Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

ΚΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΜΟΥ ΤΗΝ ΠΙΟ ΠΑΙΔΟΥΛΑ ΑΝΤΑΛΛΑΞΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΠΑΦΛΑΣΜΟ:

Τόσο απίστευτα λίγος είναι ο δρόμος που κάναμε εντός
τόσο ανέκκλητη είναι η τσεκουριά ανάμεσά μας εαυτέ, αδιάλλακτε αταυτοποίητε.
Έτσι που αρμενίζεις πάλι όρτσα στον άνεμο
που διώχνεις τ’ άστρα κατά τους λωτούς
κι ως είναι κάθιδροι απ’ το αίμα σου οι καρποί της γης
όνειρό μου από παλίρροιες, τρύπιο από τα παράσιτα που έθρεψες
κι από τις μνήμες
ακόμη ένα διάπλου σχεδιάζω στο χάρτη σου, ακόμη μια διατομή
με τη φορά ετούτη εγκάρσια στις ειρωνείες σου
ουρανέ οδόφραγμα
κι ούτε που σκέφτομαι για την αφετηρία…
Κάθε βήμα προς εσένα μου στοιχίζει την απογύμνωση και την ατίμητη συγκομιδή του φόβου μου εκποίησα και το ξερό δέρμα της πρώτης πρώτης μέρας
την πρώτη θάλασσα τον πρώτο θάνατο ίνα την ίνα την πρώτη σκέψη
κάθε βήμα προς εσένα μια κατάρρευση…
Για το αν υπάρχουν ανάμεσά μας σύνορα και τι δεν έδωσα…
Ακόμη και την ένδοξη σήψη μου έδωσα, που γενεές γενεών οδήγησε το γνωρίζεις σε οδό σοφίας
απ’ τη φυτεία της φωνής μου όμως τίποτα δεν σε τρέφει
από τη φωταψία του νου μου τίποτα πια δεν ανακλάς
και μόνο το βήμα μένει κατά σένα η μελλούμενη πορεία αξία έσχατη
το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω όχι να σε βρω…
Έως πού λοιπόν;
έως μυελού οστέων και πηγήν αίματος πού θα ψάχνεις να με βρεις
έως πού να σε βρω;
κι αν εγώ είμαι που ύφανα την έκταση
κι αν ακόμα το νόημα είμαι του βυθού, ο αυτάρκης πυρόλιθος του ονείρου
αν ακόμη η ραχοκοκαλιά μου αστράφτει όλη πυρίτιο και χαλκό όπως ποτάμι αυτόφωτο που κατεβάζει σπόνδυλους δεινόσαυρων οστά πελασγικά χειρόγραφα χαλδαίων κι ελλήνων αίματα διάπυρα
τι θ’ αποδειχθεί;
[ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΕΓΚΑΡΣΙΩΣ, QUANTUM και ΚΙ ΑΝ ΤΟ ΝΟΗΜΑΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ  αποσπάσματα από τα τρία αυτά ποιήματα που περιέχονται στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΔΙΑΣΠΟΡΑ 1961 – ART  by NEKHBETSUN Je Me Souviens]

 [Μα πού είναι λοιπόν τα τόξα που μας ξέσκισαν τον νου; Δεν υπάρχουν ξίφη για άλλες πληγές; Πού πήγαν λοιπόν οι άγγελοι; Τόσο πολύ προσπεράσαμε τα κυανά όνειρα των φτερών τους; Ποιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχουμε; Σφαγμένη εντός μας μια ερώτηση δεν λέει να σωπάσει. Για του λόγου το αληθές… αρχέγονο εργαλείο πλειστόκαινο μια κοφτερή προεξοχή στο πάθος μου]


ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΕΓΚΑΡΣΙΩΣ
Ως και το διάφανο εκείνο χαλαζία
το λόγο σου
που εν αρχή ην και ηχεί στο θολό της νυκτός
και από τις προσευχές μου την πιο παιδούλα
και την πίστη μου ακόμα
αντάλλαξα για μιαν ανάκλαση
έτσι σαν πλησμονή που ανάβλυζε
από τον αναπόδεικτο παγετώνα
και τον νου μου ακόμα
για έναν παφλασμό.
Τόσο απίστευτα λίγος είναι ο δρόμος
που κάναμε εντός
τόσο ανέκκλητη είναι η τσεκουριά
ανάμεσά μας εαυτέ
αδιάλλακτε αταυτοποίητε.
Έτσι που αρμενίζεις πάλι όρτσα στον άνεμο
που διώχνεις τ’ άστρα κατά τους λωτούς
κι ως είναι κάθιδροι απ’ το αίμα σου
οι καρποί της γης
όνειρό μου από παλίρροιες
τρύπιο από τα παράσιτα που έθρεψες
κι από τις μνήμες
ακόμη ένα διάπλου σχεδιάζω στο χάρτη σου
ακόμη μια διατομή
με τη φορά ετούτη εγκάρσια στις ειρωνείες σου
ουρανέ οδόφραγμα
κι ούτε που σκέφτομαι για την αφετηρία
μπορεί ένα αρχαίο αχνάρι βαθουλό
από άρβυλο γότθου
γεμάτο θαλασσόνερο σε αμμουδιά προβηγκιανή
ίσως ο τουφεκισμένος ίσκιος
που κατακόρυφο τον πέτρωσες με μια ριπή σου
περσινέ νοέμβρη σ’ αντικρινό παράθυρο
ίσως και η χθεσινή απίστευτη είδηση
που τρέλανε τους υπουργούς
εξάρθρωσε τα κοινοβούλια
τα πιεστήρια και τους λινοτύπες.



Μπορεί και η σάρκα μου
κοκκινομάτης τράγος καφετής
αιρετικός το μεσημέρι με τα κλαρίνα
να κηδεύει τη χθεσινή μου επίκληση
μια φιγούρα κάτασπρη
με την ωμοπλάτη θρύψαλα
από τον πυροβολισμό του λαμπαδία.

Χωρίς περίγραμμα χωρίς σύνορο υπάρξεως
χωρίς οίκτο
εξόν από την τρίλια ενός σπουργίτη
και της λυγαριάς τον ίσκιο ώρα δειλινού
να λεν οι δυο τους για μια λευτεριά
που όλο γεννιέται
όλο και γίνεται.

QUANTUM
Από μια χειρονομία σου ένα ράκος προαιώνιο
έμεινε να καίεται πέρα από τη γνώση
δικό σου είναι αυτό που αναζητώ
που ούτε σχήμα έγινε ούτε καν νόημα
μα εντός σαλεύει.

Κάθε βήμα προς εσένα
μου στοιχίζει την απογύμνωση
και την ατίμητη
συγκομιδή του φόβου μου εκποίησα
και το ξερό δέρμα της πρώτης πρώτης μέρας
την πρώτη θάλασσα τον πρώτο θάνατο
ίνα την ίνα την πρώτη σκέψη
κάθε βήμα προς εσένα μια κατάρρευση.

Για το αν υπάρχουν ανάμεσά μας σύνορα
και τι δεν έδωσα
εσύλησα το περήφανο λοφίο του προπάτορα
την πανάρχαιη νομοθεσία του θεού
και την αισθητική μου την ταναγραία
μια μοναδική συλλογή χειροκροτήματα
όλα σε πρώτη βλάστηση
έδωσα και το πιο εμπιστευτικό μου σχέδιο
για τη δομή των κρυστάλλων
απόσταγμα χιλιετηρίδων
λάφυρα και λάφυρα
οι νίκες οι κοίτες οι προεκτάσεις
όλη τη γενιά της βαρύτητας.

Ακόμη και την ένδοξη σήψη μου έδωσα
που γενεές γενεών οδήγησε το γνωρίζεις
σε οδό σοφίας
απ’ τη φυτεία της φωνής μου όμως
τίποτα δεν σε τρέφει
από τη φωταψία του νου μου
τίποτα πια δεν ανακλάς
και μόνο το βήμα μένει κατά σένα
η μελλούμενη πορεία
αξία έσχατη
το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω
όχι να σε βρω.

ΚΙ ΑΝ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ
Έως πού λοιπόν;
έως μυελού οστέων και πηγήν αίματος
πού θα ψάχνεις να με βρεις
έως πού να σε βρω;
κι αν εγώ είμαι που ύφανα την έκταση
κι αν ακόμα το νόημα είμαι του βυθού
ο αυτάρκης πυρόλιθος του ονείρου
αν ακόμη η ραχοκοκαλιά μου αστράφτει
όλη πυρίτιο και χαλκό
όπως ποτάμι αυτόφωτο
που κατεβάζει σπόνδυλους δεινόσαυρων
οστά πελασγικά
χειρόγραφα χαλδαίων
κι ελλήνων αίματα διάπυρα
τι θ’ αποδειχθεί;

Σκάφτομαι τα’ αναρίθμητα μέλη μου
απ’ τη μεγάλη σάρκα που πονά
που φωσφορίζει που ηχεί που δεν ηχεί
τα μέλη μου σε μεγάλη διασπορά
να φράζουνε τα διάκενα των άστρων
να επισκευάζουνε το πρόσωπό σου θεέ μου
ανάπηρο απ’ την βαρύτητα
ύστερα το κατεδαφίζουνε και ανακαλούν
τον αριθμό -τον ετεροθαλή σου-
χώνονται ανάμεσα στον πυροβολισμό
και στο θυμό μας
στο αλτ και στο πυρ
σ’ εκείνο το άρρητο κενό
που ο χρόνος χώρεσε όλος
δεμένος χειροπόδαρα ώσπου γεννήθηκε
(πότε έγινε τούτο το φριχτό)
κι έφριξε η γη έφριξε ο ιστός του σύμπαντος
μέχρι τη φλέβα του χαλικιού
και τα’ αποκαΐδια της νύχτας

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Έκτοτα Κακναβάτου, σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω. Σου φωνάζω: «σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως κι ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου»] 


Δεν υπάρχουν σχόλια: