Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

ΚΑΙ ΒΡΗΚΑΜΕ ΤΗ ΛΗΔΑ ΑΝΕΥ ΚΥΚΝΟΥ, ΤΗ ΜΗΔΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΦΑΡΜΑΚΙΑ, ΤΗ ΣΦΙΓΓΑ ΔΙΧΩΣ ΚΑΝΕΝΑ ΑΙΝΙΓΜΑ:

μην πεις ποτέ πως μας εγέλασαν, όχι έτσι είναι η ζωή –απλούστατα- Γρηγόρη… και βρήκαμε τη Λήδα άνευ κύκνου τη Μήδεια χωρίς φαρμάκια ούτε φάρμακα, τη Σαχραζάτ να μη ξέρει ούτε ένα μύθο, τη Σφίγγα δίχως κανένα αίνιγμα, τους ανθρώπους χωρίς χαρά κι όλο ένα μίσος
κι ως ξεκινήσαμε βαλθήκαμε –ή δε βαλθήκαμε- να πείσουμε τον κόσμο -κι ίσως και πρώτα-πρώτα τους ίδιους μας τους εαυτούς πως κάθε άλλο: τα πράγματα έτσι δεν είναι
και προσπαθήσαμε μπαλέψαμε βασανιστήκαμε: γι’ αυτόνα τον σκοπό όλη μας τη ζωή χωρίς φειδώ την κατασπαταλήσαμε με πάθος, δίχως ουδέ στιγμή να πάει ο νους μας πως όλες τούτες μας τις μούτες, τις χειρονομίες (τα σκουξίματα) σαν όλους –φευ- τους ανθρώπους γύρω μας τις κάναμε ασάλευτοι στο χείλος της μαύρης τρούπας -που έχασκε στα πόδια μας από την πρώτη μέρα που είδαμε το φως- της μαύρης τρούπας –λέω- του τάφου μας Γρηγόρη
 (ΕΙΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΝ ΠΑΤΣΙΚΙΑΝ από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ – ART by Ernesto Garcia Pena]

 [Πλάι απ’ τη σακάτικη τη δικαιοσύνη του ανθρώπου κρύφτεται η Ερινύα βαθειά μέσα στον ίδιο φταίχτη φωλιασμένη αμείλιχτη ανελέητη που καλά ρούχα και οφίκια και νομιμοφροσύνες δεν ψηφά που η καλοπέραση δεν τηνε νοιάζει και τιμωρεί σκληρά τους άμυαλους και τους δειλούς που κάνουν το κακό. Για του λόγου το αληθές…]

Το ποίημα του Γκεόργκ Τρακλ
σαν να αποκάμανε με τη βροχή οι λεύκες
που αδιάκοπα απ’ την αρχή τις μαστιγώνει



τώρα ενύχτωσε:
λε πια κάπως να ’χει κοπάσει το νερό
ρίχνει ακόμη –όμως αργά- ψιλά-ψιλά
μόλις ακούγεται το θρόισμα στα φύλλα

απ’ τα βάθη της φωταγωγού της γειτονικιάς πολυκατοικίας
αναδύεται σκληρά πυκνά –ατελείωτα!-
μιαν ίδια πάντα μονότονη όσο και πεισματάρικια κι απλοϊκή μουσική φράση
κάποιου  -ίσως κανένας θυρωρός-
που στο υπόγειο ενδιαίτημά του
επίμονα μαθαίνει οκαρίνα

των αδυνάτων πια η σκέψη να πάει και να σταθεί
στης Δυτικιάς Μακεδονίας τους πλατείς κάμπους
όπου οι λεύκες (πάλι οι λεύκες) σε σειρά ατελείωτη
προδίνουνε -στην ερημιά- των ποταμών τους μακριούς δρόμους

ο νους ζητά σ’ άλλο ποτάμι να βρεθεί κοντά
-πλατύ βαθύ- το Δούναβη
στη Βιέννη
και κει τα μάτια της ψυχής γιομάτα πάθος
να προσπαθήσουνε να ξαναφέρουν εμπροστά τους
την εξαφανισθείσα πια μορφή
του ποιητού με
το λοξό το βλέμμα

ο Γεώργιος Τρακλ αν εις το περίφημο Σαλτσβούργο (του αυστριακού Τυρόλου) πρώτη φορά είδε το φως
τη χαρά όμως δεν τη συνάντησε πουθενά –ποτέ του-

πέρασε παιδικά χρόνια άκρως ανιαρά ως
πρόσμενε ανυπόμονος τον καιρό της γνώσης
κι ήρθε ο καιρός αυτός –που να μην έσωνε ποτέ-
και τότε –δη τότε- του εσάλεψε ο νους!-
ναι: δεν τις έστερξε –δεν επαραδέχτηκε- ποτέ του- ο λεβέντης- μα ποτέ
τη μοίρα και τις συνήθειες που έχουν οι ανθρώποι

μόλις και εκατάλαβε –οδυνηρά- τι πα να πει «ζωή»
άλλο πια πόθο –ενδόμυχο- δεν είχε παρά –έναν- μόνον αυτόν: να φύγει!

τον πόθο αυτό –το μαράζι πες- δεν τον παράτησε ποτέ
(τίποτε δεν ευρέθη ώστε να παρηγορηθεί ποτέ
-να διασκεδάσει καν;- να τον κάνει –για λίγο έστω- να ξεχάσει)

ούτε κι η Βιέννη
με τας ευρείας λεωφόρους της
τα ωραία καφφεία
τους κήπους με τις λίμνες με τις πάπιες
ούτε των θρυλικών της
πλουσίων καλλονών
οι κρυμμένοι
(αλήθεια αλησμόνητοι)
αφράτοι θησαυροί

εις μάτην η Δυαδική Μοναρχία
την «μέση εκπαίδευση» μ’ ευχέρεια του προσέφερε
και με δίπλωμα -ακόμη- φαρμακοποιού
τον εφοδίασε:
εις μάτην

εις μάτην η Δυαδικιά
και στον πόλεμο (του ’14) πάλε τον έστειλε
προσπαθώντας στοργικά –έτσι-  να τον αποβλακώσει
(ως στοργικοί γονείς στ’ ανήσυχα παιδιά τους εφαρμόζουνε λοβοτομή)
σας λέω: εις μάτην

την ώρα δεν έβλεπε –τι λέω την ώρα: τη στιγμή!-
(και το ΄λεγε με τραγουδάκια λυπητερά + απαλά)
να ξεμπερδέψει από τούτον της ανθρώπινης ζωής το θλιβερό μπελιά
-τον άσκημο βραχνά-
να πάει κάπου
μακριά
αλλού
να φύγει

και το κατάφερε - -επί τέλους- ένα βράδυ: στα καλά καθούμενα
«tant l’ on crie Noel qu’il vient»

Η πόλις του φωτός (από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)
Δώθε απ’ τις γραμμές του σιδηροδρόμου, πέρα απ’ τα σπαρτά, στους πρόποδες του ψηλού βουνού, εκτείνεται, μεσ’ τους κήπους και τα χωράφια, η ωραία ελληνική πόλις. Αρχαιόθεν ελληνίς. Το βουνό, ακόμα δεν καλοκόπιασε το φθινόπωρο, και το βαρούν οι ανέμοι κι οι βροχές. Με τις πρώτες μέρες του χειμώνα φαντάζει ολόασπρο, ως το σκεπάζει το χιόνι. Τα νερά κρυσταλλώνουν.
Είπα πως η πόλις είναι ωραία. Είναι και περίεργη. Κοσμείται με λαμπρές οικοδομές, που κλιμακούνται σ’ όλες τις διαδοχικές επαφές της ιστορίας του έθνους. Τα κτήρια στέκονται πολύ καλά, και μόνο που και που, κατ’ αραιά διαστήματα, απαιτείται κανένα μικρό μερεμέτι, για την άρτια, την άψογη εμφάνισή τους. Το περίεργο της πόλης έγκειται στο ότι εκεί συγκατοικούν αρμονικά με κατανόηση, με τας εκατέρωθεν, φυσικά, παραχωρήσεις, οι ζωντανοί με τους νεκρούς.
Κι έτσι, παρά τη μετανάστευση του πληθυσμού, μέχρις ερημώσεως της υπολοίπου επαρχίας, η πόλις εξακολουθεί να πυκνοκατοικείται.
Κάποτε, κατά τα απέραντα ταξίδια μου, ευτύχησα να περάσω κι από κει.
Πώς να περιγράψω την αγαλλίασή μου, όταν σας πω, πως εκεί, συναντήθηκα και με τον πατέρα μου, που είχα πολλά, μα πάρα πολλά χρόνια να τον δω, αλλά και με τον Σκεντέρμπεη, την κόμησσα ντε Νοάιγ, τον Εμπεδοκλή τον φιλόσοφο, τον θείο μαρκήσιο ντε Σαντ, τον Μότσαρτ καθήμενο στο κλειδοκύμβαλό του, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, τον Ρηγα τον Βελεστινλή, με το μπουζούκι του, και τόσα, και τόσα άλλα προσφιλή πρόσωπα.

[επιλογές λέξεων από την συλλογή του Νικου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, δηλαδή από τον υπερρεαλισμό μιας ατέρμονος ζωής: του ποιητή πια μόνη –θεόθεν – σωτηρία λύσις παρηγόρηση μένει η κοιλάς με τις τριανταφυλλιές ό εστί μεθερμηνευόμενο η κοιλάδα των ροδώνων]


Δεν υπάρχουν σχόλια: