Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

ΤΙ ΚΑΝΕΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ ΚΑΡΦΩΝΕΙ; ΩΣΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ

Σήμερα φόρεσα ένα  ζεστό κόκκινο αίμα σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν μια γυναίκα μου χαμογέλασε ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο καρφώνω πάνω στις πλάκες τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών είναι όλοι τους δακρυσμένοι όμως κανείς δεν τρομάζει όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα, είναι όλοι τους δακρυσμένοι όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια στον ουρανό
Δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει; ναι την καρδιά μας καρφώνει ώστε λοιπόν είναι ποιητής [ΤΑ ΔΩΡΑ από τις ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ του Μίλτου Σαχτούρη 1948 – ART by Hante Maria]

 [Μακριά σ’ έναν άλλο κόσμο, στο στήθος φυτρώνουν κοπάδια μαργαρίτες. Εκεί δυο άνθρωποι ψιθυρίζουν: τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι Ποιητής, κληρονόμος πουλιών που πρέπει, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει. Για του λόγου το αληθές…]

ΤΟ ΘΑΥΜΑ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
Νύχτα ήταν
και λαλούσαν τα κοκόρια
καρφωμένα γύρω-γύρω
σ’ ένα φεγγάρι
από μπαμπάκι
φωσφορικό

Όλοι προσμέναν το θαύμα
γιατί κάποιο θαύμα
θα γινόταν απόψε
στην καρδιά του βιολιού

Όμως  κι οι τρεις κοπέλες
ήρθαν μαυροντυμένες
κρατώντας την άδεια
μαύρη θήκη του βιολιού

Κλαίγαν και λέγαν
πως κανένα θαύμα
τώρα πια δε γίνεται
στον ουρανό



ΤΟ ΑΣΤΡΟ
Το ξανθό κεφάλι της
τα ξεβαμμένα χείλια της
η σιωπή της
και λίγο σάλιο που έτρεχε
το σφύριγμα
το άγριο άστρο που ανοιγόκλεινε
το μάτι του
κι έβλεπε τον ουρανό
κι έλεγε:
Θα τονε κάψω!

Ο ΒΟΡΙΑΣ
Τα νύχια αυτού του πιανιστή
φτάνουν ως το πάτωμα
μόνο ο βοριάς γνωρίζει τ’ όνομά του
αυτός δεν παίζει πιάνο πια
δεν τρώει
δεν αγαπάει
δεν κοιμάται

Είναι βασιλιάς

Κάτω καρφώνει ξύλα ο μαραγκός
και να που πάλι ακούγεται το πιάνο
κόρη του μαραγκού είναι η πεντάμορφη
στη σκιά ενός μεγάλου παγωμένου ήλιου
πλένει τις πλάκες του βοριά
που αυτός μονάχα ξέρει
αυτός μονάχα ξέρει ν’ αγαπάει
τους ποιητές τους αληθινούς

ΕΞΙ ΣΤΙΓΜΕΣ (από την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)
-Ι-
Ο μουγγός ξεκρεμάει παλιές
φωτογραφίες
κοιτάζει πτώματα τρομάζει ζηλεύει
στόματα κοριτσιών
κλαίει βγάζει ένα κόκκινο
σκαμνί στο πεζοδρόμιο
-ΙΙ-
Ο άρρωστος μελετάει
τις καπνοδόχες
ξέρει πως από μέσα τους
φεύγουν τα όνειρα
κι οι καπνοί των πεθαμένων.
-ΙΙΙ-
Ο ζωγράφος έχει μέσα στην καρδιά του
μια ζωγραφιά
έχει μέσα στο κεφάλι του ένα μαχαίρι
θέλει να βγάλει τη ζωγραφιά
θέλει να βγάλει το μαχαίρι
να σκίσει τη ζωγραφιά
V-
Ο φίλος μου έχει ένα περίστροφο
εγώ έχω μια κιθάρα
όταν οπλίζω την κιθάρα
το περίστροφο παίζει μιαν εξαίσια
μουσική
όταν σκοτώνω με την κιθάρα
-V-
Οι πόρτες τ’ άλογα και τα κουδούνια
ανοιχτά φέρετρα κάτω από τον ήλιο
ανοιχτά στόματα κάτω από τον ήλιο
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα

-VI-
Ο βαρκάρης των κεραυνών
γυρίζει
από ακτή σε ακτή
δε θέλει ν’ αράξει πουθενά
τη βάρκα του ψιθυρίζει
φύγαν φύγαν τα νερά

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μίλτου Σαχτούρη, για να κριθεί κάθε Άνοιξη από τη χαρά της, από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμά του το κάθε φιλί και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό καθώς είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό…όπου ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ψιθυρίζουν: τι κάνει; την καρδιά μας καρφώνει; Ναι την καρδιά μας καρφώνει! Ώστε λοιπόν είναι ποιητής!]


Τρίτη, 26 Ιουλίου 2016

ΟΣΟ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ, ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΤΙΠΟΤΑ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΒΟ ΚΙ ΕΝΑ ΤΟΥΦΕΚΙ ΠΟΥ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΣΗΜΑΔΕΨΑΝ Μ’ ΑΥΤΟ:

Συχνά τη νύχτα, χωρίς να το καταλάβω, έφτανα σε μια άλλη πόλη, δεν υπήρχε παρά μόνο ένας γέρος, που ονειρευόταν κάποτε να γίνει μουσικός, και τώρα καθόταν μισόγυμνος μες στη βροχή –με το σακάκι του είχε σκεπάσει πάνω στα γόνατά του ένα παλιό, φανταστικό βιολί, «το ακούς» μου λέει, «ναι, του λέω, πάντα το άκουγα», ενώ στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι! [Ο ΜΟΥΣΙΚΟΣ από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ – ART by WANNES Networking ]



ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ
«Ποιος είναι;», «ησύχασε, κανείς» είπε, οι μύγες πνίγονταν μέσα στα απομεινάρια του κρασιού, σκεπάζοντας με μαύρες κηλίδες τη λάμψη του φθινοπώρου, «πού πάμε;» ρώτησα, «σ’ έπαιξα, είπε, κι έχασα»,
τ’ αγάλματα μου ’γνέφαν, μα ήταν κάτι ανεξήγητο, πού το ξέρουν αλήθεια, αναρωτιόμουν, και τις νύχτες έσκυβα, «είσαστε καλά;» ρώταγα, γιατί εγώ δεν είχα θάψει τους νεκρούς μου,
η αμαρτία μου ήταν ότι προσπάθησα να ξεφύγω το πεπρωμένο, γέμισα ξανά τα ποτήρια, «πιες, κάθαρμα», είπα, παλέψαμε με λύσσα πάνω στο χαλί, κι όταν με πέταξε απ’ το παράθυρο, μια μακρινή γυναίκα άνοιξε το φεγγίτη και με σκέπασε με τα βλέφαρά της,
τότε φάνηκε το φεγγάρι, έπρεπε να βιαστώ, έπρεπε να κρύψω όλα αυτά τα πτώματα που πλημμύριζαν το υπόγειο – Θεέ μου, πόσες φορές με είχαν σκοτώσει,
κι όπως άνοιξε την πόρτα, είδα πάνω στο τραπέζι σαν χυμένο κρασί το μακρινό μας ταξίδι, «αν ξανάρθω, θα συναντηθούμε, άραγε;» είπε, «ναι, του λέω, γιατί εγώ θα βρίσκομαι πάντα στην άκρη»

Ο ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ
Την άλλη νύχτα ξενάρθε, κι όπως ανέβαινε, σκέφτηκα τα ραπίσματα στο πρόσωπο του  Ιησού, που αναλήπτονταν τώρα κι αυτά μαζί του, «επιτέλους ποιος είσαι;» ρώτησα, «πάντα ήμουν αλλού» είπε, κι οι τοίχοι ράγισαν απ’το θανάσιμο αμάρτημα,
εγώ, γονατισμένος κάτω στο πάτωμα, έγλειφα αυτήν την κηλίδα από μια παλιά παιδική γιορτή, δυνατός αέρας φυσούσε στο διάδρομο, ο φωταγωγός είχε γεμίσει φωνές, ματωμένα πανιά, δούλες βογκούσαν στο υπόγειο,
κάποιο έγκλημα γινόταν μπροστά στο σπίτι κι όταν το αίμα έτρεξε κι έφτασε μέχρι κάτω τα σκαλοπάτια, είδα τις μέρες μου σαν τις νεκρές ψείρες στο φτωχό φέρετρο των απόρων,
και τις νύχτες ταξίδευα με το παλιό καναπέ, ήταν βέβαια και οι ανταύγειες του κεριού που άνοιγαν τους τοίχους, μα πιο πολύ βοηθούσαν οι ταπεινώσεις,
κι όταν έφεξε η αυγή ο εφημέριος δίπλωσε σε μια εφημερίδα το κομμένο κεφάλι μου, σαν δανεισμένη εικόνα.

ΒΟΥΒΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
«Μη φεύγεις» του λέω, μα εκείνος είχε κιόλας ξεκινήσει με τους άλλους κατάδικους, μου άφησε μόνο το χέρι του, που συχνά με κράτησε στην άκρη της γέφυρας, ένα άρρωστο άλογο σάπιζε στην άκρη του δρόμου, και τις νύχτες άκουγα τους ανεμοδείχτες που το βοηθούσαν ν’ αλλάξει πλευρό,
θυμήθηκα το πρώτο βράδυ που θάψαμε τον πατέρα –πώς τον μισούσα γι’ αυτόν το βρόμικο ρόλο του υπηρέτη που έπαιζε, ανοίγοντας την πόρτα μας στο μεγάλο σκοτάδι,
ερημιά, και μόνο οι ραγισμένοι τοίχοι άφηναν να φαίνονται τα φοβερά, βουβά πρόσωπα, που περνάμε κάποτε πλάι τους.
Εκεί έζησα τόσο μονάχος, που άκουσα τις άλλες φωνές, κι όταν νύχτωνε, οι νεκροί μας κλέβαν την κουβέρτα και πλάγιαζαν έξω από την πόρτα, ώσπου ξεμέρωνε και σταυρώνονταν πάνω  μου το λάλημα του πετεινού.

ΜΑΤΑΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ
Τα βράδια τον ακολουθούσα σε βρόμικες συνοικίες, κατεβαίναμε τα σκαλιά, μια γυναίκα μουρμούριζε κάποιο τροπάριο και στα χέρια της κρατούσε το θησαυρό, που πηγαίνει από φτωχό σε φτωχό καθώς βραδιάζει.
Γυρίζαμε ύστερα από χρόνια, μια ξεθωριασμένη ταμπέλα στη γωνιά, που μόλις την αγγίξαμε χίμηξε να μας πνίξει ο χαμένος δρόμος, «τώρα μου λέει, θα πάμε μακριά», «μα δεν βλέπεις, του λέω, μας ξέχασαν», «γι’ αυτό» μου λέει,
και τα φανάρια μας κοίταζαν με τα μεγάλα άδεια μάτια τους, σαν αυτούς που δεν έχουν πού να πάνε και στέκονται μπροστά στο Θεό,
θυμήθηκα το μικρό κοριτσάκι που έκλαιγε καθώς το έγδυνα, κι όταν την άλλη μέρα  κρεμάστηκε, ήρθε ξανά τη νύχτα στο κρεβάτι μου, «απόψε μεγάλωσα, μου λέει, γιατί δεν με θέλεις»;
έκλεισα σιγά την πόρτα, δεν είχα πια σπίτι, μονάχα ένα πατημένο καπέλο στη μέση του δρόμου, «πάω καλά από δω;» του λέω, «να το κάνεις  τι;» μου λέει,
και το βράδυ οι νεκροθάφτες γύριζαν σκυμμένοι, σαν να μάντευαν  πως δεν ήσουν εσύ ο νεκρός, μα έθαψαν εκείνο το δυστυχισμένο που σ’ ακολουθούσε, ένα βημα έξω από το μυστήριο.

ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
«Όχι, δεν τον είδαμε» είπε η γυναίκα του θυρωρού, κι η σελήνη βγήκε κάτωχρή πάνω στο λόφο, ήξερα πως κρυβόταν, μα εγώ θα τον αναγνώριζα από το μεγάλο του σάβανο που άγγιζε τις άκρες της πόλης κι από το κούφωμα του βιολιού που είχε κυλήσει η ψυχή του τη νύχτα που τον ποδοπατούσαν,
και ξαφνικά τον είδα μέσα στην κάμαρα, ανέβαινε αργά-αργά στο ικρίωμα, ενώ το φανάρι του νυχτοφύλακα του λόγχιζε το πλευρό, τον είδα, σας λέω, ήρεμο και γαλήνιο σαν του νεκρούς που απέρριψαν πλέον την οδύνη να σπαταλάνε το θεό,
«ανοίχτε, φώναξα, κάποιον σκοτώνουν εκεί μέσα», η γριά άνοιξε κι εκείνος γονατισμένος  έγλειφε τα παπούτσια τους, μέσα στα επουράνια, «μείναμε οι δυο μας μόνοι» είπε, ένας ψίθυρος ήρθε τότε από μακριά, μια παράφορη νοσταλγία να ξαναδώ τον πατέρα, μα είχαν περάσει τα χρόνια, κι η αθωότητα τρίκλιζε τώρα σαν ένας άγγελος που απ’ τα φτερά του υποφέρει,
«μη με μαρτυρήσεις» είπε, κι όπως άνοιξε το σακάκι του είδα  το δαίμονα που του ’χε φάει όλο το σώμα, και το κεφάλι του στηριζόταν τώρα πάνω στο χέρι του αναχωρητή
που προσευχόταν στην έρημο.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας: κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια παραπλάνηση! [ΓΙΟΡΤΗ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ του Τάσου   Λειβαδίτη]

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

ΑΧ ΤΙ ΑΦΛΟΓΙΣΤΙΑ ΝΑ ΓΡΑΦΟΥΜΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ:

Απολάκτισε επιτέλους του λεκτικού τις λαίμαργες διαθλάσεις, μη συναρμόζεις πια φωνήεντα και σύμφωνα, έβγα στη βρύση της λαλιάς με ένα τίποτα, με το ευρύχωρο βλέμμα σου νοικιασμένο στο θάνατο. Η σιγή μεταβάλλει τις λέξεις σε χάπια που γυροφέρνουν ανώφελα τον ύπνο  (ΣΠΡΩΧΝΟΝΤΑΣ ΟΛΟΕΝΑ ΤΟΥΣ ΒΟΡΙΑΔΕΣ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 – ART by OLBINSKI Rafal Art paintings]

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου «η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις» γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα (φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;): πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα», ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης». Για του λόγου το αληθές…

ΘΑΛΑΣΣΑ Η ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
Μια μεγάλη θάλασσα στο τετράγωνο είναι μάλλον ένα πέλαγος
μια μεγάλη θάλασσα στον κύβο είναι ο βαθυστέναχτος ωκεανός…
Ο μετάλλινος λυρισμός του γηραλέου αιώνα μας
του μυτερού καιρού μας του ουρανοξύστη
που νυχτερεύει σε ακατέργαστο έρωτα διδάσκοντας
ερημία στην έναστρη γλαφυρότητα της καμπύλης
κι ανεχόρταγα φιλιέται στα νυχτιάτικα κοιμητήρια
με τη ψηλόφλογη κι απαρομοίαστη άλγεβρα
τη στιλπνότατη αραπίνα του Μεσαίωνα –
ο μετάλλινος λυρισμός που διαφεντεύει τα πλήθη και συνταράζει
το γαλαζοπράσινο ροχάλισμα των κυμάτων
εκείνος όπου ποτέ δεν την έμαθε
την αθάμπωτη φωταψία της ακατάκριτης τίγρης
κάνει χιλιάδες την οργή κι αμέτρητη τη θλίψη
βρωμίζοντας τη μεγάλη μας αρχαιότητα: τη θάλασσα
τη λάμπουσα μητέρα της βιολογίας.



Τι σύνολα συνωστίζονται στα ευλύγιστα του Νηρέα  τα βάραθρα
τι σύνολα διαπρέπουν έρημα κι αλάλητα
στη μονοκόμματη σιγή στ’ αξήλωτα τα βάθια…
Βλέπεις τον εύοσμο ρυθμό φιλότητας και έριδας
τον άρρητο ρυθμό που δεν αλλάζει
μα όμως ούτε που μεινέσκει μια κατάφορτη στιγμή
στα βρόχια της ασάλευτης ταυτότητας
έσω κι ένα κοιμισμένο δευτερόλεπτο
στην ίδια λάμψη την αλαφρογέννητη
στου γερο-φόβου το χιλιοσκότεινο κάτεργο
μη στέργοντας το ίδιο στασίδι –
μακρόσυρτο κι άναυδο μυστήριο
που ρέπει μ’ άφαντους χορούς απ’ αναρίθμητα
τραγουδιστά κι αμάντευτα ηλεκτρόνια
στη μανιώδη κίνηση τη σκλάβα του νερού με τόσα χρώματα.

Βλέπεις τη φύση και τη λες Αγνούλα μες στη θάλασσα
την ομορφιά στοχάζοντας πιότερο δακρυσμένη
τα ερεβώδη γεγονότα δίχως
του προπάτορα πόνου την αλλόφρονη κραυγή
το άπειρο κοντινότερο στην οικουμένη.
Βλέπεις τη μάνα τρικυμία σαν αρχόντισσα
να συναδράχνει τα δρακόντεια παιδιά της
τα γαλανόστηθα κύματα στον πόλεμο
τον αναμάρτητο με τ’ άστρα.

Βλέπεις την άσπιλη κι ατρέμιστη σιγή
σε γάμο στυγερό με τα ουρλιάσματα
κραδαίνεις ύψη γοερά, την άσωτη χαρά την καταιγιδα
να τους κερνά τους κεραυνούς ωσάν
ξεστήθωτες νεράιδες κι όπως
ο μέγας υετός απ’ του νερού το βάρβαρο φτεράκισμα,
το λάγνο βροντοκόπι, ξεθυμαίνει
ηδονικά ραγίσματα στα λιπόσαρκα σύγνεφα τα ξεθεωμένα
χαρίζουν ένα λιγοστό γαλάζιο βλαστερής ουρανοφάνειας
προβάλλει σώος ο μουγγός ο ήλιος ο μαχαιροβγάλτης
και τη μαυρίλα γύρωθε την κρεουργεί και την πεθαίνει
γιατί είναι αυτός που και τη νύχτα τη γενέτειρα
την έχει στη δική του τυραννίδα
την έχει και του τραγουδά στο βάραθρο
με μια μεγάλη φεγγαρόχαρη κιθάρα.

Στομώνει ο ύπνος τη ζωή και την υψώνει ως το θάνατο
τη στεφανώνει μ’ ένα έρημο στραφτάλισμα του Άδη
κι αν είναι δόξασμα θωριάς η πικροθάλασσα
κι αν είν’ το πιο ζωγραφιστό και θείο χασομέρι
καθώς απλώνει τον αφρόπλαστο χιτώνα της το τίποτα
στα σεμνόχρωμα βράχια τα ορυχτόζωα
κι αλλάζοντας αμέσως αθωότητα
πισωδρομίζει στα δικά της τρυφερά σκοτάδια
σημάδι της αλήθειας τούτης ας υπάρχει
του ποιήματος ο ήχος.

Η ΑΓΑΛΛΙΑΣΗ ΠΟΥ ΜΕ ΔΕΡΝΕΙ
Ίσως να είναι όλα  υπέρ του μέλλοντός μου
συμφορές περιπέτειες υπογραμμίζοντας κάρβουνα.
Βομβούν ελπίδες από συνήθεια το έμφυτο βιολοντσέλο
συμψάλλει ησυχασμούς
η πρώην κατάσταση νύσσοντας
την εύλαλη παννυχίδα.
Τιτρώσκει ο δυόσμος εκτεταμένος την άγουρη μύτη μου
στρατευμένη είπα πως είναι κι η αράθυμη
λάμψη του αστραπόβροντου
φθεγγόμενος νιρβάνα στομεγάλο τιγάνι
τέτοιες οι μείζονες αιωνιότητες
αμφιεσμένος με άνθηση από νεολιθικά κεφάλαια
φρενοβλαβείς ιεροδιάκονοι
χρωματιστοί που θυμιατίζουν ενοράσεις
και η αττική σύνταξη ολωσδιόλου έκπληκτη τα ’χει χάσει
μέσα στο βοερό Βυζάντιο
αμαυρώνοντας ακατόρθωτα του θανάτου την ευκρίνεια.
Οι μέλισσες που φεύγουν τον καπνό δίχως καθόλου
να συλλογιούνται την πραότητα
της ευανάγνωστης καρδιάς την τόσο αγαπητική
κι ατάραχτη καύση
καθώς οι ερωτιάρηδες Ελλάμψιμοι καταφλεγόμενοι
στα κορφοβούνια λησμονούν τη θράκα τους
τέχνη είναι η συγκίνηση που σε τινάζει πάντα στον αέρα.

ΤΟΤΕ ΜΕ ΤΙΣ ΤΑΡΑΧΕΣ
Φόβος και τρόμος: του αίματος η πρωτοπορία
χασάπικο της ανάσας τα πλεμόνια μου στην αιθρία
φιλοδώρημα μεταφυσικό η φαντασίωση
μηρυκάζοντας στη βοσκή μου δροσερά δευτερόλεπτα
στο θνητό της ημέρας εικόνισμα: το σούρουπο
όπου τη νύχτα την κλώθει
την εξαναγκάζει σε φανέρωση πάλι.
Σύννεφα διφορούμενα σαθρά τ’ ουρανού σκαλαθύρματα
ή φληναφήματα;
στα μάτια σας διαβάτες και εποχούμενοι
πυροφάνι ασταμάτητα ο σκοπός-
ανάμεσα σε οπαδούς και πλειοψηφίες
υποφέρω την άσπιλη κίνηση.
Ζωώδης επάρκεια
υλοφροσύνη σε επίπεδο ορυκτού;
Μένω άναυδος φλερτάροντας
από ώρα το ξυραφάκι.
Μονότερμα η συμφορά κι η αλκοόλη ερωτεύεται
στίλβουσα το νευρικό μου σύστημα
προκαλώντας των κυττάρων του την αφόρητη έξαψη.
Αχ τι αφλογιστία να γράφουμε ποιήματα…

ΠΑΥΣΙΠΟΝΟΝ
Το βλέμμα φτάνει άνετα στη Λισαβόνα
έχω σχεδόν αποδημήσει στα εναύσματα
θα ’θελα να σου επιστρέψω την αφή σου
χαρίζοντας σου και τα δικά μου δάχτυλα
μνημονεύουμε μυστήριο:
μνημονεύουμε ηλιθιότητα, μα εμένα
με φρουρεί η εναρθροσύνη
το τρίγωνο εμπαίζει κι αυτό τα ανύπαρχτα
ουράνια συνεχώς με τρία ύψη
δευτερεύοντες άγγελοι διαρκώς συστρέφονται
στον ύπνο πετυχαίνουμε το σοσιαλισμό μας.
Κουφάλογο – αυτή ’ναι – η αδιόρατη καλοσύνη
χασμουρητό του έαρος μυωπική νοσταλγία.
Είμαι ακέραιος ωσάν του Αγίου Πάνθηρα τα σαγόνια
κοιτάζοντας απ’ τη γαλάζια κλειδαρότρυπα
τις λινές του Ιησού βλεφαρίδες που ο άνεμος
με τον αντίχειρα ξαναχαϊδεύει σήμερα
στα ανεπρόκοπα βράχια της χαμηλόφωνης Ιουδαίας.
Οσμίζομαι καταιγίδα στο έπακρο
μα η καρδιά μου απουσιάζει  στ’ αγριολούλουδα.

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Νίκου Καρούζου, κάτι σαν ΔΟΚΙΜΕΣ ΝΑΡΚΗΣ ΤΟΥ ΑΛΓΟΥΣ, που, «εν Φαντασία και Λόγω», «κάμνουνε για λίγο να μη νοιώθεται η πληγή απ’ το φρικτό μαχαίρι…» του χρόνου… «Διερώτηση για να μην κάθομαι άεργος; ή   «Δουλειά δεν είχε ο διάβολος…]

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

ΜΟΝΟ ΕΣΥ Ω ΠΟΙΗΣΗ ΕΜΕΙΝΕ ΝΑ ΦΕΓΓΕΙΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΒΡΑΧΟ ΔΙΑΦΑΝΟ ΕΝΑ ΜΙΛΙ ΠΑΘΟΣ:

Πιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή δεν έχεις χαράδρα η μνήμη μάγμα απέραντο η οργή απάνω που περίμενες έναν υετό μεσσία… κι η στέγη σου, λιώμα από του ήλιου τον τροχό, το κεραμίδι σου όνειρο καρένα σύννεφου και πάει…  Άλλο από το παραλήρημα δεν σου ’μεινε φυσίγγι που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας ως τον ενδότοιχο,  σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει ανατέλλει δύει εντάφια πλησιφαής με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ… Πόσα να πω για την ειρκτή στο όνειρο όταν η θάλασσα ανέκκλητη ανασύρει την απόκρημνη παλάμη του θεού γεμάτη αρχαία ναυάγια και πεταλίδες; Πόσα να πω όταν προέκταση ναυάγιου εντός μου η νύχτα ταξιδεύει, όταν σαν έλασμα φεγγοβολά στα ύφαλα του ονείρου η αλμύρα;   [επιλογές από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου Η ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΥ 1964 – ART by Fernantez Ricardo painting]




ΠΕΡΑΣΑΝΕ ΛΟΙΠ¨ΟΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΠΟ ΕΔΩ; 
1
Αφότου ’ξώκειλε το ζαφειρί αστέρι
ξέρα ο νους η ουλή βυθός
μόνο εσύ ω Ποίηση
έμεινε να φέγγεις
μεσ’ από βράχο διάφανο
το μόνο πλοίο

2
Σκούρος εστήθηκες μονόλιθος κι αναμετράς
σε δυναστείες σε μίλια
οστά παράλληλα στον κόλουρο του λίθου
σε φάος εμβαπτισμένα οξύ
να ψήνονται ύστερα στο αλάτι
από τη μαλακιά βροχή
μια χούφτα ψίχουλα δεν σου ’μεινε
πιο κορυφαίο σπόνδυλο απ’ τη σιωπή
δεν έχεις
χαράδρα η μνήμη
μάγμα απέραντο η οργή

κι ο πράσινος νάρθηκας της αυριανής ημέρας
κι η στέγη σου λιώμα απ’ του ήλιου τον τροχό
το κεραμιδί σου όνειρο καρένα σύννεφου
και πάει
όλα αγριόχηνες αποδημήσανε τα σύμβολα
άστραψε σκέτη πια η ξερολιθιά
και λευτερώθηκες

3
Αρχή αρχή το δέρμα σου
αξία πρώτη ένα στρώμα μέταλλο
κόβεις νομίσματα για τους λαβδακίδες
ένα μίλι πάθος για τον αχαιό ιησού
για τα χειρουβικά σφήνες στις αρθρώσεις
για όλα το δέρμα σου για όλα

ώσπου το υπέρμαχο τείχος σχίζεται
ύστερα παιδιά πρησμένα από το φως
ψάχνουν για ένα κομμάτι έλασμα
να κόβει

4
Πώς να ξεχάσω τη φραγκοσυκιά σου
τη μόνη που έμεινε
να περιμένει τον υετό
να περιμένει
μέσα σε δεκατέσσερις χιλιάδες ήλιους δυσμενείς
όταν το καθημερινό μου χέρι
δίνεται μουσκεμένη ψίχα
σε οισοφάγους στην κάθε σκέψη;

ύστερα πελώρια ρωγμή ως κάτω
το στρόντιο δεσπόζει φρέσκο
απάνω που περίμενες έναν υετό μεσσία

5
Άλλο από ένα παραλήρημα δεν σου ’μεινε φυσίγγι
δεν έχει άλλη εκβλάστηση από την φλέβα σου
που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας
ως τον ενδότοιχο
σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει
ανατέλλει δύει εντάφια πλησιφαής
με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες
όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη
κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ

6
Όταν το μελαψό μετάλλευμα της νύχτας
διηνεκές επίμονο έμβρυο
εκλιπαρεί το υπόλοιπο της κύησης
που αστράφτει περασμένο στο λαιμό
όπως η πείνα στα εντόσθια
πρόγονε εαυτέ μου πόσα θα ’πρεπε να πω
γι’ αυτά τα σπλάχνα σε κάθειρξη;

πόσα να πω για την ειρκτή στο όνειρο
όταν η θάλασσα ανέκκλητη ανασύρει
την απόκρημνη παλάμη του θεού
γεμάτη αρχαία ναυάγια και πεταλίδες
όταν τα σάστισες
που στο πλευρό σου ταίριασε το εύρημα
και φωταψία στο βυθό του ο αύγουστος
χταπόδι κάρφωσε το νου με το καμάκι

πόσα να πω όταν προέκταση ναυάγιου
εντός μου η νύχτα ταξιδεύει
όταν σαν έλασμα φεγγοβολά
στα ύφαλα του ονείρου η αρμύρα

7
Περάσαμε λοιπόν οι άνθρωποι από δω;
καπνοί αρχαίοι ξέμειναν
στη μνήμη
στους φεγγίτες
κάρβουνα οι παντοκράτορες
κι οι θόλοι μελαψοί

πηχτός
απλώνει ο χρόνος στο λιθόστρωτο
άλλη τροφή από το πέτρωμα δεν έμεινε
πού θα πιάσει ρίζα αυτό το σπέρμα;

8
Στη νέα μεθόριο πρωτόζωο λαβώνεσαι
απ’ την αυθυπαρξία και το σέλας
να βυθομετράς το θάνατο
στο γνεύσιο

η σάρκα σου
γυαλί απέραστο κατά εξάδες
δάσος τα πετρένια οστά
σχίζουν σε βέργες τον άνεμο
μα η ρίζα έγκυα οδοιπορεί σα θειάφι

9
Ανυποχώρητος στίλβεις ανθρακίτης
αύριο βλήμα φθείρεσαι σε τροχιά
μένεις μόνο η τροχιά
κι η μοίρα σου κεντρόφυγη
να ερμηνεύεις, να ερμηνεύεις
πολύ πιο πριν δεν ήσουνα έγχρωμη βοή;

10
Ποιος για το συμβάν θα πει του λίθου
το ίζημα λέω τ’ αχνάρι μου
στην ίδια φλέβα χυμένο με το φως
το καθημερινό μου σκύρο
η φρέσκια οργή
χιλιάδες χρόνια ανέβαινε με το μεδούλι
λάβα τη λάβα σ’ έλατου κορφή
λίθο το λίθο ως το σύννεφο
το πώς από σκούρα τύρφη αναδύθηκα
αν το ξέρεις δίδυμή μου αστραπή
σε μια κλιτή αν ασκητεύει με τις ρίγανες
αν στίλβει απλησίαστο
όταν στη θάλασσα βαθιά καίονται τ’ άστρα
το πώς ιερουργείς στο άδυτο αρχιερέα χρόνε
ποιος θα το πει

11
Στη φέτα του στεγνού ψωμιού
γλυκό πικρό αλείβουμε το μεσημέρι
η σκέψη από τη γενιά του αλγόλ
γυαλίζει όραμα βαθιά στο αίμα
θρύμματα οι μάχες τα οστά
οι νύχτες οι νίκες
στα δόντια οξείδιο μολυβένιο η δίψα

12
Να ενεδρεύεις το τρίξιμο του ήλιου
το μέγιστο μόλυβδο
ασύμμετρος να οδομαχείς
λογισμέ μου αρχάγγελε 
όταν οι ορδές είναι κιόλας μες στην πόλη
με πράσινη εξάρτυση λεηλασίας
όταν πυρίμαχος ορθοστατεί ο παιδεμός
κι ο λίθος έγκαυμα

13
Τι είναι που έμεινε από το κενό
που δεν ταυτίστηκα μαζί του ακόμη
το εύρος πλατυτέρας ψηλά σε τέμπλα
οι άγιοι ποταμοί που διαπερνούν εγκάρσιοι
η ανυπαρξία ένοχου για το θάμπος της αυγής
και το βυθισμένο όραμα
κι αυτό που σύλησε
το όσο σέρνει στα θαλάμι ο πολύποδας
κι αυτό ακόμη το λογάριασα
μόνο για να επεκταθεί μια ίνα στο κενό
το σχήμα μου η πρόσχωση
στον άφθορο ασβεστόλιθο

14
Όταν κατάφωτο
αναδύθηκε το πρώτο ακρωτήρι
με παράπλεες ένας θάνατος πρωτόπλαστος
δεν ήταν έκρηξη το δευτερόλεπτο ακόμη
με είχα κατάσαρκα την κίνηση εσώρουχο
βρήκα το σπέρμα σου
τη μάζα έμβρυο
ένα θεό μέσα στην πέτρα βρήκα που με γνώριζε
κι άστραψα πλάι του κοπίδι λίθινο

16
Το σχήμα μου ύστερα
ούτε του άργιλου κατατομή
ούτε του δρυ ανάπτυγμα η τσεκουριά
μόνο ένας θόρυβος σε περιδίνηση
ένας θόρυβος υψίσυχνος
όπως ανοίγει ο ήλιος στοές σε νύχτα από νεφρίτη
το σχήμα μου ύστερα
μια  ούριος κύκλος στο όνειρο
μια  σιγοψήνει τη σιωπή σαν κάστανο


[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Έκτοτα Κακναβάτου, σε σένα που ποιος ξέρει πόσες φορές η λατρεία σου θα μου γίνει γέφυρα να περάσω απ’ την άβυσσο στο καυτερό γήινο αίμα. Και μόνο το βήμα μένει κατά σένα, το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω, όχι να σε βρω. Σου φωνάζω: «σ’ όλα τα στέρνα κάρφωσε το φως κι ύστερα τίποτα πια εξόν το νόημά σου»] 


Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

ΤΑ ΜΕΓΑΛΕΙΑ ΝΑ ΦΟΒΑΣΑΙ, Ω ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΤΗ ΦΡΙΚΤΗ ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ ΑΦΕΘΗΚΕΣ ΚΙ ΕΝΔΙΔΕΙΣ:

Σαν έξαφνα ώρα μεσάνυχτα ακουσθεί αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές-
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν,
τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελαστείς, μην πεις πως ήταν ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο, κι άκουσε με συγκίνησιν αλλ’ όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους, τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.[Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον  από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, Εκδόσεις Ηριδανός – ART by Man Ray  bservatory)


 [Α να ήρθες εσύ με την αόριστη γοητεία σου. Στην Ιστορία λίγες γραμμές μονάχα βρίσκονται για σένα κι έτσι πιο ελεύθερα σ’ έπλασα μες στον νου μου… Σ’ έπλασα ωραίο κι αισθηματικό, η τέχνη μου στο πρόσωπό σου δίνει μιαν ονειρώδη συμπαθητική ομορφιά. Και τόσο πλήρως σε φαντάστηκα, που χθες την νύχτα αργά, σαν έσβυνεν η λάμπα μου, εθάρρεψα πως μπήκες μες στην κάμαρά μου, χλωμός και κουρασμένος, ιδεώδης εν τη λύπη σου… Για του λόγου το αληθές…]

Η ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ
Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και τα μεγάλα έργα
η άδική αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κι επιτυχία να σε αρνείται
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθεις,
και μικροπρέπειες κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κι ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει
τον έπαινο του δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε
την Αγορά, το Θέατρο και τους Στεφάνους.
Αυτά που θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά που θα τα βρεις στη σατραπεία
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.


ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ  
Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις
αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις
να τες ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι.

Κι όταν θα φτάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σα βγεις στον δρόμο έξω,
εξουσιαστής περίβλεπτος με συνοδεία,
αν τύχει και πλησιάσει από τον όχλο
κανένας Αρτεμίδωρος, που φέρνει γράμμα,
και λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα που σ’ ενδιαφέρουν»,
μη λείψεις να σταθείς, μη λείψεις ν’ αναβάλεις
κάθε ομιλίαν ή δουλειά, μη λείψεις τους διαφόρους
που χαιρετούν και προσκυνούν να τους παραμερίσεις
(τους βλέπεις πιο αργά) ας περιμένει ακόμη
κι η Σύγκλητος αυτή, κι ευθύς να τα γνωρίσεις
τα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου.

ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΑ
Μέσα στον φόβον και τις υποψίες,
με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
λιώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε
για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Κι όμως λανθάνουμε, δεν είναι αυτός στο δρόμο
ψεύτικα ήταν τα μηνύματα
(ή δεν τ’ ακούσαμε ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
Άλλη καταστροφή που δεν την φανταζόμεθαν,
εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
κι ανέτοιμους –πού πια καιρός- μας σσυνεπαίρνει.

ΙΩΝΙΚΟΝ
Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των,
γιατί τους διώξαμε απ’ τους ναούς των,
διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί.
Ω γη της Ιωνίας, σένα αγαπούν ακόμη,
σένα η ψυχές των ενθυμούνται ακόμη.
Σαν ξημερώνει επάνω σου πρωί αυγουστιάτικο
την ατμοσφαίρα σου περνά σφρίγος απ’ τη ζωή των
και κάποτε αιθερία εφηβική μορφή,
αόριστη, με διάβα γρήγορο,
επάνω από τους λόφους σου περνά.

 [επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Κ.Π. Καβάφη, έτσι που, όταν ώρα μεσάνυχτα ακουστεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες και φωνές, την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες μη ανοφέλητα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις]



Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

ΤΗΣ ΠΗΡΑΝ ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΡΑΣΤΗ ΤΗΣ:

Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ’ ολίγον να πεθάνει. Με τα δεκατρία ριζικά της σαν τα δεκατέσσερα της χρόνια εσπάθισαν την φευγαλέα συμφορά. Κανείς δεν μίλησε. Κανείς δεν έτρεξε να την προστατεύσει κατά των υπερποντίων καρχαριών που την είχαν ήδη ματιάξει όπως ματιάζει η μύγα ένα διαμάντι μια χώρα μαγεμένη. Κι έτσι ξεχάστηκε ανηλεώς αυτή η ιστορία όπως συμβαίνει κάθε φορά που ξεχνιέται από το δασοφύλακα το αστροπελέκι του στο δάσος (ΧΕΙΜΕΡΙΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ από τη συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ – ART by ELENADUDINA El barquito)





ΠΙΚΡΑΓΚΑΘΙ (από την ποιητική συλλογή ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Ενεφανίσθη και χάθηκε η δεσποινίς που συνάντησα μες στο συρτάρι μου. Στη θέση της μία τολύπη κρατεί τον φώσφορο της ζωφόρου της. Άποικοι νέμονται τις εκτάσεις που εγκατέλειψε μα το παιδί των αναμνήσεών μας κομίζει πλοκάμια που μοιάζουν με τις έξη διαφορετικές ηδονές της δεσποινίδος που υπήρξε βασικώς μητέρα του παιδιού της και μητέρα μου. Κάποτε ζω μες το συρτάρι. Μα κάθε φορά που δεν ονομάζονται μερικές περιπτώσεις αλλιώς παρά χλαμύδες κάτω απ’ τις οποίες υποσκάπτονται τα θεμέλια μιας τραγικής κουρτίνας παίρνω το τελευταίο μαντήλι της και παρακαλώ το βάτραχό μου να καταργήσει κάθε οιμωγή που είναι δυνατόν να υπάρχει μέσα στους θώκους και επάνω από τις κουρτίνες.

ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΕΩΣ
Ο κορεσμός των μυκτηριζόντων μαστοφόρων επέφερε τον κατευνασμόν της ηθοποιίας. Εις τας προθήκας των αμγαζιών τοποθετήθηκαν φανταχτερά απίδια και πολύ μικρά κογχύλια που δεν εσάλευαν παρά μόνον όταν αναστέναζαν τα παιδιά των εργοδοτών. Γι’ αυτό οι συρμοί πολυτελείας εσταμάτησαν μίλις εξεπορεύθη το ποτήρι της δοκιμής των γενικών δοκιμών εντός του οίκου του δυστυχήσαντος κωπηλάτου. Η φύσις τους εφόρεσε τους θυσάνους των γυναικών που γιόρταζαν και οι δωρηταί των πεπιεσμένων θωρηκτών προπηλακίζουν έκτοτε την ανθοδέσμη εκείνη που έλαβε την υστάτην απποφασιν να διασαλεύσει την τάξιν καθώς και τα τελειότατα φρούτα που περικλείουν εντός ανεστραμμένων κυπέλλων οι δραματουργοί της ενδόξου νυμφομανίας.

ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΙ ΣΦΑΖΟΜΕΝΟΙ ΜΕΙΛΙΧΙΩΣ  
Θυμάμαι που μας έκαναν εντύπωση τα ράσα. Είχαμε δίκαιο γιατί ήδη διεγράφετο κάτω απ’ τις πτυχές η πολύεδρη σκοπιά των στεναγμών μιας μοιχαλίδος. Η παρόρμησίς μας δεν εξηγήθη αρκετά. Υπήρξε όμως ουσιαστική όσον και τα ρέοντα δάκρυα μιας καθυστερημένης εποχής. Κάτω απ’ τα ράσα η διαδήλωσις υπερίσχυσε εν τέλει και μόλις τα κατέλυσε διεδραματίσθη η σκηνή του λυτρωμού της νέας γυναικός από τους διαξιφιζομένους λογισμούς. Το πλήθος δεν έστερξε να την εγκωμιάσει μέχρι τέλους και η πρώτη απογοήτευσις της μοιχαλίδος χτυπά κατάστηθα την δεύτερη για την εκδίκηση των τίτλων που της αφήρεσαν προσθέτοντας φτερά φασιανών εκεί που άλλοτε οι ερασταί της ελάτρευαν τα μάτια της. Θα έλθει όμως μια μέρα ευωχίας κατά την οποίαν θα ανατείλει το διαμάντι και θα κοσμήσει λυσιτελώς την αδικοκλειδωμένη χάρη της στερουμένης σήμερα τα πάντα ήβης της και τούτο ενώπιον αλαλαζόντων ταύρων και μπρος στα υπερμέτρως ανοιγμένα μάτια των σημερινών δημίων γιατί ποτέ ουδέποτε δεν σταματούν οι νότες μιας αρινισμένης εποποιίας έστω κι αν το ποτήρι της αδειάσει πολλές φορές έστω κι αν στέκεται στο κεφάλι του ο πεπλατημένος συρφετός.

ΙΣΠΑΧΑΝ
Καταιγίς οξυτάτης μορφής εσκέπασε τη χώρα. Βράχοι ωρυόμενοι επέπεσαν κατά των πλατυγύρων λιμνών και το πονεμένο ψάρι σύρθηκε ως τον σταθμόν των αναχωρητών. Εκεί δεν βρέθηκε καμιά βοήθεια γιατί το βέλασμα των μεγαλοσαύρων εσκόρπισε τα φτερουγίσματά του κι από δω κι από κει και τα μανιτάρια παρεσιώπησαν τα πραγματικά γεγονότα στην περιιπτάμενη  γαμήλιο πομπή των στεναγμών ενός νέου πλανήτου. Κατόπι δεν είχε τίποτε την ίδια σημασία. Η ησυχία δεν υπήρχε ως οντότης πραγματική. Ο όλεθρος εχαλιναγωγείτο από καμήλους. Οι κρόταφοι των νεκρώνανθούσαν. Τα λίγα περιστέρια εκοπίαζαν γιατί ο πολτός της λίμνης είχε σχηματίσει διώρυγα στο στενότατο σημείο του περάσματός τους από χιλιόστομες ύβρεις καταπατημένας με γδούπο αλλοφροσύνης μανάδων και μικρών παιδιών ισχνοτέρων και από τα κόκκαλα μιας νυχτςερίδος.

ΤΟ ΥΨΟΣ ΤΗΣ ΣΙΓΗΣ (από την ποιητική συλλογή του Ανδρέα ΕΜπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ)
Η αντιστροφή της αφαιρέσεως προικίζει τα κακά πουλιά με χώματα και με τολύπες από την ώχρα του θυμού. Ο μωλωπισθείς παμμέγιστος και τα ζεστά του υποσάγματα φτερνίζονται από πελιδνό και άνευ έρματος περίβλημα της νεαρής του ηλικίας. Πιο πέρα από τα στίγματα που μας αφήρεσαν οι πίδακες καραδοκούν οι σεμνότεροι τιτάνες την πιο θερμή σταγόνα. Η κυρτή συνηχία του δρυμού τεντώνει τα μπράτσα της και προστρέχουν κρατώντας την ανάσα τους και κλάδους κιμωλίας οι βέβηλοι της νηνεμίας. Ο πλάγιος των ουραγών κυριαρχεί μεσ’ την αδέσποτη γαρυφαλλιά και στάζουν επί χρόνια στο τριχωτό κιγκλίδωμα τα πέταλα μιας σπάθης. Από την πρώτη στιγμή φάνηκε μακρόθυμη η θημωνιά με τα ολόρθα στήθη της και το καταζητούμενο προσάναμμα. Έτσι την έντυσαν για να φανούν καλλίτερα τα μήλα.

 [επιλογές λέξεων από την συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ, με ευχές για τα παραπατήματα των θλιμμένων και των κορυβαντιώντων, όπου Μια δεσποινίς σηκώθηκε μέσα στο σκότος κι αντικαταστάθη αμέσως απ’ άλλη δεσποινίδα η οποία παράθεσε γαμήλιο προπόνημα σε συσχετισμένες αναλαμπές εικοσακισχιλίων αιώνων. Αλλά η απαίτησις των κρίνων δεν εξεπληρώθη γιατί το ράπισμα του κηπουρού διετράνωσε την λευκοτάτη επιδερμίδα της νέας ημέρας και ζωήρεψε το φέγγος του άσπιλου στήθους της λέξης προς λέξη και σχεδόν διαγωνίως]