δεν ήτανε
το σάλεμα που αδημονούσε μέσα μας.
Είχαμε γίνει τόσο διάφανοι βαδίζοντας
ανάμεσα στης σάρκας τη φωτιά
και τους καπνούς των λόγων
και ανοίγαμε χιλιάδες θύρες
καθεμιά θύρα άφηνε μπροστά μας μια άλλη
κι ανοίγαμε κι αλάφραινε το σώμα συνεχώς
από τον άνεμο που φύσαγε ένα γύρω.

Τότε μες στη βροχή σηκώθηκε ο μονόφθαλμος.
Το μούτρο του άσπρο σαν την κιμωλία ολάσπρο
καθώς ο βασιλιάς Ψαμμίτιχος στο φέρετρό του.
Κι εφώναξε.
Παράξενο άκουσα την άσπρη του φωνή
κι αναθυμήθηκα την καμαριέρα στον κινηματογράφο
μιας απαράγραπτης ρουτίνας.
Έλεγε λοιπόν:
βαδίστε ανοίχτε διάπλατα τούτες τις θύρες
πιάστε τη σκόνη που σας έφαγε τα δάχτυλα
διαβάστε τις γραφές ονόματα σβησμένα.
Κι ακούσαμε από πάνω μας φτερούγες
που δεν τις βλέπαμε όμως τις νιώθαμε
σε σύναξη πυκνή σωμάτων ή ίσκιων
κι ακούσαμε το μέγα ψίθυρο
ως να ’ρχονταν χιλιάδες αυτοκίνητα
κι ο βασιλιάς Ψαμμίτιχος
άσπρος μες τον καπνό των λόφων.

Πώς έφυγαν δεν άκουσα πώς σβήσανε όλα
μέσα στην αδυσώπητη έφοδο των γεγονότων
και βρέθηκα σ’ αυτό το μαύρο τέλμα του ύπνου
που λύνονταν.
Η μνήμη γέμιζε πάλε πληγές
από την πρώτη ζωή που γνώρισα
κι από τη σάρκα
παράθυρο ανοιχτό διάβαινε η νύχτα ολάκερη
κι έσκυβε η Ελένη ορμητικά
κι αγκάλιαζε τους κήπους
που ευωδιάζανε κλειστοί
μπαλσαμωμένοι τάφοι

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Τάκη Σινόπουλου, που από τη φύση του φτιαγμένος να παραξενεύεται, μοιράζεται στα δύο: από τη μια λέει να πάει εκεί κοντά στον ΚΑΙΟΜΕΝΟ που μπήκε στη φωτιά καταμόναχος και αναλίσκεται περήφανος, και από την άλλη διστάζει να πάει κοντά να τον αγγίξει με το χέρι του. Διότι στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο Ποιητής μοιράζεται στα δύο]

Δεν υπάρχουν σχόλια: