Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

ΦΙΑΛΙΔΙΟ ΤΩΝ ΣΤΕΝΑΓΜΩΝ ΤΡΙΓΜΟΙ ΣΕ ΑΒΥΣΣΟ ΠΡΟΣΔΟΚΙΑΣ…

τόσος έρωτας δικός μας κι απ’ τη φλογοβόλο τούτη προσδοκία
το σώμα όσο αληθινό και το βάθος του χαδιού
δένδρα γεννιούνται κι οι πόλεις τους κι οι ουρανοί τους και τα ποτάμια τους ή οι γαλάζιες τους λιμπελούλες
μονοπάτια καίονται και καπνίζουν ως την κορφή ενός νησιού του Αιγαίου
πέτρες υπάρχουν ωραιότερες κι απ’ τον ήλιο, χωράφια περιμένουν την ώρα που κράζουν τα πουλιά
κι απ’ αυτό το βάδισμα αγριμιού που πάει να ποτιστεί γεννήθηκε μια σιγουριά
η μυρουδιά του φυκιού η μυρουδιά της μούσκουλης είναι αληθινή
αληθινά και τα χείλια που ξεσπάνε κύμα πάνω σε κύμα έντασης
φιαλίδιο των στεναγμών δε θ’ αδειάσει πρώτα απ’ τη ζωή μου
απόψε αιμορραγώ κάμποσα χρόνια
τόσος έρωτας δικός μας
και να απ’ την κοινή τάφρο της οδύνης λέγονται αυτά τα λόγια
μακριά νιώθω πάντα μερικά δενδρύλλια κάθετα πάνω στη ράχη ενός λόφου… [απόσπασμα από τα ΤΟΠΙΑ της Μάτση Χατζηλαζάρου που περιέχονται στη συλλογή της ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΕΧΟΥΝ ΚΡΟΣΣΙΑ - ROMANCE WORKS by Carol Cavalaris]

 [Την πιο ηδονική αφή την έχει το σταφύλι του πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή. Πιάνω την κοιλιά σου, με τα τρία μου δάχτυλα, και μου γεννιέται πάλι η εικόνα της δροσιάς του αμπελιού. Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, θέλω να χώσω τη μούρη μου μες στα μαλλιά σου, που ’ναι σα χόρτα στην άκρη του ποταμού. Ερχομός, δεσμός, αναχώρηση: να τα κρατήσουμε σαν το χαρταετό με ΚΛΙΚ  στον καιρό όταν είναι πολύ αίθριος ]


Η Αράχνη-Εικόνες (από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΕΧΟΥΝ ΚΡΟΣΣΙΑ)
Γνέθοντας πολύ γρήγορα την κλωστή της
κατεβαίνει κι έπειτα σταματάει
είναι κρεμασμένη εδώ ακριβώς
ο Εστεμμένος το Σανσύ το Κοχι-νουρ και το Γαλάζιο του Χόουπ και ο Σταυρός του Νότου ύστερα ο Μέγας Μογγόλος το Πολικό Αστέρι ο Ορλώφ ο Μέγας Δούκας και ο Πασάς και ο Σάχης και ακόμα ο Νασάχ
ανάγκη ήτανε να αποθαυμάσουμε τα ονόματα των διαμαντιών όμοια με τους ρόδινους φλαμίγκους οι λαμοί τους με ελιγμούς λοβών και οι λεπτοί τους μίσχοι με κοκκινάδι στα γόνατα
αυτά τα Ονόματα τσαμπιά σταφύλια ζεστά στήθια κάποιας Φλωρεντινής Παναγίας
ουράνιο τόξο Ασιατικής χλιδής
ηγεμόνες που κορδώνονται μπρος σε τεράστια σιντριβάνια
ελέφαντες που βρυχώνται από γόητρο κάτω απ’ τη σκιά της λικνιζόμενης ομπρέλας και κάτι Τύμπανα και Κύμβαλα και Άλογα τόσο περήφανα που δεν αντέχουν να σταθούνε ακίνητα και κοίτα πόσες βεντάλιες απ’ την Ανδαλουσία
αυτές είναι τα τεράστια Ματόκλαδα των αλόγων που παίζουν με το φως
γνέφοντας πολύ γρήγορα την κλωστή της
η αράχνη-εικόνες κατεβαίνει κι έπειτα σταματάει
είναι κρεμασμένη εδώ ακριβώς


Σφήκες
Κουκίδα καϊκιού ταλαντεύεται πάνω στη γραμμή του ορίζοντα
φορτωμένο ψάρια και καρπούζια
μα είναι δυνατόν
αλλού και την ίδια ώρα τα χώματα με τις πετμεζένιες σκιές και τις πυκνές νωθρότητες της ομίχλης να στολίζονται πάντα με τα κυκλάμινά τους
αυτό τώρα που ο ήλιος πλένει το κατάστρωμα με μεγάλους κουβάδες αντηλιάς και που μονάχα δυο σφήκες βουίζουνε ακόμα
κι είναι οι σφήκες τα μάτια σου για μένα που πετάνε και ζυγιάζονται πάνω στις λέξεις γραμμή του ορίζοντα τα δυο σου μάτια που πιάνουνται και μπερδεύονται μες στα μαλλιά μου προτού σιμώσουνε εκείνο το καΐκι το φορτωμένο ψάρια και καρπούζια και τούτες οι σφήκες τα μάτια σου στριφογυρίζουνε στους ακραίους δεσμούς μας χαρακώνουνε φλέβες άλλου αίματος τα μάτια σου βέλη και καμάκια τα μάτια σου βαριά πάνω στη θάλασσα όπου ορθώνεται ένα πρόσωπο πολύ μελαχρινό

Νεκρή φύση
Η κουρτίνα γαλακτόχρωμη απ’ το φανάρι του δρόμου και βλέπω το τραπέζι με τις τάβλες κατεβασμένες μπρος στο παράθυρο
πότε σταματήσαμε να λέμε τα αυγά μάτια ή οι μαργαρίτες τις αβίαστες αρμαθιές απ’ τα λόγια μας ως τα πέρατα ήτανε αυτές συμπαιγνίες ζέστης κατάσαρκης
και τότε χρώματα τροπές ξεκαρδίζονται
τράβα τράβα το χερούλι πλατύφυλλο βασιλικό και χαρταετούς ξαναθυμάμαι και βλέμματα υγρές μουσούδες πάνω στα γόνατά μας
τώρα ποια αδράνεια ασάλευτη πνίγει το δωμάτιο μου
ολόκληρη μια νύχτα χτυπήθηκα ΜΟΝΗ πάνω σε αντικείμενα ξοφλημένα
το τραπέζι η κουρτίνα και το φως του φαναριού σεληνιακά αντανακλούν τα κύματα της θλίψης ο ορίζοντας αισθάνομαι πως τορνεύει μια υπερμεγέθη γαβάθα τα τοιχώματά της είναι λεία από αρνήσεις άλλη από μένα λέω στο συφοριασμένο εαυτό μου θα ’ναι το σαρκώδες νούφαρο που για κείνην τορνεύει ο ορίζοντας τα μεγάλα γυαλιστερά φύλλα του όλο σ’ επιφάνεια παραδίνονται στα ασάλευτα νερά δίχως ένα λυγμό ανάμνησης

Προσωπογραφία
Εκεί που ’ναι κιόλας κάπα ταυρομάχου αίμα και ήλιος και σκιά και νότισμα της λαγόνας και αρώματα κανέλας που καίνε το λαιμό μας
η έκρηξη της παρουσίας του
όταν το σούρουπο αποκαμωμένο καβαλάει έναν τοίχο και παριστάνει την μπουκενβίλια όλο άνθος φραμπαλά και χείλια
το ατέλειωτο στραγγάλισμα της απουσίας
που αυτή είναι ο φαύνος με οίστρους μουσικής πιο τραχιά κι από τις περιστροφές ανθρώπου και ζώου όταν μάχονται
πιο χυμώδης κι απ’ το παχύ φύλλο που νυχιάζω για να νιώσω το μελίτωμα να κυλάει

στην αρχή ήτανε μαύρη χάντρα των ματιών των φρυδιών των μαλλιών
το κούμπωμα οι ώμοι ενός ρούχου
τ’ ακροφτερούγισμα των χεριών όπως κι όλου του ανθρώπου
η μύτη και οι απλωσιές της λάμψης πάνω στα μαλλιά στη μύτη στα μάγουλα στα χέρια
η δύναμη των σκελιών τεντωμένη κάτω απ’ το ύφασμα
η μυρωδιά του καπνού και του νεφτιού κατά διαλείμματα και το χτύπημα του ρολογιού μες στην πάνω τσέπη μήνα Ιούλιο η κίνηση ν’ ακουμπάει και να ξαναπιάνει το τσιγάρο με βαθιά φωνή τα δόντια γαλάζια απ’ το πολύ να ’ναι άσπρα όπως το άσπρο των ματιών και της χωρίστρας στο πλάι

Τοπία (από την ποιητική συλλογή ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΕΧΟΥΝ ΚΡΟΣΣΙΑ)
Φιαλίδιο των στεναγμών
και τα λόγια ροδαλο-ερωτικά ή κάτωχρα ή πένθιμα που εμποδίζουν τον πατέρα μου να ξαναζήσει το πρωινό μου των έντεκα χρονών σε μιαν αμμουδιά
επίσης δυσκολεύεται ένα πουλί εγγαστρίμυθο
hocco στο Petit Larousse
μου το μάθαινε αυτό το πουλί

νύχτα-μέρα νύχτα-μέρα νύχτα
μέρα-νύχτα μέρα-νύχτα μέρα

τούτο το νταμωτό είναι έρμα και σημαδούρα της παράκτιας μνήμης
φάρος σε σταθερή λάμψη ή με παραλλαγές σε περιττό αριθμό
ανάλογα με το αν υπάρχω
κοντά στη φουσκονεριά
κοντά στη φυρονεριά

φιαλίδιο των στεναγμών
τριγμοί σε άβυσσο προσδοκίας

εγώ
καταγωγή μου τα λόγια
και σε κάθε μια απ’ τις πτυχές των σωθικών μου και ως τις πιο ελάχιστες ρυτίδες μου και μες σε καθένα μου μάτι και μες στα μαλλιά και στις χειρονομίες μου ακόμα ή στα έπιπλά μου και στα τοπία μου θα μάθω ένα φθόγγο που θε να το ζήσει το βίωμά μου

φιαλίδιο των στεναγμών
και τόσος έρωτας δικός μας

ένα δράκος έξαλλος από φθινόπωρο
ξερνάει φλόγες πουλό-φυλλα
μα τι είναι το κόκκινο το άσπρο το κίτρινο τι είναι το καστανό χρώμα των κάμπων ως την κόρη του ματιού μου
εσύ θάμπος κίτρινο φανατίζεις το περίγραμμά σου είσαι το ανάβρυσμα του ξέφωτου κίτρινο Αιματί εσύ
μπρος στους δρόμους μας τ’ αγράμπελα ηλιοβασιλεύουνε
οι αγριόχοιροι οι αλεπούδες και οι λαγοί δέκα δέκα
θημωνιές αγελάδες κι οι κηλίδες πάνω στην ασπράδα τους
θυμήσου τα χρώματα των φύλλων που πάταγες γυμνόκαρδα
παράτα παράτα σου λέω την σαχλή σου κτήση πάνω στις καπουτσίνες που φτερώνουν τώρα στο τραπέζι

τόσος έρωτας δικός μας
κι απ’ τη φλογοβόλο τούτη προσδοκία
το σώμα όσο αληθινό και το βάθος του χαδιού
δένδρα γεννιούνται κι οι πόλεις τους κι οι ουρανοί τους και τα ποτάμια τους ή οι γαλάζιες τους λιμπελούλες
μονοπάτια καίονται και καπνίζουν ως την κορφή ενός νησιού του Αιγαίου
πέτρες υπάρχουν ωραιότερες κι απ’ τον ήλιο
χωράφια περιμένουν την ώρα που κράζουν τα πουλιά
κι απ’ αυτό το βάδισμα αγριμιού που πάει να ποτιστεί γεννήθηκε μια σιγουριά
η μυρουδιά του φυκιού η μυρουδιά της μούσκουλης είναι αληθινή
αληθινά και τα χείλια που ξεσπάνε κύμα πάνω σε κύμα έντασης

φιαλίδιο των στεναγμών
δε θ’ αδειάσει πρώτα απ’ τη ζωή μου
απόψε αιμορραγώ κάμποσα χρόνια
τόσος έρωτας δικός μας
και να απ’ την κοινή τάφρο της οδύνης
λέγονται αυτά τα λόγια

μακριά νιώθω πάντα μερικά δενδρύλλια κάθετα πάνω στη ράχη ενός λόφου



Δεν υπάρχουν σχόλια: