Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΑΝΤΑ ΒΙΑΣΤΙΚΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΣΚΟΠΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΠΡΟΦΑΣΙΖΟΜΕΝΟΙ ΚΑΠΟΙΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΚΟΠΟ:

Γύρισες πίσω  πάλι διψώντας την προσδοκία της ατημέλητης αίσθησης. Ίσως να πίστευες πως γυαλίζανε οι δρόμοι ξανά στην πρώτη μεσημεριάτικη λάμψη τους όπως τα μακρινά φώτα ριγούσανε του λιμανιού σα στήθος αβέβαιο παρθένας. Η ταβέρνα κλειστή, διώξανε και το μικρό που κάποτε ονειρεύτηκε πλένοντας πιάτα να πλουτίσει, τώρα θυμάται ακόμα τα χειμωνιάτικα βράδια κάτω από την ασετιλίνη, ακόμα θυμάται τους φίλους κάθε βράδυ που κουβεντιάζανε κι αυτός δεν ξέρει τι κι ύστερα ψιθυρίζανε ένα σκοπό που δεν τον άκουσε ποτέ στη μακρινή του πατρίδα… Μέσα σε τόσες εναντιότητες αναζητήσαμε μια χαλασμένη αισθαντικότητα. Σημαδεμένες χρονολογίες σε βιβλία βιβλιοθήκης πολυσύχναστης κι ήτανε πάντα πίσω από τη θύμηση οι γκρεμισμένες αψίδες του καλοκαιριού. Κάποτε παίζουμε την αγάπη και τότε αλήθεια νιώθουμε ανυπέρβλητα αγνοί [απόσπασμα από την 6η συνέχεια των ΕΠΟΧΩΝ 2 του Μανόλη ΑναγνωστάκηART by WYMAN Sarah untitled]

Και όχι αυταπάτες προπαντός… Το πολύ-πολύ, να τους εκλάβεις [τους στίχους μιας ζωής] σα δυο θαμπούς προβολείς μες την ομίχλη, σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ΖΩ. «Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες, κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα» Έστω. Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς!]

Έπειτα σκέφτεσαι πως και το άλλο πρωινό θα ξυπνήσεις μ’ ένα κουδούνισμα ολόιδιο στην πόρτα (από τη συλλογή ΕΠΟΧΕΣ 2)
                   -VΙ-
Γύρισες πίσω, κι η πολιτεία με τα σπασμένα σοκάκια σα γυναίκα τα ξημερώματα
Άνθρωποι πάντα βιαστικοί μέσα στους άσκοπους δρόμους προφασιζόμενοι κάποιο μεγάλο σκοπό
Και τα παιδάκια δε μπορούνε πια να παίζουνε χωρίς κανένα κίνδυνο από τα τόσα κάρα που περνούνε
Λοιπόν, το ξέρεις πως πολλοί περάσανε τους θερμούς μήνες συζητώντας πού θα παραθερίζανε καλύτερα
Ένας θα προτιμούσε το βουνό, άλλος τη θάλασσα, στο τέλος συμφωνήσαμε για μια καλή παρέα
-Γιατί, κάθε φορά που θυμούμαστε μοιάζουμε σαν τα καφενεδάκια του καλοκαιριού
Κρατώντας καθένας μια καρφίτσα μικρή που του ματώνει απερίσκεπτα τα δάχτυλα;-
Έπειτα σκέφτεσαι πως θα ξυπνήσεις και το άλλο πρωινό μ’ ένα κουδούνισμα ολόιδιο στην πόρτα.
Στην επαρχία κάποτε μας άρεσαν τα δράματα τιμής που διαλαλούσανε τα πρωινά φύλλα
Κοιτάζαμε τις φωτογραφίες, κλαίγαμε μόνοι μας το βράδυ στη φωτιά για κάποιαν όμορφη που αυτοκτόνησε
Έχουμε εφημερίδες στο συρτάρι μας ένα σωρό με κίτρινα φύλλα.
Γύρισες πίσω  πάλι διψώντας την προσδοκία της ατημέλητης αίσθησης
Ίσως να πίστευες πως γυαλίζανε οι δρόμοι ξανά στην πρώτη μεσημεριάτικη λάμψη τους
Όπως τα μακρινά φώτα ριγούσανε του λιμανιού σα στήθος αβέβαιο παρθένας
Η ταβέρνα κλειστή, διώξανε και το μικρό που κάποτε ονειρεύτηκε πλένοντας πιάτα να πλουτίσει
Τώρα θυμάται ακόμα τα χειμωνιάτικα βράδια κάτω από την ασετιλίνη
Ακόμα θυμάται τους φίλους κάθε βράδυ που κουβεντιάζανε κι αυτός δεν ξέρει τι κι ύστερα ψιθυρίζανε
Ένα σκοπό που δεν τον άκουσε ποτέ στη μακρινή στη μακρινή του την πατρίδα.
… Μέσα σε τόσες εναντιότητες αναζητήσαμε μια χαλασμένη αισθαντικότητα
Σημαδεμένες χρονολογίες σα βιβλία βιβλιοθήκης πολυσύχναστης
Κι ήτανε πάντα πίσω από τη θύμηση οι γκρεμισμένες αψίδες του καλοκαιριού.
Κάποτε παίζουμε την αγάπη και τότε αλήθεια νιώθουμε ανυπέρβλητα αγνοί!
-Μια γεύση φιλιού πάνω στην παιδική σου επιδερμίδα-
Παίζουμε τη φυγή την ανεπίστρεπτη πίσω από χάρτινες κουρελιασμένες πανοπλίες
Παίζουμε την οδύνη μέσα σε δυο πακέτα τσιγάρα ολοκαίνουργια
Την εγκαρτέρηση μιας νόησης σε δυο σκοινιά τεντωμένα στη χειμωνιάτικη βεράντα.
Άλλοτε πάλι αυτοί οι άνθρωποι ερωτεύονται παράξενα πολύ
Ανιχνεύουνε τη συμφορά μέσα στην πιο ευτυχισμένη τους ένταση
Πουλούνε την ηδονή τους για τις ασήμαντες διανοητικές τους αναμνήσεις
Αποσυνθέτουμε την παρουσία τους σε πολλαπλές αποχρώσεις.
Μέσα σε τόσες εναντιότητες πολιορκήσουμε την κλεμμένη μας άγνοια
Δε μάθαμε, ήταν αλήθεια, καμιά ποτέ μας προσευχή, το μεγαλείο της ταπείνωσης
Δε σηκωθήκαμε μιαν Αυγή με την υπόσχεση της ακριβής υποταγής.



… Έκλαψα χθες, παίρνοντας ένα γράμμα από το φίλο Π… που ταξιδεύει χρόνια στις επαρχιακές κωμοπόλεις
Μου γράφει: θυμήσου τις βάρκες τα μεσάνυχτα γύρω στα αγκυροβολημένα φορτηγά
Μου γράφει: θυμήσου τις μέρες μιας Άνοιξης ολόφωτες μέσα στο αιμάτινο φορτίο τους
Μου γράφει: θυμήσου τους τέσσερεις τοίχους που φύλαξαν αναφαίρετα τόσον καιρό το μυστικό μας
Έχασα τα βιβλία μου, φώναζες, έχασα τα χαρτιά μου, έχασα κάθετι που πιότερο στον κόσμο αγαπώ.

Είχες χάσε κάτι πολύ περισσότερο. Μια ατέλειωτη νεότητα σε κάθε γωνιά της ολόπικρης νόησης

[επιλογές λέξεων από ποιητικές συλλογές του Μανόλη Αναγνωστάκη, ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΣΤΟΧΟΙ για τη ΣΥΝΕΧΕΙΑ της αγάπης, το φόβο που μας ενώνει με τους άλλους, ΕΠΙΛΟΓΟΣ για τη σιωπή, αυτό το δισταγμό ζωής, που δεν μας αφήνει να παραδεχθούμε την ήττα. Πόσα κρυμμένα τιμαλφή όμως μπορούμε να σώσουμε, πόσες φωλιές νερού να συντηρήσουμε μέσα στις φλόγες; Όρθιοι και μόνοι σαν και πρώτα θα περιμένουμε… Και ποιος να μας προσέξει, ποιος να μας λησμονήσει στη θήση που καθόμαστε; Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας. Το θέμα είναι τώρα τι λες!]

Δεν υπάρχουν σχόλια: